Legislator Case Law & Legislation
359/2006 AI generated

359/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 359/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22 Μαρτίου 2003, 18 Μαϊου 2003, 20 Μαϊου 2003, 21 Μαϊου 2003, 22 Μαϊου 2003, 26 Μαϊου 2003, 4 Ιουνίου 2003, 5 Ιουνίου 2003, 6 Ιουνίου 2003, 12, Ιουνίου 2003, 12 Οκτωβρίου 2003, 26 Νοεμβρίου 2003 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Legislator headnote

AI generated

359/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας είτε να μη βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε, παρά την τοιαύτη βεβαίωση, από το περιεχόμενο της απόφασής του να μην καθίσταται απόλυτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά.

Keywords

AI generated
market value of property local cost of living allowance removal expenses reduction of rent landlord's rent increase cost of living adjustment
AI generated
1267/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Των καλούντων - αναιρεσειόντων: αναφέρθηκαν 25 αναιρεσείοντες. Οι υπό στοιχεία 6 και 15 παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι: Α. ο 5ος αναιρεσείων (....... ) απεβίωσε στις 25 Οκτωβρίου 2005, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ΄αριθ. ............. ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Ν. Μάκρης και το δικαίωμα επικαρπίας, που είχε παρακρατήσει δια του υπ΄αριθ. ................ συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθήνας Γεωργίου Μανδρακούκα, ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα του ......, που είναι δικαιούχος της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τον οποίο εκπροσωπεί ο ίδιος δια πληρεξουσίου εγγράφου και Β. διορθώνει το εκ παραδρομής λανθασμένα αναγραφόμενο στην κρινόμενη αίτηση, όνομα του συζύγου της 20ης αιτούσας, στο ορθό «..........» αντί «..........».
985/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/6/2003 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και τις από 26/5/2003, 21/5/2003, 18/5/2003, 5/6/2003, 22/5/2003, 4/6/2003, 6/6/2003, 26/11/2003, 12/10/2003, 22/3/2003, 20/5/2003 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6620/2004 οριστική και οι 4299/2005 μη οριστική και 1585/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των υπ' αριθμό 6620/2004 και 1585/2006 αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/3/2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 25/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος του (από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και την απόρριψη των λοιπών.
460/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιουνίου 2003 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με άλλες συναφείς αιτήσεις και ανταιτήσεις προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
251/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1550/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 359 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 359/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Τ. του Π., 2 Κ. χήρας Ν. Κ., 3. Ι. Κ. του Ν., 4. Ν. Ζ. του Δ., 5. Σ. Τ. του Ι., χήρας Δ. Ζ., κατοίκων ..., 6. Σ. συζ. Γ. Λ., 7. Σ. Λ. του Γ., 8. Μ. Λ. του Γ., 9. Γ. Λ. του Π., κατοίκων ..., 10. Ε. συζ. Β. Σ., το γένος Ι. Ν., κατοίκου ..., 11. Α. Γ. του Ν., 12. Ν. Γ. του Α., 13. Γ. Γ. του Α., κατοίκων ..., 14. Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 15. Χ. Τ. του Γ., κατοίκου ομοίως, 16. Δ. Τ. του Τ. , κατοίκου ..., 17. Ε. συζ. Δ. Τ., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ομοίως, 18. Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ομοίως, 19. Β. Τ. του Δ., κατοίκου ομοίως και 20. Α. συζ. Β. Κ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Τατσόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22 Μαρτίου 2003, 18 Μαϊου 2003, 20 Μαϊου 2003, 21 Μαϊου 2003, 22 Μαϊου 2003, 26 Μαϊου 2003, 4 Ιουνίου 2003, 5 Ιουνίου 2003, 6 Ιουνίου 2003, 12, Ιουνίου 2003, 12 Οκτωβρίου 2003, 26 Νοεμβρίου 2003 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 6620/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 23 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 340, 346 Κ.Πολ.Δ. και 19 παρ. 9 και 10, 20 παρ. 6 και 8 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει ότι στην ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας είτε να μη βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε, παρά την τοιαύτη βεβαίωση, από το περιεχόμενο της απόφασής του να μην καθίσταται απόλυτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση λεπτομερή απαρίθμηση και αναφορά, κατ' είδος και περιεχόμενο, όλων των προσκομισθέντων και επικληθέντων από τους αναιρεσείοντες εγγράφων, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο τα έλαβε υπόψη, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων κλπ.

των αναιρεσειόντων. Επομένως ο πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα εναντία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 17 του ισχύοντος Συντάγματος και 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) όπως ισχύει μετά τον ν. 2985/2002, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό ή κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, αν η συζήτηση για τον τελευταίο διεξαχθεί μετά παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό ή ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός.

Ως κριτήριο δε για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος αυτού. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί αυτής ειμή για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, σε σχέση με την αξία κατά τον κρίσιμο χρόνο, των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων και τον καθορισμό της οφειλόμενης σ' αυτούς οριστικής αποζημίωσης δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Με την από 14-6-2002 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, που εκδόθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου (άρθρα 44 § 1 και 72 § 1 του Συντάγματος) και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 139/Α/14-6-2002), κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα, υπέρ και με δαπάνες του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, για δημόσια ωφέλεια, ήτοι για την εκτέλεση του Ολυμπιακού Έργου της Μαραθώνιας Διαδρομής και ειδικότερα για τη διάνοιξη - διαπλάτυνση της Λεωφόρου Μαραθώνα, στο τμήμα αυτής από τη χ.θ. 18 + 360,00 έως τη χ.θ. 22 + 580,00, εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 34.661,46 τ.μ., που βρίσκεται στις κτηματικές περιοχές της Κοινότητας … και του Δήμου … και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα από μηνός Μαΐου 2002 κτηματολογικά διαγράμματα ΚΔ 6.1 έως ΚΔ 6.6 και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες της Διεύθυνσης Δ12 του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχει συντάξει ο τοπογράφος μηχανικός Χ.

Ρ. και έχει θεωρήσει τον ίδιο μήνα ο Διευθυντής της εν λόγω Διεύθυνσης Κ. Δ., όπως τα ως άνω κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακες διορθώθηκαν και συμπληρώθηκαν με τα από μηνός Οκτωβρίου 2003 διορθωτικά - συμπληρωματικά κτηματολογικά διαγράμματα και τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, που έχει συντάξει ο τοπογράφος μηχανικός Ε.

Σ., έχει ελέγξει στις 30-10-2003 η επιβλέπουσα τοπογράφος μηχανικός Μ. Π. και έχει θεωρήσει την ίδια ημέρα ο ίδιος παραπάνω Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η ευρύτερη περιοχή, όπου κείνται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, βρίσκεται στην Κοινότητα … και στο Δήμο …., έχουν δε όλα πρόσωπο επί της Λ. …., που αποτελεί μεγάλη οδική αρτηρία υπερτοπικού χαρακτήρα, η οποία συνδέει την … με τα … και καταλήγει στο λιμάνι της ….

Οι περιοχές αυτές της Κοινότητας … και του … παρουσιάζουν οικιστική και πολεοδομική ανάπτυξη και απέχουν 13 χλμ. περίπου από την …, 15 χλμ. περίπου από τη … και 6 χλμ. περίπου από το νέο αεροδρόμιο Αθηνών, εξυπηρετούνται δε από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, εκτός από αποχέτευση, καθώς και από πυκνό δίκτυο αστικής, υπεραστικής και τοπικής συγκοινωνίας.

Ειδικότερα η … αποτελεί την έδρα της περιφέρειας Ανατολικής Αττικής και για το λόγο αυτό κομβικό σημείο των γύρω Δήμων, αλλά και όσων διέρχονται με κατεύθυνση προς το λιμάνι της Ραφήνας. Στην περιοχή εξάλλου της … υπάρχουν όλες οι δημόσιες υπηρεσίες και συγκεκριμένα Νομαρχία, Πολεοδομία, Δ.Ο.Υ., πολλές Τράπεζες, επιπλέον δε ιατρικά διαγνωστικά κέντρα, ιατρεία, φαρμακεία, κέντρα εκμάθησης ξένων γλωσσών, σούπερ μάρκετ, χώροι συνάθροισης και εστίασης κοινού, εκθέσεις αυτοκινήτων και πλήθος άλλων επιχειρήσεων σε όλο το μήκος της …..

Εμπορικό κέντρο διαθέτει και το …., το οποίο είναι περιοχή εξελισσόμενη και αναπτυσσόμενη, με οικοδομική έξαρση, κυρίως σε πολυτελείς κατοικίες. Η αντικειμενική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, εφάπτονται της …, ανέρχεται 1) για τις ιδιοκτησίες με αριθμό κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα 181, 219, και 220, που βρίσκονται εκτός σχεδίου του Δήμου …., σε 14,67 ευρώ το τ.μ., 2) για τις ιδιοκτησίες με αριθμό κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα 62, 117, 120, 121 και 123, που βρίσκονται εντός σχεδίου της Κοινότητας ..., σε 205 ευρώ το τ.μ.

και 3) για τις ιδιοκτησίες με αριθμό κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα 149 και 150, που βρίσκονται εκτός σχεδίου της Κοινότητας ..., σε 11,47 ευρώ το τ.μ. Οι μάρτυρες των αιτούντων, κατά την κατάθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκτιμούν την αξία τους 1) η αρχιτέκτων - μηχανικός Ευρυδίκη Ζάκου α) σε 500 έως 600 ευρώ το τ.μ.

για τα εντός σχεδίου κείμενα, β) σε 350 ευρώ το τ.μ. για τα κείμενα εκτός σχεδίου που είναι, όμως, οικοδομήσιμα και γ) σε 250 ευρώ το τ.μ. για τα εκτός σχεδίου που δεν είναι οικοδομήσιμα, επικαλούμενη ότι η αξία των ακινήτων δεν προέρχεται από τη διαπλάτυνση της ... και γενικότερα την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων, αλλά οφείλεται στη γενικότερη ανάπτυξη που παρουσιάζει η περιοχή, 2) η τοπογράφος - μηχανικός Κ.

Π., σε 1800 έως 2000 ευρώ το τ.μ., αναφερόμενη κυρίως στα εντός σχεδίου Κοινότητας ... κείμενα ακίνητα και 3) ο Σ. Σ., σε 1000 ευρώ το τ.μ., χωρίς να κάνει διάκριση για τα κείμενα εντός ή εκτός σχεδίου. Το υπόχρεο σε αποζημίωση Ελληνικό Δημόσιο δεν εξέτασε από την πλευρά του μάρτυρα, ενώ ο μάρτυρας τούτου, Ν. Δ., τοπογράφος - μηχανικός του ΥΠΕΧΩΔΕ, στην κατάθεσή του κατά τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 2369/2002 απόφαση του προαναφερθέντος Δικαστηρίου, εκτίμησε την αξία όλων των απαλλοτριουμένων ακινήτων -συνεπώς και των επίμαχων - στα ποσά της αντικειμενικής τους αξίας.

Οι καταθέσεις των μαρτύρων των δικαιούχων της αποζημίωσης ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου υπήρξαν διαμετρικά αντίθετες της πιο πάνω κατάθεσης, αφού εκτίμησαν την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων από 600 έως 1000 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους. Ο προαναφερθείς Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Δ12 Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ Κ.

Δ., με το από 29-8-2002 ενημερωτικό σημείωμα του, εκτιμά την αξία των απαλλοτριουμένων εκτάσεων στα προαναφερθέντα ποσά της αντικειμενικής αξίας τους και με τις προαναφερθείσες διακρίσεις για τις κείμενες εντός ή εκτός σχεδίου της Κοινότητας ... και του .... Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών καθόρισε, με την προαναφερθείσα απόφαση του, την αξία των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών στο ποσό α) των 150 ευρώ ανά τ.μ.

εδάφους, για εκείνες που βρίσκονται εκτός σχεδίου του ... και εφάπτονται της ..., β) των 293 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους, για εκείνες που βρίσκονται εντός σχεδίου της Κοινότητας ... και εφάπτονται της ... και γ) των 135 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους, για εκείνες που βρίσκονται εκτός σχεδίου της Κοινότητας ... και εφάπτονται της ....

Πέραν τούτων, οι διάδικοι, προς θεμελίωση των ισχυρισμών τους, ως προς την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων και την απαξίωση των απομενόντων, καθώς και τις τιμές των επικειμένων, προσάγουν και επικαλούνται τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα και συγκριτικά στοιχεία της στενής και ευρύτερης περιοχής αυτών, προσεγγίζοντα κατά το δυνατόν τον κρίσιμο χρόνο, και ειδικότερα:

Α) οι αιτούντες: 1) τις υπ' αριθμ. 2568/2004, 363/2004, 212/2004, 5056/2003, 10478/1998 και 1730/1997 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες καθορίστηκαν οριστικές αποζημιώσεις, για αναγκαστικές απαλλοτριώσεις ακινήτων, ομόρων και της ευρύτερης περιοχής, για δημόσια ωφέλεια, σε ποσά κυμαινόμενα από 102,71 έως 500 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους, 2) τις υπ' αριθμ. 1913/2003, 738/2003, 220/2003, 1757/2002, 877/2002, 1648/2001 και 1029/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες ορίστηκαν προσωρινές αποζημιώσεις, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων της περιοχής, αλλά και άλλων περιοχών, για δημόσια ωφέλεια, σε ποσά κυμαινόμενα από 96,85 έως 700 ευρώ ανά τ.μ.

εδάφους, χωρίς, όμως να προκύπτει ότι οι τιμές αυτές έγιναν οριστικές, 3) τα υπ' αριθμ. …842, ...43 και ...47/1998 οριστικά συμβόλαια του συμβολαιογράφου Μ. Λ., με τα οποία μεταβιβάστηκαν εδαφικές εκτάσεις κείμενες στην ... και στο ..., σε ποσά κυμαινόμενα από 203.752 δραχμές έως 312.930 δραχμές (ή 597,95 έως 918,36 ευρώ) ανά τ.μ. εδάφους, 4) το υπ' αριθμ.

…44/1999 οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ε. Δ. -Α., με το οποίο μεταβιβάστηκε οικόπεδο εφαπτόμενο της ... και κείμενο στο ..., που αποτιμήθηκε στο ποσό των 460.397 δραχμών (ή 1351,13 ευρώ) κατά τ.μ., 5) το υπ' αριθμ. …02/1998 οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σ. Β., με το οποίο μεταβιβάστηκαν τρία οικόπεδα, συνολικού εμβαδού 3.301,50 τ.μ., τα οποία κείνται στο ..., αντί ποσού 208.108 δραχμών (ή 610,74 ευρώ) ανά τ.μ.

εδάφους, 6) το υπ' αριθμ. …..92/2001 οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λ. Κ. - Α., με το οποίο μεταβιβάστηκε κάθετη ιδιοκτησία, εμβαδού 503,01 τ.μ., κείμενη στη θέση "... της Κοινότητας ..., αντί ποσού 26.000.000 δραχμών ή 76.302,27 ευρώ, ήτοι 151,693 ευρώ ανά τ.μ., 7) την υπ' αριθμ. Φ. 21-1/.../1-4-2003 έκθεση εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, στην οποία η ανά τ.μ.

αξία των οικοπέδων που εφάπτονται της ... προσδιορίζεται ως κυμαινόμενη μεταξύ 700 και 900 ευρώ, 8) την από 21-3-1990 τεχνική έκθεση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων (Δ12) του ΥΠΕΧΩΔΕ Κ. Δ., στην οποία η ανά τ.μ. αξία της αμπέλου προσδιορίζεται στο ποσό των 15.000 δραχμών (ή 44,02 ευρώ), 9) τιμολόγιο ΑΤΟΕ πρώτου τριμήνου 2000, 10) τις τεχνικές εκθέσεις των α) Χ.

Τ., τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού, β) Ο. Κ., πολιτικού μηχανικού, γ) Γ. Γ., πολιτικού μηχανικού, δ) Ν. Π., πολιτικού μηχανικού, ε) Ν. Σ., πολιτικού μηχανικού (αρχική και συμπληρωματική), στ) Ι. Σ., αρχιτέκτονος μηχανικού, ζ) Χ. Γ., αρχιτέκτονος μηχανικού, η) Σ. Ζ., πολιτικού μηχανικού, θ) Κ. Π., τοπογράφου μηχανικού, ι) Δ.

Β., πολιτικού μηχανικού, ια) Α. Π., πολιτικού μηχανικού, ιβ) Β. Π., πολιτικού μηχανικού, ιγ) Χ. Δ., πολιτικού μηχανικού, ιδ) Δ. Γ., πολιτικού μηχανικού, ιε) Κ. Σ., πολιτικού μηχανικού, και ιστ) Π. Ζ., πολιτικού μηχανικού, οι οποίοι αποτιμούν τις μεν εδαφικές εκτάσεις στα ποσά των 586,94 έως 2.200 ευρώ ανά τ.μ., τα δε επικείμενα σε διάφορα ποσά, και 11) δημοσιεύματα των εφημερίδων "...", " ..." και "...", της χρονικής περιόδου Φεβρουαρίου -Νοεμβρίου 2002, που αναφέρονται στις τιμές των ακινήτων της εγγύς και της ευρύτερης περιοχής των απαλλοτριουμένων ακινήτων.

Β) Το καθ' ου - ανταιτούν Ελληνικό Δημόσιο: 1) τις υπ' αριθμ. 8752/2003, 6367/2003, 9126/2000 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες καθορίστηκαν οριστικές αποζημιώσεις, για αναγκαστικές απαλλοτριώσεις ακινήτων, ομόρων και της εγγύς περιοχής, για δημόσια ωφέλεια, σε ποσά κυμαινόμενα από 82,17 έως 300 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους.

Ειδικότερα δε με την πρώτη τούτων (8752/03) και με κρίσιμο την 22-11-2002, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας ακινήτων, τα οποία απαλλοτριώθηκαν με την ίδια πράξη που απαλλοτριώθηκαν και τα επίδικα και τα οποία αφορούν το ίδιο τμήμα με αυτά (ΣΤ' τμήμα της Μαραθώνιας Διαδρομής), στα ποσά α) των 150 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους για τις ιδιοκτησίες που κείνται εκτός σχεδίου του ...

και β) των 300 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους για τις ιδιοκτησίες που κείνται εντός σχεδίου της Κοινότητας ..., 2) απόσπασμα του βιβλίου τιμών της αρμόδιας για την εκτίμηση των απαλλοτριουμένων ακινήτων Δ.Ο.Υ. ...ς, από το οποίο προκύπτει ότι α) στην περιοχή του Δήμου … και κατά το χρονικό διάστημα από το 1992 μέχρι το 1997, μεταβιβάστηκαν αγροί, των οποίων η ανά τ.μ.

αξία προσδιορίστηκε σε ποσά κυμαινόμενα μεταξύ 8.000 και 16.000 δραχμών (ή 23,48 έως 46,96 ευρώ), β) στην περιοχή της Κοινότητας ... και κατά το χρονικό διάστημα από το 1991 μέχρι το 1997, μεταβιβάστηκαν αγροί, των οποίων η ανά τ.μ. αξία προσδιορίστηκε σε ποσά κυμαινόμενα μεταξύ 7.800 και 22.500 δραχμών (ή 22,89 έως 66,03 ευρώ) και γ) επίσης στην περιοχή Κοινότητας ...

και κατά το χρονικό διάστημα από το 1991 μέχρι το 1995, μεταβιβάστηκαν οικόπεδα, των οποίων η ανά τ.μ. αξία προσδιορίστηκε σε ποσά κυμαινόμενα μεταξύ 10.000 και 24.500 δραχμών (ή 29,35 έως 71,90 ευρώ) και 3) φύλλα της εφημερίδας "...", με ημερομηνίες 2-3 Ιουνίου 2001 και 15-16 Σεπτεμβρίου 2001, στα οποία αναφέρονται οι τιμές των οικοπέδων στην εγγύς και στην ευρύτερη περιοχή των επιδίκων.

Από όλα τα προπαρατεθέντα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και τα λοιπά μη ειδικώς μνημονευόμενα, τα οποία εκτιμώνται προς διάγνωση των ενδίκων ισχυρισμών κατά τον λόγο της τοπικής και χρονικής προσφορότητάς τους, προκύπτει ότι η αξία των απαλλοτριωθέντων εδαφών, κατά τον κρίσιμο χρόνο της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου συζήτησης (4-5-2004), τόσο για όσους το πρώτον ζητούν από το Δικαστήριο τούτο προσδιορισμό της αποζημίωσης, όσο και για τους λοιπούς, που υπήρξαν διάδικοι στη δίκη προσωρινού καθορισμού αποζημίωσης, αφού από τον χρόνο συζήτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου (22-11-2002) και μέχρι τη συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, χωρίς να υπολογιστεί η μεταβολή που επήλθε στην αξία αυτή μετά τη δημοσίευση της απόφασης για την κήρυξη της παρούσας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και συνεπεία αυτής ή συνεπεία της εξαγγελίας της απαλλοτρίωσης ή λόγω της κατασκευής του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση, πρέπει να προσδιοριστεί στα ποσά α) των εκατόν ενενήντα (190) ευρώ ανά τ.μ.

εδάφους για τις ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ 181, 219 και 220, που βρίσκονται εκτός σχεδίου του ... και εφάπτονται της ..., β) των τριακοσίων εβδομήντα (370) ευρώ ανά τ.μ. εδάφους για τις ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ 62, 117, 120, 121 και 123, που βρίσκονται εντός σχεδίου της Κοινότητας ... και εφάπτονται της ... και γ) των εκατόν ογδόντα (180) ευρώ ανά τ.μ.

εδάφους για τις ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ 149 και 150, που βρίσκονται εκτός σχεδίου της Κοινότητας ... και εφάπτονται της .... Στα ποσά αυτά πρέπει να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους δικαιούχους να τα αντικαταστήσουν με άλλα ισάξια.

Ομοίως, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό, αποδεικνύεται ότι οι αξίες των αποζημιωτέων επικειμένων της απαλλοτριούμενης έκτασης ανέρχονταν, κατά τον ίδιο παραπάνω κρίσιμο χρόνο, στα ποσά που ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας. Στα επικείμενα αυτά περιλαμβάνονται τόσο τα περιγραφόμενα, όσο και τα μη περιγραφόμενα στους κτηματολογικούς πίνακες, των οποίων αποδεικνύεται η ύπαρξη." Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, εφάρμοσε σωστά και δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις, ούτε εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που αναφέρεται στις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης, ούτε παραβίασε αυτές εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των άνω διατάξεων.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και κατά το τρίτο μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις επειδή διαφοροποίησε όμοια (εντός και εκτός σχεδίου με προϋποθέσεις εντός σχεδίου) και εξομοίωσε ανόμοια (μεγάλης και μικρής έκτασης) ακίνητα και περαιτέρω δεν έλαβε υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωθέντων την μεταβολή αυτής συνεπεία της κήρυξης της απαλλοτρίωσης και της κατασκευής του έργου για το οποίο αυτή έγινε που όμως, κατά τα κατωτέρω έχει σημασία για το απομένον τμήμα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος που υπό την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττει εμμέσως την περί πραγμάτων, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του άνω δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη ορίζεται ιδιαίτερη αποζημίωση, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Εξάλλου, κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με την οποία (διάταξη) προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα, όπως είναι και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του προσώπου, υπάρχει έλλειψη σεβασμού της περιουσίας και όταν η, συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης, μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού μετά των συστατικών του, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την άνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημίωσης ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνο της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση μέρους του ακινήτου.

Γιατί αλλιώς ως προς την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου και επομένως η περιουσία του θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Σημειωτέον ότι, ανεξαρτήτως του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημίωσης είναι απότοκο της εφαρμογής της πιο πάνω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 του ν. 2882/2001 κατά την οποία ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη.

Και τούτο γιατί η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση της αξίας του απαλλοτριουμένου μέρους, το πλήρες της αξίας του οποίου κρίνεται προ και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Αντίθετα η αποζημίωση κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου που εξακολουθεί ν' αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου δια το οποίο η απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 31/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τα αιτήματα των αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους και αναγνώριση μη υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης ή καταβολής αποζημίωσης σε τρίτους δέχθηκε τα εξής:

1.- Ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ 62: Εικαζόμενος δικαιούχος της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωσή της φέρεται ότι είναι ο πρώτος των αιτούντων Ε. Τ. του Π.. Η ως άνω ιδιοκτησία κείται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ... και εντός σχεδίου αυτής και είχε αρχικά εμβαδόν 568,50 τ.μ., ήταν δε άρτια και οικοδομήσιμη και είχε πρόσοψη επί της ....

Σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα απαλλοτριώνεται από αυτήν έκταση 71,01 τ.μ., από την οποία τμήμα εμβαδού 14,07 τ.μ. προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων. Επί της εν λόγω ιδιοκτησίας έχει ανεγερθεί διώροφη πλακοσκεπής οικοδομή με υπόγειο, συνολικού όγκου 3.806 κ.μ..

Στον ισόγειο όροφο της οικοδομής αυτής λειτουργεί επιχείρηση εμπορίας ξυλείας και στον πρώτο όροφο στεγάζονται τρία (3) διαμερίσματα. Τα αιτήματα α) περί άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και β) περί καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης, στηριζόμενα στο ότι με την απότμηση του απαλλοτριουμένου μέρους 1) δημιουργείται υψομετρική διαφορά μεταξύ της εισόδου - εξόδου της ιδιοκτησίας αυτής και της διαπλατυνόμενης οδού, 2) μειώνεται η οικοδομησιμότητά της, διότι με την διαπλάτυνση της οδού προκαλείται μετατόπιση της οικοδομικής γραμμής, η οποία υποχωρεί 45 μέτρα μέσα από τον άξονα της οδού, πράγμα που σημαίνει ότι σύμφωνα με τους πολεοδομικούς κανονισμούς θα πρέπει οποιοδήποτε κτίσμα να απέχει τουλάχιστον 45 μέτρα από τον άξονα της ...

και, συνεπώς, κατά το μέρος που δεν έχει εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης, δεν θα δύναται να αναγερθεί περαιτέρω οικοδομή στο εναπομένον τμήμα του ακινήτου λόγω ελλειπούς απόστασης από τον άξονα της οδού, 3) μειώνεται ο έμπροσθεν του κτιρίου ευρισκόμενος χώρος στάθμευσης που χρησιμοποιείται από τους ενοίκους του κτιρίου, 4) μειώνεται η επιφάνεια του οικοπέδου και κατά συνέπεια και τα τετραγωνικά μέτρα της επιτρεπόμενης να ανεγερθεί ανωδομής και 5) το εναπομένον τμήμα θα επιβαρυνθεί με ρύπους και θορύβους, διότι η ...

θα γίνει ταχείας κυκλοφορίας, και κατά συνέπεια όχι μόνο δεν υπάρχει ωφέλεια αλλά και μειώνεται η αξία του ακινήτου, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Τούτο δε διότι: 1) όπως παρατηρείται στην έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 33 Ν. 2971/2001, δεν διαφοροποιούνται σημαντικά τα υψομετρικά δεδομένα της υπό κατασκευή οδού σε σχέση με την εν λόγω παρόδια ιδιοκτησία, με αποτέλεσμα να υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στο ακίνητο.

Περαιτέρω η επικαλούμενη υψομετρική διαφορά, η οποία δεν είναι σημαντική, είναι αποτέλεσμα του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και όχι της απότμησης του απαλλοτριουμένου τμήματος, 2) με την απαλλοτρίωση αυτή ούτε τα πολεοδομικά δεδομένα της παραπάνω ιδιοκτησίας διαφοροποιούνται, εφόσον ήταν και παραμένει άρτια και οικοδομήσιμη, ούτε και δημιουργούνται επιπτώσεις στη χρήση της, εφόσον παραμένουν χώροι οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τις επιθυμίες του αιτούντος και των ενοίκων της υπάρχουσας επί του ακινήτου οικοδομής, 3) οι θόρυβοι και οι ρύποι δεν είναι αποτέλεσμα της απότμησης του απαλλοτριουμένου τμήματος, αλλά του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και τούτο ανεξάρτητα από το ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι θόρυβοι και οι ρύποι θα είναι περισσότεροι από εκείνους που υπήρχαν πριν την απαλλοτρίωση και την εκτέλεση του έργου για το οποίο έγινε αυτή και 4) η υφιστάμενη πρόσοψη της επίμαχης ιδιοκτησίας ευρίσκεται πλέον επί οδού πλατύτερης, καλύτερης και ασφαλέστερης της ήδη υφισταμένης, πράγμα που σημαίνει ότι η ιδιοκτησία αυτή υφίσταται ωφέλεια από την κατασκευή της οδού για την οποία έγινε η απαλλοτρίωση.

3.- Ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ 120 και 121: Εικαζόμενοι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση τους φέρονται ότι είναι της πρώτης τούτων η 3η και ο 4ος των αιτούντων Κ. χήρα Ν. Κ. και Ι. Κ. του Ν. και της δεύτερης από αυτές μόνο ο ως άνω 4ος των αιτούντων. Οι ως άνω ιδιοκτησίες κείνται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ...

και εντός σχεδίου αυτής και είχαν αρχικά εμβαδόν η πρώτη τούτων 2.807,65 τ.μ. και η δεύτερη από αυτές 997,80 τ.μ., ήταν δε άρτιες και οικοδομήσιμες και είχαν πρόσοψη επί της .... Σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα απαλλοτριώνεται από την πρώτη από αυτές έκταση 517,69 τ.μ., από την οποία τμήμα εμβαδού 429,67 τ.μ. προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων, και από την δεύτερη, έκταση 21,06 τ.μ., που προσδιορίζεται ολόκληρη ως αυτοαποζημιούμενη, ενώ παράλληλα αποζημιώνει την ΚΠ 120 ιδιοκτησία για 3,95 τ.μ.

Επί της πρώτης των ιδιοκτησιών αυτών έχει ανεγερθεί οικοδομή, που αποτελείται από ισόγειο, όγκου 2.900 κ.μ., στο οποίο λειτουργεί εστιατόριο με την επωνυμία "...", και υπόγειο, όγκου 400 κ.μ., και επί της δεύτερης από αυτές έχει ανεγερθεί ισόγειο κτίριο, όγκου 1.150 κ.μ., στο οποίο λειτουργεί επιχείρηση εμπορίας ανοξείδωτων ειδών επαγγελματικού εξοπλισμού εστιατορίων, ξενοδοχείων κλπ.

με την ονομασία .... Περαιτέρω τα αιτήματα α) περί άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων και β) της καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος τμήματος των ιδιοκτησιών αυτών, τα οποία στηρίζονται στους ίδιους λόγους που στηρίζονται αυτά και για την ΚΠ 62 ιδιοκτησία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα για τους ίδιους λόγους που απερρίφθησαν για την προαναφερθείσα ΚΠ 62 ιδιοκτησία.

4.- Ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ 123 και 149: Εικαζόμενοι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση τους φέρονται ότι είναι της πρώτης τούτων ο 5ος και η 6η των αιτούντων Ν. Ζ. και Σ. Τ. και της δεύτερης από αυτές η 7η, ο 8ος και ο 9ος τούτων Σ. Δ., Μ. Λ. και Γ. Λ., αντίστοιχα. Οι ως άνω ιδιοκτησίες κείνται η πρώτη τούτων εντός και η δεύτερη εκτός σχεδίου της Κοινότητας ...

και είχαν αρχικά εμβαδόν η πρώτη 2.800 τ.μ. και η δεύτερη 3.328,40 τ.μ., ήταν δε άρτιες και οικοδομήσιμες και είχαν πρόσοψη επί της .... Σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα απαλλοτριώνεται από την πρώτη έκταση 197,42 τ.μ., από την οποία τμήμα εμβαδού 195,62 τ.μ. προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων, και από την δεύτερη απαλλοτριώνεται έκταση 266,37 τ.μ., από την οποία τμήμα εμβαδού 156,30 τ.μ.

προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ παράλληλα υποχρεούται να αποζημιώσει την ΚΠ 150 ιδιοκτησία για 1,17 τ.μ. Επί της πρώτης των ως άνω ιδιοκτησιών έχει ανεγερθεί διώροφο κτίριο, συνολικού όγκου 4.130 κ.μ., στον πρώτο όροφο του οποίου στεγάζονται δύο γραφεία, στον ισόγειο όροφο λειτουργούν τέσσερα καταστήματα και στον υπόγειο όροφο λειτουργούν δύο επιχειρήσεις, και επί της δεύτερης τούτων έχει ανεγερθεί επίσης διώροφο κτίριο, συνολικού όγκου 3.136 κ.μ., στον πρώτο όροφο του οποίου στεγάζονται τέσσερα γραφεία, στον ισόγειο όροφο λειτουργεί επιχείρηση εμπορίας πυρίμαχων και διακοσμητικών υλικών και στον υπόγειο όροφο στεγάζονται αποθήκες.

Περαιτέρω τα αιτήματα α) περί άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων και β) της καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος τμήματος των ιδιοκτησιών αυτών, τα οποία στηρίζονται στους ίδιους λόγους που στηρίζονται αυτά και για την ΚΠ 62 ιδιοκτησία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα για τους ίδιους λόγους που απερρίφθησαν για την προαναφερθείσα ΚΠ 62 ιδιοκτησία.- 5.- Ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ 150:

Εικαζόμενος δικαιούχος της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της φέρεται ότι είναι η 11η των αιτούντων Ε. συζ. Β. Σ.. Η ως άνω ιδιοκτησία κείται εκτός σχεδίου της Κοινότητας ... και είχε πρόσοψη επί της .... Σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα απαλλοτριώνεται από αυτήν έκταση 316,08 τ.μ., από την οποία τμήμα εμβαδού 158,52 τ.μ.

προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ παράλληλα υποχρεούται να αποζημιώσει την ιδιοκτησία ΚΠ 151 για 1 τ.μ. Επί της ιδιοκτησίας αυτής έχει ανεγερθεί κτίριο συνολικού όγκου 3.790 κ.μ., στο υπόγειο του οποίου λειτουργεί επιχείρηση κατασκευής και επεξεργασίας αλουμινίου και σιδήρου, στο ισόγειο λειτουργεί έκθεση αλουμινίου και σιδήρου και στον πρώτο όροφο στεγάζονται δύο καταστήματα.

Περαιτέρω η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η ιδιοκτησία αυτή είχε αρχικά εμβαδόν 4.000 τ.μ. και ότι λόγω αυτού του εμβαδού της ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, μολονότι ήταν εκτός σχεδίου του .... Προς ενίσχυση του εν λόγω ισχυρισμού της προσάγει και επικαλείται αυτή την από 3-5-2004 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Π.

Ζ. στην οποία αναφέρεται ότι η επίμαχη ιδιοκτησία ήταν κατά τον τίτλο ιδιοκτησίας (συμβόλαιο υπ' αριθμ. …64/1968 του συμ/φου Κρωπίας Α. Α.) 4.000 τ.μ. και ότι μετά την απαλλοτρίωση απομένει, σύμφωνα με νεώτερη καταμέτρηση του μηχανικού αυτού, τμήμα 2.084,68 τ.μ. Αν, όμως, η ιδιοκτησία αυτή ήταν πράγματι 4.000 τ.μ. τότε θα έπρεπε μετά την απαλλοτρίωση του τμήματος των 316,08 τ.μ.

το εναπομένον τμήμα αυτής να είχε έκταση 3.683,92 τ.μ. (4.000 - 316,08 = 3.683,92) και όχι 2.084,68 τ.μ. Η Επιτροπή του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 αναφέρει στην έκθεση της ότι το συνολικό εμβαδόν της ιδιοκτησίας αυτής ήταν πριν την απαλλοτρίωση πολύ μικρότερο των τεσσάρων (4) στρεμμάτων που επικαλείται η αιτούσα και ότι ως εκ τούτου δεν υφίσταται θέμα απώλειας της αρτιότητας (άρα και της οικοδομησιμότητας) αυτής.

Ενόψει τούτων το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η επίμαχη ιδιοκτησία ήταν πριν την απαλλοτρίωση μη άρτια και μη οικοδομήσιμη και ότι, κατά συνέπεια, η απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος αυτής ουδεμία επιρροή ασκεί στην αρτιότητα και στην οικοδομησιμότητά της. Περαιτέρω τα αιτήματα α) περί άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων και β) της καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος τμήματος της ιδιοκτησίας αυτής, τα οποία στηρίζονται στο ότι με την απότμηση του απαλλοτριουμένου μέρους 1) δημιουργείται υψομετρική διαφορά μεταξύ της εισόδου - εξόδου της ιδιοκτησίας αυτής και της διαπλατυνόμενης οδού, 2) χάνεται η οικοδομησιμότητά της, διότι με την διαπλάτυνση της οδού προκαλείται μετατόπιση της οικοδομικής γραμμής, η οποία υποχωρεί 45 μέτρα μέσα από τον άξονα της οδού, πράγμα που σημαίνει ότι σύμφωνα με τους πολεοδομικούς κανονισμούς θα πρέπει οποιοδήποτε κτίσμα να απέχει τουλάχιστον 45 μέτρα από τον άξονα της ...

και, συνεπώς, δεν θα δύναται να αναγερθεί οικοδομή στο εναπομένον τμήμα του ακινήτου λόγω ελλειπούς απόστασης από τον άξονα της οδού, 3) μειώνεται ο έμπροσθεν του κτιρίου ευρισκόμενος χώρος στάθμευσης που χρησιμοποιείται από τους ενοίκους του κτιρίου και 4) το εναπομένον τμήμα θα επιβαρυνθεί με ρύπους και θορύβους, διότι η ...

θα γίνει ταχείας κυκλοφορίας, και κατά συνέπεια όχι μόνο δεν υπάρχει ωφέλεια αλλά και μειώνεται η αξία του ακινήτου, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Τούτο δε διότι: 1) όπως παρατηρείται στην έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 33 Ν. 2971/2001, δεν διαφοροποιούνται σημαντικά τα υψομετρικά δεδομένα της υπό κατασκευή οδού σε σχέση με την εν λόγω παρόδια ιδιοκτησία, με αποτέλεσμα να υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στο ακίνητο.

Περαιτέρω η επικαλούμενη υψομετρική διαφορά, η οποία δεν είναι σημαντική, είναι αποτέλεσμα του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και όχι της απότμησης του απαλλοτριουμένου τμήματος, 2) με την απαλλοτρίωση αυτή ούτε τα πολεοδομικά δεδομένα της παραπάνω ιδιοκτησίας διαφοροποιούνται, εφόσον ήταν και παραμένει μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, ούτε και δημιουργούνται επιπτώσεις στη χρήση της, εφόσον παραμένουν χώροι οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τις επιθυμίες της αιτούσας και των ενοίκων της υπάρχουσας επί του ακινήτου οικοδομής, 3) οι θόρυβοι και οι ρύποι δεν είναι αποτέλεσμα της απότμησης του απαλλοτριουμένου τμήματος, αλλά του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και τούτο ανεξάρτητα από το ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι θόρυβοι και οι ρύποι θα είναι περισσότεροι από εκείνους που υπήρχαν πριν την απαλλοτρίωση και την εκτέλεση του έργου για το οποίο έγινε αυτή και 4) η υφιστάμενη πρόσοψη της επίμαχης ιδιοκτησίας ευρίσκεται πλέον επί οδού πλατύτερης, καλύτερης και ασφαλέστερης της ήδη υφισταμένης, πράγμα που σημαίνει ότι η ιδιοκτησία αυτή υφίσταται ωφέλεια από την κατασκευή της οδού για την οποία έγινε η απαλλοτρίωση.- 6.- Ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ 181:

Εικαζόμενοι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της φέρονται ότι είναι οι 12ος, ο 13ος και η 14η των αιτούντων Α. Γ., Ν. Γ. και Γ. θυγ. Α. Γ.. Η ως άνω ιδιοκτησία κείται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ... και εκτός σχεδίου αυτής και είχε αρχικά εμβαδόν 2.656,48 τ.μ., ήταν δε, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, άρτια και οικοδομήσιμη και είχε πρόσοψη επί της ....

Σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα απαλλοτριώνεται από αυτήν έκταση 525,32 τ.μ., από την οποία τμήμα 282,05 τ.μ. προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων. Επί της ανωτέρω ιδιοκτησίας έχει αναγερθεί διώροφο κτίσμα, στον ισόγειο όροφο του οποίου λειτουργεί επιχείρηση εμπορίας υδραυλικών ειδών, ειδών θέρμανσης και δεξαμενών υγρών, στο υπόγειο στεγάζονται αποθήκες και στον πρώτο όροφο στεγάζεται οικία.

Περαιτέρω τα αιτήματα α) περί άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και β) της καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος τμήματος της ιδιοκτησίας αυτής, τα οποία στηρίζονται στους ίδιους λόγους που στηρίζονται αυτά και για την ΚΠ 62 ιδιοκτησία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα για τους ίδιους λόγους που απερρίφθησαν για την προαναφερθείσα ΚΠ 62 ιδιοκτησία.- 7.- Ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ 219:

Εικαζόμενοι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της φέρονται ότι είναι ο 15ος και η 16η των αιτούντων Α. Τ. και Χ. Τ.. Η ως άνω ιδιοκτησία κείται στην κτηματική περιφέρεια του ... και εκτός σχεδίου πόλης αλλά εντός Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου και είχε αρχικά εμβαδόν 4.077,87 τ.μ., ήταν δε άρτια και οικοδομήσιμη και είχε πρόσοψη επί της ....

Σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα απαλλοτριώνεται από αυτήν έκταση 412,64 τ.μ., από την οποία τμήμα εμβαδού 350,30 τ.μ. προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων. Μετά την απαλλοτρίωση του προαναφερθέντος τμήματος της εξακολουθεί αυτή να είναι άρτια και οικοδομήσιμη, οι δε ως άνω αιτούντες, επικαλούμενοι ότι και οι δύο είναι ιατροί και ότι η εν λόγω ιδιοκτησία αγοράστηκε από αυτούς με αποκλειστικό σκοπό την δημιουργία κλινικής και διαγνωστικού κέντρου, υποβάλλουν τα αιτήματα α) άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και β) καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος ακινήτου, στηριζόμενα στο ότι με την απότμηση του απαλλοτριουμένου μέρους 1) δεν είναι δυνατή η δημιουργία κλινικής και διαγνωστικού κέντρου, διότι μειώνεται η οικοδομήσιμη επιφάνεια, 2) δύσκολα δύναται να ανεγερθεί στην εν λόγω ιδιοκτησία οικοδομή, λόγω ελλειπούς απόστασης από τον άξονα της οδού, διότι με την διαπλάτυνση της οδού προκαλείται μετατόπιση της οικοδομικής γραμμής, η οποία, σύμφωνα με τους πολεοδομικούς κανονισμούς, υποχωρεί 45 μέτρα μέσα από τον άξονα της οδού, 3) μειώνεται ο ελεύθερος χώρος για την δημιουργία των απολύτως απαραιτήτων θέσεων στάθμευσης για την κλινική, 4) καταστρέφονται πολλά μεγάλα δέντρα που συνεισέφεραν σε υγεία, αισθητική, δροσιά και ηχομόνωση και 5) η μετατροπή της ...

σε οδό ταχείας κυκλοφορίας δημιουργεί προβλήματα θορύβων και καυσαερίων και κατά συνέπεια με την απαλλοτρίωση όχι μόνο δεν υπάρχει ωφέλεια αλλά και μειώνεται η αξία του ακινήτου. Τα εν λόγω αιτήματα είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν διότι: 1) με την απαλλοτρίωση αυτή ούτε τα πολεοδομικά δεδομένα της παραπάνω ιδιοκτησίας διαφοροποιούνται, εφόσον ήταν και παραμένει άρτια και οικοδομήσιμη, ούτε και δημιουργούνται επιπτώσεις στη χρήση της, δεδομένου ότι οι αιτούντες ούτε προσκομίζουν αλλά ούτε και επικαλούνται βεβαίωση της αρμόδιας πολεοδομίας που να πιστοποιεί την απώλεια της αρτιότητας - οικοδομησιμότητας αυτής (βλ.

τα σημειούμενα στο τέλος της έκθεσης της Επιτροπής του άρθρου 33 Ν. 2971/2001), 2) από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει και μάλιστα κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι δεν δύναται να ανεγερθεί επί του εναπομένοντος τμήματος της ιδιοκτησίας αυτής κλινική, διαθέτουσα και τους απαραίτητους χώρους στάθμευσης, δεδομένου ότι και στην προσαγόμενη με επίκληση από τους παραπάνω αιτούντες τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Χ.

Δ., με ημερομηνία μηνός Μαρτίου 2003, δεν αποκλείεται η δυνατότητα ανέγερσης κλινικής, αλλά αναφέρεται ότι "καθίσταται προβληματική η αρχική σκέψη δημιουργικής κλινικής ή διαγνωστικού κέντρου", 3) τα καταστρεφόμενα λόγω της απαλλοτρίωσης δένδρα το μεν αποζημιώνονται, το δε δύνανται να αντικατασταθούν με άλλα, 4) οι θόρυβοι και οι ρύποι δεν είναι αποτέλεσμα της απότμησης του απαλλοτριουμένου τμήματος, αλλά του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και τούτο ανεξάρτητα από το ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι θόρυβοι και οι ρύποι θα είναι περισσότεροι από εκείνους που υπήρχαν πριν την απαλλοτρίωση και την εκτέλεση του έργου για το οποίο έγινε αυτή και 5) η υφιστάμενη πρόσοψη της επίμαχης ιδιοκτησίας θα ευρίσκεται πλέον επί της οδού πλατύτερης, καλύτερης και ασφαλέστερης της ήδη υπάρχουσας, πράγμα που σημαίνει ότι η ιδιοκτησία αυτή υφίσταται ωφέλεια από την κατασκευή της οδού για την οποία έγινε η απαλλοτρίωση.- 8.- Ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ 220:

Εικαζόμενοι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της φέρονται ότι είναι ο 17ος και οι 18η, 19η και 20η των αιτούντων Δ. Τ., Ε. συζ. Δ. Τ., Ε. Τ. και Β. Τ., αντίστοιχα. Η ως άνω ιδιοκτησία κείται στην κτηματική περιφέρεια του ... … και εκτός σχεδίου αυτής (βλ. από 29-8-2002 ενημερωτικό σημείωμα της Δ/νσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ όπου μνημονεύεται αυτή μεταξύ των κειμένων εκτός σχεδίου του ...) και είχε αρχικά εμβαδόν 940,50 τ.μ.

Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε και οι ως άνω αιτούντες ισχυρίζονται, ότι η εν λόγω ιδιοκτησία ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, μολονότι είχε πρόσοψη επί της ..., του Δικαστηρίου οδηγούμενου στην κρίση ότι ήταν αυτή μη άρτια και μη οικοδομήσιμη. Σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα απαλλοτριώνεται από αυτήν έκταση 171,27 τ.μ., από την οποία τμήμα εμβαδού 122,50 τ.μ.

προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων. Επί της ιδιοκτησίας αυτής έχει ανεγερθεί ισόγειο κτίσμα, συνολικού εμβαδού 295 τ.μ., εκ των οποίων τα 245 τ.μ. χρησιμοποιούνται ως κατάστημα έκθεσης πλακιδίων και τα υπόλοιπα 50 τ.μ. ως βοηθητικοί χώροι και χώροι γραφείων.

Περαιτέρω τα αιτήματα α) περί άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και β) της καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος τμήματος της ιδιοκτησίας αυτής, τα οποία στηρίζονται στους ίδιους λόγους που στηρίζονται αυτά και για την ΚΠ 62 ιδιοκτησία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα για τους ίδιους λόγους που απερρίφθησαν για την προαναφερθείσα ΚΠ 62 ιδιοκτησία.- 9.- Ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ 117:

Εικαζόμενος δικαιούχος της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της φέρεται ότι είναι η 28η των αιτούντων Αγγελική συζ. Βασιλείου Κοντογεώργου. Η ως άνω ιδιοκτησία κείται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ... και εντός σχεδίου αυτής και είχε αρχικά εμβαδόν 146,68 τ.μ., ήταν δε άρτια και οικοδομήσιμη και είχε πρόσοψη επί της ....

Σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα απαλλοτριώνεται από αυτήν έκταση 89,32 τ.μ., από την οποία τμήμα εμβαδού 67,77 τ.μ. προσδιορίζεται ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ δεν προκύπτει υποχρέωσί) αποζημίωσης τρίτων. Το εναπομένον τμήμα των 59,36 τ.μ. (148,68 - 89,32 = 59,36) καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, πράγμα που οφείλεται στην απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος.

Με την απαλλοτρίωση, λοιπόν, αυτή διαφοροποιούνται τα πολεοδομικά δεδομένα της εν λόγω ιδιοκτησίας και δημιουργούνται επιπτώσεις στη χρήση της, εφόσον αυτή, προοριζόμενη για ανοικοδόμηση (οικόπεδο), καθίσταται πλέον μη άρτια και μη οικοδομήσιμη (βλ. και από μηνός Απριλίου 2004 τεχνική έκθεση της πολιτικού μηχανικού Δ.

Β.). Σύμφωνα με τα παραπάνω η εν λόγω ιδιοκτησία ουδεμία υφίσταται ωφέλεια από την απαλλοτρίωση για την κατασκευή της οδού, γι' αυτό και πρέπει να αναγνωρισθεί ότι δεν υπέχει υποχρέωση αυτοαποζημίωσης, δεκτού καθισταμένου του σχετικού αιτήματος ως βάσιμου και κατ' ουσίαν. Την άρση δε της αυτοαποζημίωσης εισηγείται ομόφωνα και η Επιτροπή του άρθρου 33 Ν. 2971/2001 στη σχετική έκθεση αυτής.

Περαιτέρω η αξία του εναπομένοντος τμήματος της ως άνω ιδιοκτησίας μειώνεται, λόγω του ότι καθίσταται πλέον αυτή μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, κατά ποσοστό 60%. Πρέπει, επομένως, να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος της ιδιοκτησίας αυτής σε ποσοστό 60% επί της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης που καθορίζεται για το απαλλοτριούμενο τούτο ακίνητο, δεκτού καθισταμένου του σχετικού αιτήματος ως βάσιμου και κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, κατά το μέρος που απέρριψε ως αβάσιμα τα αιτήματα των εκ των αναιρεσειόντων 1) Ε. Τ. (αρ. ιδ. 62), 2) Κ. χηρ. Ν. Κ. (αρ. ιδ. 120), 3) Ι. Κ. (αρ. ιδ. 120, 121), 4) Ν. Ζ. και Σ. Τ. (αρ. ιδ. 123), 5) Σ. συζ. Γ. Λ., Σ. Λ., Μ. Λ. και Γ. Λ. (αρ. ιδ. 149), 6) Α. Γ., Ν. Γ. και Γ. θυγ. Α. Γ. (αρ. ιδ. 181) και 7) Δ. Τ., Ε. συζ. Δ. Τ., Ε. Δ. Τ. και Β. Δ. Τ. (αρ.

ιδ. 220) περί άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και περί καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους με την αιτιολογία ότι η υψομετρική διαφορά αυτών από την υπό κατασκευή οδό δεν είναι αποτέλεσμα της απότμησης του απαλλοτριούμενου τμήματος των ιδιοκτησιών τους αλλά του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες οφείλεται πρόσθετη αποζημίωση κλπ.

και όταν η επερχόμενη στο απομένον μέρος της ιδιοκτησίας μείωση της αξίας του έχει ως γενεσιουργό αιτία την εκτέλεση του δια το οποίο η απαλλοτρίωση έργου. Επομένως ο δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα ίδια είναι βάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το άνω μέρος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση επειδή απέρριψε τα άνω αιτήματα των αναιρεσειόντων και για το λόγο ότι οι επικαλούμενοι θόρυβοι και ρύποι δεν είναι αποτέλεσμα της απότμησης αλλά του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής αφού το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης, δέχθηκε ότι οι αναφερόμενοι θόρυβοι και ρύποι δεν προκύπτει ότι θα είναι περισσότεροι από εκείνους που υπήρχαν πριν την απαλλοτρίωση.

Περαιτέρω κατά το μέρος που το Εφετείο απέρριψε τα άνω αιτήματα για τις παραπάνω ιδιοκτησίες με την επάλληλη αιτιολογία ότι η επικαλούμενη υψομετρική διαφορά δεν είναι σημαντική για όλες δε τις ιδιοκτησίες πλην εκείνης της αναιρεσείουσας Α. συζ. Β. Κ., ότι δεν μεταβάλλονται τα πολεοδομικά δεδομένα των εν λόγω ιδιοκτησιών και δεν δημιουργούνται επιπτώσεις στη χρήση τους εφόσον παραμένουν χώροι οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τις επιθυμίες των αιτούντων και των ενοίκων των υπαρχουσών επί των ακινήτων οικοδομών, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων.

Ειδικότερα δεν προσδιορίζει α) ποιά ήταν τα υψομετρικά δεδομένα πριν την απαλλοτρίωση και ποιά θα είναι μετ' αυτήν για όλες τις ιδιοκτησίες ώστε να κριθεί αν διαφοροποιούνται σημαντικά ή όχι, β) ποιά ήταν τα πολεοδομικά δεδομένα πριν και μετά την απαλλοτρίωση των άνω ιδιοκτησιών για να κριθεί αν παρά την παραμένουσα αρτιότητα και οικοδομησιμότητα τους μειώνεται η κάλυψη αυτών και γ) ποιές ήσαν οι διαστάσεις και η επιφάνεια των χώρων στάθμευσης των άνω ιδιοκτησιών πριν και μετά την απαλλοτρίωση για να κριθεί αν παρέμεινε χώρος εξυπηρέτησης αυτών, σύμφωνα με τον προορισμό τους.

Ανεπαρκείς εξάλλου αιτιολογίες περιέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς το ποσοστό μείωσης (60%) της αξίας του απομένοντος τμήματος της ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας Α. Κ., που καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, δοθέντος ότι δεν παραθέτει τα περιστατικά από τα οποία οδηγήθηκε στον προσδιορισμό μείωσης της αξίας του εν λόγω ακινήτου κατά το άνω ποσοστό.

Επομένως ο άνω δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.

Προκειμένου περί απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζεται το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957. Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχτηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 20.

Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης. Από τη διάταξη αυτή κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του αποτελούν, σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (ΟλΑΠ 17/2000), προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (αρ. 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου (αρθρ. 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και δη 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2730/1999, στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του Ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από το δικαστήριο δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου, βαρύνει τον υπόχρεο της αποζημίωσης, η δε αμοιβή του δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο 2.500.000 δρχ.

Εντεύθεν παρέπεται ότι επί απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων, η αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης για τον προσωρινό και οριστικό προσδιορισμό αυτής, ανέρχεται σε ποσοστό 1% επί της καθοριζόμενης αποζημίωσης, μη δυνάμενη να υπερβεί κατά δικαιούχο τα 2.500.000 δρχ. (7.336,78 €).

Η παραπάνω διάταξη που θεσπίσθηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος τουτέστιν, για τον περιορισμό της δαπάνης εκτελέσεως των Ολυμπιακών Έργων προς το σκοπό επιτυχούς διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων, δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας (αρθρ. 4 παρ. 1-2 του Συντάγματος) αφού κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων η οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (ΟλΑΠ 20/2005).

Ενόψει αυτών το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε ως αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των αναιρεσειόντων δικαιούχων αποζημίωσης για τα προς εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους κ.λπ. ποσοστό 1% επί του ποσού της βαρύνουσας το αναιρεσίβλητο αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο και τα επικείμενά του και της κατά περίπτωση ιδιαίτερης αποζημίωσης υπό τον όρο να μη υπερβαίνει το ποσοστό αυτό, το ποσό των 7.336,76 ευρώ για κάθε δικαιούχο, εφάρμοσε σωστά και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις ούτε εκείνες των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρ.

Προσθ. Πρωτ. της ΕΣΔΑ. Επομένως, ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα εναντία είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προβάλλεται δι' αυτού η αιτίαση ότι η διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2730/1999 παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ β' του Συντάγματος περί ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον για την προβολή του, αφού η δικαστική δαπάνη που τους επιδικάζεται είναι ίση με τη νομίμως οφειλόμενη στο δικηγόρο τους αμοιβή (ΟλΑΠ 20/2005).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ήτοι κατά το μέρος της που απέρριψε τα αιτήματα περί άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων καθώς και καθορισμού της μείωσης της αξίας της εκτός απαλλοτρίωσης ιδιοκτησίας της εξ αυτών Α.

Κ., στο αναφερόμενο ποσοστό. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, δυνάμενο να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό, την 6620/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ