Supreme Court partially allows appeal in labor dispute regarding unpaid holiday allowances and interest on legal fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court of Athens' decision in a labor dispute. The appellant, a former legal counsel, sought unpaid holiday allowances for 2010-2012 and interest on legal fees, while the respondent argued the contract was void. The court found the lower court erred in dismissing the holiday allowance claim and miscalculating interest start dates, ordering a remand for further examination of these specific issues.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court erred in fact-finding or application of law regarding specific claims, remanding those issues for retrial while awarding costs to the successful party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 358 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 358/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Κ. του Ε., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Π. Π., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "...", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Σ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 28.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί: α) της από ... και με αριθμό κατάθεσης 575599/504686/2017 έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και β) της από 6.10.2017 και με αριθμό κατάθεσης ...
έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ κατά της με αριθμό 128/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, επίσης, είχε δικάσει αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και είχε δεχθεί εν μέρει την από 27.10.2015 και με αριθμό κατάθεσης ...
αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα- δικηγόρο, την οποία κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 29.7.2015 απασχόλησε ως νομική σύμβουλο με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, το συνολικό ποσό των 57.771,56 ευρώ με το νόμιμο τόκο που ισχύει για το Δημόσιο (6%) από την επίδοση της αγωγής, για μη καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης, για τη συμφωνημένη αντιμισθία της μέχρι την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης και για διαφορές μεταξύ των νόμιμων και των καταβληθεισών μηνιαίων της αποδοχών (συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2010, 2011 και 2012) που αφορούσαν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2010 μέχρι και 31.7.2015.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις ως άνω εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την από ... έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 6.10.2017 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε τη με αριθμό 128/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την από 27.10.2015 αγωγή και τη δέχθηκε εν μέρει, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 16.338 με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής, για μη καταβληθείσα αποζημίωση καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 2.12.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 8.9.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ίσχυαν μέχρι την κατάργησή τους με το νέο Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013 άρθρο 166 αριθμ. 2) και συνεπώς όπως ίσχυαν κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης (δηλαδή την 1.1.2002), είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα κάθε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται στο δικηγόρο η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου. Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τέτοια υπό προθεσμία σύμβαση, η οποία έχει γίνει πριν την ισχύ του Κώδικα, θεωρείται ως αορίστου χρόνου.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου (ΑΠ 1372/2017). Εξάλλου, η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, [μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που συνεστήθη και λειτούργησε αρχικά σύμφωνα με τα άρθρα 15 έως 19 του ν. 2739/1999 (ΦΕΚ Α 174) και μετά την κατάργηση των άρθρων αυτών με το άρθρο 64 παρ. 1 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α 150), η σύσταση και η λειτουργία του διέπονταν από τις διατάξεις των άρθρων 24 έως 28 του ν. 3984/2011, όπως ίσχυαν μέχρι της 29.7.2015, που λύθηκε η μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση], γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη κατά τη διαδικασία του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α 230), οι δε προσλήψεις που γίνονται μετά την 10.10.1989, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ως άνω ν. 1868/1989, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας αυτής είναι άκυρες.
Εξαίρεση, όμως, ισχύει για τους νομικούς συμβούλους, δηλαδή τους δικηγόρους, οι οποίοι άσχετα από τον τίτλο που κατέχουν και το χαρακτηρισμό που τους δόθηκε κατά την πρόσληψή τους ή και μεταγενέστερα, δεν ασχολούνται κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τον εντολέα τους με τη δικαστική εκπροσώπηση και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού έναντι τρίτων, αλλά περιορίζονται αποκλειστικά στην παροχή συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων σε αυτόν και στα όργανά του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους, καθότι, σύμφωνα με το εδαφ.
β της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 για τους νομικούς συμβούλους δεν εφαρμόζεται η παραπάνω διαδικασία πρόσληψης. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές οι δικηγόροι μπορεί να προσλαμβάνονται ως νομικοί σύμβουλοι των παραπάνω νομικών προσώπων χωρίς την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989 (ΑΠ 1372/2017, ΑΠ 1403/2014, ΑΠ 1619/2011).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων" συνάγεται ότι και σε απλή σχέση εργασίας, που προκύπτει από άκυρη σύμβαση εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται την κατά νόμο αποζημίωση απόλυσης, διότι η καταβολή της αποβλέπει στην εξασφάλιση των στοιχειωδών μέσων της συντήρησής του μέχρι την ανεύρεση νέας εργασίας και συνιστά αναγκαίο μέτρο πρόνοιας που προσήκει σ' αυτόν τόσο στην περίπτωση που απασχολήθηκε με έγκυρη σύμβαση εργασίας όσο και σ' εκείνη που η σύμβαση ήταν άκυρη (ΟλΑΠ 192/1962).
Οι διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες στις διατάξεις του ισχύοντος κατά το χρόνο της λύσης της μεταξύ των διαδίκων έννομης σχέσης Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 46 παρ. 2 και 3 του ν. 4194/2013 ΦΕΚ Α 208/27.9.2013), έχουν ανάλογη εφαρμογή και στη σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου και εντολέα. Γι' αυτό, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, ο δικηγόρος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου την αποζημίωση απόλυσης, όταν ο εντολέας παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του (ΑΠ 1017/2019, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 1272/2006).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 1420/2013).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1082/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, α) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ή η αναφορά, ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με τις εκτιθέμενες παραδοχές της, σύμφωνα με τις οποίες η σχέση της με το αναιρεσίβλητο δεν αποτελούσε σχέση αποκλειστικά νομικής συμβούλου και ότι, συνακόλουθα, η πρόσληψή της ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης στο άρθρο 11 του ν. 1649/1986 διαδικασίας επιλογής ύστερα από προκήρυξη, παραβίασε ευθέως και με ανεπαρκείς αιτιολογίες τα άρθρα 63 αρ. 3, 4 και 5 του ν.δ. 3026/1954, 42 και 43 παρ. 2 εδαφ.
α και περ. ι του ν. 4194/2013, 11 παρ. 6 εδαφ. α και δ του ν. 1649/1986, 25 παρ. 1 του Συντάγματος 8 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ.
Το ως άνω σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου κατά το μέρος που αναφέρεται στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αόριστο, διότι δεν παρατίθενται σε αυτό οι επιπλέον αιτιολογίες που κατά την αναιρεσείουσα έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ώστε να είναι επαρκείς.
Επίσης το ίδιο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου κατά το μέρος που αναφέρεται στην ευθεία παραβίαση των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 8 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ είναι αόριστο, διότι δεν διαλαμβάνεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Περαιτέρω, από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του τμήματος της προσβαλλόμενης απόφασης που ενδιαφέρει την έρευνα της βασιμότητας ή μη βασιμότητας του λοιπού πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από την εκτίμηση των με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: " Το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "..." συστήθηκε με το άρθρο 15 επ.
του Ν. 2337/1999 [ορθό του ν. 2737/1999] και διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου τούτου, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, διοικείται από εντεκαμελές (11) διοικητικό συμβούλιο, διοριζόμενο από τον ίδιο ως άνω Υπουργό (άρθρο 16 του ως άνω Ν. 2737/1999), σκοπός του δε είναι η υποβοήθηση του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας για τη χάραξη εθνικής πολιτικής στον τομέα των μεταμοσχεύσεων.
Ειδικότερα, το εναγόμενο αποτελεί επιχείρηση, η οποία α) υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του αρμόδιου για θέματα υγείας Υπουργού και διοικείται από διοικητικό συμβούλιο διοριζόμενο από τον ίδιο ως άνω Υπουργό (άρθρο 16 του ως άνω Ν. 2737/1999), β) η διαχείριση των πόρων του ελέγχεται απολογιστικά, κατασταλτικά από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας (άρθρο 8 του Π.Δ. 6/2007) και γ) παρέχει υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, δηλαδή υπηρεσίες που αφορούν το κοινωνικό αγαθό της υγείας και την χάραξη της εθνικής πολιτικής στον τομέα των μεταμοσχεύσεων (άρθρο 2 του ως άνω Π.Δ.).
Επομένως, [...] αποτελεί νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα (όπως τούτος προσδιορίζεται με τα άρθρα 9§1 του Ν. 1232/82, 1 § 6 του Ν. 1256/82 και 51 του Ν. 1892/1990) και ως εκ τούτου η εκ μέρους του εναγομένου πρόσληψη δικηγόρου με πάγια μηνιαία αντιμισθία πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986 διαδικασία (δηλ.
επιλογή ύστερα από προκήρυξη), η μη τήρηση της οποίας καθιστά τη σχετική σύμβαση άκυρη, με εξαίρεση τους νομικούς συμβούλους, ήτοι, τους δικηγόρους, οι οποίοι, άσχετα από τη θέση που κατέχουν και το χαρακτηρισμό που τους δόθηκε κατά την πρόσληψή τους ή και μεταγενέστερα ως δικηγόρων, νομικών συμβούλων ή νομικών συνεργατών, δεν ασχολούνται κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τον εντολέα τους, με τη δικαστική εκπροσώπηση και τον χειρισμό των δικαστικών υποθέσεών αυτού έναντι τρίτων, αλλά περιορίζονται αποκλειστικώς στην παροχή συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων σε αυτόν και τα όργανά του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους, για τους οποίους δεν ισχύει η παραπάνω διαδικασία προσλήψεώς τους. [...] Περαιτέρω, απεδείχθη ότι η ενάγουσα ως δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με έγγραφη σύμβαση που κατήρτισε την 1/1/2002 με τον Πρόεδρο του Δ.Σ., νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ., προσελήφθη από το τελευταίο για να του προσφέρει τις νομικές της υπηρεσίες ως δικηγόρος με πάγια αντιμισθία, ήτοι, με μηνιαία αμοιβή, ποσού 1.125 ευρώ, η οποία στη συνέχεια αναπροσαρμόσθηκε διαδοχικώς.
Ειδικότερα, η ενάγουσα, αντί της ορισμένης κατά τα άνω μηνιαίας αμοιβής, ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στον εναγόμενο Οργανισμό κάθε - χωρίς εξαίρεση - υπηρεσία συνδεόμενη με το επάγγελμα και την ιδιότητά της ως δικηγόρου, σε κάθε υπόθεση αυτού, οποιασδήποτε φύσεως δικαστικής ή εξωδίκου και οποιουδήποτε παραρτήματος αυτής και γενικώς να παρέχει στον Οργανισμό τις νομικές της υπηρεσίες, σε κάθε περίπτωση εξυπηρετήσεως των συμφερόντων του Οργανισμού υπό οποιαδήποτε ιδιότητα αυτής, υπό γενικότατη έννοια (όρος 3 της ως άνω συμβάσεως).
Επιπλέον, (βλ. και όρο 5 της συμβάσεως), η ενάγουσα παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα να αξιώσει από τον εναγόμενο ιδιαίτερη αμοιβή, είτε με δικηγορικό πίνακα, είτε κατ' άλλον τρόπο, αναγνωρίζοντας συγχρόνως ότι καμιά αξίωση ή δικαίωμα δεν μπορεί να έχει επί των ποσών που επιδικάζονται υπέρ του Οργανισμού κατά των αντιδίκων, τα οποία θα εισπράττει αποκλειστικά ο εναγόμενος Οργανισμός.
Σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως η ενάγουσα προσέφερε τις εν λόγω υπηρεσίες της στον εναγόμενο, απασχολούμενη στην έδρα του τελευταίου, χωρίς να περιορισθεί αποκλειστικά στην παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων. Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται και από τα υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ... και ... έγγραφα (σχετικά 29 και 30), η ενάγουσα φέρεται να καταθέτει ως δικηγόρος: 1) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το υπό γενικό αριθμό κατάθεσης 135363/2014 δικόγραφο προσεπικλήσεως σε παρέμβαση, συνοδευόμενο και από το επ' ονόματί της ...
γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Α., 2) την από 10-10-2014 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, την οποία επιπλέον υπογράφει, θέτοντας και τη δικηγορική της σφραγίδα ως πληρεξούσια δικηγόρος του εναγομένου (βλ. την υπ' αριθμόν ... έκθεση καταθέσεως), 3) την από 10-10-2014 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία υπογράφει θέτοντας και την δικηγορική της σφραγίδα, ως πληρεξούσια δικηγόρος του εναγομένου, μαζί και με την καταβολή του σχετικού γραμματίου στον Δ.Σ.Α..
Τις δικαστικές ενέργειες αυτές τις συνομολόγησε και ο μάρτυρας της ενάγουσας και συνάδελφός της δικηγόρος Δ. Κ., γεγονός που επιρρωνύει τον ισχυρισμό του εναγόμενου οργανισμού, καθιστώντας αυτόν βάσιμο κατ' ουσίαν, ότι η ενάγουσα δεν ασκούσε αποκλειστικώς και μόνον τα καθήκοντα του νομικού συμβούλου, αλλά και τα δικηγορικά καθήκοντα της εκπροσωπήσεως του εναγομένου ενώπιον των Δικαστηρίων, όπως δηλαδή προβλεπόταν και από την σύμβαση που είχε υπογράψει με το εναγόμενο με συνέπεια, [...] να επέλθει η ακυρότητα της ενδίκου συμβάσεως.
Επισημαίνεται, ότι με τις διατάξεις του Ν. 2739/1999 [ορθό 2737/1999] δεν προβλεπόταν και θέση δικηγόρου ή νομικού συμβούλου στον εναγόμενο Οργανισμό, η οποία θεσπίστηκε με το Ν. 3984/2011, που τροποποίησε και εν μέρει κατήργησε το Ν. 2739/1999 (ορθό 2737/1999) με τη συγκεκριμένη διατύπωση ότι δημιουργήθηκε η θέση "ενός δικηγόρου νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία για την νομική καθοδήγηση του διοικητικού συμβουλίου και του προσωπικού, όπως και για τη δικαστική και εξώδικη εκπροσώπησή του" (άρθρο 27§6 του Ν. 3984/2011).
Ήτοι, και η θέση δικηγόρου-νομικού συμβούλου, που θεσπίστηκε με την ως άνω διάταξη, αφορούσε και τη δικαστική εκπροσώπηση του εναγομένου και όχι μόνο νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις. Επιπλέον, όπως προκύπτει και από το 31/7/2015 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής, η ενάγουσα παρέδωσε στον Πρόεδρο του εναγομένου, μεταξύ άλλων και εννέα (9) φακέλους εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων του εναγομένου, που κατείχε και χειριζόταν, επισημαίνοντας και τις απαιτούμενες ενέργειες που πρέπει να γίνουν στο μέλλον.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει και από την με ημεροχρονολογία 28/1/2014 "Διατύπωση παρατηρήσεων ελέγχου", ύστερα από έλεγχο που διενήργησαν οι Επιθεωρητές του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας του Υπουργείου Υγείας, στις Υπηρεσίες και τη λειτουργία του εναγομένου, διαπίστωσαν, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα, προσελήφθη με πάγια αντιμισθία από τον εναγόμενο χωρίς να έχει συσταθεί στον Οργανισμό τούτο θέση Νομικού Συμβούλου και ότι το αντικείμενο απασχολήσεως της ανωτέρω δικηγόρου δεν εξαντλείτο στην παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων, αλλά περιελάμβανε και την παράσταση ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών, διοικητικών και ποινικών δικαστηρίων.
Μετά δε τις διαπιστώσεις αυτές του Σώματος Επιθεωρητών Υγείας και Πρόνοιας, ο εναγόμενος Οργανισμός κατήγγειλε τη σχέση εργασίας της ενάγουσας στις 29.7.2015". Σύμφωνα με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτά, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 15 έως 19 του ν. 2737/1999 και του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989 καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 63 αριθμ 3, 4 και 5 του ν.δ 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων", 42, 43 παρ. 2 εδαφ.
α και περ. ι του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων". Τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η από 1.1.2002 πρόσληψη της αναιρεσείουσας δικηγόρου με πάγια αντιμισθία έγινε από το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ που ανήκει στο δημόσιο τομέα χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 και ότι μέχρι και τις 29.7.2015, οπότε το αναιρεσίβλητο κατήγγειλε τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, η αναιρεσείουσα δεν ασκούσε αποκλειστικά και μόνο τα καθήκοντα της νομικής συμβούλου για τα οποία δεν απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας αυτής, αλλά ασκούσε και τα δικηγορικά της καθήκοντα εκπροσώπησης του αναιρεσίβλητου ενώπιον των Δικαστηρίων, με αποτέλεσμα η πρόσληψή της από το αναιρεσίβλητο χωρίς την τήρηση της ως άνω διαδικασίας να είναι άκυρη.
Επομένως, είναι αβάσιμο το από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, με το επικουρικά προτεινόμενο δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 11 παρ. 6 εδαφ.
δ του ν. 1649/1986, με την αιτίαση ότι η προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο ακυρότητα της σύμβασής της έμμισθης εντολής λόγω μη τήρησης της διαδικασίας επιλογής ύστερα από προκήρυξη αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στα προστατευόμενα δικαιώματα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ) και της περιουσίας (άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ).
Το ως άνω σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμο. Τούτο διότι η προβλεπόμενη στο εδαφ. δ' της παρ. 6 του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 όπως ισχύει κύρωση δεν αντίκειται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, που θεσμοθετεί την αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει τα περιουσιακά δικαιώματα.
Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 θεσπίσθηκε, με γνώμονα το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, ενιαία ρύθμιση σχετικά με την επιλογή δικηγόρων τόσο για την πρόσληψη σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όσο και για την πρόσληψη στους διεπόμενους από το ιδιωτικό δίκαιο κρατικούς οργανισμούς και επιχειρήσεις των οποίων η έννοια προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 (ΑΠ 188/2009).
Επομένως, το μέτρο που εισάγει ο κανόνας της επίμαχης διάταξης του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 είναι αναγκαίο, καθότι προβάλλει την αξιοκρατία και την ισότητα μεταξύ των υποψηφίων δικηγόρων για τη συγκεκριμένη θέση και είναι πρόσφορο για την επίτευξη αυτού του σκοπού, η δε εξαίρεση που προβλέπεται στο εδαφ. β της παρ. 1 του άρθρου 11 του νόμου αυτού, που αναφέρεται μόνο στο πρόσωπο που επιλέγεται ως προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας ή ως νομικός σύμβουλος των παραπάνω νομικών προσώπων είναι ανάλογη, ενόψει του ότι εν προκειμένω προκρίνεται το προσωπικό στοιχείο και η συνδεόμενη με αυτό σχέση εμπιστοσύνης.
Τέλος, όσον αφορά στην επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η εν λόγω διάταξη αναφέρεται στην προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, του οικιακού ασύλου και της επικοινωνίας και δεν αφορά στην προστασία της περιουσίας, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κ.λπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κ.λπ., ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή οι αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 470/2018, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 177/2016, 8/2015, ΑΠ 2234/2013, 644/2013).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΑΠ 470/2018, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 177/2016, 644/2013) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 470/2018, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 177/2016, 644/2013).
Περαιτέρω ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά τα ήδη προεκτεθέντα (ΑΠ 54/2017, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 732/2022, ΑΠ 916/2020, ΑΠ 470/2018).
Επομένως η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 470/2018, ΑΠ 781/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 536 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν (ΑΠ 470/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς την από τον αριθμό 8 (και όχι την από τον αριθμό 9) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενη ότι, αν και το αγωγικό κονδύλιο που αφορούσε την πρωτοδίκως επιδικασθείσα ex lege ποινή του άρθρου 46 παρ. 4 του ν. 4194/2013 ύψους 22.872 ευρώ δεν μεταβιβάσθηκε σε αυτό με την έφεση του αναιρεσίβλητου, απέρριψε το εν λόγω κονδύλιο με την κρίση του ότι η ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία ήταν άκυρη και την εντεύθεν εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 6.10.2017 και με αριθμό κατάθεσης ... έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου προκύπτει ότι ο τελευταίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσής του και την απόρριψη της ένδικης αγωγής στο σύνολό της, προβάλλοντας παράπονα για κακή εφαρμογή του νόμου και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούσαν τόσο το κεφάλαιο της εκκαλουμένης με αριθμό 128/2017 απόφασης, με το οποίο το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών είχε δεχθεί ότι ήταν έγκυρη η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα στις 1.1.2002 σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, όσο και τα κεφάλαιά της, με τα οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου να καταβάλει στην αντίδικό του το συνολικό ποσό των 57.771,56 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το ποσό των 22.872 ευρώ, που αφορούσε την προβλεπόμενη στο άρθρο 46 παρ. 4 του ν. 4194/2013 υποχρέωση καταβολής μηνιαίων αποδοχών μέχρι την εξόφληση της κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του ν. 4194/2013 αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα από 30.7.2015 μέχρι 30.7.2016.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που κατά παραδοχή της ως άνω έφεσης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας στην ενάγουσα-εφεσίβλητη-αναιρεσείουσα μόνο την προβλεπόμενη στο άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4194/2013 αποζημίωση, δεν έχει υποπέσει στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθότι επανέκρινε το κεφαλαίο της πρωτόδικης απόφασης, που αφορούσε την επιδίκαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 46 παρ. 4 του ν. 4194/2013 ποινής, μέσα στα όρια της από 6.10.2017 έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος-αναιρεσίβλητου.
Ως εκ τούτου, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το πρώτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου είναι αβάσιμα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", που εφαρμόζεται με βάση την ημερομηνία της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης (δηλαδή την 29.7.2015), η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα λύεται [εκτός άλλων και] με καταγγελία από τον εντολέα (παρ. 2 περ. δ), αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί με καταγγελία από τον εντολέα, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα αποζημίωση, η οποία ορίζεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και για τον υπολογισμό του ύψους της λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα (παρ. 3), μέχρι δε την πλήρη εξόφληση της προβλεπόμενης στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου 46 του ν. 4194/2013 αποζημίωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε κατά την ημέρα της επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας (παρ. 4).
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι η αξίωση καταβολής της προβλεπόμενης στην παρ. 4 του άρθρου 46 του ν. 4194/2013 παροχής υφίσταται σε περίπτωση καταγγελίας από τον εντολέα έγκυρης σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής με πάγια αντιμισθία. Αν, όμως, η σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου είναι για οποιονδήποτε λόγο άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ θεωρείται ως μη γενομένη και καθένα από τα μέρη μπορεί ανά πάσα στιγμή να θέσει τέρμα σ' αυτή, οπότε λύεται η σχέση (ΑΠ 1419/2018).
Επομένως, δεν απαιτείται η εκ μέρους του εντολέα καταγγελία της άκυρης αυτής σύμβασης για τη λύση της (ΑΠ 2029/2013) και, συνακόλουθα, δεν γεννάται αξίωση καταβολής της κατά την παρ. 4 του άρθρου 47 του ν. 4194/2013 παροχής σε περίπτωση που ο εντολέας δεν καταβάλει στο δικηγόρο την κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου 4194/2013 αποζημίωση.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας στο σύνολό του το κονδύλιο της αγωγής της για επιδίκαση των μηνιαίων της αποδοχών για το μετά την καταγγελία της σύμβασής της χρονικό διάστημα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 46 παρ. 4 του ν. 4194/2013.
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τα κρίσιμα για την έρευνα της βασιμότητας ή της μη βασιμότητας του ως άνω αναιρετικού λόγου κεφάλαιά της, προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού παρέθεσε αποσπάσματα από τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 και την παρ. 4 του άρθρου 46 του ν. 4194/2013 (νέου Κώδικα Δικηγόρων), ακολούθως στη μείζονα σκέψη αυτού διέλαβε ότι: "Η ως άνω σύμβαση [εννοείται η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα] λύεται εκτός των άλλων με έγγραφη καταγγελία από τον εντολέα και καταβολή της οριζόμενης από το άρθρο 94 του ίδιου Κώδικα [ορθό της οριζόμενης από την παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4194/2013] αποζημιώσεως μέχρι πλήρους καταβολής της οποίας οφείλονται οι αποδοχές [εννοείται της παραγρ. 4 του άρθρου 46 του ν. 4194/2013].
Η αξίωση, όμως, καταβολής των ανωτέρω (αποζημιώσεως και αποδοχών μέχρι την καταβολή αποζημιώσεως) συνιστά αξίωση του δικηγόρου που προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής [...]. Αν η σύμβαση έμμισθης εντολής είναι για οποιονδήποτε λόγο άκυρη, καθένα από τα μέρη μπορεί να θέσει τέρμα σ' αυτή ανά πάσα στιγμή, οπότε λύεται η εργασιακή σχέση.
Στην ανωτέρω περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα καταγγελίας και ενδεχόμενης υπερημερίας του εντολέα ως προς την αποδοχή του εντολοδόχου δικηγόρου και επομένως καταβολής μισθών υπερημερίας ή "ποινής" για τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως, διότι οι προαναφερόμενες διατάξεις θέτουν ρητώς ως όρο για την εφαρμογή τους τη λύση της συμβάσεως με καταγγελία".
Στη συνέχεια το Εφετείο, μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι: "Επομένως, η ένδικη σύμβαση πάγιας αντιμισθίας, την οποία επικαλείται η ενάγουσα για να θεμελιώσει τις ένδικες αξιώσεις της, που προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση, είναι άκυρη, όπως βασίμως ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος και συνακόλουθα δεν τον δεσμεύει, εφόσον είναι νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα και δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία (επιλογής μετά από προκήρυξη) του άρθρου 11 του ν. 1649/1986.
Ζήτημα δε υπερημερίας, πλέον του εντολέως εναγομένου ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της εντολοδόχου ενάγουσας δικηγόρου και συνεπώς ζήτημα καταβολής μισθών υπερημερίας δεν τίθεται, γιατί η υπερημερία προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση, η οποία, όμως, δεν υφίσταται εν προκειμένω δεκτού γενομένου ως βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως του εναγομένου".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 3, 174 και 180 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 11 του ν. 1649/1986 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989 και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε το άρθρο 46 παρ. 4 του ν. 4194/2013, που ισχύει κατά την 29.7.2015, που λύθηκε η μεταξύ των διαδίκων σχέση, αλλά, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη δεν τυγχάνει εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση.
Τούτο διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής με πάγια αντιμισθία είναι άκυρη, καθότι η από 1.1.2002 πρόσληψη της αναιρεσείουσας ως δικηγόρου του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ, που ανήκει στο δημόσιο τομέα, έγινε χωρίς την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989 και ως άκυρη η σύμβαση αυτή θεωρείται ως μη γενομένη, με συνέπεια να μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε από οποιοδήποτε από τους διαδίκους, χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους του αναιρεσίβλητου- εντολέα καταγγελία της και χωρίς να γεννάται αξίωση της αναιρεσείουσας- δικηγόρου για καταβολή της προβλεπόμενης στην παρ. 4 του άρθρου 46 του ν. 4194/2013 παροχής [ex lege ποινής]..
Επομένως, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναίρεσης στην περίπτωση αυτή.
Για το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης τόσο από τον αριθμό 8, όσο και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί ή αντίστοιχα το απαράδεκτο ή η ακυρότητα είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις (240 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 1199/2018) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, γεγονός που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 354/2011, ΑΠ 1705/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 14 ΚΠολΔ, καθότι έλαβε υπόψη του και έκανε δεκτούς ρητώς τον δεύτερο λόγο και σιωπηρώς τους πέμπτο και έκτο λόγους της έφεσης του αναιρεσίβλητου, οι οποίοι ήσαν αόριστοι λόγω του ότι δεν περιείχαν αίτηση.
Το εν λόγω πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης (άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ) είναι αόριστο και συνακόλουθα απορριπτέο ως απαράδεκτο. Τούτο διότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί αοριστίας των δεύτερου, πέμπτου και έκτου λόγων της από 6.10.2017 έφεσης του αναιρεσίβλητου, ακόμη και αν λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν περιλαμβάνεται στους ισχυρισμούς που κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από τον Αρειο Πάγο και στο αναιρετήριο δεν διευκρινίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά (το άρθρο 527 περ. 1 του ΚΠολΔ) στην κατ' έφεση δίκη από την τότε εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα.
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 1 της 19040/1981 Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΣΣΕ) συνάγεται ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών, τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης με απλή σχέση εργασίας.
Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων, που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους δικαιούμενους αυτές, αλλά και από το ότι αντιθέτως στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 1 της Υ.Α. 19040/1981 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση.
Οι διατάξεις αυτές έχουν ανάλογη εφαρμογή, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες προς τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, (δηλαδή αρχικά του ν. δ 3026/1954 και στη συνέχεια του ν.4194/2013) στην σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου και εντολέα.
Συνεπώς, και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία ο δικηγόρος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές αδείας και τα μέχρι την κατάργησή τους από την 1.1.2013 με την υποπαράγραφο Γ.1 αριθμοί 1 και 12 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222), επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας (ΑΠ 1272/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τις διαλαμβανόμενες στην ένδικη αγωγή αξιώσεις της συνολικού ύψους 34.885,52 ευρώ που αφορούσαν στην καταβολή των δεδουλευμένων της αποδοχών και των διαφορών μεταξύ των υπέρτερων νόμιμων αποδοχών και των μικρότερων αποδοχών που της κατέβαλε το αναιρεσίβλητο κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 μέχρι 29.7.2015, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2010, 2011 και 2012, παραβίασε ευθέως, παραλείποντας να τις εφαρμόσει αν και ήταν εφαρμοστέες, τις διατάξεις α) των άρθρων 92 και 92Α ΝΔ 3026/1954, όπως το τελευταίο εξειδικεύτηκε με την υπ' αριθμ. ...
ΚΥΑ (ΦΕΚ Β'277) και περαιτέρω με την υπ' αριθμ. ΚΥΑ 2/17132/0022/28.2.2012 (Β' 498) όσον αφορά τον προσδιορισμό των αποδοχών των δικηγόρων με έμμισθη εντολή με κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια, και με την κοινή απόφαση (ΚΥΑ) οικ.2/844/0022/4.1.2013 (ΦΕΚ Β 43/15.1.2013) του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τίτλο "Καθορισμός αποδοχών δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α' 222), με την οποία επεκτάθηκε στους δικηγόρους, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής στα ν.π.ι.δ.
που ανήκουν στο Κράτος, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α. κλπ ή σε επιχειρήσεις που χρηματοδοτούνται κατά 50% τουλάχιστον από τους φορείς αυτούς, το μισθολογικό καθεστώς των παρεχόντων υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρων στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α., το οποίο καθορίσθηκε με την ΚΥΑ 2/17132/ 0022/28.2.2012 (Β' 498) και β) του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 1 της υπ' αριθμ. 19040/1981 Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΣΣΕ), όσον αφορά τα επιδόματα (δώρα) εορτών, τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας που είχαν ανάλογη εφαρμογή και επί δικηγόρων, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες στην σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου και εντολέα κατά τον Κώδικα Δικηγόρων, όπως τα εν λόγω επιδόματα περιορίστηκαν από 1.6.2010 σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου τρίτου του Ν. 3845/2010, και μέχρι την από 1.1.2013 κατάργησή τους για το δημόσιο τομέα με τις διατάξεις του Ν.4093/2012.
Επίσης, με το τρίτο από τον αριθμό 9 (και όχι και από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επικουρικά προτεινόμενο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 1 της υπ' αριθμ. 19040/1981 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΣΣΕ) εφαρμόζονται και στην ένδικη υπόθεση κατά τον Κώδικα Δικηγόρων, άφησε αδίκαστο το αίτημα της ένδικης αγωγής επιδίκαση σε αυτήν του συνολικού ποσού 3.000 ευρώ για μη καταβληθέντα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2010, 2011 και 2012, παραβιάζοντας ευθέως με τη μη εφαρμογή τους τις εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Το εν λόγω δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμο κατά το (α) τμήμα του που αναφέρεται στην ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 92 και 92 Α ΝΔ 3026/1954, όπως το τελευταίο εξειδικεύτηκε με την υπ' αριθμ. ... ΚΥΑ (ΦΕΚ Β'277) και περαιτέρω με την υπ' αριθμ. ΚΥΑ 2/17132/0022/28.2.2012 (Β' 498) όσον αφορά τον προσδιορισμό των αποδοχών των δικηγόρων με έμμισθη εντολή με κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια, και με την κοινή απόφαση (ΚΥΑ) οικ.2/844/0022/4.1.2013 (ΦΕΚ Β 43/15.1.2013) του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τίτλο "Καθορισμός αποδοχών δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012", με την οποία επεκτάθηκε στους δικηγόρους, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής στα ΝΠΙΔ.
που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ., σε Ο.Τ.Α. κλπ ή σε επιχειρήσεις που χρηματοδοτούνται κατά 50% τουλάχιστον από τους φορείς αυτούς, το μισθολογικό καθεστώς των παρεχόντων υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρων στο Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ. και στους Ο.Τ.Α., το οποίο καθορίσθηκε με την ΚΥΑ 2/17132/0022/28.2.2012 (Β' 498).
Τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α του ν.δ. 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων", καθώς και με το άρθρο 44 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", που ισχύει από την 27.9.2013 που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και από τη δημοσίευσή του καταργεί το ν.δ. 3026/1954 (άρθρο 166 του ν. 4194/2013) οι ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις εφαρμόζονται για τον καθορισμό των νόμιμων μηνιαίων αποδοχών, με τις οποίες αμείβεται ο απασχολούμενος με έγκυρη σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρος και δεν εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση, κατά την οποία το Εφετείο, σύμφωνα με την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πραγματικά περιστατικά κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα στις 1.1.2002 μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είναι άκυρη, καθότι η πρόσληψη της αναιρεσείουσας δικηγόρου από το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, που ανήκει στο δημόσιο τομέα, έγινε χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 11 του ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989.
Το δεύτερο, όμως, σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης κατά το (β) μέρος του που αναφέρεται στην ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 1 της υπ' αριθμ. 19040/1981 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΣΣΕ) είναι βάσιμο.
Τούτο, διότι σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις εφαρμόζονται και υπό την παραδοχή του Εφετείου ότι είναι άκυρη η σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, την οποία στις 1.1.2002 συνήψε η αναιρεσείουσα δικηγόρος με το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ. Επομένως η αναιρεσείουσα δικαιούται ευθέως από τις ως άνω διατάξεις τα επιδόματα εορτών και αδείας, όπως αυτά περιορίστηκαν από 1.6.2010 με την παρ. 6 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 και μέχρι την κατάργησή τους από την 1.1.2013 με την υποπαράγραφο Γ.1 αριθμοί 1 και 12 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και το Εφετείο μη επιδικάζοντας σε αυτή τα εν λόγω επιδόματα παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Τέλος, είναι βάσιμο και το επικουρικά προτεινόμενο τρίτο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου, διότι, αν και το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δικαιούται εκ του νόμου τα αιτούμενα με την ένδικη αγωγή επιδόματα εορτών και αδείας (βλ. 12η σελίδα τη προσβαλλόμενης απόφασης), άφησε αδίκαστο το αίτημά της για αναγνώριση της υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 3.000 ευρώ, που αφορούσε στα μη καταβληθέντα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2010, 2011 και 2012.
Στο άρθρο 21 του Κώδικα νόμων Δικών Δημοσίου [κανονιστικό διάταγμα της 26.6./10.7.1944 (ΦΕΚ Α 139)] ορίζεται ότι: "Ο νόμιμος τόκος και ο υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".
Ακολούθησε ο ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α 65/24.4.2019), στο άρθρο 45 παρ. 1 εδαφ. α και β, 2 και 3 του οποίου ορίζονται τα εξής: "1. Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.
Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. [...] 2.
Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων. Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν. 3.
Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος". Περαιτέρω, το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." ιδρύθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 15 του ν.2737/1999, και ο σκοπός αυτού ορίζεται και εκπληρώνεται κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου ν. 2737/1999.
Στα επόμενα άρθρα 16, 17, 18 και 19 του ν. 2737/1999 ορίζονται η διοίκηση (άρθρο 16), οι πόροι (άρθρο 17), το προσωπικό (άρθρο 18) και ο Οργανισμός-Εσωτερικός Κανονισμός (άρθρο 19) του αναιρεσίβλητου Σε κανένα, όμως από τα ως άνω άρθρα δεν περιλαμβάνεται και διάταξη στην οποία να ορίζεται ότι το αναιρεσίβλητο απολαμβάνει όλων των δικαστικών, ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, προνομίων και ατελειών του Δημοσίου, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το προαναφερθέν άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Δικών Δημοσίου.
Τα ως άνω άρθρα 15, 16, 17, 18 και 19 του ν. 2737/1999 καταργήθηκαν με το άρθρο 64 παρ. 1 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α 150/27.6.2011). Ταυτόχρονα με την παράγραφο 1 του άρθρου 24 του τελευταίου αυτού ν. 3984/2011 ορίζεται ότι ιδρύεται ο ... (Ε.Ο.Μ), δηλαδή το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Στην παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν. 3984/2011 ορίζεται ο σκοπός του και στην παράγραφο 3 αυτού, όπως ισχύει κατά τον ένδικο χρόνο [δηλαδή πριν την προσθήκη της τελευταίας περίπτωσης της παρ. 3 με το άρθρο 56 παρ. 6 του ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21/21.2.2016)] ορίζονται τα μέτρα που λαμβάνει το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." για την εκπλήρωση του σκοπού του και στα επόμενα άρθρα 25, 26, 27 και 28 του ν. 3984/2011, όπως ισχύουν κατά τον ένδικο χρόνο, ορίζεται η Διοίκηση (άρθρο 25), οι πόροι (άρθρο 26 όπως η περ.
δ του άρθρου αυτού προστέθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 43 του ν. 4272/2014), το προσωπικό (άρθρο 27, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 43 του ν. 4272/2014) και ο Κανονισμός Λειτουργίας του αναιρεσίβλητου. Στις ως άνω, όμως, διατάξεις των άρθρων 24 έως και 28 του ν. 3984/2011 δεν διαλαμβάνεται και ειδική διάταξη σύμφωνα με την οποία το αναιρεσίβλητο απολαμβάνει όλων των δικαστικών, ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, προνομίων και ατελειών του Δημοσίου.
Επομένως, και κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 25 έως και 28 του ν. 3984/2011 δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων Δικών Δημοσίου (αλλά και του άρθρου 45 του επακολουθήσαντος ν. 4607/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του τέταρτου (και τελευταίου) αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων Δικών Δημοσίου, παραβιάζοντας έτσι τα άρθρα 4 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήσαν εφαρμοστέα.
Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη το ως άνω σκέλος του τέταρτου αναιρετικού λόγου πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτό ως βάσιμο. Τούτο διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, στους ιδρυτικούς του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ νόμους 2737/1999 (άρθρα 15 έως 19) και 3984/2011 (άρθρα 24 έως 28) δεν διαλαμβάνεται διάταξη σύμφωνα με την οποία το αναιρεσίβλητο απολαμβάνει των δικαστικών, ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, προνομίων και ατελειών του Δημοσίου.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ να καταβάλει την επιδικαζόμενη στην αναιρεσείουσα αποζημίωση καταγγελίας της σύμβασής της με το νόμιμο τόκο 6%, δηλαδή με τον τόκο που ισχύει για τις οφειλές του Δημοσίου, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 21 εδαφ.
α του Κώδικα Νόμων Δικών Δημοσίου, η οποία δεν είναι εφαρμοστέα κατά τους ως άνω ιδρυτικούς του εναγομένου ΝΠΙΔ νόμους 2737/1999 και 3984/2011. Όμως, το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης, σχετικά με την παραβίαση από την προσβαλλόμενη απόφαση και των άρθρων 4 παρ.1 και 2 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, είναι αβάσιμο, διότι οι ως άνω συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις δεν είναι εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση.
Τέλος, όπως ήδη αναφέρθηκε, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2, 2 παρ. 1 εδαφ. α, 5 παρ.3, 6 παρ.1, 8 και 9 παρ.1 του ν.3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων" συνάγεται ότι και σε απλή σχέση εργασίας, που προκύπτει από άκυρη σύμβαση εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται την κατά νόμο αποζημίωση απόλυσης, διότι η καταβολή της αποβλέπει στην εξασφάλιση των στοιχειωδών μέσων της συντήρησής του μέχρι την ανεύρεση νέας εργασίας και συνιστά αναγκαίο μέτρο πρόνοιας που προσήκει σ' αυτόν τόσο στην περίπτωση που απασχολήθηκε με έγκυρη σύμβαση εργασίας όσο και σ' εκείνη που η σύμβαση ήταν άκυρη (ΟλΑΠ 192/1962, ΑΠ 1017/2019, ΑΠ 540/2017).
Οι διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, που ισχύει κατά το χρόνο λύσης της μεταξύ των διαδίκων σχέσης (δηλαδή στα άρθρα 43 και 46 παρ. 2 και 3 του ν. 4194/2013), έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου και εντολέα, δηλαδή και στην τελευταία αυτή περίπτωση ο δικηγόρος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου την αποζημίωση απόλυσης, όταν ο εντολέας παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του (ΑΠ 540/2017) Ως χρόνος καταβολής της κατά το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4194/2013 αποζημίωσης ορίζεται η ημέρα του από τον εντολέα τερματισμού της άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου, δεδομένου ότι αυτό ορίζεται με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδαφ.
α του ν. 3198/1955, που εφαρμόζεται αναλόγως. Ωσαύτως με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4194/2013 δεν προβλέπεται τμηματική καταβολή της συγκεκριμένης αποζημίωσης, ακόμη και αν αυτή υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών. Επομένως, με την παρέλευση της ημέρας αυτής ο εντολέας γίνεται υπερήμερος και οφείλει τον οριζόμενο από το νόμο τόκο υπερημερίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 341 και 345 του Α.Κ. (σχ.
ΑΠ 1290/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του τέταρτου και τελευταίου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την κρίση της ότι η επιδικαζόμενη στην αναιρεσείουσα αποζημίωση καταγγελίας οφείλεται με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και όχι από την κατά το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4194/2013 δήλη ημέρα καταβολής της, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων Δικών Δημοσίου, την οποία εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέα, καθώς και τις διατάξεις 341 και 345 του ΑΚ Το ως άνω δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης είναι βάσιμο.
Τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το Εφετείο, αναγνωρίζοντας ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα την προβλεπόμενη στο άρθρο 46 παρ. 3 αποζημίωση ύψους 16.338 ευρώ με το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επίδοση της αγωγής, εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 21 εδαφ.
β' του Κώδικα Νόμων Δικών Δημοσίου ως προς το χρόνο έναρξης της τοκοδοσίας, καθότι, όπως επανειλημμένα εκτέθηκε, το αναιρεσίβλητο υπάγεται μεν στο δημόσιο τομέα, αλλά δεν απολαμβάνει των δικαστικών, ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου προνομίων και ατελειών του Δημοσίου. Επίσης εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τα άρθρα 341, 345 ΑΚ και 46 παρ. 3 του ν. 4194/2013, που είναι εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με τα οποία το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, που δεν κατέβαλε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα την κατά το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4194/2013 αποζημίωση, ύψους 16.338 ευρώ στις 29.7.2015, που τερμάτισε τη μεταξύ των διαδίκων άκυρη σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής, κατέστη υπερήμερο ως προς την καταβολή της και οφείλει τόκους υπερημερίας από την ως άνω ημερομηνία που λύθηκε η μεταξύ των διαδίκων άκυρη σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει, κατά παραδοχή α) του δεύτερου (κατά ένα μέρος) σκέλους και του επικουρικά προτεινόμενου τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου αναίρεσης και β) του τέταρτου (εν μέρει κατά το πρώτο του σκέλος και εν όλω κατά το δεύτερο αυτού σκέλος) λόγου αναίρεσης, να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη, από 28.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης ..., αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, με αριθμό ...
απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών: 1) κατά το μέρος που άφησε αδίκαστο το μερικότερο αίτημα της ένδικης αγωγής για επιδίκαση στην ενάγουσα των επιδομάτων εορτών και αδείας, που αφορούν στα έτη 2010, 2011 και 2012 και 2) κατά το κεφάλαιό της με το οποίο αναγνώρισε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα-δικηγόρο ως αποζημίωση το ποσό των 16.338 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της ένδικης, από 27.10.2015, αγωγής με ετήσιο επιτόκιο 6%, ενώ έπρεπε να αναγνωρίσει την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου να καταβάλει το ως άνω ποσό των 16.338 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 29η Ιουλίου 2015, κατά την οποία, (σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της), το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο τερμάτισε τη μεταξύ των διαδίκων άκυρη σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου με πάγια αντιμισθία.
Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση των ως άνω κεφαλαίων της στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) Τέλος, το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα κεφάλαια της που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης και συγκεκριμένα: 1) κατά το μέρος που άφησε αδίκαστο το διαλαμβανόμενο στην ένδικη αγωγή μερικότερο αίτημα επιδίκασης στην ενάγουσα των επιδομάτων εορτών και αδείας, που αφορούν στα έτη 2010, 2011 και 2012 και 2) κατά το κεφάλαιό της με το οποίο αναγνώρισε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα-δικηγόρο ως αποζημίωση το ποσό των 16.338 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της ένδικης, από 27.10.2015 αγωγής με ετήσιο επιτόκιο 6%, ενώ έπρεπε να αναγνωρίσει την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου να καταβάλει το ως άνω ποσό των 16.338 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 29η Ιουλίου 2015, κατά την οποία, (σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της), το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο τερμάτισε τη μεταξύ των διαδίκων άκυρη σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα ως άνω κεφάλαιά της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε (δηλαδή στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών), το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ
H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ