Legislator Case Law & Legislation
359/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and failure to state facts supporting the alleged violation of substantive law.

Case Number 359/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance decision regarding forest ownership. The appellant argued that the lower court violated substantive law by failing to recognize forest status based on 1945 aerial photos, but the court found the appeal grounds insufficient. The court ruled that the appeal failed to state the specific facts accepted by the lower court that led to its conclusion, rendering the challenge inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; Article 559 paragraph 1a of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to state the specific facts accepted by the lower court that led to the conclusion, as the appellant must summarize the entire factual basis rather than citing isolated assumptions.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds substantive law violation factual basis requirement forest ownership dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1a of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 359 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 359/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Α., κατοίκου ... του Δήμου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ....

Εκδόθηκε η απόφαση 70/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-3-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. [1] Από το άρθρο 576 παρ. 1- 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 909/2023, ΑΠ 637/2023). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τη με αριθμ. 1930/04-10-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ...

Ά.Π., με επίσπευση του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος με το με αριθμ. 23588/27-06-2022 ειδικό πληρεξούσιο της συμβ/φου ... Ε. Χ., έδωσε ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα στη δικηγόρο ... Χριστίνα Χαραλαμπίδου, ακριβές αντίγραφο της από 06-03-2017 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή, από 19-07-2022, πράξη προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ' Τμήματος ως αρμοδίου προς εκδίκαση της υπόθεσης και από 19-07-2022 πράξη του Προέδρου του Γ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου περί ορισμού δικασίμου την 06-12-2023, και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον.

Ωστόσο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠοΔ. Επομένως, επειδή ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος επισπεύδει εγκύρως τη συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πρέπει να χωρήσει συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). [2] Η διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...".

Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει: α) Ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει η απόφαση αυτή να είναι τελεσίδικη, β) Ότι η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, γίνεται, αν δεν είναι κατά την έκδοσή της, τελεσίδικη, δηλαδή ανέκκλητη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ.

διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση της έφεσης ή από το δικόγραφο της έφεσης που ασκήθηκε, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της (ΟλΑΠ 473/1983). Η προθεσμία της έφεσης, στην περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η απόφαση, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν την ισχύουσα από 01-01-2016, τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, τρία έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη και τελειώνει όταν παρέλθουν τα τρία έτη, οπότε αυτή, αφού πλέον δεν υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη, κατά τα παραπάνω, και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.

Η προθεσμία, εξάλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή, αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι, κατά το άρθρ. 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν από την παραπάνω τροποποίηση του ν. 4335/2015, τρία έτη και αρχίζει, όπως ορίζει αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) έτη, τρία για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία από την ημέρα που αυτή έγινε τελεσίδικη για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά έξι χρόνια (ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 1113/1986, ΑΠ 1471/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης, στρέφεται κατά της με αριθμ. 70/13-03-2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, με την οποία απορρίφθηκε η από 19-08-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, Η παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιδόθηκε, αφού δεν αποδεικνύεται το αντίθετο από το φάκελο της δικογραφίας.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του, εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση, δικαστηρίου, στις 06-03-2017, ήτοι μετά την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν την πάροδο τριετίας από την τελεσιδικία της. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ), και, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1273/2022). Έγγραφα κατά την παραπάνω διάταξη θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2033/2022, ΑΠ 1731/2022). Για να θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο (ΑΠ 464/2023, ΑΠ 1493/2023). Για να είναι ορισμένος, και, συνεπώς, παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλομένη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1493/2023, ΑΠ 1144/2023, ΑΠ 1267/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση επικαλούμενο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του επικληθέντος και προσαχθέντος, συνημμένου στο με αριθμ πρωτ. 952/11-04-2011 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Ν. ..., τοπογραφικού διαγράμματος - έκθεσης αυτοψίας, που υπογράφεται από τον δασολόγο της ως άνω δ/νσης, σύμφωνα με το οποίο μόλις οκτώ έτη μετά την κρίσιμη ημερομηνία (1936), το έτος 1945, η επίδικη έκταση έφερε δασική βλάστηση, σε ποσοστό 30%, χωρίς ίχνη καλλιέργειας, η προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση τη δασική βλάστηση, που βεβαιώνεται με την εν λόγω απόφαση, την ονόμασε αυθαιρέτως και αναιτιολογήτως σε "θάμνους και σκήνα", παρότι με την ένορκη κατάθεσή του ο υπογράφων εξεταζόμενος ως μάρτυρας του αναιρεσείοντος, ρητώς διευκρίνισε ότι η επίδικη έκταση φαίνεται στην αεροφωτογραφία του 1945 ότι φέρει δασική βλάστηση σε ποσοστό τουλάχιστον 30% και δεν εμφανίζει ίχνη καλλιέργειας, με αποτέλεσμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, να καταλήξει η προσβαλλόμενη απόφαση στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο (1936), ήταν αγρός και όχι δασική έκταση, είναι απαράδεκτος.

Και, τούτο, διότι δεν αποδίδεται πλημμέλεια ως προς την ανάγνωση του περιεχόμενου του εγγράφου αλλά συναγωγή διαφορετικού αποδεικτικού πορίσματος από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό, και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, διότι πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, και ανεξαρτήτως της αοριστίας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, διότι δεν αναφέρεται όλο το περιεχόμενο του φερόμενου ως αγνοηθέντος εγγράφου.

Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τον έλεγχο του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνεκτίμησε απλώς αυτό με άλλα αποδεικτικά μέσα, και δεν στήριξε το καταληκτικό αποδεικτό πόρισμα αυτής αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σ' αυτό.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019).

Για να είναι ορισμένος ο ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται, πλην της συγκεκριμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 355/2021, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 763/2018) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, και στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 912/2022).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 912/2022).

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ ΑΠ 348/2023). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενο ότι παραβίασε ευθέως τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ.

της 16.11.1936 "περί ιδιωτικών δασών", με τις οποίες θεσπίστηκε τεκμήριο, υπέρ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κυριότητας επί τα δασών και δασικών εκτάσεων στις Νέες Χώρες και ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία και ιδιαίτερα την αεροφωτογραφία του έτους 1945, η οποία αποτελεί ουσιώδες αποδεικτικό στοιχείο για την κρίση του αν μία έκταση είναι δασική έκταση και δεσμεύει για την ύπαρξη δάσους για το προγενέστερο αυτής χρονικό διάστημα προκύπτει ότι το επίδικο φέρει δασική βλάστηση, με ποσοστό 30%, χωρίς ίχνη καλλιέργειας, από την κατάθεση του μάρτυρος, και από όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (αεροφωτογραφείς 194 και 2007, έκθεση αυτοψίας που συνοδεύει το με αριθμ.

πρωτ. 952/11-04-2011 έγγραφο της Δ/νσης Δασών ..., αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη ταπιά υπέρ Ι. Σ. Μ., τη μη κατάθεση από τον αναιρεσίβλητο), από την ορθή εκτίμηση αυτών, εμφαίνεται ότι η επίδικη έκταση εκχερσώθηκε και μεταβλήθηκε η δασική έκταση σε δασικό αγρό είναι απαράδεκτος. Ειδικότερα, 1) λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε στο δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, ενώ δεν αρκούν οι αποσπασματικές παραδοχές, επιλεκτικά και κατά το δοκούν, από το αναιρεσείον, ούτε μόνο το καταληκτικό αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, και 2) διότι υπό την επίφαση του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1474/2023, ΑΠ 1147/2023).

IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, δικαστικά έξοδα υπέρ του νικήσαντος αναιρεσιβλήτου δεν επιδικάζονται, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου και έλλειψης σχετικού αιτήματος αυτού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06-03-2012 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμ. 70/2012 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ