359/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.09.2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 18439/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2850/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22.12.2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 04.09.2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated359/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη άλλωστε του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 είναι ειδική και υπερισχύει των γενικών περί παραγραφής διατάξεων του ΑΚ και έχει θεσπίσει βραχυπρόθεσμη παραγραφή για την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, που επιτυγχάνεται με την ταχεία εκκαθάριση των εν λόγω συναλλαγών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 του Α.Κ.
Full text
Απόφαση 359 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 359/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα Επενδύσεων Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου-κατά δήλωσή της- της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία Εμπορική Χρηματιστηριακή Ανώνυμος Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Ελέσα Μπακατσέλου.
Του αναιρεσιβλήτου : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Χρήστος Χρυσάνθης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.09.2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 18439/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2850/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22.12.2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 04.09.2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3632/1928 χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα.
Στο άρθρ. 16 του ίδιου νόμου καθορίζονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, μεταξύ των οποίων αναφέρονται και όλες οι παρεπόμενες δικαιοπραξίες που σχετίζονται με τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις. Με το άρθρο 20 παρ. 1 περ. γ' του ν. 1806/1988, που αντικατέστησε το παραπάνω άρθρο 16 του ν. 3632/1928 ορίστηκε ότι χρηματιστηριακή συναλλαγή θεωρείται κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση αγοραπωλησίας χρηματιστηριακών πραγμάτων και αξιών.
Στην τελευταία αυτή κατηγορία των χρηματιστηριακών συναλλαγών (παρεπόμενων - συναφών) υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Η ανωτέρω σύμβαση (χρηματιστηριακής παραγγελίας) έχει ως αντικείμενο, αφενός την ανάληψη από το χρηματιστή της υποχρέωσης να εκτελέσει, με την κατάρτιση κύριας χρηματιστηριακής σύμβασης, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρεογράφων (χρηματιστηριακών πραγμάτων) και αφετέρου την ανάληψη από τον πελάτη της υποχρέωσης να καταβάλει στον χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής.
Εξάλλου κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο είχε συναφθεί η συναλλαγή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και τη γενικότητα της διατύπωσης της τελευταίας διάταξης, που δεν διακρίνει σε κύρια ή παρεπόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή, αλλά αναφέρεται γενικά σε χρηματιστηριακή συναλλαγή, συνάγεται ότι η ως άνω ετήσια παραγραφή ισχύει τόσο για τις αξιώσεις που απορρέουν από χρηματιστηριακές συμβάσεις που συνάπτονται εντός του χρηματιστηρίου και μεταξύ των μελών αυτού (κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις), όσο και τις παρεπόμενες ή συναφείς χρηματιστηριακές συμβάσεις, όπως είναι, κατά τα ανωτέρω, αυτή της χρηματιστηριακής παραγγελίας που συνάπτεται μεταξύ του μέλους (ΑΧΕ) και του εντολέα (επενδυτή - πελάτη), αφού ο νόμος κάνει μνεία για κάθε αξίωση από χρηματιστηριακή συναλλαγή, χωρίς να διακρίνει τις αξιώσεις που πηγάζουν από κύριες ή παρεπόμενες (συναφείς) χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Η διάταξη άλλωστε του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 είναι ειδική και υπερισχύει των γενικών περί παραγραφής διατάξεων του ΑΚ και έχει θεσπίσει βραχυπρόθεσμη παραγραφή για την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, που επιτυγχάνεται με την ταχεία εκκαθάριση των εν λόγω συναλλαγών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 του Α.Κ.
η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής για την αξίωση, η δε παραγραφή που διακόπηκε μ' αυτόν τον τρόπο αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Τέτοια πράξη θεωρείται κάθε διαδικαστική ενέργεια που κατά το νόμο είναι αναγκαία για τη συνέχιση της δίκης, αποβλέπει δε και κατευθύνεται στην επιτυχία του σκοπού της.
Έτσι, διαδικαστική πράξη είναι και η έκδοση αναβλητικής ή οριστικής αποφάσεως. Κάθε μία από τις ενλόγω διαδικαστικές πράξεις επιφέρει αυτοτελώς τη διακοπή της παραγραφής, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω και η κοινοποίησή της. Κατά την αληθή έννοια της τελευταίας αυτής γενικής διατάξεως (άρθρο 261 Α.Κ.), που εφαρμόζεται και στις αξιώσεις που πηγάζουν από ειδικούς νόμους, αν η παραγραφή της αξίωσης διακοπεί, με έγερση αγωγής, η ίδια ακριβώς παραγραφή, δηλαδή όμοια με εκείνη που έχει διακοπεί, αρχίζει σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το είδος της ως βραχυπρόθεσμης ή συνηθισμένης, ευθύς αμέσως από την άσκηση της αγωγής αυτής.
Η εν λόγω παραγραφή διακόπτεται ύστερα από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, αρχίζει δε η νέα παραγραφή, ίσης διάρκειας με αυτή που ήδη διακόπηκε, από την επιχείρηση της νέας διαδικαστικής πράξεως και όχι από το τέλος του έτους, κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε. Η παραγραφή αυτή μπορεί να συμπληρωθεί και με την πάροδο του χρόνου που ισχύει γι'αυτήν, χωρίς να μεσολαβήσει κάποια άλλη διαδικαστική πράξη ή άλλος λόγος διακοπής, αν η αξίωση βρίσκεται ήδη σε επιδικία, πριν να περατωθεί η δίκη τελεσιδίκως.
Εν προκειμένω, το Εφετείο απέρριψε έφεση της "Τράπεζας Επενδύσεων ΑΕ", της οποίας η αναιρεσείουσα είναι καθολική διάδοχος, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε απορρίψει αγωγή της απώτερης δικαιοπαρόχου της χρηματιστηριακής εταιρίας "Εμπορική Χρηματιστηριακή ΑΕ Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", διώκουσα την καταψήφιση αξιώσεώς της εκ χρηματιστηριακών παραγγελιών προς αυτήν του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, γεννηθεισών κατά τα έτη 1999 και 2000.
Στην απορριπτική κρίση του ήχθη το Εφετείο, δεχθέν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος με τις προτάσεις που εμπρόθεσμα κατέθεσε στο πρωτόδικο Δικαστήριο, αρνείται την αγωγή και ισχυρίζεται, πλην άλλων, ότι η επίδικη αξίωση της ενάγουσας έχει παραγραφεί εν επιδικία, αφού μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων και συγκεκριμένα της αναβλητικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (5-3-2002) και της συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον αυτού (18-3-2003) μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής που στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις (15 παρ. 6 ν. 3632/1928 και 261 Α.Κ.). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να ερευνήσει την εν λόγω ένσταση περί παραγραφής, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η ένσταση αυτή, καίτοι προβληθείσα και μη ερευνηθείσα από το πρωτόδικο Δικαστήριο, νόμιμα προτείνεται (επαναφέρεται) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου από τον εναγόμενο εφεσίβλητο ως άμυνα κατά της εφέσεως και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσία της.
Από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους δημόσια έγγραφα, καθώς και από τα όσα συνομολογούνται απ' αυτούς αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την κρινόμενη αγωγή στις 12-11-2001 (κατατέθηκε στις 16-10-2001 και επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 12-11-2001). Δικάσιμος δε αυτής προσδιορίσθηκε η 5-3-2002.
Κατά την ημερομηνία όμως αυτή (5-3-2002) η συζήτηση της αγωγής, όπως και η ενάγουσα αναφέρει στις προτάσεις της, αναβλήθηκε για την 18-3-2003, οπότε και συζητήθηκε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι μεταξύ της αναβολής της συζήτησης της ένδικης αγωγής στις 5-3-2002, που αποτελεί την τελευταία διαδικαστική πράξη του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η οποία διέκοψε την παραγραφή, μέχρι την 18-3-2003, που συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, είχε παρέλθει ο χρόνος παραγραφής της επίδικης αξίωσης, δηλαδή το ένα έτος που προβλέπει το άρθρο 15 παρ. 6 ν. 3632/1928.
Ενόψει των ανωτέρω, αφού γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση παραγραφής εν επιδικία της επίδικης αξίωσης της ενάγουσας, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Μετά ταύτα, αφού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία κατέληξε στο ίδιο (ορθό) αποτέλεσμα, απορρίπτοντας την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, πρέπει, κατ' άρθρ. 534 Κ.Πολ.Δ., να αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης αποφάσεως με την ως άνω αιτιολογία και να απορριφθεί η έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεδομένου ότι η αντικαθιστώσα αιτιολογία δεν επάγεται δυσμενέστερες για την εκκαλούσα συνέπειες, αφού και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για το αυτό (ουσιαστικό) δεδικασμένο".
Επομένως, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Οι ισχυρισμοί αυτοί για να ληφθούν υπόψη πρέπει να είναι ορισμένοι και λυσιτελείς.
Εν προκειμένω, η δικαιοπάροχος της αναιρεσειούσης ισχυρίσθηκε στο Εφετείο ότι ο εναγόμενος αποδέχθηκε την οφειλή του, ως μη προβαλών αντιρρήσεις κατά της γνωστοποίησης της "θέσης" του απ' αυτήν μέχρι την 31.12.2000 και ότι στις 19.6.2001 τον κάλεσε εγγράφως να της καταβάλει την ένδικη οφειλή του. Ο ισχυρισμός αυτός, ως αντένσταση διακοπής της παραγραφής εκ του άρθρου 260 ΑΚ, είναι αόριστος, διότι δεν περιλαμβάνει τα αναγκαία προς διάγνωση της αναγνώρισης της αξιώσεως στοιχεία, αλλά είναι και αλυσιτελής, ενόψει της γενομένης δεκτής παραγραφής αυτής εν επιδικία. Το Δικαστήριο τούτο ορθώς συνεπώς δεν έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό, ως απαράδεκτο. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.12.2004 αίτηση της Εμπορικής Τράπεζας περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 2850/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ