359/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated359/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 316 του ίδιου Κώδικα, αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται.
Full text
Απόφαση 359 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 359/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, προκειμένου να αποφανθεί για τη διόρθωση και ερμηνεία της 863/2013 απόφασης του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, μετά από την από 25 Οκτωβρίου 2016 αίτηση Μ. Ν. του Μ., Ε. Β. του Ζ., Γ. Ν. του Μ. και Κ. Δ. του Α., κατοίκων ..., μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χορτάτο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ν. του Μ., 2) Κ. Δ. του Α., 3) Μ. Ν. του Μ., 4) Ε. Β. του Ζ., κατοίκων ... και 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η, 2ος, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Νικολιδάκη και η 5η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, οι πληρεξούσιοι αυτών ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς και τις απόψεις τους επί της αίτησης διόρθωσης και ορίστηκε Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ΚΠολΔ στις διατάξεις των άρθρων 315 έως 320, που, σύμφωνα με αυτήν του άρθρου 573 παρ. 1, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ρυθμίζει τη διαδικασία της διόρθωσης και ερμηνείας των δικαστικών αποφάσεων. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 315 του Κώδικα αυτού, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και για τη διόρθωση των πρακτικών, προκύπτει ότι αντικείμενο διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία αίρονται μόνο με την οδό των ένδικων μέσων, αλλά ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισφρέουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης.
Τα σφάλματα αυτά πρέπει να είναι πρόδηλα, δηλαδή να προκύπτουν από το κείμενο της απόφασης και τα στοιχεία που ορίζουν το περιεχόμενό της ή από τα πρακτικά ή από τις προτάσεις ή τα δικόγραφα των διαδίκων, έτσι ώστε να αποκλείεται η διόρθωση με βάση νέα στοιχεία. Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι επιτρεπτή διόρθωση της απόφασης που μπορεί να αφορά και το διατακτικό της, χωρίς να παραβιάζονται οι αρχές του δεδικασμένου, υφίσταται όταν τα προς διόρθωση σφάλματα της απόφασης οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και αυτών που είχαν διατυπωθεί, αρκεί, η μεν παραδρομή στην οποία οφείλονται τα λάθη να προκύπτει από την όλη διάρθρωση της απόφασης και εκείνα που συνέβησαν κατά τη σύνταξή της, η δε διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της (ΑΠ 1/2015).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 316 του ίδιου Κώδικα, αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, η ερμηνεία γίνεται από το ίδιο δικαστήριο που έχει εκδώσει την αρχική απόφαση και με την ίδια διαδικασία, χωρίς χρονικό περιορισμό και μόνο ύστερα από αίτημα διαδίκου και όχι αυτεπάγγελτα. Η ερμηνεία αποβλέπει στην αποκατάσταση του αληθινού νοήματος της απόφασης, εφόσον αυτό δεν είναι κατανοητό από τους διαδίκους για το λόγο ότι η διατύπωση είναι ασαφής ή αμφίβολη και, έτσι, με την ερμηνεία αίρονται οι ασάφειες και οι αοριστίες της διατύπωσης των σχετικών σημείων της απόφασης με την επεξήγηση της αληθούς έννοιας και την αποκατάσταση του ακριβούς νοήματος αυτών.
Αμφίβολο, κατ’ αρχήν, θεωρείται το νόημα της απόφασης, όταν η λεκτική διατύπωση, λόγω των όρων που χρησιμοποιήθηκαν, οδηγεί σε διάφορες ερμηνευτικές εκδοχές, ενώ η ασάφεια της απόφασης πρέπει να είναι τέτοια ώστε να δυσχεραίνεται ή να καθίσταται αδύνατη η κατανόηση αυτής ή η εκτέλεσή της και η οριοθέτηση του ουσιαστικού δεδικασμένου που απορρέει απ’ αυτή.
Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εισάγεται η αίτηση ερμηνείας δικαστικής απόφασης (άρθρ. 317 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα εξετάσει, σε πρώτη φάση, αν πράγματι η απόφαση είναι ασαφής, αόριστη και με αμφίβολο νόημα. Μόνο τότε, ήτοι, αν διαγνωστεί ότι η απόφαση δεν είναι "σαφής" αλλά έχει ανάγκη ερμηνείας, θα προχωρήσει στην ερμηνεία της απόφασης, αναζητώντας την αληθινή βούληση του δικαστή (και όχι το νόημα της απόφασης καθ’ εαυτό), λαμβάνοντας υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο, και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ερμηνευόμενη απόφαση (αγωγή, προτάσεις και λοιπά δικόγραφα της δίκης εκείνης).
Δεν ερευνάται, δηλαδή, πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί το δικαστήριο κατά τη δίκη εκείνη, αλλά πώς πράγματι αποφάνθηκε. Νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της απόφασης δεν είναι δυνατό να καλυφθούν με τη μέθοδο της ερμηνείας και, συνεπώς, δεν επιτρέπεται, κατά την ερμηνεία, η επανεκτίμηση των αποδείξεων που είχαν διεξαχθεί τότε, ούτε το δικαστήριο έχει εξουσία, με ερμηνεία ή προσθήκη νέας διάταξης, να αλλοιώσει την ουσία της απόφασης και την έννοια αυτής, ούτε να συμπληρώσει παραλείψεις σε αιτήματα που υποβλήθηκαν από τους διαδίκους, διότι τούτο αντίκειται στους κανόνες του δεδικασμένου.
Το δικαστήριο, κατά την ερμηνεία της απόφασής του, περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθινής έννοιάς της, ήτοι στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της ή και των αιτιολογιών της, όταν οι τελευταίες επέχουν θέση διατακτικού, χωρίς όμως να αλλάξει το διατακτικό της απόφασής του (σχ.
ΑΠ 1735/2014, ΑΠ 1235/2014). Επισημαίνεται ότι από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 315 και 316 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όπου χωρεί διόρθωση δικαστικής απόφασης, δεν χωρεί ερμηνεία αυτής και αντίστροφα. Τέλος, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 εδάφ. α’ ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του Κώδικα αυτού, στο δικαστήριο της παραπομπής "η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση...".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 580 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και αυτά που συνάπτονται, άρρηκτα, με εκείνα που αναιρέθηκαν.
H έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Κατά συνέπεια, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν, οπότε συναναιρούνται.
Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΑΠ Ολομ. 27/2007, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 493/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 25-10-2016, αίτηση "διορθώσεως και ερμηνείας αποφάσεως", ζητείται, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, η ερμηνεία (και όχι και η διόρθωση) της 863/2013 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, προκειμένου να διευκρινιστεί ότι η απόφαση αυτή αναίρεσε τη 2844/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, μόνο ως προς τον αναιρεσείοντα Σ.
Δ. Π. (ήδη πρώτο των καθ’ ων η αίτηση), σε σχέση με τους πρώτη έως και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων (ήδη αιτούντες) και την πέμπτη αναιρεσίβλητη (ήδη δεύτερη των καθ’ ων η αίτηση), ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...." (εφεξής "ασφαλιστική εταιρεία"), απλή ομόδικο του αναιρεσείοντος που δεν άσκησε αναίρεση, όχι, όμως, και ως προς την τελευταία, σε σχέση με τους αιτούντες, αναφορικά, δηλαδή, με τις διατάξεις της εφετειακής απόφασης που αφορούν τους διαδίκους αυτούς ως προς τις τρεις κύριες αγωγές, όπως, κατά τα λοιπά, λεπτομερώς εκτίθεται.
Η αίτηση αυτή, η οποία παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, της οποίας ζητείται η ερμηνεία, είναι νομικά βάσιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ που προπαρατέθηκε, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι πρώτη έως και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ήδη αιτούντες, άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του αναιρεσείοντος, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής του εταιρείας-πέμπτης αναιρεσίβλητης, ήδη πρώτου και δεύτερης, αντίστοιχα, των καθ’ ων η αίτηση, τρεις αγωγές, κατ’ άρθρ. 297, 298, 330 εδάφ.
β’ , 914, 931 και 932 ΑΚ, για επιδίκαση αποζημίωσης, χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετης χρηματικής παροχής, εξαιτίας του αναφερόμενου αυτοκινητικού ατυχήματος της 31-7-2004 και, συγκεκριμένα, α) οι Μ. Μ. Ν. και Ε. Ζ. Β., 15-3-2005 ( ...2005) , ) Μ. Ν., την από 16-1-2006 (με αριθμό. κατάθεσης ...2006) αγωγή και γ) οι Γ.
Μ. Ν. και Κ. Α. Δ., την από 15-3-2005 (με αριθμό κατάθεσης .../2005) αγωγή. Παράλληλα, η ασφαλιστική εταιρεία άσκησε, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, κατά του ασφαλισμένου της-αναιρεσείοντος τις από 27-4-2005 δύο αγωγές της (με αριθμούς κατάθεσης ...2005 και .../2005, αντίστοιχα), ζητώντας να υποχρεωθεί ο τελευταίος, αναγωγικά, να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό που αυτή ήθελε, τυχόν, καταδικαστεί να πληρώσει στους κυρίως ενάγοντες, αναφορικά με τις πρώτη και τρίτη πιο πάνω αγωγές τους, επικαλούμενη ότι αυτός οδηγούσε, κατά το χρόνο του ατυχήματος, υπό την επήρεια οινοπνεύματος και, ως εκ τούτου, οι επίδικες ζημίες εξαιρούνταν από την ασφαλιστική κάλυψη, κατά τον σχετικό συμβατικό όρο του μεταξύ τους ασφαλιστήριου συμβολαίου (άρθρ. 361, 482 εδάφ.
α’ , 904 επ., 926 και 927 ΑΚ, 10 και 11 παρ. 1 κωδικοποιημένου, με το π.δ. 237/1986, ν. 489/ 1976, 25 αριθμ. 8 της Κ4/585/5-4-1979 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, όπως ίσχυε τότε, 42 ν. 2696/1999-ΚΟΚ - και 69 παρ. 1 εδάφ. δ’ και ε’ ΚΠολΔ). Το πρωτόδικο δικαστήριο, συνεκδικάζοντας τις, συνολικά, πέντε αγωγές, με τη 1839/2006 απόφασή του έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο αναιρεσείων και, στη συνέχεια, διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αναφορικά με τις ενάγουσες-παθούσες Μ.
και Γ. Ν., αναβάλλοντας να εκδώσει οριστική απόφαση για όλα τα κονδύλια των αγωγών. Ακολούθως, μετά και τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση και εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 6113/2007 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία όλες οι αγωγές, κύριες και παρεμπίπτουσες (σημειώνεται ότι το αίτημα των τελευταίων είχε περιοριστεί από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό), έγιναν, κατά ένα μέρος, δεκτές.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από τους διαδίκους εκείνης της δίκης και, ειδικότερα, 1) η από 7-2-2008 (με αριθμό κατάθεσης .../2008) έφεση των κυρίως εναγόντων-τεσσάρων πρώτων των αναιρεσιβλήτων, ήδη αιτούντων, κατά των εναγομένων (αναιρεσείοντος και πέμπτης αναιρεσίβλητης-ασφαλιστικής εταιρείας), ήδη καθ’ ων η αίτηση, 2) η από 28-2-2008 (με αριθμό κατάθεσης .../2008) έφεση του πρώτου εναγομένου-παρεμπιπτόντως εναγομένου-αναιρεσείοντος κατά των κυρίως εναγόντων και της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζητούσε, αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να απορριφθούν, στο σύνολό τους, όλες οι εναντίον του αγωγές (κύριες και παρεμπίπτουσες) και 3) η από 27-2-2008 (με αριθμό κατάθεσης .../2008) έφεση (στο δικόγραφο αναγράφεται ως "παρεμπίπτουσα") της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας κατά του ασφαλισμένου της-αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε, σε περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η πιο πάνω, από 7-2-2008, έφεση των κυρίως εναγόντων, να αναγνωριστεί ότι ο ασφαλισμένος της είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει, αναγωγικά, οποιοδήποτε ποσό που αυτή ήθελε, τυχόν, καταδικαστεί να πληρώσει στους κυρίως ενάγοντες, διαφορετικό από εκείνο που επιδικάστηκε πρωτόδικα, για την ίδια αιτία που έχει προαναφερθεί, ενώ άσκησε, με τις από 24-9-2008 προτάσεις της, και αντέφεση κατά των κυρίως εναγόντων.
Οι εν λόγω εφέσεις και αντέφεση συνεκδικάστηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 25-9-2008, οπότε και εκδόθηκε η 2844/2009 απόφασή του, με την οποία α) αυτές έγιναν δεκτές, ως ουσιαστικά βάσιμες, β) εξαφανίστηκε, στο σύνολό της, η εκκαλουμένη για την ενότητα και τη διευκόλυνση της εκτέλεσης και γ) αφού η υπόθεση κρατήθηκε και εκδικάστηκε κατ’ ουσίαν, έγιναν, κατά ένα μέρος, δεκτές όλες οι αγωγές, κύριες και παρεμπίπτουσες, και υποχρεώθηκαν οι κυρίως εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, στους κυρίως ενάγοντες τα αναφερόμενα, για τον καθέναν, χρηματικά ποσά, ενώ, ταυτόχρονα, αναγνωρίστηκε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος-αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει, αναγωγικά, στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα-ασφαλιστική του εταιρεία όποιο ποσό η τελευταία θα πλήρωνε στους κυρίως ενάγοντες των δύο πιο πάνω αγωγών (με αριθμούς κατάθ. .../2005 και .../2005).
Κατόπιν αυτών, η ασφαλιστική εταιρεία εξόφλησε πλήρως τους κυρίως ενάγοντες, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, κατά τα ποσά που τους επιδικάστηκαν, τελεσίδικα πλέον, με την εφετειακή αυτή απόφαση, αφού συνυπολογίστηκαν τα ποσά που τους είχε καταβάλει ως προσωρινώς εκτελεστά με την πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθως, ο πρώτος των κυρίως εναγομένων-παρεμπιπτόντως εναγόμενος άσκησε κατά της εν λόγω απόφασης του Εφετείου την από 3-12-2010 αίτηση αναίρεσης, κατά των εναγόντων (κυρίως εναγόντων και παρεμπίπτουσας ενάγουσας), προβάλλοντας αιτιάσεις για την, τελικά, παραδοχή τόσο των κύριων όσο και των παρεμπιπτουσών, εναντίον του, αγωγών και ειδικά, μεταξύ των άλλων, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι μέθης στο πρόσωπό του κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος (βλ.
ιδίως, 7η και 8 επ. σελίδες του αναιρετηρίου), όπως θετικά γι’ αυτό είχε αποφανθεί το Εφετείο, ζητώντας την αναίρεση της εφετειακής απόφασης "στο σύνολό της και ως προς όλα τα κεφάλαιά της", προκειμένου να γίνει δεκτή η δική του έφεση και να απορριφθούν οι υπόλοιπες εφέσεις, ώστε να απορριφθούν, σε τελευταίο στάδιο, όλες οι εναντίον του αγωγές, κύριες και παρεμπίπτουσες (3η και 18η σελίδες του αναιρετηρίου).
Το Δικαστήριο τούτο, με την 863/2013 απόφασή του, της οποίας τώρα ζητείται η ερμηνεία, αναίρεσε την προσβαλλόμενη 2844/ 2009 εφετειακή απόφαση, κατά παραδοχή του τέταρτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ, λόγου της αναίρεσης, στο σύνολό της (βλ. και ΑΠ 1840/2007), δεδομένου μάλιστα ότι δεν περιόρισε με σχετική διάταξή του την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, και παρέπεμψε την υπόθεση να εκδικαστεί περαιτέρω στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο, φυσικά, από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στη συνέχεια, η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο δικαστήριο αυτό (Τριμελές Εφετείο Αθηνών), το οποίο εξέδωσε την 5405/2015 απόφασή του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω εφέσεις και αντέφεση, καθώς και τον από 16-1-2014 πρόσθετο λόγο έφεσης που άσκησε ο πρώτος των κυρίως εναγομένων με ιδιαίτερο δικόγραφο, τον οποίο απέρριψε κατ’ ουσίαν, α) δέχθηκε τις εφέσεις και την αντέφεση, ως ουσιαστικά βάσιμες, β) εξαφάνισε την εκκαλούμενη 6113/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς όλες τις διατάξεις της για το ενιαίο της αναγκαστικής εκτέλεσης και γ) κράτησε και συνεκδίκασε όλες τις αγωγές, τρεις κύριες και δύο παρεμπίπτουσες, τις οποίες δέχθηκε, κατά ένα μέρος, και υποχρέωσε τους δύο εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, στους κυρίως ενάγοντες τα αναφερόμενα, για τον καθέναν, χρηματικά ποσά, που είναι, όμως, μικρότερα από εκείνα που τους επιδικάστηκαν με την προηγούμενη 2844/2009 εφετειακή απόφαση που αναιρέθηκε, ενώ αναγνώρισε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος-αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική του εταιρεία κάθε ποσό από εκείνο που επιδικάστηκε, σε βάρος της, στους κυρίως ενάγοντες των προαναφερόμενων δύο αγωγών (με αριθμούς κατάθεσης .../2005 και .../2005) και που αυτή θα πληρώσει (ή έχει, βέβαια, πληρώσει) στους τελευταίους.
Μετά από αυτά, η ασφαλιστική εταιρεία άσκησε κατά των κυρίως εναγόντων-αιτούντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, την από 1-7-2016 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι αντίδικοί της αυτοί να της καταβάλουν τα αναγραφόμενα στην εν λόγω αγωγή και στην κρινόμενη αίτηση χρηματικά ποσά, που αποτελούν τη διαφορά μεταξύ των ποσών που τους κατέβαλε, συμμορφούμενη στην τελεσίδικη, πρώτη, 2844/2009 εφετειακή απόφαση (που μετέπειτα αναιρέθηκε), κατά τα προαναφερόμενα, και εκείνων των μικρότερων ποσών που τους επιδικάστηκαν με τη δεύτερη 5405/2015 εφετειακή απόφαση.
Με αφορμή το γεγονός αυτό, οι αιτούντες, οι οποίοι, να σημειωθεί, δεν είχαν προβάλει, κατά τη μετ’ αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, ισχυρισμό για μερική και όχι ολική αναίρεση-εξαφάνιση της υπόψη 2844/2009 εφετειακής απόφασης, άσκησαν την ένδικη αίτηση, ζητώντας, όπως έχει προεκτεθεί, να ερμηνευτεί η 863/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, προκειμένου να διευκρινιστεί ότι με την απόφαση αυτή δεν αναιρέθηκε ολικά η επίμαχη 2844/2009 εφετειακή απόφαση, αλλά μόνο μερικά και, συγκεκριμένα, κατά πιστή αντιγραφή "όσον αφορά τις σχέσεις του αναιρεσείοντος με τους αναιρεσίβλητους και όχι τις σχέσεις ημών με τη δευτέρα των καθ’ ων", με την επίκληση ότι η τελευταία που δεν άσκησε αναίρεση είναι απλή ομόδικος του αναιρεσείοντος και, συνακόλουθα, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που άσκησε ο τελευταίος δεν την ωφελεί, σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ. 1 εδάφ.
β’ ΚΠολΔ. Όμως, όπως έχει προπαρατεθεί, η αναίρεση, άρα και η εξαφάνιση, της παραπάνω εφετειακής απόφασης είναι ολική, σύμφωνα με το διατακτικό (αλλά και το αιτιολογικό) της 863/2013 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου που είναι σαφές, ορισμένο και αναμφίβολο. Κατά συνέπεια, αφού η απόφαση δεν είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή δεν είναι ασαφής, αλλά, αντίθετα, προκύπτει, αναμφίβολα και με σαφήνεια, πώς το Δικαστήριο τούτο πράγματι αποφάνθηκε, χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να είναι επιτρεπτό να ερευνηθεί πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί, δεν τίθεται θέμα ερμηνείας αυτής, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης.
Η πιο πάνω αναίρεση, άλλωστε, στρεφόμενη και κατά της παρεμπιπτόντως ενάγουσας - ασφαλιστικής εταιρείας (πέμπτης αναιρεσίβλητης), αφορούσε, κατά το μέρος που αναφέρεται σε αυτήν, και στις διατάξεις της πληττόμενης 2844/2009 εφετειακής απόφασης επί των κύριων αγωγών, όπου οι καθ’ ων η αίτηση - τότε εναγόμενοι είναι, πράγματι, απλοί ομόδικοι (άρθρ. 74-75 ΚΠολΔ), και όχι μόνο, όπως υπολαμβάνουν οι αιτούντες, σε εκείνες επί των δύο παρεμπιπτουσών αγωγών, καθώς η ευδοκίμησή τους ή όχι εξαρτάτο, κατά νομική αναγκαιότητα, από την παραδοχή ή όχι των κύριων αγωγών.
Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστούν οι αιτούντες που νικήθηκαν στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των καθ’ ων η αίτηση που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, παρά την απόρριψη της αίτησης, πρέπει να επιστραφεί στους αιτούντες το παράβολο που έχουν καταθέσει, επειδή αυτοί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2016, μετά το νόμο 4335/2015, δεν είχαν υποχρέωση να το καταβάλουν, καθόσον δεν προβλέπεται στις διατάξεις αυτές η κατάθεση τέτοιου παραβόλου για την περίπτωση που ασκηθεί αίτηση για διόρθωση και ερμηνεία δικαστικής απόφασης, παρά μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις που ασκηθούν τα ένδικα μέσα της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης με τις μνημονευόμενες εξαιρέσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Οκτωβρίου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-10-2016 αίτηση των Μ. Μ. Ν. κ.λπ. για διόρθωση και ερμηνεία της 863/2013 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.
Καταδικάζει τους αιτούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των καθ’ ων η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακόσιων (1.800) ευρώ για καθέναν των καθ’ ων.
Και
Διατάζει την απόδοση στους αιτούντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ