Legislator Case Law & Legislation
359/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to legally summon co-appellant in mandatory joint appeal.

Case Number 359/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible because the appellant failed to legally summon the co-appellant, who was absent from the hearing. Although the appellant served the appeal request, the court found no evidence that the co-appellant received the appeal document or was properly notified for the mandatory joint appeal. Consequently, the court ruled that the appeal could not proceed without the co-appellant's participation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(3), 568(1), 4, 498(1) of the Code of Civil Procedure; In cases of mandatory joint appeal, if one party fails to legally summon the co-appellant, the appeal is inadmissible against all parties.

Keywords

AI generated
mandatory joint appeal legal summons requirement inadmissible appeal co-appellant absence Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 576(1)-(3), 568(1), 4, 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 936 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 359 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 359/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "A. Τ. Α..Ε..", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Ροΐδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Φ. συζύγου Ι. Γ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι ... μη οριστική και ... οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 6/2/2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η ... απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 5/7/2021 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δέσποινα Βασιλοδημητράκη ανέγνωσε την από 6/10/2017 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Θωμά Γκατζογιάννη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 ως 3, 568 παρ. 1, 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει κατ` αρχήν αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση, οπότε δεν απαιτείται κλήτευσή του αλλά συζητείται η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΑΠ 477/ 2019, ΑΠ 1753/2017).

Αν απολείπεται άλλος διάδικος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν εκείνος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση και, εφόσον συντρέχει αυτή η προϋπόθεση, συζητείται η υπόθεση σα να ήταν παρών. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υπόθεσης, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους απολειπόμενους διαδίκους σε περίπτωση απλής ομοδικίας (ΑΠ 446/2020), ενώ σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, κηρύσσεται, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ ..., 1297/2019, 1978/2017) και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 568 παρ. 4 ΚΠολΔ "αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα ...

Αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η κλήτευση του αναιρεσίβλητου, για την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος δικάσιμο, απαιτείται να λάβει χώρα η επίδοση προς αυτόν και αντιγράφου του κατατεθέντος δικογράφου της αναίρεσης.

Αν τη συζήτηση την επισπεύδει αναιρεσίβλητος και όχι ο αναιρεσείων, δεν απαιτείται μεν η επίδοση στον τελευταίο αντιγράφου του αναιρετηρίου, την οποία ο ίδιος ο αναιρεσείων κατέθεσε και γνωρίζει. Εάν όμως οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και τη συζήτηση επισπεύδει ένας από αυτούς ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, τότε είναι υποχρεωτική η επίδοση του αναιρετηρίου με κλήση προς συζήτηση προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, αλλιώς η κλήτευσή τους δεν είναι νόμιμη, εκτός εάν προκύπτει ότι έχει ήδη επιδοθεί το αναιρετήριο, οπότε αρκεί η επίδοση μόνο της κλήσης, τις δε επιδόσεις και κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 1238/2023, ΑΠ 878/2022, ΑΠ105/2021).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο, διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος, κατά την μετ` αναβολή συζήτηση, διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, για να παραστεί σ` αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και, επομένως, δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 409/2023, ΑΠ 48/2023, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/ 2021, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019).

Περαιτέρω, αναγκαστική ομοδικία υπάρχει, όπως προκύπτει από το άρθρο 936 ΚΠολΔ και επί ανακοπής τρίτου κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία πρέπει να απευθύνεται τόσο κατά του επισπεύδοντος όσο και του καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, μεταξύ των οποίων υπάρχει δεσμός αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ` άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού μόνο από κοινού μπορούν να εναχθούν και δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων έναντι των ομοδίκων αυτών (ΑΠ 878/2022, ΑΠ ..., 1697/2017, ΑΠ 1930/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η υπό κρίση από 6-2-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. ... απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 5-7-2021 κλήση της πρώτης αναιρεσίβλητης, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. ... απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής, για τον λόγο ότι δεν είχε κλητευθεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη από τον επισπεύδοντα αναιρεσείοντα.

Με πράξη του Προέδρου του παρόντος τμήματος του Αρείου Πάγου ορίσθηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης, η 10η Οκτωβρίου 2022 και η προθεσμία κοινοποίησης της ως άνω κλήσεως 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Η συζήτηση της υπόθεσης κατά την αμέσως προαναφερόμενη δικάσιμο αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, η πρώτη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο αναιρεσείων και η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Από τις υπ' αριθ. ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Δωδεκανήσου με έδρα το Πρωτοδικείο Ρόδου, Σ. Μ., που επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι αντίγραφο της κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κάτω απ` αυτό για την αρχική δικάσιμο της 10η-10-2022 επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα και στην δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Πλην όμως δεν προκύπτει επίδοση και του αναιρετηρίου στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία προσαπαιτείται, κατά τα προεκτιθέμενα, για τη νόμιμη επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης κατ` αυτής. Ειδικότερα η επισπεύδουσα τη συζήτηση πρώτη αναιρεσίβλητη δεν προσκομίζει (ούτε επικαλείται) την απαιτούμενη για τη νομότυπη κλήτευση της δεύτερης αναιρεσίβλητης επίδοση προς αυτήν του αναιρετηρίου, ενώ από την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι τέτοια επίδοση έχει λάβει χώρα προς αυτήν από τον αναιρεσείοντα.

Επιπλέον, η τελευταία δεν είχε παρασταθεί και κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει, συνεπώς, νόμιμη κλήτευση της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Εφόσον δε μεταξύ των δύο αναιρεσιβλήτων υφίσταται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, αφού η αίτηση αναίρεσης βάλλει κατά της εφετειακής απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η κατ` άρθρο 936 ΚΠολΔ ανακοπή του αναιρεσείοντος ως τρίτου κατά της επισπευδόμενης από την πρώτη αναιρεσίβλητη αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της μη εμφανισθείσας και μη κλητευθείσας νομίμως δεύτερης αναιρεσίβλητης, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6-2-2008 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. ... απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ