Legislator Case Law & Legislation
359/2009 AI generated

359/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 359/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

359/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι.- Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Keywords

AI generated
abandonment of employment inflicted job loss cessation of gainful employment redundancy dismissal of civil servant protection against dismissal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 359 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 359/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Περράκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΗΓΑΣΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (πρώην ΠΗΓΑΣΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΕ)", που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2396/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 8101/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 28-12-2000 αίτησή της. Εκδόθηκε η 1431/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Εκδόθηκε η 4436/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 29-8-2005 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 2025/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4436/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5744/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-2-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 22-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, κατά την οποία "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου", προκύπτει ότι, η υπό του εργοδότου μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει τον μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί ρητά ή σιωπηρά τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του, καταρτίζοντας έτσι με το εργοδότη του νέα σύμβαση (άρθρο 361 ΑΚ), είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρηση αυτών, οπότε, αν ο εργοδότης αποκρούσει την παροχή εργασίας με τους όρους αυτούς, καθίσταται υπερήμερος και ο μισθωτός δικαιούται να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας.

Εξάλλου, στην περίπτωση που το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, καθεμία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, γιατί δεν έκρινε άκυρη, ως καταχρηστική, την απόλυση της αναιρεσείουσας, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι αυτή "ηρνήθη να εκτελέσει τα νέα καθήκοντά της για το λόγο ότι αυτά δεν ήταν συναφή με τις συμβατικές της υποχρεώσεις...", ενώ στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιεχόταν ως θεμελιωτικό της βάσης αυτής τέτοιο περιστατικό.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ως δημοσιογράφος- συντάκτρια, προκειμένου να προσφέρει υπό την ιδιότητά της αυτή τις υπηρεσίες της στην ημερήσια απογευματινή εφημερίδα "......" και την εβδομαδιαία "......".

Κατά τους όρους της άνω συμβάσεως ορίστηκαν τα ακόλουθα: 1) "Η πρώτη των συμβαλλομένων προσλαμβάνει την δευτέρα τούτων επί μηνιαία αντιμισθία με την ιδιότητα του συντάκτου και την εντάσσει στο συντακτικό προσωπικό της". 2) "Ο μισθωτός αναλαμβάνει την υποχρέωση όπως εργάζεται ως συντάκτης, καλύπτων ειδησεογραφικώς και καθημερινώς τους τομείς του ανατεθέντος εις αυτόν ρεπορτάζ ενεργών πάντοτε συμφώνως με τας οδηγίας και με την εποπτείαν του Διευθυντού της εφημερίδος".

Η εναγομένη στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος ανέθεσε αρχικά στην ενάγουσα την κάλυψη θεμάτων εργατικού- συνδικαλιστικού περιεχομένου, ακολούθως δε τον Ιούλιο του 1997 ανέθεσε σ' αυτήν, εντός του νόμιμου ωραρίου της, και την κάλυψη της σχετικής με τα ασφαλιστικά θέματα ειδησεογραφίας. Η ανάθεση των πρόσθετων αυτών καθηκόντων στην ενάγουσα έγινε στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και δεν συνιστούσε πρόσθετη εργασία, ώστε η ενάγουσα να δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, αλλά εργασία συναφή με αυτήν που μέχρι τότε εκτελούσε.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της έγινε κατά κατάχρηση του δικαιώματος της εναγομένης και εκ λόγων εκδικήσεως, διότι αρνήθηκε αυτή να αποδεχθεί την βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της, ελέγχεται αβάσιμος κατ' ουσίαν και εντεύθεν απορριπτέος. Περαιτέρω, το Εφετείο, δέχθηκε πλεοναστικώς και τα ακόλουθα: "Και επί τη εκδοχή ακόμη, την οποία όμως δεν αποδέχεται το Δικαστήριο τούτο, ότι η εκ μέρους της εναγούσης κάλυψη του ασφαλιστικού ρεπορτάζ θα απαιτούσε ενδεχομένως εργασία της πέραν του νομίμου ωραρίου της, όπως ήδη αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου υποστηρίζει, το γεγονός και μόνον αυτό δεν παρείχε σ' αυτήν το δικαίωμα να αρνηθεί να εκτελέσει τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν, αφού και αυτά ανήκαν στη συμφωνημένη εργασία, αλλά μόνο να αρνηθεί να εργασθεί καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου της και στην αντίθετη περίπτωση να διεκδικήσει πρόσθετη αποζημίωση για τυχόν παρερχόμενη υπερωριακή εργασία της.

Όπως, όμως, η ίδια ισχυρίζεται με την αγωγή της ηρνήθη να εκτελέσει τα νέα καθήκοντά της για τον λόγο ότι αυτά δεν ήσαν συναφή με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ούτε σχετίζονταν καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο με την φύση της μέχρι τότε παρερχόμενης υπ' αυτής εργασίας και όχι για το λόγο ότι η εκτέλεσή τους απαιτούσε δήθεν απασχόλησή της πέραν του νομίμου ωραρίου της".

Δηλαδή με τον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η πιο πάνω πλεοναστική αιτιολογία. Όμως, και χωρίς την αιτιολογία αυτή στηρίζεται με την υπόλοιπη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης επαρκώς το διατακτικό της, ως προς την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης, αιτιολογία η οποία δεν πλήττεται με την αναίρεση.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού η ως άνω αιτιολογία ως πλεοναστική, δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής και κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε επικαλέστηκε ως λόγο απόλυσης της αναιρεσείουσας την άρνησή της να εκτελέσει τα καθήκοντά της αλλ' αντίθετα ομολόγησε με την έφεσή της ότι "οι πρόσθετες αυτές υπηρεσίες που ανατεθήκαν στην αντίδικο, εκτός του ότι είναι συνυφασμένες από τη φύση τους και με την επιστήμη με τις αρχικώς ανατεθείσες σ' αυτήν, παρέχονταν από την ανωτέρω εντός του νομίμου ωραρίου χωρίς επιμήκυνση αυτού γεγονός που δεν δικαιολογούσε το αίτημά της για καταβολή πρόσθετης αμοιβής για την παραπάνω αιτία".

Περαιτέρω, αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως τόσο κατά το μέρος του από τον αριθμό 8 όσο και κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, κατά τα προαναφερόμενα, αφενός έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι, θεμελιωτικό της κατάχρησης δικαιώματος από την αναιρεσίβλητη κατά την άσκηση του δικαιώματός της για καταγγελία της σύμβασής της, είναι και το γεγονός της εκδικητικής διάθεσης αυτής απέναντι στην αναιρεσείουσα και τον απέρριψε, αφετέρου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

ΙΙ.- Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 21-7-1997 εξώδικης δήλωσής της , με το να δεχθεί ότι αυτή αρνήθηκε να εκτελέσει τις πρόσθετες εργασίες που της ανατέθηκαν, ενώ στη δήλωση αυτή ανέφερε ρητά ότι: "διαμαρτύρομαι με τον πιο έντονο και πανηγυρικό τρόπο για όλες τις ως άνω μονομερώς βλαπτικές μεταβολές της συμβάσεως εργασίας μου, τις οποίες δεν αποδέχομαι.

Παρά ταύτα θα παρέχω τις υπηρεσίες μου υπό τους νέους όρους που μου ζητούνται τους οποίους όπως προανέφερα δεν αποδέχομαι, μόνο και μόνο για να μην θεωρηθεί η άρνησή μου ως καταγγελία της σύμβασής μου επιφυλλασσόμενη να ασκήσω κάθε νόμιμο δικαίωμά μου, που απορρέει από το νόμο και την ατομική σύμβαση εργασίας μου".

Όμως, και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης περί της πιο πάνω αρνήσεως της αναιρεσείουσας είναι πλεοναστική και δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-2-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5744/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ