Legislator Case Law & Legislation
359/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific legal grounds regarding substantive law violation.

Case Number 359/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a death caused by tank cleaning. The appellant argued the lower court violated substantive law by failing to recognize a specific legal claim, but the court found the appeal vague. The court ruled that the appeal lacked the required specificity regarding the violated legal rule, the alleged error, and the accepted facts. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible for being legally indefinite.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(14), 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal for violation of substantive law is inadmissible if it fails to specify the exact rule violated, the alleged judicial error, and the facts accepted by the court of first instance.

Keywords

AI generated
legal indefiniteness substantive law violation appeal admissibility specific grounds required judicial error standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 18/1998
Supreme Court Case 32/1996
Supreme Court Case 580/1998
Supreme Court Case 403/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 359 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αδικοπραξία (914, 922 ΑΚ). Είσοδος σε υπόγεια δεξαμενή υγρών καυσίμων για τον καθαρισμό της και θάνατος από ασφυξία του προσώπου. Ευθύνη του κυρίου της δεξαμενής και των κατασκευαστών της από αμέλεια, γιατί επέλεξαν ολιγοδάπανη επισκευή αντί επιβαλλόμενης αντικαταστάσεως δεξαμενής. Επαρκής αιτιολογία Εφετείου.

Αριθμός 359/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ζαρναβέλη.

Των αναιρεσιβλήτων:1.Μ. χας Π. Φ., ατομικώς και ως ασκούσης την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της 2α) Δ. Φ. του Π. και ήδη ενηλίκου που συνεχίζει την δίκη ατομικώς και 2β) Π. Φ. του Π. των δύο τούτων και ως κληρονόμων του θανόντος αρχικού ενάγοντος παππού τους Δ. Π. Φ. 3)Χ. χας Δ. Φ. το γένος Π. Σ., ατομικώς και ως κληρονόμου του θανόντος συζύγου της και αρχικού ενάγοντος Δ. Φ. του Π. 4) Κ. Α. του Ι. 5)Α. συζ. Κ. Α. το γένος Ν. Σ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12 Ιουνίου 1998 και 1 Ιουλίου 1998 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και αναιρεσείοντος αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 806/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 201/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Μαΐου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 17 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως..

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.

Α.Π. 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.

Α.Π. 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα μ ε τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., όπως επίσης πρέπει, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος (Α.Π. 554/1995,1316/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε ως αόριστες τις αγωγές αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων και χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης τους, αφού τον ισχυρισμό περί αοριστίας των αγωγών είχε προβάλλει ο αναιρεσείων "στον πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας".

Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 31-1-2007 εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 806/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών προκύπτει, ότι δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός για αοριστία των αγωγών των αναιρεσιβλήτων, αλλά όλοι οι λόγοι εφέσεως εξαντλούνται στην εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτίμηση από το Εφετείο του αποδεικτικού υλικού.

Επομένως, εφόσον δεν έχει προταθεί στο Εφετείο ο περί αοριστίας των αγωγών των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ο προβαλλόμενος, από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 7/2006). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ. Α.Π. 661/1984). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του Α.Κ. συνάγεται, ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ειδικότερα, όταν ο δράστης δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει πριν και μετά τη δημιουργία της επικίνδυνης καταστάσεως κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης, της επιστήμης και της κοινής πείρας, μέτρο, έστω και μη προβλεπόμενο από ειδική διάταξη νόμου, προς προστασία των τρίτων από την πρόκληση σε αυτούς οποιασδήποτε ζημίας.

Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε του δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε της αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη της προσοχής, την οποία θα όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος υπό τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις.

Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί, με την κανονική και συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά μήνα Αύγουστο του έτους 1996 ο πρώτος των εναγομένων αμφοτέρων των αγωγών (ήδη αναιρεσείων) Π. Γ. συνήψε σύμβαση με τον τρίτο των εναγομένων των αγωγών αυτών Κ.

Δ., που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος (διευθύνων σύμβουλος) της δεύτερης των εναγομένων των αγωγών αυτών ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Χ. Δ. ΑΕ" με αντικείμενο εργασιών την κατασκευή βαρέων μεταλλικών κατασκευών παντός τύπου, βάσει της οποίας (συμβάσεως) ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε στη δεύτερη εναγομένη την κατασκευή, εγκατάσταση, επίβλεψη και συντήρηση τεσσάρων (4) υπόγειων κυλινδρικών δεξαμενών (2 για βενζίνη και 2 για πετρέλαιο) στο πρατήριο διαθέσεως υγρών καυσίμων της εταιρίας ΕΛΔΑ, που διατηρεί ο πρώτος εναγόμενος επί της οδού ...

της πόλεως των Πατρών. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε οι παραπάνω δεξαμενές υγρών καυσίμων να έχουν η καθεμία μήκος 4,45 μ. και διάμετρο 1,75 μ., με φρεάτιο διαστάσεων 1,40 μ Χ 0,65 μ Χ 0,65 μ και διάμετρο θυρίδας εισόδου στη δεξαμενή 0,50 μ., και να τοποθετηθούν όλες με κάλυψη σκυροδέματος. Με την ίδια σύμβαση η δεύτερη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση της εγγυήσεως της' καλής λειτουργίας και της συντηρήσεως των εν λόγω δεξαμενών.

Σε εκτέλεση της άνω συμβάσεως, η δεύτερη εναγομένη ΑΕ, ενεργώντας μέσω του νόμιμου εκπροσώπου της τρίτου εναγομένου, που ήταν τεχνίτης σιδηρουργός, χρησιμοποιώντας και τον υιό του τελευταίου, επίσης τεχνίτη - σιδηρουργό ως υπάλληλο της, προέβη πράγματι στην κατασκευή και υπόγεια τοποθέτηση των παραπάνω δεξαμενών στο πρατήριο του πρώτου εναγομένου.

Αμέσως μετά την έναρξη της λειτουργίας του άνω πρατηρίου κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 1996, ο πρώτος εναγόμενος διαπίστωσε ότι η τρίτη κατά σειρά δεξαμενή παρουσίαζε διαρροή αμόλυβδης βενζίνης με ρυθμό 100 λίτρων ημερησίως περίπου, η οποία συνεχίστηκε για ικανό χρονικό διάστημα, αυξήθηκε στα 1200 λίτρα περίπου και εμπότισε το χωμάτινο όγκο του εδάφους γύρω από τα τοιχώματα της δεξαμενής.

Ενόψει της καταστάσεως αυτής, ο πρώτος εναγόμενος ενημέρωσε σχετικά τον τρίτο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, προκειμένου αυτός να προβεί στο σχετικό έλεγχο και εντοπίσει το σημείο διαρροής. Προς αντιμετώπιση μάλιστα του προβλήματος, που είχε ανακύψει, πραγματοποιήθηκε στις 13-11-1996 σύσκεψη στο πρατήριο του πρώτου εναγομένου, στην οποία συμμετείχαν ο πρώτος εναγόμενος, ο τρίτος εναγόμενος και υπάλληλοι της πωλήτριας των καυσίμων εταιρίας "ΕΛΔΑ Εμπορία".

Κατά τη σύσκεψη αυτή οι υπάλληλοι της εταιρίας καυσίμων (ΕΛΔΑ) Ι. Κ. και Α. Α., γνωρίζοντας τους κινδύνους που συνεπαγόταν η επιτόπια επισκευή της δεξαμενής, ενημέρωσαν τον πρώτο και τον τρίτο εναγόμενο ότι δεν ήταν δυνατή η κάθοδος τρίτου εντός της υπόγειας δεξαμενής προς επισκευή της, καθόσον ανέκυπταν σοβαροί κίνδυνοι ασφυξίας και δηλητηριάσεως από τις αναθυμιάσεις μέσω της αναπνοής αλλά και από τους πόρους του δέρματος.

Συνέστησαν δε την αφαίρεση (ξήλωμα) της τρύπιας και αδοκίμαστης (όπως παραδέχθηκε ο τρίτος εναγόμενος) δεξαμενής και την αντικατάστασή της με καινούργια. Παρά τις άνω επισημάνσεις, ο τρίτος εναγόμενος υποστήριξε ότι ήταν δυνατή η επιτόπια επισκευή της δεξαμενής και, ενεργώντας ατομικά αλλά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης ΑΕ, ανέλαβε να προβεί στην απλή και επί τόπου επισκευή της δεξαμενής.

Με την άποψή του μάλιστα αυτή συμφώνησε και ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος αρκέστηκε στην απλή και επί τόπου επισκευή, αποφεύγοντας την αντικατάστασή της δεξαμενής με νέα. Έτσι λοιπόν οι πρώτος και τρίτος εναγόμενοι, ο τελευταίος ενεργώντας ατομικά αλλά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, για να μην επιβαρυνθούν με τη σχετική πρόσθετη δαπάνη, επέλεξαν εντελώς επιπόλαια και απερίσκεπτα να προβούν στην απλή και επιτόπια επισκευή της δεξαμενής, αντί για την αποξήλωση και την αντικατάστασή της με νέα, όπως θα έπρατε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος πρατηριούχος και τεχνίτης σιδηρουργός αντίστοιχα.

Ήδη με την απόφαση τους αυτή οι πρώτος και τρίτος των εναγομένων δημιούργησαν μία επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία ήταν δυνατόν να προξενηθούν ζημίες σε τρίτους και ειδικά σε όποιον θα αναλάμβανε την άνω επισκευή, εισερχόμενος στην παραπάνω πλήρη αναθυμιάσεων από τη διαρροή των καυσίμων δεξαμενή.

Στη συνέχεια, ο τρίτος εναγόμενος, ενεργώντας ατομικά αλλά και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης ΑΕ και εντός των ορίων της οργανικής εξουσίας του να την εκπροσωπεί, ανέθεσε με σύμβαση έργου στον Π. Φ. του Δ. την είσοδο στην παραπάνω δεξαμενή και την επισκευή της, αντί αμοιβής 30.000 δραχμών, αν και εγνώριζε ότι ο τελευταίος, ως πυροσβέστης και δη ως απλός οδηγός οχήματος πυρόσβεσης δεν είχε οποιαδήποτε πείρα σχετική με το έργο αυτό (έλεγχο και επισκευή της δεξαμενής υγρών καυσίμων).

Ο τρίτος εναγόμενος παρέλειψε να λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την ασφάλεια και την προστασία της ζωής και υγείας του Π. Φ..

Ειδικότερα ο τρίτος εναγόμενος, πριν από την είσοδο του Π. Φ., εντελώς απερίσκεπτα, αρκέστηκε σε απλές πλύσεις της δεξαμενής με νερό και δεν μερίμνησε να προβεί σε έντονο αερισμό και ειδική πλύση της δεξαμενής με ειδικά απορρυπαντικά και στη συνέχεια σε μέτρηση με εκρηγνυόμετρο και οξυγονόμετρο, ώστε να είναι βέβαιος για την ύπαρξη ή μη δηλητηριωδών τοξικών αερίων και αναθυμιάσεων, ούτε φρόντισε να εφοδιάσει τον Π.

Φ. με αντιασφυκτικό (αναπνευστικό) προσωπείο και κυρίως με ειδική στολή, πιστοποιούμενου τύπου, για την εισχώρηση τυχόν αναθυμιάσεων από το δέρμα, όπως θα έπρατε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος εργοδότης μίας τέτοιας σύμβασης έργου. Τέλος, παρέλειψε να ενημερώσει και να διαφωτίσει τον εντελώς άπειρο σε τέτοιες εργασίες Π.

Φ. για τη μεγάλη διαρροή των 1200 λίτρων περίπου αμόλυβδης βενζίνης στον πέριξ της δεξαμενής υπόγειο χώρο και για τους κινδύνους που ήσαν συνυφασμένοι με το παραπάνω έργο που του ανέθεσε και συγκεκριμένα με την είσοδο του στη δεξαμενή, γεγονότα που γνώριζε τόσο λόγω της προαναφερόμενης συνάντησής του με τους ειδικούς της εταιρίας ΕΛΔΑ όσο και λόγω του επαγγέλματός του (κατασκευαστής δεξαμενών).

Οι ανωτέρω προστατευτικές για τον Π. Φ. ενέργειες επιβάλλονταν στον τρίτο εναγόμενο τόσο από την εκ του άρθρου 288 ΑΚ υποχρέωση προστασίας του αντισυμβαλλομένου του στη μεταξύ τους σύμβαση έργου, όσο και από την εκ της καλής πίστεως, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, γενική υποχρέωση πρόνοιας των τρίτων και των έννομων αγαθών τους, την οποία δημιουργούσε η προηγούμενη επικίνδυνη για τους τρίτους επιλογή και αυτού (τρίτου εναγομένου) να προβεί σε απλή και επί τόπου επισκευή της δεξαμενής, αντί να την αντικαταστήσει με καινούργια.

Τόσο ο πρώτος εναγόμενος όσο και ο τρίτος εναγόμενος δεν κατέβαλαν κατά τη συμπεριφορά τους αυτή την προσοχή και περίσκεψη που όφειλαν, δηλαδή αυτήν που, υπό τις συγκεκριμένες ως άνω περιστάσεις, μπορούσε να επιδείξει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος ιδιοκτήτης πρατηρίου υγρών καυσίμων και εργοδότης, αναθέτων την επισκευή τέτοιας δεξαμενής, αντίστοιχα (αρθρ. 330 εδ.

β' ΑΚ). Έτσι ο Π. Φ. πίστευε ότι η δεξαμενή είχε καθαρισθεί επαρκώς και αγνοούσε ότι τα δηλητηριώδη τοξικά αέρια από τις αναθυμιάσεις των καυσίμων είναι άοσμα, από αυτά δε το μονοξείδιο του άνθρακα εκτοπίζει ως βαρύτερο το οξυγόνο, το διοξείδιο του άνθρακα περνά και από τους πόρους του δέρματος και το υδρόθειο παραλύει το κέντρο της αναπνοής.

Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης συμβάσεως έργου, στις 4-1-1997 και περί ώρα 08.55' ο Π. Φ., φέροντας μάσκα προσώπου και φιάλη οξυγόνου, που είχε προμηθευτεί από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, εισήλθε στη δεξαμενή για να εντοπίσει το σημείο διαρροής και στη συνέχεια να την επισκευάσει με βάση τις οδηγίες και τα υλικά, που του είχε χορηγήσει προηγουμένως ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος σημειωτέον απουσίαζε κατά την είσοδό του στη δεξαμενή.

Κατά την ολιγόλεπτη παραμονή του Π. Φ. μέσα στη δεξαμενή περιορίστηκε η ορατότητά του μέσω της μάσκας και αυτός αισθάνθηκε απώλεια των αισθήσεών του λόγω των αναθυμιάσεων από τα αέρια που είχαν εκλυθεί στο χώρο από τα διαρρεύσαντα καύσιμα και λόγω της έλλειψης οξυγόνου. Η παραπέρα παραμονή του μέσα στη δεξαμενή καθίστατο άκρως επικίνδυνη για τη ζωή του και για το λόγο αυτό αποφάσισε να εξέλθει.

Ανερχόμενος προς τη θυρίδα εξόδου της δεξαμενής και ενώ πλησίαζε προς αυτήν, αφαίρεσε τη μάσκα προκειμένου να διευκολύνει την έξοδό του από την παραπάνω στενή θυρίδα (πλάτους 0,50 μ.). Εκείνη ακριβώς τη στιγμή απώλεσε οριστικά τις αισθήσεις του και αυτομάτως κατέπεσε στον πυθμένα της δεξαμενής. Τη χρονική εκείνη στιγμή έξω από τη δεξαμενή βρισκόταν ο τέταρτος εναγόμενος, ο οποίος δεν είχε καμμία ενεργό ανάμειξη ή συμμετοχή στην όλη διαδικασία ελέγχου και επισκευής της δεξαμενής και είχε απλώς συνοδεύσει στη δεξαμενή τον Π.

Φ., με τον οποίο συνδεόταν με φιλική σχέση. Μόλις ο τέταρτος εναγόμενος αντελήφθη την πτώση του φίλου του τον ανέσυρε από τη δεξαμενή με τη βοήθεια και άλλων εκεί ευρισκομένων προσώπων. Στη συνέχεια αυτοί τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του από ανοξυγοναιμία. Γενεσιουργός αιτία της πτώσης του θανόντος Π.

Φ. και του συνακόλουθου θανάτου του ήταν η απώλεια των αισθήσεών του και η ανοξυγοναιμία που υπέστη εντός της δεξαμενής, η οποία οφειλόταν στην έλλειψη οξυγόνου στον περιβάλλοντα χώρο του εσωτερικού της δεξαμενής αλλά και στην περίσσεια διοξειδίου και μονοξειδίου του άνθρακα και των λοιπών επικίνδυνων αερίων, που διείσδυσαν στο δέρμα του παθόντος και είχαν εκλυθεί από την προηγηθείσα μακρά και μεγάλη διαρροή αμόλυβδης βενζίνης, η οποία είχε διαποτίσει τα τοιχώματα της δεξαμενής αλλά και τον πέριξ αυτής χωμάτινο όγκο του εδάφους.

Ενόψει των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, το επισυμβάν ατύχημα και ο εντεύθεν επελθών θάνατος του Π. Φ. οφείλεται στην αποκλειστική και συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου Π. Γ. και του τρίτου εναγομένου Κ. Δ., που ενεργούσε ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Χ.

Δ. ΑΕ", λόγω των προεκτεθεισών παράνομων και αμελών πράξεων και παραλείψεων καθενός από αυτούς, που συνέκλιναν και επέφεραν το θανατηφόρο ατύχημα κατά πρόσφορη αιτιότητα. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος παρέλειψε να προβεί στην αντικατάσταση της ελαττωματικής δεξαμενής με καινούργια, μολονότι του συστήθηκε τούτο από τους ειδικούς υπαλλήλους της εταιρίας πώλησης υγρών καυσίμων ΕΛΔΑ και προτίμησε την επικίνδυνη επί τόπου επισκευή της και επιπλέον δεν ενημέρωσε τον Π.

Φ. για τη μεγάλη διαρροή και τους συνυφασμένους με την επισκευή της κινδύνους. Ο δε τρίτος εναγόμενος προέβη στην ίδια μη ενδεικνυόμενη και επικίνδυνη επιλογή της απλής επισκευής της δεξαμενής αντί να προβεί στην αντικατάσταση της με καινούργια, παρά τις σχετικές συστάσεις των ειδικών της ΕΛΔΑ, και επιπλέον, ως εργοδότης του θανόντος στη σύμβαση έργου, παρέλειψε να λάβει τα προαναφερθέντα μέτρα ασφάλειας και προστασίας του ανωτέρω θανόντος ήτοι να καθαρίσει προσηκόντως και ελέγξει τη δεξαμενή, να εφοδιάσει τον θανόντα με τα κατάλληλα μέσα προστασίας και να τον ενημερώσει για τη μεγάλη διαρροή και τους συνυφασμένους με την επισκευή της κινδύνους.

Οι ως άνω παράνομες και αμελείς ενέργειες και παραλείψεις του τρίτου των εναγομένων ήσαν ικανές, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να συγκλίνουν και να προκαλέσουν το ως άνω θανατηφόρο ατύχημα, το οποίο πράγματι προκάλεσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αντίθετα ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον θανόντα για το επισυμβάν ατύχημα και τον εντεύθεν επελθόντα θάνατο αυτού.

Ειδικότερα η αιτία του θανάτου του ανωτέρω θανόντος δεν ήταν η εκ μέρους του αφαίρεση της μάσκας κατά την επιχειρούμενη έξοδό του από τη δεξαμενή. Η πτώση του στον πυθμένα της δεξαμενής οφειλόταν στην προηγηθείσα και κλιμακούμενη απώλεια των αισθήσεών του και έγινε αμέσως μετά από την αποβολή της μάσκας.

Ως εκ τούτου ο θανών δεν πρόλαβε να εισπνεύσει από τη μύτη και το στόμα δηλητηριώδη αέρια και εξαιτίας τούτου να υποστεί ανοξυγοναιμία και να αποβιώσει. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση των εναγομένων - εκκαλούντων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του άνω θανατηφόρου ατυχήματος".

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, με τις οποίες έκρινε και τον αναιρεσείοντα συνυπεύθυνο από αδικοπραξία (από κοινού με τον τρίτο εναγόμενο Κ. Δ.) για το θάνατο του Π. Φ., ενώ απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος για συνυπαιτιότητα του θανόντος, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη υπαγωγή, τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 914 (σε συνδυασμό με 926, 932, 297-299, 346) του ΑΚ, που εφήρμοσε και με εσφαλμένη μη εφαρμογή τον ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 300 του Α.Κ.

Ειδικότερα: 1) Για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος αναφέρεται στις παραδοχές του Εφετείου: α) Η εν γνώσει των κινδύνων (μετά την προηγηθείσα ενημέρωση των υπαλλήλων της Ε.Λ.Δ.Α) παροχή της αναγκαίας συγκαταθέσεώς του προς τον κατασκευαστή-προμηθευτή της υπόγειας δεξαμενής υγρών καυσίμων για την επιτόπια επισκευή της, αντί της επιβαλλόμενης αντικαταστάσεώς της.

β) Η μετά την ανάθεση από τον δεύτερο εναγόμενο της επισκευής της δεξαμενής στον ανυποψίαστο για τη σοβαρότητα των κινδύνων Π. Φ. παράλειψη του αναιρεσείοντος να ενημερώσει τον τελευταίο για τους κινδύνους αυτούς, ώστε να λάβει προφυλακτικά μέτρα, η οποία παράλειψη ήταν παράνομη, γιατί αντέβαινε όχι μόνον στην προηγούμενη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος να συγκατατεθεί σε επικίνδυνη επισκευή της δεξαμενής του από τον προμηθευτή αντί της ασφαλούς αντικαταστάσεώς της, αλλά και στο επιβαλλόμενο σ' αυτόν από την καλή πίστη γενικό καθήκον να μη αδιαφορήσει για τον κίνδυνο ζωής του προσληφθέντος από τον προμηθευτή για την επισκευή Π.

Φ., εφόσον η επισκευή αφορούσε αντικείμενο ευρισκόμενο υπό τη φυσική εξουσία αυτού (αναιρεσείοντος). γ) Το συνεπεία της υπαίτιας (αμελούς λόγω ελλείψεως της οφειλόμενης κατά της περιστάσεις προσοχής του μέσου κοινωνικού ανθρώπου) και παράνομης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του Π.

Φ. και δ) Ο ενυπάρχων αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του θανάτου του Π. Φ.. 2) Για την έλλειψη υπαιτιότητας του θανόντος αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: α) Ο θανών Π. Φ.ς δεν ενημερώθηκε από τον αναιρεσείοντα και τον προμηθευτή της δεξαμενής ή οποιονδήποτε άλλον, ότι ο περιβάλλων χώρος της δεξαμενής, που θα επισκεύαζε, είχε διαποτισθεί με μεγάλες ποσότητες αμόλυβδης βενζίνης, που εκλύει δηλητηριώδη αέρια, β) δεν εγνώριζε ότι τα εκλυόμενα από την αμόλυβδη βενζίνη δηλητηριώδη αέρια είναι άοσμα και εισχωρούν δια μέσου των πόρων του ανθρώπινου σώματος ούτε τις προαναφερόμενες ιδιότητες καθενός από τα αέρια αυτά (μονοξειδίου του άνθρακα, διοξειδίου του άνθρακα και υδροθείου), ώστε να μπορεί να σταθμίσει τους κινδύνους του εγχειρήματός του, ούτε επίσης ενημερώθηκε ότι η δεξαμενή δεν είχε επαρκώς καθαρισθεί, γ) η επαγγελματική γνώση και εμπειρία του ως οδηγού της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας δεν του παρείχε δυνατότητες πρόβλεψης των κινδύνων από την είσοδό του στη δεξαμενή προς επισκευή της, ακόμα και αν είχε λάβει ειδική εκπαίδευση, εφόσον δεν του είχαν επισημάνει τον κίνδυνο οι εργοδότες του και ο κύριος της επισκευαστέας δεξαμενής υγρών καυσίμων αναιρεσείων, λόγω μη εμφανούς διαποτισμού των χωμάτινων όγκων γύρω από τα τοιχώματα αυτής με μεγάλες ποσότητες αμόλυβδης βενζίνης και μη επαρκούς προηγούμενου καθαρισμού του εσωτερικού χώρου και δ) η αφαίρεση της μάσκας του προσώπου του κατά την προσέγγισή του στο άνοιγμα εξόδου από τη δεξαμενή δεν ήταν εσφαλμένη (αμελής) ενέργεια του Π.

Φ., γιατί απέβλεπε στη διευκόλυνση της ταχύτερης εξόδου του στο τελευταίο αυτό στάδιο εκμηδενισμού των σωματικών του δυνάμεων και απώλειας των αισθήσεών του, ούτε συνδέεται αιτιωδώς με το θάνατό του, ο οποίος επήλθε από ανοξυγοναιμία λόγω της προηγηθείσης εκθέσεως του σώματός του στα δηλητηριώδη αέρια της δεξαμενής.

Επομένως οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, όγδοος κατά το τρίτο μέρος του και ένατος, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμώνται, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ).

Από το άρθρο 559 αριθ. 16 περίπτωση α' του Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι αναίρεση συγχωρείται, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 321 επ. Του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι ως δεδικασμένο στην πολιτική δίκη, η παραβίαση του οποίου μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνο που απορρέει από απόφαση άλλου πολιτικού δικαστηρίου και όχι από απόφαση ποινικού δικαστηρίου που έκρινε την ποινική αγωγή, αφού μια τέτοια απόφαση απλώς συνεκτιμάται με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και δεν δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο (ΑΠ 1236/1998, 88/1985).

Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο από την έκδοση αμετάκλητης, αθωωτικής υπερ του αναιρεσείοντος απόφασης από το ποινικό δικαστήριο, σχετικά με την αποδιδόμενη από αμέλεια ευθύνη του για το θάνατο του Π.

Φ., είναι απαράδεκτος.

Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ 8 Κ.Πολ.Δικ., λόγου αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ.4 και 578 του Κ.Πολ.Δικ., στο αναιρετήριο να αναφέρονται:

α) ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί που συγκροτούσαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως η αντεφέσεως και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, β) τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.Α.Π.43/1990) και γ) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών.

Με τους πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο, κατά το πρώτο μέρος τους από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τους νόμιμα και παραδεκτά προταθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος σχετικά: α) με την ενημέρωσή του από τους υπαλλήλους των ΕΛΔΑ, β) με τις συνθήκες θανάτουτου Π.

Φ., γ) με τη συμφωνία του για επιτόπια επισκευή της δεξαμενής ή μη και δ) με την ενημέρωση του θανόντος Π. Φ. από τον Χ. Δ.. Οι λόγοι αυτοί, εφόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν τους συνιστώντες "πράγματα" συγκεκριμένους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και νόμιμα, είναι αόριστοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση αυτών πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ).

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις νομότυπα δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφων, όπως και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, δεν δέχθηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων για την ευθύνη του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους από αδικοπραξία και οι αντίθετοι πέμπτος, έκτος και έβδομος κατά το δεύτερο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως της παραμορφώσεως εγγράφου αναφέρεται σε σφάλμα του δικαστηρίου ως προς το οντολογικό περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δικ εγγράφου και τέτοια έγγραφα δεν αποτελούν εκείνα, στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι εισηγητικές εκθέσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων. Επομένως οι πέμπτος, έκτος, και έβδομος, κατά το τρίτος μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων, είναι απαράδεκτοι.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα, όχι δε όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, χωρίς να επέχουν αυτές θέση διατακτικού ούτε μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού (ΑΠ 580/1998, 403/1995). Επομένως, εφόσον αποδίδεται πλημμέλεια στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με το βαθμό γνώσης των προς επισκευή βλαβών της δεξαμενής καυσίμων του αναιρεσείοντος από τον μετέπειτα θανόντα Π. Φ., δεν συγκροτείται η από το άρθρο 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δικ αναιρετική πλημμέλεια και ο αντίθετος, όγδοος κατά το δεύτερο μέρος του, σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να αναφέρονται σ αυτόν 1) ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου πού φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του άνω κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και 3) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996, 1/1995).

Με τον δέκατο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι "παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου", με το να μη δεχθεί ότι ο ισχυρισμός που προέβαλε ο αναιρεσείων πρωτοδίκως ως "ένσταση περιελθόντος για να αφαιρεθεί η σύνταξη της αναιρεσίβλητης συζύγου του θανόντος Π.

Φ. από τη μηνιαία περιοδική παροχή που αξίωνε με την αγωγή της" και επανέφερε στο Εφετείο ως ένσταση συνεισφοράς "είναι ταυτόσημη με την ένσταση του περιελθόντος κατ' άρθρο 338 ΑΚ". Επομένως εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιός κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκε, ποιό είναι το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ποιά είναι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε, για να απορρίψει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι έπρεπε να αφαιρεθεί η σύνταξη της αναιρεσίβλητης συζύγου του θανόντος Π.

Φ. από την αποζημίωσή της για στέρηση του δικαιώματος διατροφής αυτής και των ανήλικων τέκνων της, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης είναι αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-5-2009 αίτηση του Π. Γ. για αναίρεση της 201/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ