359/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 375/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 588/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated359/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα περιστατικά μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ' αυτή των συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 359 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 359/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γραβιά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα 2. αλλοδαπής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Sagric International Ltd", που εδρεύει στην Αδελαΐδα Αυστραλίας, διατηρεί γραφεία στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "Carl Bro International A/S", που εδρεύει στη Δανία, διατηρεί γραφεία στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αντώνιος Πουλόπουλος και δήλωσε ότι η επωνυμία της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρίας τροποποιήθηκε σε "GRONTMIJ CARL BRO A/S", που εδρεύει στη Δανία, νόμιμα εκπροσωπούμενη, δυνάμει της από 1-2-2007 έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας και 4.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΔΥΝΑΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Απαντες οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Πουλόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 375/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 588/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 10 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 672 του Α.Κ. "καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση (εργασίας) για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία". Από τη διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται αναλογικά και επί συμβάσεως μισθώσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 162/2008) σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 673 και 674 του Α.Κ., προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεώς της, καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, οφείλει να καταβάλει στον εκμισθωτή εργασίας πλήρη αποζημίωση και, αν η καταγγελία οφείλεται σε μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων του εργοδότη, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση στον εργαζόμενο.
Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα - ακόμη και μεμονωμένα - τα οποία, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους ή της ύπαρξης υπαιτιότητας, καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης.
Τα περιστατικά μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ' αυτή των συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Τέτοιος λόγος συντρέχει και όταν επήλθε κλονισμός της σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν ο μισθωτός παραβαίνει την υποχρέωση πίστεως έναντι του εργοδότη, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία, λόγω συνδρομής ορισμένων περιστατικών, τα οποία μπορεί να ανάγονται και στο πρόσωπο ή τις σχέσεις του εργοδότη, η συνέχιση της εργασιακής σχέσεως αποβαίνει, βάσει των παραπάνω αντικειμενικών κριτηρίων, μη ανεκτή από αυτόν (Ολ.
ΑΠ 858/1984). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενος μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε επί εφέσεως των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων από το Νοέμβριο του έτους 1994 και εξής απασχολήθηκε στην τέταρτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΔΥΝΑΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε.", αρχικά ως διοικητικός υπάλληλος και στη συνέχεια από 7-7-1997 ως γενικός διευθυντής της.
Στα τέλη του 1996 η τέταρτη εναγομένη προέβη σε συνεννοήσεις με τις δεύτερη και τρίτη εναγόμενες, αλλοδαπές εταιρείες, προκειμένου να συστήσουν μεταξύ τους Κοινοπραξία, με σκοπό την ανάληψη του έργου Συμβούλου Διαχείρισης για το Εθνικό Κτηματολόγιο. Πράγματι με το υπ' αριθμ. 8944/5-2-1997 συμφωνητικό συστάσεως κοινοπραξίας του Συμ/φου Αθηνών Χρήστου Στείρου, συστάθηκε η πρώτη εναγομένη Κοινοπραξία για τον παραπάνω σκοπό, στην οποία μετέχουν οι λοιπές εναγόμενες εταιρίες.
Με το άρθρο 41 του ανωτέρω συμφωνητικού ορίστηκε ότι η διαχείριση της κοινοπραξίας ανατίθεται στην Επιτροπή Κοινοπραξίας, η οποία απαρτίζεται από τους εκπροσώπους καθενός από τα μέλη, ορισθέντος εκπροσώπου της Ευρωδυναμικής Συμβουλευτικής Α.Ε.Β.Ε. του ενάγοντος, ενώ με το άρθρο 48 ορίστηκε ως αντιπρόσωπος της Κοινοπραξίας ο ενάγων.
Στη συνέχεια δυνάμει της από 20-02-1997 σύμβασης της πρώτης εναγομένης με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.", η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την εκτέλεση του παραπάνω έργου. Με βάση τα ανωτέρω, από τον Μάρτιο του 1997 ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του αφενός στην τέταρτη εναγομένη (ΕΥΡΩΔΥΝΑΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε.), έναντι αμοιβής 750.000 δραχμών μηνιαίως, αφετέρου στην πρώτη εναγομένη κοινοπραξία ως αντιπρόσωπός της.
Στις 25-8-1997 η Επιτροπή Διαχείρισης της πρώτης εναγομένης αποφάσισε ότι θα πρέπει να δοθεί αμοιβή στον ενάγοντα για τις υπηρεσίες που παρέχει ως εκπρόσωπος της κοινοπραξίας, ύψους 600.000 δραχμών μηνιαίως, για όλη τη διάρκεια του έργου, βαρύνουσα τα έξοδα διαχείρισης, με το αιτιολογικό τον μεγάλο αριθμό καθηκόντων που προκύπτουν από την καθημερινή διαχείριση των δραστηριοτήτων της κοινοπραξίας, που καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του ενάγοντος.
Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 4/10-2-1998 απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης της εναγομένης κοινοπραξίας χορηγήθηκε στον ενάγοντα η εξουσία να συνάψει μεταξύ της πρώτης εναγομένης και του εαυτού του, όπως αναγράφεται στην εν λόγω απόφαση, σύμβαση εργασίας. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής ο ενάγων κατήρτισε ενώπιον του Συμ/φου Αθηνών Χρήστου Στείρου την υπ' αριθμ. 10381/17-2-1998 αυτοσύμβαση, με την οποία ανέλαβε ως συνεργάτης της κοινοπραξίας τη διοίκηση και διαχείριση όλων των υποθέσεων της για το από 17-2-1998 έως 30-4-2000 χρονικό διάστημα, αντί αμοιβής 16.200.000 δραχμών, καταβαλλόμενης σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 600.000 δραχμών έκαστη.
Ειδικότερα, ο ενάγων ανέλαβε την εκπροσώπηση της κοινοπραξίας σε όλα τα τεχνικά θέματα, την τιμολόγηση της εταιρίας, την προετοιμασία των σχεδίων τιμολογίων των μελών προς την κοινοπραξία, την τήρηση των λογαριασμών της κοινοπραξίας, τη διαχείριση των τραπεζικών λογαριασμών της κοινοπραξίας, την ευθύνη των οικονομικών δοσοληψιών της με τρίτους και τα μέλη της, την εκπροσώπηση αυτής ενώπιον των δημοσίων αρχών και οργανισμών καθώς και κάθε φύσεως φυσικών και νομικών προσώπων, τη σύναψη κάθε είδους σύμβασης για λογαριασμό της, τη διαχείριση των φορολογικών υποθέσεών της και γενικώς την διενέργεια κάθε είδους πράξεων συναφών προς τη διοίκηση και διαχείριση της πρώτης εναγομένης.
Τις ως άνω υπηρεσίες του προσέφερε έως την 18-3-1998, οπότε η εναγομένη με επιστολή της του ανακοίνωσε το τέλος της συνεργασίας τους, η οποία (συνεργασία) έφερε τον χαρακτήρα σύμβασης μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, άσχετα από τον χαρακτηρισμό της ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που δόθηκε από τους συμβληθέντες κατά την κατάρτιση της, αφού ο ενάγων δεν υπέκειτο σε περιορισμούς ως προς τον χρόνο και τον τρόπο της παροχής των υπηρεσιών του.
Η ένδικη δε αυτοσύμβαση που κατήρτισε ο ενάγων είναι καθόλα έγκυρη και εντός των πλαισίων της εξουσιοδότησης που του χορήγησε η Επιτροπή Κοινοπραξίας (άρθρο 235 ΑΚ). Όσα δε ορίστηκαν με αυτή και αφορούν την αμοιβή του ενάγοντος, τις προϋποθέσεις καταγγελίας και την αποζημίωση του ενάγοντος είναι σε πλήρη αντιστοιχία με την εξουσιοδότηση της Επιτροπής Διαχείρισης, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 2/25-8-1997 προγενέστερη της εξουσιοδότησης απόφαση της Επιτροπής Κοινοπραξίας, στην οποία αναφέρεται το ύψος της μηνιαίας αμοιβής του ενάγοντος σε 600.000 δραχμές και ότι η αμοιβή αυτή θα καταβάλλεται κάθε μήνα για όλη τη διάρκεια του έργου.
Στον όγδοο όρο της αυτοσύμβασης προβλέπεται καταγγελία της σύμβασης από τα συμβαλλόμενα μέρη και καταβολή αποζημίωσης, που ανέρχεται στο υπόλοιπο της αμοιβής μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου, μόνο υπό την προϋπόθεση της μη παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος.
Εν προκειμένω η α' εναγομένη στις 8-3-98 κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση του ενάγοντος εξαιτίας της παράβασης των συμβατικών του υποχρεώσεων που συνίσταται στα εξής: 1) Σύμφωνα με την από 10/2/1997 σύμβαση με την Κτηματολόγιο Α.Ε. (άρθρο 11 σε συνδυασμό με το άρθρο 7.1 της συγγραφής υποχρεώσεων), η α' εναγομένη Κοινοπραξία έλαβε ως προκαταβολή το 15% του συνολικού τιμήματος του έργου, ήτοι 1.670.195.000 δρχ.
Χ 15% = 250.000.000 δρχ. περίπου, το οποίο ποσό κατέθεσε σε προθεσμιακό λογαριασμό της στην Τράπεζα Πειραιώς με ετήσιο επιτόκιο 9,15-12 0/0. Σύμφωνα δε με την σύμβαση η Κοινοπραξία θα εξέδιδε για τις υπηρεσίες της μηνιαία τιμολόγια, η αξία των οποίων θα καταβαλλόταν κατά 85% από τη Κτηματολόγιο Α.Ε. και κατά το υπόλοιπό 15% από την ως άνω προκαταβολή.
Ο ενάγων, όμως, κατά παράβαση της υποχρεώσεως του περί εκδόσεως τιμολογίων, ολιγώρησε και για διάστημα έξι μηνών ήτοι από 24/3/1997 έως 30/9/1997, δεν υπέβαλε μηνιαίως, όπως έπρεπε, τιμολόγια προς πληρωμή από την Κτηματολόγιο Α.Ε., αλλά κάλυπτε τις κατά μέσο όρο από 20.000.000 δρχ. μηνιαίες δαπάνες της Κοινοπραξίας στο σύνολο τους από την ως άνω κατατεθειμένη προκαταβολή, με αποτέλεσμα κατά το ως άνω διάστημα η Κοινοπραξία να υποστεί αδικαιολόγητη απώλεια τόκων ύψους 4.200.000 δρχ. 2) Η Κοινοπραξία είχε παραχωρήσει στον ενάγοντα εταιρική πιστωτική κάρτα ALPHA VISA της Τράπεζας Πίστεως με αριθμ. ...
προς κάλυψη επαγγελματικών δαπανών στα πλαίσια των καθηκόντων του ως εκπροσώπου της Κοινοπραξίας, με χρέωση της τέταρτης από τις εναγόμενες που εν συνεχεία χρέωνε το εκάστοτε ποσό στην Κοινοπραξία. Ο ενάγων χρησιμοποιούσε την ως άνω κάρτα εν αγνοία της Κοινοπραξίας και των μελών της κατά τρόπο ιδιοτελή για αγορά προσωπικών και πολλές φορές πολυτελών ειδών του που δεν σχετίζονταν με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις, όπως αγορά καλλυντικών SEPHORA που πραγματοποίησε στις 14/3/1997 αξίας 53.887 δρχ., καθώς και αγορές που έκανε από τα πολυτελή καταστήματα του Λονδίνου HARRORDS, SELFRIDGES & HARVEY NICHOLS την 28/11/1997 κλπ, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εναγομένη σχετικές αποδείξεις αγορών. 3) Ο ενάγων παρουσιάστηκε στην Κοινοπραξία ως πτυχιούχος οικονομολόγος του Πανεπιστημίου των Βρυξελών, προσόν το οποίο αναφέρει και στην πρώτη σελίδα της κρινόμενης αγωγής του, και που είναι απαραίτητο για την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς και για την εκπροσώπηση της Κοινοπραξίας, τα μέλη της οποίας είναι διεθνούς φήμης εταιρείες με υψηλού επιπέδου στελέχη και εμπειρογνώμονες με τους οποίους ο εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας έπρεπε να συνεργάζεται για την εκτέλεση του έργου.
Παρά ταύτα η Κοινοπραξία μετά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, διαπίστωσε ότι ο ενάγων εστερείτο των επιστημονικών γνώσεων που συνεπάγεται το ως άνω πτυχίο και απέφευγε επιμελώς να συμμετέχει και δεν συμμετείχε στην κατάρτιση καμιάς οικονομικής μελέτης ως βάση πρότασης για ανάληψη έργου στα πλαίσια της σύμβασης με την Κτηματολόγιο Α.Ε.
Εκ του λόγου αυτού σε επικοινωνία με το ως άνω πανεπιστήμιο η Κοινοπραξία πληροφορήθηκε ότι ο ενάγων είχε απλώς εγγραφεί στο πρώτο έτος χωρίς ποτέ να λάβει πτυχίο, γεγονός που το ως άνω πανεπιστήμιο βεβαίωσε αργότερα και εγγράφως με την από 5/9/1999 προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εναγόμενη κοινοπραξία επιστολή του.
Αποτέλεσμα τούτου ήταν η Κοινοπραξία να απολέσει την εμπιστοσύνη της στο πρόσωπο του ενάγοντος, ο οποίος δεν είχε και τα προσόντα που απαιτούνταν για τη θέση του εκπροσώπου που κατείχε στην Κοινοπραξία. Επιπροσθέτως σε περίπτωση που το γεγονός αυτό γινόταν ευρύτερα γνωστό θα εξέθετε το κύρος και την αξιοπιστία των μελών της Κοινοπραξίας έναντι στην Κτηματολόγιο Α.Ε.
και τους συναλλασσόμενους με αυτή, 4) Η Επιτροπή Διαχείρισης με την υπ' αριθμ. 2/25-08-1997 προσκομιζόμενη και επικαλούμενη απόφασή της ενέκρινε την με έξοδα της Κοινοπραξίας μίσθωση αυτοκινήτου για την εκτέλεση των καθηκόντων του ενάγοντος ως εκπροσώπου της Κοινοπραξίας. Καθ' υπέρβαση της αποφάσεως αυτή ο ενάγων με την από 10/10/1997 σύμβαση μίσθωσε από την εταιρεία Auto Lease A.E. το με αριθμό κυκλοφορίας ...
πολυτελές σπορ διθέσιο ανοικτό (cabrio) αυτοκίνητο BMW Ζ3, κυβισμού 1,800 κ.ε. (ως το εμφαινόμενο στην προσκομιζόμενη φωτογραφία) συνολικής αξίας 15.513.228 δρχ. (προκαταβολή - εγγύηση 2.250.908 δρχ συν 406.010 δρχ. Χ 32 μήνες πλέον ΦΠΑ που καλυπτόταν από την Κοινοπραξία σύμφωνα με την προσκομιζόμενη επιστολή που αναφέρεται στην πληρωμή του πρώτου μισθώματος καθώς και της εγγύησης εκ 2.250.908 δρχ.
με επιταγή της Κοινοπραξίας). Το ως άνω αυτοκίνητο δεν ήταν το κατάλληλο για την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών του αναγκών (χωρούσε μόνο δύο άτομα), γιατί ήταν προκλητικό για το προσωπικό της Κοινοπραξίας. Ακολούθως ο ενάγων πέντε μέρες μετά τη μίσθωση του ως άνω πολυτελούς αυτοκινήτου, άσκησε το δικαίωμα προαίρεσης αγοράς της μισθωτικής σύμβασης και με την προσκομιζόμενη από 15/10/1997 επιστολή του σε επιστολόχαρτο της Κοινοπραξίας υπέδειξε το αυτοκίνητο να μεταβιβαστεί μετά το τέλος της μίσθωσης στον εαυτό του έναντι τιμήματος 2.520.908 δρχ., το οποίο είχε ήδη καταβληθεί ως προκαταβολή εγγύηση καλής εκτέλεσης της μισθωτικής σύμβασης (όρος 2).
Ενδεικτικό δε της συμπεριφοράς του ενάγοντος είναι ότι όταν την 18/3/1998 η Κοινοπραξία προέβη στην αντικατάστασή του, ο ενάγων υπεσχέθη ότι θα αναλάβει να συνεχίσει τη μισθωτική σύμβαση στο όνομά του. Παρά ταύτα ουδέν έπραξε, αλλά συνέχισε να έχει στην κατοχή του το εν λόγω αυτοκίνητο χωρίς να καταβάλει τα μηνιαία μισθώματα, με αποτέλεσμα τρεις μήνες μετά τη διακοπή της συνεργασίας των διαδίκων, η εκμισθώτρια AUTO LEASE να αποστείλει στην Κοινοπραξία την προσκομιζόμενη από 13/6/1998 εξώδικη διαμαρτυρία για την καταβολή των δεδουλευμένων μισθωμάτων των τριών αυτών μηνών (Μάρτιος-Μάιος 1998) μετά την αντικατάσταση του ενάγοντος, άλλως την επιστροφή του εν λόγω αυτοκινήτου το οποίο ο ενάγων εξακολούθησε να έχει στην κατοχή του. 5) Μετά από την διαπίστωση ότι η διαχείριση του ενάγοντος δεν ήταν η αναμενόμενη κατόπιν σχετικής εντολής της Κοινοπραξίας ο ορκωτός ελεγκτής ...
συνέταξε την προσκομιζόμενη από 17/3/1998 Έκθεση εμπιστευτικού ελέγχου. Σ' αυτήν διαπιστώνονται ενέργειες κακοδιαχείρισης εκ μέρους του ενάγοντος, αυθαιρέτων δαπανών και σπατάλης χρημάτων με αποτέλεσμα την επομένη μόλις ημέρα η Επιτροπή Διαχείρισης με την προσκομιζόμενη από 18/3/1998 επιστολή της να λύσει την συνεργασία της με τον ενάγοντα αντικαθιστώντας τον από εκπρόσωπο της Κοινοπραξίας.
Στην έκθεση αναφέρεται ότι : 1) Για τη διενέργεια των συναλλαγών της εταιρείας δεν έχουν τεθεί διαδικασίες, οι πληρωμές γίνονται χωρίς δικαιολογητικά (τιμολόγια, αποδείξεις, κ.λ.π.) και χωρίς την έγκριση κάποιου αρμόδιου - υπευθύνου προσώπου. 2) Ο λογαριασμός ..., καταθέσεις όψεως, στις 28-2-1998 εμφανίζει στα βιβλία της εταιρείας υπόλοιπο 5.176.088 δρχ.
ενώ στην Τράπεζα υπόλοιπο 2.2.36.088 και τη διαφορά ποσού 2.940.000 δρχ. έχει αναλάβει ο ενάγων με την επιταγή ..., σε διαταγή "εμού του ιδίου" για άγνωστη αιτία και χωρίς εγγραφή στα βιβλία της εταιρείας. Στις 6 Μαρτίου 1998 με την επιταγή Νο. ... σε διαταγή "του ιδίου" (ενάγοντος) έγινε ανάληψη ποσού 588.000 δρχ. για την οποία επίσης δεν έχει γίνει εγγραφή στα βιβλία της εταιρείας, ούτε μας δόθηκαν διευκρινήσεις για το σκοπό της ανάληψης του ανωτέρω ποσού..... 4) Σελίδα 3, ένδειξη 4.
Έλεγχος δικαιολογητικών: α) Ακύρωση λογιστικοποιημένων δικαιολογητικών, δικαιολογητικά λογιστικών εγγραφών δεν έχουν έγκριση αρμοδίου προσώπου, δεν ακυρώνονται π.χ. με την ένδειξη "καταχωρήθηκε" και δεν αναγράφεται ο αριθμός της λογιστικής εγγραφής. Οι ελλείψεις, όμως, αυτές εκτός των άλλων κινδύνων δίνουν την δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης των "δικαιολογητικών". 5) Σελίδα 12 "Συμπεράσματα - προτάσεις":
Θεωρούμε σκόπιμο και χρήσιμο να σημειώσουμε ότι είναι ανάγκη για την εύρυθμη λειτουργία της Κοινοπραξίας και τη χρηστή διαχείρισή της να τεθούν διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και να οργανωθεί σωστά". Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν με σαφήνεια από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων στο ακροατήριο, που γνωρίζει από δική του αντίληψη όσα καταθέτει, ως εργαζόμενος στην κοινοπραξία, τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις και τα προαναφερθέντα έγγραφα, χωρίς να αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος πρωτοδίκως, που γνωρίζει όσα καταθέτει από διηγήσεις του ενάγοντος, εκτιμώμενα συνολικά και αντικειμενικά, αποτελούν ουσιώδη παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων και καθιστούν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για την καταγγέλουσα εναγομένη κοινοπραξία την περαιτέρω συνέχιση της σύμβασης έως την κανονική της λήξη.
Συνεπώς η εκκαλουμένη απόφαση που δέχτηκε την αγωγή έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να εξαφανιστεί κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της εφέσεως, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό για να εξεταστεί στην ουσία της και να απορριφθεί η αγωγή". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ που εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούσαν σπουδαίο λόγο καταγγελίας από τις αναιρεσίβλητες της συμβάσεως μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου με τον αναιρεσείοντα και τα οποία ανάγονταν σε παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων αυτού, έλλειψη προσόντων και ιδιοτελείς επιδιώξεις, επιζήμιες για τα συμφέροντα των αναιρεσιβλήτων.
Ειδικότερα: α) Αναφέρεται ότι, ενώ για την ανατεθείσα στον αναιρεσείοντα εργασία, αναγκαίο προσόν ήταν η κατοχή πτυχίου οικονομικής σχολής Πανεπιστημιακού επιπέδου και αυτός δήλωσε, προκειμένου να προσληφθεί, ότι ήταν πτυχιούχος οικονομολόγος του Πανεπιστημίου των Βρυξελών και έτσι προσελήφθη από τις αναιρεσίβλητες, η δήλωσή του ήταν αναληθής, καθ' όσον αυτός είχε εγγραφεί στο πρώτο έτος της ως άνω Σχολής χωρίς να λάβει ποτέ πτυχίο. 2) Παραθέτονται σημαντικές παραλείψεις του ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του, όπως η μη έγκαιρη, αλλά με καθυστέρηση μηνών, υποβολή στην αντισυμβαλλόμενη των αναιρεσιβλήτων εταιρία Κτηματολόγιο ΑΕ των τιμολογίων, με συνέπεια τη ζημία εκείνων με ποσό 4.200.000 δραχμών. 3) Γίνεται μνεία της επανειλημμένης εκμετάλλευσης της διευθυντικής θέσης που κατείχε ο αναιρεσείων προς εξυπηρέτηση προσωπικών (μη σχετιζομένων με συμβατικές υποχρεώσεις) αναγκών του, με δαπάνες των αναιρεσιβλήτων (αγορά σε βάρος της τέταρτης αναιρεσίβλητης καλλυντικών και μακροχρόνια μίσθωση πολυτελούς αυτοκινήτου σε βάρος όλων των αναιρεσιβλήτων). 4) Επισημαίνονται (ως αποτέλεσμα διαχειριστικού ελέγχου) παραλείψεις και παρατυπίες στις με ευθύνη του αναιρεσείοντος λογιστικές εγγραφές και στην καταχώρηση των παραστατικών στα λογιστικά βιβλία, που μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τη συγκάλυψη αδιαφανών δαπανών Η αντισυμβατική και επιζήμια για τις αναιρεσίβλητες ως άνω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελούσε συνέχεια προηγούμενης, παρεμπιπτόντως αναφερόμενης, ανάλογης συμπεριφοράς του προς την με παράλληλη σύμβαση εργασίας συνδεόμενη με αυτόν τέταρτη αναιρεσίβλητη, καθιστούσε, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τις αναιρεσίβλητες τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη και συγκροτούσε τον από τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ σπουδαίο λόγο καταγγελίας της, για τον οποίο δέχθηκε το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, κατόπιν παραδοχής σχετικής ενστάσεως, που επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, ότι λύθηκε αζημίως για τις αναιρεσίβλητες η επίμαχη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου και ήταν γι' αυτό αβάσιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος.
Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19, κατά το οικείο μέρος τους, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκλησή τους πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 αρ. 4, 575, 578 και 559 αρ. 20 του ΚΠολ.Δικ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό τους το δικαστήριο της ουσίας, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί, αν εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο του εγγράφου καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., κατά το οικείο μέρος του, δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της πιστωτικής κάρτας VISA με αρ. ...., που δεν αναφερόταν στην εργασιακή σχέση του με την αναιρεσίβλητη αλλά με την ΕΥΡΩΔΥΝΑΜΙΚΗ Α.Ε.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο αυτού καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.
Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά Επίσης, "πράγματα" κατά την έννοια της αυτής διάταξης αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Ολ.
Α.Π. 11/1996). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 520, 522 και 534 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι οι λόγοι της έφεσης αποτελούν παράπονα κατά της εκκαλούμενης απόφασης που αναφέρονται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ή παραδρομές του εκκαλούντος. Όταν οι αιτιάσεις αφορούν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, το σφάλμα της απόφασης δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι εξαιτίας του κατέληξε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., τρίτο κατά το οικείο μέρος του, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δέχθηκε την ύπαρξη ολιγωρίας του αναιρεσείοντος για την έκδοση τιμολογίων προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, ως μία από τις παραλείψεις συμβατικών υποχρεώσεών του για την παραδοχή της ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων ότι η από αυτούς καταγγελία της με τον αναιρεσείοντα συμβάσεως εργασίας έγινε για σπουδαίο λόγο, χωρίς να έχει προταθεί με την έφεσή τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 17-4-2006 εφέσεως των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως προκύπτει ότι εξεκάλεσαν αυτή, μεταξύ άλλων και για εσφαλμένη απόρριψη του ισχυρισμού τους ότι για σπουδαίο λόγο λύθηκε η σύμβαση με τον αναιρεσείοντα, επαναλαμβάνοντας συνοπτικά τις με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προβληθείσες παραβάσεις συμβατικών υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων και την κακή διαχείρισή του που περιλάμβανε και την παράλειψη έγκαιρης εκδόσεως τιμολογίων.
Επομένως, εφόσον στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την ένσταση των αναιρεσιβλήτων για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συμβάσεως αυτής, μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο, δεν λήφθηκαν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ο ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Με τους δύο τελευταίους λόγους αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 και 14 του ΚΠολΔικ, προσάπτεται στο Εφετείο η μομφή ότι έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή και πρωτοδίκως, ήτοι την ένορκη μαρτυρική κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με καταχώρισή της στα οικεία πρακτικά) του Προέδρου του Δ.Σ.
και Διευθύνοντος Συμβούλου της τελευταίας αναιρεσίβλητης, ..., ενώ έπρεπε να κηρύξει αυτή άκυρη. Επομένως, εφόσον δεν προβάλλεται με το αναιρετήριο, ότι οι ισχυρισμοί για μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και δικονομική ακυρότητα είχαν προβληθεί από τον αναιρεσείοντα πρωτοδίκως και έγινε επαναφορά τους στο Εφετείο, ώστε να έχει τούτο τη δυνατότητα να εκφέρει κρίση επ' αυτών, υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 588/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ