35/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 35 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 35/2010
Legislator headnote
AI generated35/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 35 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 35/2010
Full text
Απόφαση 35 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 35/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Καζά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ΟΣΕ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ζαχόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται, ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κων/νος Καραμανλής αδυνατεί να παραστεί κατά την σημερινή συνεδρίαση λόγω προβλήματος υγείας.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Μαϊου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4033/2004 του ιδίου δικαστηρίου και 371/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20.5.2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 5.6.2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Επομένως εφόσον από την επισημείωση της γραμματέως αυτού του δικαστηρίου επί των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι αυτές κατατέθηκαν στις 18-9-2009, δηλαδή τρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και όχι είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο, η περί απαραδέκτου της συζητήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ένσταση των αναιρεσιβλήτων, λόγω μη καταβολής των εξόδων που δημιουργήθηκαν από την παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της προγενέστερης από 10.1.2007 αναιρέσεως περί της οποίας το 33/2008 πρακτικό του Δικαστηρίου τούτου, είναι απαράδεκτη.
II). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους. Ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που έγινε. Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ.1 του Ν 2094/1992 (ΚΟΚ), που εφαρμόζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση, στις σιδηροδρομικές διαβάσεις τοποθετούνται, κατά περίπτωση, οι πινακίδες αναγγελίας κινδύνου Κ-31 ή Κ-32, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, και κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου 8 στις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις, χωρίς κινητά φράγματα, η φωτεινή σηματοδότηση τοποθετείται πλησίον και προ της διάβασης και επί του αυτού ιστού η πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας Ρ-2 σε συνδυασμό με τις πινακίδες Κ-36 ή Κ-37. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παράγραφος 1 του ίδιου Ν 2094/1992 η κατακόρυφη και οριζόντια σήμανση των οδών εκτελείται μόνο κατόπιν σχετικής μελέτης. Αρμόδιοι φορείς για την εκπόνηση ή έγκριση μελετών εφαρμογής που αφορούν την κατακόρυφη και οριζόντια σήμανση των οδών (πινακίδες και διαγραμμίσεις) και για την εγκατάσταση και συντήρηση της σήμανσης αυτής είναι είτε η Γενική Γραμματεία Δημόσιων `Εργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων `Εργων, είτε οι δήμοι και κοινότητες που τις συντηρούν, κατά περίπτωση. Οι αρμόδιες υπηρεσίες των φορέων αυτών έχουν την υποχρέωση της υλοποίησης, σε εύλογο χρονικό διάστημα και των σχετικών αστυνομικών αποφάσεων. Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου για τη μελέτη, εγκατάσταση και συντήρηση των κάθε είδους σηματοδοτών, ηχητικών συσκευών ή κινητών φραγμάτων στις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις, αρμόδιες είναι οι υπηρεσίες του φορέα εκμετάλλευσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν ΑΡΟ/1884 "περί ασφαλείας και αστυνομίας των σιδηροδρόμων" "η Κυβέρνησις δικαιούται δια διαταγμάτων ή δια διοικητικών κανονισμών, κεκυρωμένων υπό του υπουργού των Εσωτερικών, να κανονίζη περί πάσης διατάξεως, αφορώσης εις την αστυνομίαν, την ασφάλειαν και την εν γένει χρήσιν και διοίκησιν των σιδηροδρόμων", ενώ κατά το άρθρο 3 του ΒΔ 30 Νοεμ.1911/1 Φεβρ. 1912 "περί ασφαλείας και εκμεταλλεύσεως των σιδηροδρόμων", που εκδόθηκε σε εκτέλεση του προαναφερόμενου νόμου, "Εις πάντα τα μέρη, εις ά ο σιδηρόδρομος διασταυρούται ισοπέδως μετά οδού τινος, εγκαθίστανται κινητοί φράκται, εκτός των αναγκαίων εξαιρέσεων, ας δι` αποφάσεως δύναται να επιτρέψη ο Υπουργός των Εσωτερικών. Ο τρόπος, η φύλαξις και αι διατάξεις της υπηρεσίας των κινητών φρακτών κανονίζονται υπό του Υπουργού των Εσωτερικών, τη προτάσει των Εταιρειών. Οπόταν ο Υπουργός των Εσωτερικών επιτρέψη την ισόπεδον διάβασιν δια του σιδηροδρόμου εις τροχιόδρομον, ή ετέραν σιδηροδρομικήν γραμμήν, αποφασίζει αφού ακούση τας περί ων ο λόγος Εταιρείας, περί των εφαρμοστέων τεχνικών διατάξεων δια την εγκατάστασιν και χρήσιν των διατάξεων αυτών". Τέλος, κατά το άρθρο 3 του από 19-7-1928 δ/τος περί του ελέγχου επί των ΣΕΚ, "εις άπαντα τα μέρη εις α ο σιδηρόδρομος διασταυρούται ισοπέδως μετά οδού τινος, εγκαθίστανται κινητοί φράκται, εκτός των αναγκαίων εξαιρέσεων, ας δι` αποφάσεως, μπορεί να επιτρέψη ο Υπουργός των Εσωτερικών. Ο τρόπος, η φύλαξις και αι διατάξεις της υπηρεσίας των κινητών φρακτών κανονίζονται υπό του Υπουργού της Συγκοινωνίας τη προτάσει των ΣΕΚ. Οπόταν ο Υπουργός της Συγκοινωνίας επιτρέψη την ισόπεδον διάβασιν δια του σιδηροδρόμου εις τροχιόδρομον, ή ετέραν σιδηροδρομικήν γραμμήν, αποφασίζει, αφού ακούσει τους ΣΕΚ περί των εφαρμοστέων τεχνικών διατάξεων δια την εγκατάστασιν και χρήσιν των διαβάσεων αυτών". Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι η Δημόσια Επιχείρηση με την επωνυμία ".Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος." (Ο.Σ.Ε) οφείλει να τοποθετήσει σ` όλες τις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις κινητά φράγματα και επίσης να σημάνει ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, χωρίς κινητά φράγματα με φωτεινή σηματοδότηση τοποθετούμενη πλησίον και προ της διάβασης και επί του αυτού ιστού να τοποθετήσει πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (Ρ-2) σε συνδυασμό με τις πινακίδες Κ-36 ή Κ-37. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός και μπορεί η παραβίαση να εντοπιστεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ εκ πλαγίου παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα υφίσταται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όσον αφορά την ελάσσονα πρότασή της ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος που επηρεάζουν την τύχη της αναίρεσης: "Στις ... και περί ώρα .... ο δεύτερος εναγόμενος, οδηγώντας με κανονική ταχύτητα την επιβατική αμαξοστοιχία ..., ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, εκτελούσε το δρομολόγιο Αθηνών - Θεσσαλονίκης, προς την ισόπεδη διάβαση Αμφιθέας Λάρισας. Συγχρόνως, ο πατέρας της ενάγουσας Ο1, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας.... Ι. Χ.Φ, αυτοκίνητο του, εκινείτο επί της κοινοτικής οδού που συνδέει τον οικισμό Αμφιθέας Λάρισας με την Εθνική οδό Αθηνών - Θεσσαλονίκης, παράλληλα με τη σιδηροδρομική γραμμή Αθηνών - Θεσσαλονίκης, από τη δεξιά πλευρά σε σχέση με την πορεία της αμαξοστοιχίας, με φορά αντίθετη ως προς αυτή. Στο 362,30 χιλιόμετρο η σιδηροδρομική γραμμή τέμνει την παραπάνω κοινοτική οδό, η οποία διέρχεται πάνω από τις γραμμές με κατεύθυνση προς την Εθνική οδό. Η διάβαση στο σημείο εκείνο είναι αφύλακτη (χωρίς μπάρες), έχει όμως επαρκή φωτισμό, απεριόριστη ορατότητα και την προβλεπόμενη σήμανση για τους οδηγούς που χρησιμοποιούν την οδό με κατεύθυνση προς την Ε.Ο., δηλαδή υπάρχουν οι πινακίδες Κ-37 (κίνδυνος λόγω άμεσης γειτονίας ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης, χωρίς κινητά φράγματα, διπλής ή πολλαπλής σιδηροδρομικής γραμμής) και Ρ-2 (υποχρεωτική διακοπή πορείας - SΤΟΡ). Ενώ ο πατέρας της ενάγουσας διέκοψε την πορεία του οχήματος του περίπου 20 μέτρα πριν από την ισόπεδη διάβαση, όταν έφθασε στο ύψος της ισόπεδης διάβασης, αντί να σταθμεύσει προ αυτής για να ελέγξει ότι μπορεί να διέλθει από τη διάβαση με ασφάλεια, όπως του επέβαλαν οι παραπάνω προειδοποιητικές πινακίδες, παραχωρώντας προτεραιότητα στις αμαξοστοιχίες, επιχείρησε την προσπέλαση αυτής ακριβώς τη στιγμή που διερχόταν η παραπάνω αμαξοστοιχία, με αποτέλεσμα να επιπέσει επ' αυτής και συγκεκριμένα μεταξύ του πρώτου και δεύτερου οχήματος, να εκτιναχθεί το αυτοκίνητό του σε απόσταση περίπου 25 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης και να επέλθει ο ακαριαίος θάνατός του. Αντίθετα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει κάποιας μορφής υπαιτιότητα για το ατύχημα της πρώτης εναγομένης, δεδομένου ότι προ της αφύλακτης ισόπεδης διάβασης υπήρχε επαρκής σήμανση με κατάλληλες προειδοποιητικές πινακίδες για τους οδηγούς, αλλά και επαρκής ορατότητα, καθόσον στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχει ευθεία τεσσάρων περίπου χιλιομέτρων. Αλλά ούτε υπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου - μηχανοδηγού της αμαξοστοιχίας μπορεί να θεμελιωθεί. Και ναι μεν ο τελευταίος οδηγούσε την αμαξοστοιχία στον τόπο και χρόνο του ατυχήματος με ταχύτητα 132 χιλ/ωρ. ενώ η δρομολογιακή ταχύτητα στο σημείο σύγκρουσης οριζόταν στα 120 χλμ/ωρ. πλην όμως σύμφωνα με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους εναγομένους υπ' αριθμ. πρωτ. .... εγκύκλιο του Προέδρου του Δ.Σ. και διευθυντή της πρώτης εναγομένης, δεν θεωρείται ως υπερβαίνουσα τη δρομολογιακή ταχύτητα αυτή που καταγράφεται έως και 10 χλμ/ώρα μεγαλύτερη από την οριζόμενη. Αλλά ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι υφίσταται υπέρβαση του ανώτατου ορίου ταχύτητας της αμαξοστοιχίας στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά 2χλμ/ώρα, αυτή δεν θεωρείται ικανή να επιφέρει αιτιακά το προκληθέν αποτέλεσμα, δεδομένου ότι η σύγκρουση επήλθε τη στιγμή που η αμαξοστοιχία είχε ήδη εισέλθει στην ισόπεδη διάβαση, γεγονός που αβίαστα προκύπτει και από το σημείο σύγκρουσης (μεταξύ του πρώτου και δευτέρου οχήματος της αμαξοστοιχίας και όχι στο εμπρόσθιο τμήμα της). Εξ άλλου αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, πλησιάζοντας στην ισόπεδη διάβαση, έκανε προληπτική χρήση των οργάνων παραγωγής ηχητικών σημάτων (σφύριγμα), πράγμα που επανέλαβε παρατεταμένα μόλις αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του Ο1 να την πλησιάζει. Από όλα τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης ήταν ο ίδιος ο θανών, ο οποίος δε συμμορφώθηκε με τις προειδοποιητικές πινακίδες του Κ.Ο.Κ., δεν στάθμευσε το αυτοκίνητο του πριν από την ισόπεδη διάβαση, ώστε να ελέγξει αν μπορούσε να διέλθει από αυτήν με ασφάλεια, αλλά επιχείρησε την προσπέλαση της ανεξέλεγκτα ακριβώς τη στιγμή που διερχόταν η αμαξοστοιχία, παραβιάζοντας έτσι την προτεραιότητα αυτής, ούτε είχε τεταμένη την προσοχή του ώστε να αντιληφθεί έγκαιρα τις ηχητικές προειδοποιήσεις του μηχανοδηγού της αμαξοστοιχίας και να διακόψει την πορεία του. Σημειώνεται δε ότι κατά του δεύτερου εναγόμενου ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία εξ αμελείας πλην όμως με το υπ' αριθ. 41/98 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, που κατέστη αμετάκλητο, κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του ανωτέρω για την προαναφερόμενη πράξη...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε επίσης απορρίψει την αγωγή της. Από την ορθή νοηματική απόδοση της άνω αιτιολογίας, σχετικά με την κατάφαση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος (πατρός της αναιρεσείουσας) και την ανυπαρξία οιασδήποτε υπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων, συνάγεται σαφώς ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος, δεν είχε τοποθετήσει κινητά φράγματα στην εν λόγω ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, ούτε είχε μεριμνήσει, σε σχέση με την ίδια σιδηροδρομική διάβαση, που δεν είχε κινητά φράγματα, να τοποθετηθεί φωτεινή σηματοδότηση πλησίον και προ της εν λόγω διάβασης. Τα ανωτέρω περιστατικά, που αναμφισβήτητα περιέχονται στο όλον αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης, αρκούν για την ουσιαστική παραδοχή της αγωγής της αναιρεσείουσας. Με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παράγραφος 1, 2 και 10 παρ.1 ,3 του Ν 2094/1992, 9 του Ν ΑΡΟ/1884, 3 του ΒΔ 30 Νοεμ.1911/1 Φεβρ. 1912, 3 του από 19-7-1928 Δ/τος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 του Α.Κ., με την έννοια ότι έπρεπε και κακώς δεν εφαρμόσθηκαν και εντεύθεν ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 της Κ.Πολ.Δ. 559 είναι βάσιμος. Επίσης παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, και 330 του Α..Κ. σχετικά με την υπαιτιότητα ή μη εν προκειμένω του δεύτερου αναιρεσίβλητου, μηχανοδηγού, γιατί δεν εκθέτει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους τα διαπιστωθέντα πιο πάνω περιστατικά, σχετικά με τις πράξεις και παραλείψεις του δευτέρου αναιρεσιβλήτου κατά την οδήγηση της αμαξοστοιχίας, γενικώς λαμβανόμενα δεν μπορούν αντικειμενικά να θεωρηθούν ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος ενόψει του ότι δέχεται ότι οδηγούσε την αμαξοστοιχία στον τόπο και τον χρόνο της σύγκρουσης με αυξημένη ταχύτητα 132 χλμ. την ώρα (αντί της ανωτάτης των 120 χλμ ωριαίως), την οποία δεν μείωσε προ της αφύλακτης (χωρίς μπάρες) και χωρίς φωτεινή σηματοδότηση ισόπεδης διάβασης, σε νυκτερινή ώρα, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 (και όχι 1) αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 371/2006 απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 371/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ