Legislator Case Law & Legislation
359/2012 AI generated

359/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 359/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 359 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 359/2012

Legislator headnote

AI generated

359/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 359 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 359/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 359 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 359/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κώστα Μικρό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "BANK SADERAT IRAN", με Υποκατάστημα στην Ελλάδα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγγελάκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιουλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4355/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ.ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. το δικόγραφο της αγωγής, αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής, πρέπει να περιέχει, με ποινή απαραδέκτου, εξεταζομένου αυτεπαγγέλτως, πλην άλλων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, συντελούμενη με την έκθεση των παραγωγικών του αγωγικού δικαιώματος πραγματικών γεγονότων, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται εκ τούτου ως απαράδεκτη, της αοριστίας μη δυναμένης να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή από άλλο έγγραφο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο. Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται την πιθανότητα προκλήσεως της ίδιας ζημίας, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Στην περίπτωση δε της από κοινού τελούμενης απάτης, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 45 Π.Κ., αντικειμενικά μεν απαιτείται σύμπραξη στην εκτέλεση της πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της πράξεως της απάτης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Δεν απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη, με αριθμό εκθέσεως δικογράφου 106234/6758/15-07-2003 αγωγή, όπως το αίτημα αυτής περιορίσθηκε με σχετική δήλωση της αναιρεσίβλητης που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που παραδεκτώς επισκοπούνται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία, ιστορεί τα εξής: Ότι ο πρώτος εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), θυγατέρες του οποίου είναι οι δεύτερη και τρίτη των εναγομένων (δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη), απασχολήθηκε σ' αυτήν ως υπάλληλος κατά το χρονικό διάστημα από 2-7-1984 έως 30-7-2002, οπότε και απολύθηκε λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης της προς αυτόν. Ότι ο άνω εναγόμενος, κατά το χρόνο απασχόλησής του σ' αυτήν (αναιρεσίβλητη) και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2001 έως και τον Ιανουάριο του 2002, από κοινού και με κοινή απόφαση με τον P. H. T. B. (Φ. Χ. Τ. Μ.) και την R. σύζυγο P. H. T. B. (Ρ. σύζυγο Φ. Χ. Τ. Μ.), με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν κατ' εξακολούθηση τέλεση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο όφελος ο ίδιος και οι από κοινού ενεργούντες μ' αυτόν, έβλαψαν την περιουσία της (ενάγουσας), πείθοντας αυτήν σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και με αθέμιτη παρασιώπηση αληθών γεγονότων. Ειδικότερα, κατά τις προσδιοριζόμενες ημερομηνίες του μηνός Δεκεμβρίου 2001, με τον ως άνω σκοπό, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς, ενώ γνώριζε την αλήθεια, ότι ο προαναφερόμενος P. H. T. B. ήταν φερέγγυος και ότι οι προσδιοριζόμενες στην αγωγή δύο τραπεζικές επιταγές, ποσών 815.266 και 279.128 δολαρίων ΗΠΑ, που ήταν πληρωτέες σε διαταγή του εν λόγω αλλοδαπού, είχαν ως αιτία έκδοσης τη ρευστοποίηση κληρονιμιαίας περιουσίας του τελευταίου. Ακόμη ο εναγόμενος, απέκρυψε αθέμιτα απ' αυτήν (ενάγουσα) το γεγονός ότι δεν υπήρχε νόμιμη αιτία εκδόσεως των αναφερόμενων επιταγών και ότι αυτές ήταν στην πραγματικότητα πλαστές. Ακολούθως δε εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις του ως τραπεζικός υπάλληλος και την θέση του στην Τράπεζα, από κοινού με τα ανωτέρω πρόσωπα, με τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις, όπως ειδικότερα οι τελευταίες και η συμμετοχή εκάστου προσώπου περιγράφονται στην αγωγή, έπεισε τους υπεύθυνους υπαλλήλους της τράπεζας να πιστώσουν τον λογαριασμό του πρώτου των προαναφερόμενων προσώπων με τα ως άνω αναγραφόμενα στις επιταγές αυτές ποσά, από τα οποία οι πιο πάνω αλλοδαποί κατόρθωσαν τελικά να εισπράξουν διαδοχικά από 7-12-2001 έως 18-12-2001 το ποσό των 175.251 δολαρίων ΗΠΑ, με συνέπεια να ζημιωθεί αυτή (ενάγουσα), εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου κατά το αντίστοιχο ποσό, που κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας αντιστοιχούσε στο ποσό των 195.282,41 ευρώ, όπως τα επί μέρους ποσά των αναλήψεων εξειδικεύονται στην αγωγή. Περαιτέρω δε, μέρος από τα αναληφθέντα χρηματικά ποσά περιήλθε σε τραπεζικούς λογαριασμούς του πρώτου εναγομένου και των θυγατέρων του, ειδικότερα δε στις τελευταίες παρέδωσε η προαναφερόμενη Ρ. Μ., το χρηματικό ποσόν των 1000 λιρών Αγγλίας, ήτοι 1643,38 ευρώ και 2000 λιρών Αγγλίας, ήτοι 3.286,77 ευρώ, καταθέτοντας τα ποσά αυτά την 31-12-2001 στους αναφερόμενους στην αγωγή λογαριασμούς τους, με αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας. Τέλος, ισχυρίζεται, ότι από την πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου προσβλήθηκε η εμπορική φήμη και το κύρος της, με αποτέλεσμα να υποστεί ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί, με την αγωγή της η αναιρεσίβλητη, εκτός των άλλων (που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω), να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων) οφείλει να της καταβάλει νομιμοτόκως: α) το ισόποσο των 175.521 δολαρίων ΗΠΑ, σε ευρώ κατά την ημερομηνία επέλευσης κάθε επιμέρους ζημίας, δηλαδή το συνολικό ποσό των 195.282,41 ευρώ, λόγω της κατά τα άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του και β) το ποσό των 300.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημά της περιέχει όλα τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, που θεμελιώνουν τη νομική και ιστορική βάση της (από αδικοπραξία) στις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914, 926, 932 και 246 ΑΚ, 386, 27 και 45 ΠΚ. Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα προσδιορίζονται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος, για το ορισμένο της αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία και συγκεκριμένα, την υπαιτιότητα και τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτής προς την επελθούσα ζημία της ενάγουσας, ενόψει της απάτης που μετήλθε εις βάρος της ο εναγόμενος, από κοινού με άλλους τρίτους συνεργάτες του, τους οποίους κατονομάζει και αναφέρεται στην από κοινού δράση τους, επί πλέον δε τα εκτιθέμενα σ' αυτήν (αγωγή) στοιχεία, ως και τα γεγονότα που ο εναγόμενος γνώριζε ότι ήσαν ψευδή και παρά ταύτα παρέστησε ως αληθή στην ενάγουσα ή απεσιώπησε από την τελευταία με σκοπό την εξαπάτησή της προς πορισμό οφέλους του ίδιου και τρίτων συνεργών του, τον οποίο και πέτυχε, ήταν επαρκή για την στήριξη του αιτήματός της προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς την βάση αυτής από αδικοπραξία, δεν απέφυγε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου αυτής και συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η αντίστοιχη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 β ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς του με τον οποίο ο αναιρεσείων επανέφερε τον προταθέντα και πρωτοδίκως ισχυρισμό του περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, συνισταμένη στα όσα και στο αναιρετήριο αναφέρει, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να ερευνήσει απαράδεκτο και νομικά αβάσιμο ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006), αλλά και όταν απορρίπτει αυτόν ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, όπως, συμβαίνει εν προκειμένω, που ο ισχυρισμός αυτός (αοριστία της αγωγής), αφενός μεν είναι αβάσιμος, κατά τα προεκτεθέντα, αφετέρου δε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (8ο φύλλο και στις δύο όψεις), ο σχετικός λόγος της έφεσης, λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίφθηκε ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η ένσταση ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα. Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ 27/1988). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1933/2006). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 481, 482 εδ. α', 483 εδ. α' και 926 εδ. α' ΑΚ προκύπτει ότι, ο εις ολόκληρον υπόχρεος σε αποζημίωση, ο οποίος έχει εναχθεί από το δικαιούχο της αποζημίωσης, πρέπει για τη νομική θεμελίωση της ενστάσεως του άρθρου 483 εδ. α' ΑΚ, να επικαλεσθεί τα στοιχεία εκείνα που τον καθιστούν εις ολόκληρο υπόχρεο με τον τρίτο καταβάλλοντα την αποζημίωση, για την καταψήφιση της οποίας έχει εναχθεί, και ότι η αποζημίωση καταβάλλεται προς απόσβεση της υποχρέωσής του από την αιτία που προκλήθηκε αυτή. Ως καταβολή νοείται, κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, η πραγματική καταβολή για την απόσβεση της, από τον οφειλέτη υποχρέωσής του, και επομένως δεν συνιστά πραγματική καταβολή η λήψη απλώς ασφαλιστικού μέτρου προς εξασφάλιση του δανειστή.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στον τρίτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος ισχυρισμό, περί απαλλαγής του τελευταίου, κατ' άρθρο 483 εδ. α' ΑΚ, από την ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), σύμφωνα με τον οποίο, ενόψει της κατάστασης που δημιουργήθηκε, μετά από δικές του υποδείξεις, εκδόθηκε από τις δικαστικές αρχές του Λονδίνου δικαστική απόφαση με την οποία κατασχέθηκε συντηρητικά από την ενάγουσα Τράπεζα Σαντεράτ Ιράν οικία της συζύγου του P. B., R. B., η οποία βρίσκεται στο Λονδίνο στη διεύθυνση ..., London SW15 RS (ιδιοκτήτη), για ποσό 122.469 λιρών στερλινών, ισόποσο των 175.251 δολαρίων ΗΠΑ, που συνιστά τη ζημία της ενάγουσας. Υπό τα εκτιθέμενα, όμως, ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν θεμελιώνεται η ένσταση του άρθρου 483 εδ. α' ΑΚ, αφού η επικαλούμενη συντηρητική κατάσχεση της οικίας της συζύγου του ανωτέρω αλλοδαπού, για ποσό ίσο προς την ένδικη απαίτηση, δεν συνιστά καταβολή υπό την προεκτεθείσα έννοια, και συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Επομένως, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, δεν υπέπεσε στην από την παραπάνω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια, αφού ο τελευταίος δεν ήταν νόμιμος και ως εκ τούτου, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 08-11-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4355/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ