359/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated359/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, " επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο ". Ο λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Full text
Απόφαση 359 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 359/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "XEROX HELLAS A.E.E. ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Φαρμακίδη - Μάρκου και Μαρίνα Φαρμακίδη - Μάρκου.
Της αναιρεσίβλητης: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALTEC Α.Β.Ε.Ε ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ και τον διακριτικό τίτλο ALTEC ABEE" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12 Μαΐου 2005 αγωγή και 20 Ιουνίου 2007 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και από 27 Οκτωβρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4675/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Μαρτίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 3 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη από 06-03-2013 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4675/2011απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και τους πρόσθετους λόγους αυτών κατά της υπ' αριθ. 309/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που συνεκδίκασε την από 12-5-2005 αγωγή της αναιρεσείουσας "XEROX HELLAS A.E.E." με την αντίθετη από 27-10-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης "ALTEC ΑΒΕΕ" καθώς και την από 20-06-2007 ανταγωγή της εκ των διαδίκων "XEROX HELLAS A.E.E." (αναιρεσείουσας), το οποίο απέρριψε την ανταγωγή και έκανε εν μέρει δεκτές τις αγωγές.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές οι εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι και εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ακολούθως δε απορρίφθηκε η από 12-5-2005 αγωγή της αναιρεσείουσας "XEROX HELLAS A.E.E." στο σύνολό της, έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-10-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης "ALTEC ΑΒΕΕ" και επιδικάσθηκε σ' αυτήν το ποσόν της αιτουμένης αποζημίωσης των 228.936,65 ευρώ, απορριφθείσης αυτής κατά τα λοιπά, ενώ, τέλος, έγινε εν μέρει δεκτή η από 20-06-2007 ανταγωγή της αναιρεσείουσας "XEROX HELLAS A.E.E." και επιδικάσθηκε στην σ' αυτήν το ποσό των 1.788.987,73 ευρώ, συνιστάμενο στο υπόλοιπο ποσό της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής της, πλέον ΦΠΑ., για το εκτελεσθέν απ' αυτήν έργο μέχρι της ενεργούσης εν τοις πράγμασι, ως καταγγελίας, για το μέλλον, υπαναχωρήσεως της αντεναγομένης ("ALTEC ΑΒΕΕ") από τη σύμβαση.
Η αίτηση αναιρέσεως που κατά τη σαφή και ρητή δήλωσή της αναιρεσείουσας αφορά και πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της που δέχθηκε την από 21-10-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης που επιδίκασε το ποσό της αιτούμενης αποζημίωσης των 228.936,65 ευρώ για το χρόνο προ της κατά την 31-5-2005 καταγγελία της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τον μοναδικό λόγο της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, " επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο ". Ο λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 383 ΑΚ, αν ο ένας από τους συμβαλλόμενους βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την παροχή που οφείλει, έχει δικαίωμα ο άλλος να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, ο τελευταίος έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, όχι όμως να απαιτήσει την παροχή, κατά δε το άρθρο 385 ΑΚ δεν απαιτείται να ταχθεί η προθεσμία για την εκπλήρωση της παροχής: 1.
αν από την όλη στάση του προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο και 2. αν ο δανειστής εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως. Κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, από μόνο το γεγονός της υπερημερίας του οφειλέτη ως προς την παροχή που οφείλει, δεν αλλοιώνεται η μεταξύ αυτού και του δανειστή υφιστάμενη σχέση, αλλά αυτός και μετά την υπερημερία του εξακολουθεί να είναι υπόχρεος σε εκπλήρωση της παροχής και περαιτέρω ο δανειστής από μόνη την υπερημερία του οφειλέτη δεν αποκτά χωρίς άλλο δικαίωμα αποζημιώσεως ή υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, παρά μόνο με τους όρους του άρθρου 383 ΑΚ.
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297, 298 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, για το ορισμένο της αγωγής που ασκεί ο εργοδότης προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εξαιτίας της από υπαιτιότητα του εργολάβου καθυστερήσεως προς εκπλήρωση της βαρύνουσας αυτόν παροχής, κατά το χρονικό διάστημα προ της καταγγελίας, πρέπει, να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της αγωγής με σαφήνεια και πληρότητα, το συμφωνηθέν να εκτελεσθεί από τον εργολάβο έργο και ο χρόνος παράδοσης αυτού, η υπερημερία του εργολάβου στην εκτέλεσή του, η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας που τάχθηκε για την εκτέλεσή του ή το άσκοπο να ταχθεί τέτοια προθεσμία, η επελθούσα από την υπερημερία ζημία του εργοδότη και ο αιτιώδης μεταξύ τους σύνδεσμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 27-10-2006 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ALTEC A.B.E.E. ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", όπως από την επισκόπηση και κατ' εκτίμηση του δικογράφου της προκύπτει, ισχυρίζεται, ότι στις 10-12-2002 συνήψε με την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ) σύμβαση έργου, με βάση την οποία ανέλαβε την εκτέλεση της ηλεκτρονικής ψηφιοποίησης της τεχνικής βιβλιογραφίας του αεροσκάφους MIRAGE 2000 κατά το πρότυπο AECMA 1000D, το έργο δε αυτό περιελάμβανε τέσσερις διαδοχικές φάσεις, από τις οποίες θα εκτελούσε τις δύο πρώτες και την τέταρτη.
Ότι περαιτέρω, στις 30-12-2002 συνήψε με την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) εταιρία με την επωνυμία "XEROX HELLAS A.E.E." σύμβαση υπεργολαβίας, δυνάμει της οποίας ανέθεσε σ' αυτήν την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, η πρώτη φάση του οποίου περιλάμβανε την υλοποίηση και παράδοση λογισμικού προγράμματος προς επίδειξη (demo), η δεύτερη φάση τη δημιουργία ψηφιακών αντιγράφων της έντυπης βιβλιογραφίας και η τέταρτη φάση την τελική επεξεργασία και παράδοση του προϊόντος.
Ότι, σύμφωνα με τη σύμβαση η εναγομένη όφειλε να περαιώσει την πρώτη φάση του έργου εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξή του, ήτοι στις 30-12-2002, τη δεύτερη φάση εντός ένδεκα μηνών και την τέταρτη φάση εντός δεκατεσσάρων μηνών από την έναρξή του. Ότι το έργο θα εκτελείτο σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές, που ορίζονταν μεταξύ της ενάγουσας και της ΕΑΒ σύμβασης, που περιλαμβάνονταν αυτούσια στην από 30-12-2002 σύμβαση ως παράρτημα και αναπόσπαστο μέρος της.
Ότι η συνολική αμοιβή της εναγομένης συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.664.500 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, από τα οποία, ποσό 148.410,40 ευρώ δόθηκε στην εναγομένη ως προκαταβολή κατά την υπογραφή της σύμβασης, το δε υπόλοιπο ποσό θα καταβαλλόταν τμηματικά σε αντιστοιχία με το χρόνο περαίωσης των πιο πάνω φάσεων και με τις αντίστοιχες καταβολές, που θα λάμβανε η ενάγουσα από την ΕΑΒ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή.
Ότι επιπλέον συμφωνήθηκε η καταβολή στην εναγομένη 13 ισόποσων δόσεων, ποσού 13.876,62 ευρώ η κάθε μία, ως αμοιβή της για τη συντήρηση και την τεχνική υποστήριξη του απαιτούμενου εξοπλισμού και λογισμικού, αρχής γενομένης ένα μήνα μετά την παράδοσή τους, από τις παραπάνω δε δόσεις καταβλήθηκαν οι έξι πρώτες, δηλαδή ποσό 83.259,72 ευρώ.
Ότι η εναγομένη κατέστη υπερήμερη για όλες τις ανωτέρω φάσεις του έργου, ομολογώντας την πλήρη αδυναμία της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, εφόσον: α) το προϊόν της πρώτης φάσης, το οποίο παραδόθηκε με καθυστέρηση δύο μηνών από τον συμβατικό χρόνο παράδοσης, κρίθηκε από την κυρία του έργου ΕΑΒ ακατάλληλο και μη σύμφωνο με τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές, δηλαδή δεν υλοποιήθηκε σύμφωνα με το πρότυπο "AECMA", και έτσι δεν έγινε αποδεκτό, β) το προϊόν της δεύτερης φάσης παραδόθηκε μόνο μερικώς στις 30-11-2003, δηλαδή με καθυστέρηση ενάμιση έτους από το συμβατικό χρόνο παράδοσης, κρίθηκε όμως από την ΕΑΒ ακατάλληλο και μη σύμφωνο με τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές και προς τούτο δεν έγινε αποδεκτό και γ) το προϊόν της τέταρτης φάσης, δηλαδή το έργο στην τελική του μορφή, ουδέποτε παραδόθηκε στην ενάγουσα, αφού για τη φάση αυτή προϋπόθεση ήταν η ολοκλήρωση των προηγούμενων φάσεων.
Ότι η εναγομένη, παρόλη την ανωτέρω υπαίτια συμπεριφορά της, θεωρώντας ότι τηρεί τις συμβατικές της υποχρεώσεις, άσκησε εξώδικη δήλωση καθώς και αγωγή εναντίον της ζητώντας το μεγαλύτερο μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής. Από την επίδοση δε της πιο πάνω εξώδικης δήλωσης και την άσκηση της αγωγής προκύπτει ότι αυτή παραιτήθηκε από οποιαδήποτε προσπάθεια να ολοκληρώσει το έργο ομολογώντας την πλήρη αδυναμία της για την εκτέλεση του έργου σύμφωνα με τις προδιαγραφές που είχαν συνομολογηθεί στη σύμβαση.
Ότι, κατόπιν τούτου, λόγω της υπαίτιας υπερημερίας της εναγομένης κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση στις 31-5-2005 και κήρυξε έκπτωτη την εναγομένη σύμφωνα με τους προβλεπόμενους στα άρθρα 5 και 8 όρους αυτής, οι οποίοι αναφέρονται στην υπαίτια καθυστέρηση και την παράβαση των υποχρεώσεων του υπεργολάβου στην εκτέλεση του έργου και επιφυλάχθηκε του δικαιώματος αποζημίωσής της, καθώς και την αναζήτηση των ήδη καταβληθέντων και των ποινικών ρητρών που αναφέρονται στην παραπάνω σύμβαση.
Ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 της από 30-12-2002 συνομολογηθείσας μετά της εναγομένης σύμβασης ο υπεργολάβος (η εναγομένη) υποχρεούται, σε περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησης εκτέλεσης των συμφωνηθεισών εργασιών πέραν των προβλεπομένων χρονικών ορίων, στην καταβολή ποινικής ρήτρας ανερχομένης στο 3% επί της αξίας της εκπρόθεσμης εργασίας ανά εβδομάδα καθυστέρησης.
Επίσης, στο ίδιο άρθρο της εν λόγω σύμβασης προβλέπεται ότι σε περίπτωση συστηματικής υπαίτιας καθυστέρησης εκ μέρους του υπεργολάβου εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την σύμβαση, ο εργολάβος (η ενάγουσα) δύναται να καταγγείλει (διακόψει μονομερώς) τη σύμβαση και ν' απαιτήσει αποζημίωση για κάθε θετική και αποθετική ζημία του, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα του υπεργολάβου.
Επιπροσθέτως, στο άρθρο 8 της πιο πάνω σύμβασης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι, εάν κατά τη διάρκεια αυτής ο εργολάβος διαπιστώσει είτε εν γένει παράβαση των υποχρεώσεων του υπεργολάβου είτε εκτέλεση του έργου με τρόπο που μετά βεβαιότητος θα οδηγήσει σε ελαττωματική εκτέλεση αυτού, δικαιούται να τάξει σ' αυτόν σύντομη προθεσμία συμμορφώσεώς του με τους όρους της σύμβασης, με την άπρακτη πάροδο δε αυτής, να καταγγείλει άμεσα τη σύμβαση, επιφυλασσόμενος για αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημίας του λόγω της πρόωρης λύσης της σύμβασης.
Περαιτέρω, στο ίδιο άρθρο αναφέρεται ότι σε περίπτωση ελαττωμάτων του έργου, λόγω υπαιτιότητας του υπεργολάβου, ο εργολάβος δικαιούται αποζημιώσεως για μη εκτέλεση της σύμβασης. Προβλέπεται, ακόμη, στο ίδιο άρθρο 8 ότι, σε κάθε περίπτωση ο εργολάβος δικαιούται αποζημίωση από τον υπεργολάβο για την αποκατάσταση κάθε ζημίας, η οποία θα οφείλεται σε υπαίτια παράβαση των υποχρεώσεων αυτού από την παρούσα.
Ότι η εναγομένη με την πιο πάνω εκτεθείσα συμπεριφορά της κατέστη αρχικώς υπερήμερη στην εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών της και τελικώς επέδειξε αδυναμία παροχής αυτών και μάλιστα για τις φάσεις Α' και Δ' του έργου που ανέλαβε και για το μέρος της Β' φάσης, για το υπόλοιπο δε μέρος της φάσης αυτής κατέστη υπερήμερη, καθότι καθυστέρησε υπέρμετρα, ενάμιση περίπου έτος, να το παραδώσει.
Το μέρος μάλιστα της φάσης αυτής που παρέδωσε δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του έργου, με αποτέλεσμα να μη γίνει αποδεκτό από την ΕΑΒ. Ότι εξαιτίας της πιο πάνω υπερημερίας της εναγομένης και την εν συνεχεία αδυναμία της να εκτελέσει το έργο, και ιδίως την πρώτη φάση αυτού, προϋπόθεση της οποίας ήταν η εκτέλεση της τέταρτης φάσης, υποχρεώθηκε να αναθέσει σε τρίτους υπεργολάβους την ολοκλήρωση του έργου που είχε αναλάβει να εκτελέσει η εναγομένη, καταβάλλοντας προς τούτο το συνολικό ποσό των 1.893.438,65, όπως ειδικότερα με πλήρη ανάλυση τα επί μέρους ποσά αναφέρονται στην αγωγή, με συνέπεια να ζημιωθεί κατά το ποσό των 228.938,65 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά ανάμεσα στο ποσό αυτό (1.893.438,65 ευρώ), που υποχρεώθηκε να καταβάλει στους ανωτέρω τρίτους για την εκτέλεση του έργου και στο ποσό των 1.664.500 ευρώ, που αντιστοιχεί στην συμφωνηθείσα αμοιβή της εναγομένης (1.893.438,65 μείον 1.664.500=228.938,65) την οποία θα της κατέβαλε αν αυτή εκτελούσε προσηκόντως το έργο.
Ότι πέραν της ως άνω ζημίας της η εναγομένη της οφείλει την καταπεσούσα λόγω της υπερημερίας της ποινική ρήτρα που είχε συνομολογηθεί με την ένδικη σύμβαση και ανέρχεται συνολικά, κατά την ειδικότερη ανάλυση που γίνεται στην αγωγή, στο ποσό των 3.392.661,08 ευρώ, καθώς επίσης και την αποθετική ζημία που υπέστη, ανερχομένη στο ποσό των 1.705.943 ευρώ, το οποίο συνίσταται στην αμοιβή που θα ελάμβανε από την ΕΑΒ, από την εκτέλεση αντίστοιχου προς το επίδικο έργο που θα της ανέθετε με βεβαιότητα, αν δεν μεσολαβούσε η ως άνω υπαίτια συμπεριφοράς της εναγομένης και τέλος για χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 200.000 ευρώ, λόγω της αδικοπραξίας της αναγομένης.
Ζητεί δε κατόπιν αυτών, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει νομιμοτόκως, για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 5.759.213,53 ευρώ. Με τον μοναδικό λόγο της ερευνόμενης από 06-03-2013 αιτήσεως αναιρέσεως (αριθ. πιν 55) της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας "XEROX HELLAS A.E.E.", από τον κατ'ορθή εκτίμηση αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι τον αριθ.9 που αλυσιτελώς αναφέρεται στο αναιρετήριο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την άνω αγωγή και μόνο ως προς το αίτημά της με το οποίο επιδιώκεται ως αποζημίωση για θετική ζημία αυτής το ποσό των 228.938,65 ευρώ, καθόσον δεν περιγράφονται και δεν εξειδικεύονται στην αγωγή οι τεχνικές προδιαγραφές του έργου, οι βασικές προδιαγραφές ανάπτυξης, το περιεχόμενο και ο χαρακτήρας του προτύπου AECMA, οι αποκλίσεις από αυτές του παραδοθέντος έργου, οι προσπάθειες της ομάδας έργου και οι αδυναμίες αυτής, ο αριθμός των παραδοτέων και παραδοθέντων ψηφιακών-ψηφοποιημένων αντιγράφων και σε τι συνίστατο η κακή ποιότητα αυτών, η μη λειτουργικότητα του προϊόντος, ο ορισμός της προθεσμίας διορθώσεως, ο τρόπος επικοινωνίας των διαδίκων, οι παρατηρήσεις της ΕΑΒ και οι διορθώσεις που υπέδειξε στην ενάγουσα.
Όμως, με βάση το παραπάνω περιεχόμενό της, η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη για την στήριξη του άνω αιτήματός της προς αποζημίωση, αφού σ' αυτήν περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα το ανατεθέν στην εναγομένη έργο και το αντικείμενο κάθε φάσης αυτού, η συμφωνηθείσα συνολική αμοιβή της για την εκτέλεση του όλου έργου, η υπερημερία της εναγομένης στην εκτέλεσή του βάσει των συμφωνηθεισών προδιαγραφών όπως αυτές αναφέρονται στη σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της κυρίας του έργου ΕΑΒ, η καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως και το άσκοπο να ταχθεί στην εναγομένη εύλογη προθεσμία εκπληρώσεως της παροχής, (ενόψει του αγωγικού ισχυρισμού ότι η εναγομένη "έπαυσε να ασχολείται με το έργο επιδίδοντας μάλιστα στην ενάγουσα εξώδικη δήλωση και ασκώντας σχετική αγωγή"), καθώς και λεπτομερής περιγραφή της προκληθείσας ζημίας της ενάγουσας από την επί πλέον δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε για την εκτέλεση του έργου βάσει των συμφωνηθεισών προδιαγραφών, έναντι του οποίου είχε συμφωνηθεί η προαναφερόμενη αμοιβή της εναγομένης, ενώ δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα της αγωγής, τα όσα ανωτέρω αναφέρει η αναιρεσείουσα, καθόσον αυτά δεν ανάγονται στο νόμω βάσιμο, αλλά στο κατ` ουσίαν βάσιμο της αγωγής και θα προκύψουν από τις αποδείξεις.
Το Εφετείο, επομένως, που έκρινε την αγωγή ορισμένη, κατά το ερευνόμενο μέρος αυτής, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, και συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η από 06-03-2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "XEROX HELLAS A.E.E. ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 4675/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-03-2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "XEROX HELLAS A.E.E. ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ".
Καταδικάζει την άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την άνω αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ