Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for additional arguments regarding property expropriation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Chamber of the Western Greece Court of Appeal regarding a property expropriation case. The appellants raised additional arguments concerning the intent to harm and the admissibility of admitting the respondent's claims, but the court found these grounds legally insufficient. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticle 569 paragraph 2 item a of the Code of Civil Procedure; Article 261 of the Code of Civil Procedure: Additional grounds of appeal regarding the same chapters of the appealed decision must be filed in writing at least thirty full days before the hearing, and arguments concerning the admissibility of admitting the respondent's claims are inadmissible if they do not challenge the validity of the original pleading.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 358 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 358/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ως καθολικής διαδόχου από τη μετατροπή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στον Δήμο …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στον Δήμο ….. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Μαρία Πιέρρου και Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... με Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. ... ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. ..., μετά τη διάσπαση της τελευταίας διά της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της με σύσταση νέας εταιρείας - πιστωτικού ιδρύματος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 12/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 25-11-2019 αίτησή τους και τους από 3-2-2022 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...". Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 25-11-2019 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 58/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ορίστηκε, με επίσπευση των αναιρεσειουσών, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (21-3-2022), οι δε αιτούσες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 3-2-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 11-2-2022, δηλαδή τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.
Από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ν. Φ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείουσες, προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 11-2-2022, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την αίτηση αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 946 του ΑΚ "Η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται, όταν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το πενταετές χρονικό διάστημα, εντός του οποίου είναι ενεργή η αξίωση για διάρρηξη καταδολι¬ευτικής δικαιοπραξίας, αποτελεί παραγρα¬φή, κατά την έννοια των άρθρων 247 επ.
ΑΚ, και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από το χρόνο της κατάρτι¬σης της πράξης αυτής, οπότε γεννάται η αξίωση του δανειστή προς διάρρηξη και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη (ΑΠ 258/2021, ΑΠ 1885/2009, ΑΠ 1695/1998, ΑΠ 670/1987, ΑΠ 239/1962). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η δε παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει την κατά τα ανωτέρω διακοπή της παραγραφής, νοείται η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ολοκλήρωση της ασκήσεως αυτής, με την έγκυρη επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο (ΑΠ 505/2020, ΑΠ 720/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης.
Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της.
Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγομένου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη.
Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 1102/2019, ΑΠ 743/2018, ΑΠ 768/2016).
Τέλος, η πρωτόδικη οριστική απόφαση, που απέρριψε την αγωγή λόγω αοριστίας, καθίσταται τελεσίδικη, εκτός άλλων περιπτώσεων, με την παραίτηση από τα ένδικα μέσα, η οποία, εφόσον έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατ' αυτής, γίνεται κατά το διαγραφόμενο στο άρθρ. 297 ΚΠολΔ του ιδίου κώδικα τρόπο, ενώ εάν γίνει πριν από την άσκηση του ενδίκου μέσου, οπότε αφορά το δικαίωμα προς άσκησή του και υποδηλώνει στην ουσία αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης, δεν υπόκειται στη ρύθμιση του άρθρ. 297 ΚΠολΔ, αλλά μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή και σιωπηρώς, όπως συμβαίνει στην περίπτωση άσκησης νέας αγωγής από τον ενάγοντα έχουσας το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα με την προηγούμενη, που απορρίφθηκε ως αόριστη, συναγόμενης εντεύθεν αποδοχής της απορριπτικής απόφασης και παραίτησης από τα ένδικα μέσα κατ' αυτής, με συνέπεια την τελεσιδικία της (Α.Ε.Δ. 42/1990, Ολ.ΑΠ 1804/86, Ολ.ΑΠ 626/1980).
Σε κάθε δε περίπτωση η νέα αγωγή (έχουσα την ίδια ιστορική και νομική αιτία), μπορεί να ασκηθεί και πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που απέρριψε την προηγούμενη (ΑΠ 743/2018, ΑΠ 2074/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσίβλητη ...
άσκησε αρχικά, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, την από 18-12-2015 αγωγή κατά 1) της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..., η οποία στη συνέχεια μετετράπη σε Ετερόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία "... (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), και 2) της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), με την οποία ισχυρίστηκε ότι είναι ειδική διάδοχος της τράπεζας "...", η οποία ήταν καθολική διάδοχος της Τράπεζας "....".
Ότι η τελευταία συνήψε με την πρώτη εναγομένη στις 22-4-2008 στο Αγρίνιο την ... σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία τροποποιήθηκε με τις ... πρόσθετες πράξεις και με την από ... πρόσθετη πράξη παροχής εγγύησης, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα χορήγησε στην πρώτη εναγομένη πίστωση ύψους 500.000 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων και εξόδων.
Ότι στις 3-11-2011 η πρώτη εναγομένη απέστειλε σ' αυτήν (ενάγουσα) το από 3-10-2011 σύμφωνο αναγνώρισης χρέους γ' τριμήνου 2011, με το οποίο αναγνώριζε την οφειλή της προς την ενάγουσα από την παραπάνω σύμβαση, που ανερχόταν το χρόνο εκείνο στο ποσό των 305.893,10 ευρώ. Ότι στις 13-3-2013 η ίδια (ενάγουσα) κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση και έκλεισε οριστικά τον αλληλόχρεο λογαριασμό, που εμφάνιζε κατάλοιπο την ημέρα εκείνη ποσού 338.618,84 ευρώ, ακολούθως δε επέδωσε στις 2-5-2013 στην πρώτη εναγομένη την από 29-4-2013 εξώδικη πρόσκλησή της, με την οποία την καλούσε να της καταβάλει το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού και τους συμβατικούς τόκους υπερημερίας, συνολικού ποσού 496.683,16 ευρώ.
Ότι η πρώτη εναγομένη με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αγρινίου Νικολάου Τηλιγάδα, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη τα περιγραφόμενα οκτώ ακίνητα, αντικειμενικής αξίας 115.325,53, 5.988,04, 10.501,68, 10.028,12, 2.148,55, 3.406,45, 17.758,59 και 9.152,34 ευρώ, αντίστοιχα, και συνολικής αξίας 174.309,30 ευρώ.
Ότι η πρώτη εναγομένη προέβη στη μεταβίβαση των ανωτέρω περιουσιακών της στοιχείων προς τη δεύτερη εναγόμενη από χαριστική αιτία, για να ματαιώσει την ικανοποίηση της κατ' αυτής απαιτήσεώς της, καθόσον η υπολειπόμενη ακίνητη περιουσία της, αποτελουμένη από αγροτεμάχια στην περιοχή ..., είναι ασήμαντης αξίας και βεβαρημένη με προσημειώσεις υποθήκης και κατασχέσεις τρίτων δανειστών τους.
Ότι και η δεύτερη εναγομένη γνώριζε ότι η πρώτη εναγόμενη όφειλε στην Τράπεζα το ανωτέρω αναφερόμενο ποσό και ότι αυτή προέβη στην μεταβίβαση των οκτώ ακινήτων με μοναδικό σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησής της. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να διαρρηχθεί υπέρ αυτής η πιο πάνω απαλλοτριωτική δικαιοπραξία ως καταδολιευτική και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να επαναφέρουν τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 19/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (δημοσιευθείσα την 14.11.2016), ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, συνισταμένη στο ότι η ενάγουσα δεν ανέφερε τα χρεοπιστωτικά κονδύλια από την τελευταία αναγνώριση του καταλοίπου την 3.11.2011 και έως το κλείσιμο του λογαριασμού την 13.3.2013.
Στη συνέχεια, η ..., πριν ακόμη τελεσιδικήσει η άνω απορριπτική απόφαση, άσκησε, ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, την από 26-5-2017 νέα αγωγή κατά των ιδίων ως άνω εναγομένων, επιδοθείσα στις τελευταίες στις 29-5-2017, με την οποία, επικαλούμενη κατά βάση τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά και αναφέροντας πλέον τα ελλείποντα προηγουμένως χρεοπιστωτικά κονδύλια από την τελευταία αναγνώριση του καταλοίπου την 3.11.2011 και έως το κλείσιμο του λογαριασμού την 13.3.2013, ζήτησε και πάλι να απαγγελθεί υπέρ αυτής η διάρρηξη της πιο πάνω δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να επαναφέρουν τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση.
Στη νέα αυτή αγωγή η ενάγουσα προσέθεσε στο ιστορικό της, εκτός από την απαίτησή της που στηρίζονταν στην άνω σύμβαση πιστώσεως, και μία νέα απαίτηση, ποσού 728.730,39 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχε συνάψει η ίδια με την πρώτη εναγομένη και την οποία κατήγγειλε την 16.9.2016 με το άνω υπόλοιπο.
Παρά την πρόσθεση και της νέας αυτής απαίτησης, στο αιτητικό της αγωγής ζητούσε τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας για να καταστεί δυνατή η ικανοποίηση των απαιτήσεών της συνολικού ποσού 341.476,40 ευρώ, οφειλή δηλαδή προερχόμενη μόνο από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστώσεως. Σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα με την από 19.10.2017 προσθήκη - αντίκρουσή της, ενόψει της συζητήσεως της αγωγής αυτής, που είχε ορισθεί για την 13.11.2017, παραιτήθηκε από την απαίτησή της που προέρχονταν από την υπ' αριθ. ...
σύμβαση πιστώσεως και διόρθωσε το δικόγραφο της αγωγής ως προς οτιδήποτε αναφέρονταν στην απαίτηση αυτή, απαλείφοντας ολόκληρο το σχετικό κεφάλαιο. Πέραν αυτού, με επιμέλεια της ενάγουσας έλαβε χώρα στις 18.10.2017 η επίδοση της άνω υπ' αριθ. 19/2016 απορριπτικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και την ίδια ημέρα η ενάγουσα προέβη ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αγρινίου Β.
Π. σε δήλωση παραιτήσεως από όλα τα προβλεπόμενα και δυνάμενα να ασκηθούν ένδικα μέσα κατά της άνω απόφασης, συντάχθηκε δε και η σχετική με αριθ. ... έκθεση παραίτησης από ένδικα μέσα. Επί της νέας αυτής αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 12/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή, πλην του αιτήματος για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, και ακολούθως έγινε δεκτή και ως ουσία βάσιμη και απαγγέλθηκε υπέρ της ενάγουσας και έως το ποσό των 174.309,30 ευρώ η διάρρηξη του υπ' αριθ. ...
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αγρινίου Νικολάου Τηλιγάδα, που αφορά τα αναλυτικά περιγραφόμενα στο σκεπτικό της απόφασης ακίνητα. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι εναγόμενες την από 17.5.2018 έφεσή τους, με τον πέμπτο λόγο της οποίας παραπονέθηκαν για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 263 ΑΚ, ισχυριζόμενες ότι η νέα αγωγή ασκήθηκε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 263 ΑΚ, διότι αφενός μεν κατά την άσκησή της δεν είχε καταστεί τελεσίδικη η υπ' αριθ. 19/2016 απόφαση, αφετέρου δε επρόκειτο για άλλη αγωγή και όχι για επανέγερση της απορριφθείσας, καθόσον στη νέα αγωγή περιλήφθηκαν και άλλα περιστατικά που βασίζονταν στην υπ' αριθ. ...
σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, στην οποία μάλιστα αντισυμβαλλόμενη δεν ήταν η πιστώτρια τράπεζα αλλά η ίδια η ενάγουσα, με συνέπεια να μην διακοπεί η παραγραφή του δικαιώματος της ενάγουσας προς διάρρηξη της άνω δικαιοπραξίας. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 58/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία απορρίφθηκε ο ως άνω πέμπτος λόγος της με τις ακόλουθες σκέψεις και αιτιολογίες: "...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα πριν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής είχε ασκήσει, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, την από 18-1-2015 (1/8-1-2016) αγωγή της με όμοιο, μετά τον παραδεκτό κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ περιορισμό του αιτήματος της υπό κρίση αγωγής, περιεχόμενο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 19/30-1-2016 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη.
Η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε, με την επίδοσή της στις εναγόμενες, στις 29-5-2017, ενώ η παραπάνω 19/2016 απόφαση δεν είχε καταστεί ακόμη τελεσίδικη, καθώς αυτή επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 18-10-2017 (βλ. την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αγρινίου Γ. Π.) και με την παρέλευση τριάντα ημερών χωρίς να ασκηθεί έφεση κατ' αυτής, ήτοι στις 18-11-2017 κατέστη τελεσίδικη, οπότε άρχισε η εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 263 ΑΚ.
Επομένως η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε πριν την έναρξη της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου αυτού και άρα η παραγραφή του δικαιώματος της ενάγουσας προς διάρρηξη της ένδικης δικαιοπραξίας (μόνο ως προς την παραγραφή είναι κρίσιμη η εξάμηνη προθεσμία για την άσκηση της δεύτερης αγωγής και όχι ως προς το παραδεκτό και νόμω βάσιμο αυτής, όπως εσφαλμένα εκλαμβάνουν οι εναγόμενες) διακόπηκε με την άσκηση της προηγούμενης απορριφθείσας ως αόριστης αγωγής.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως κατ' αποτέλεσμα, αν και με άλλη εντελώς αιτιολογία, η οποία θα αντικατασταθεί από την παρούσα, δεν έσφαλε στην κρίση του αυτή και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εναγόμενες με τον πέμπτο λόγο της έφεσης και συγκεκριμένα ότι η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη και απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε χωρίς να έχει καταστεί τελεσίδικη η παραπάνω 19/2016 απόφαση, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Να σημειωθεί ότι η δηλωθείσα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας και καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, παραίτηση από την απαίτησή της που πήγαζε από την ... σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και η διόρθωση της αγωγής ως προς οτιδήποτε αναφέρεται στην απαίτηση αυτή, αποτελεί περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, που γίνεται κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ και όχι κατ' άρθρο 294 επ.
ΚΠολΔ ... και έτσι δεν τίθεται θέμα δικαιώματος αντίρρησης των εναγομένων ως προς την παραίτηση αυτή, απορριπτομένων όσων αντίθετων ισχυρίζονται οι εναγόμενες με τον ίδιο πέμπτο λόγο της έφεσης ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 263 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 261 και 946 του ίδιου Κώδικα.
Και τούτο διότι, όπως και το ίδιο δέχθηκε, η νέα από 26.5.2017 αγωγή διαρρήξεως της ενάγουσας ασκήθηκε πριν παρέλθει εξάμηνο από την τελεσιδικία της υπ' αριθ. 19/2016 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η προηγούμενη από 18.12./2015 αγωγή της, και η νέα αυτή αγωγή είχε, μετά την παραδεκτή παραίτηση και διόρθωσή της από την ενάγουσα, ως προς την απορρέουσα από την υπ' αριθ. ...
σύμβαση πιστώσεως απαίτησή της, την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την προηγούμενη, με συνέπεια να μη τίθεται ζήτημα παραγραφής του δικαιώματος της ενάγουσας προς διάρρηξη της ένδικης δικαιοπραξίας, αφού αυτή διακόπηκε με την άσκηση (πριν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση) της προηγούμενης απορριφθείσας ως αόριστης αγωγής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 263 ΑΚ, επειδή αφενός μεν η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που απέρριψε την προηγούμενη αγωγή της ενάγουσας, αφετέρου δε δεν επρόκειτο για επανέγερση της ίδιας αγωγής, ώστε να λογίζεται ότι η διακοπή της παραγραφής ανατρέχει στον χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ, συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (Ολ.
ΑΠ 15/2012, ΑΠ 1275/2020, ΑΠ 1382/2019). Στην περίπτωση δε κατά την οποία ο τρίτος αποκτά απευθείας από τον οφειλέτη και με αντάλλαγμα, απαιτείται, για τη σχετική διάρρηξη, ο τρίτος να γνώριζε θετικώς ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του (άρθρο 941 παρ. 1 ΑΚ). Ο τρίτος δηλαδή πρέπει να γνωρίζει ό,τι και ο οφειλέτης, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ο δόλος του και επιπλέον τον δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, η γνώση του δε αυτή ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια αυτού.
Η γνώση του τρίτου πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο, που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, ενώ η τυχόν επιγενόμενη κακή πίστη του δεν βλάπτει (ΑΠ 828/2020, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 28/2017). Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.
Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.
Ως εκ τούτου, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 28/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Στο Αγρίνιο στις 22-4-2008 η Τράπεζα "...", της οποίας η ενάγουσα είναι ειδική διάδοχος στην επίδικη έννομη σχέση, υπό την προηγούμενη επωνυμία της "....", συνήψε με την πρώτη εναγομένη εταιρία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω μετατροπής της, είναι η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...
την ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με την οποία χορήγησε σ' αυτήν πίστωση μέχρι του ποσού των 800.000 ευρώ. Με την ίδια αυτή σύμβαση και διά της υπογραφής της οι Σ. Κ. του Ι., Ι. Κ. του Β. και Α. Ζ. του Ι. εγγυήθηκαν ανεπιφύλακτα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κατά κεφάλαιο, τόκους πάσης φύσεως, προμήθειες, φόρους και έξοδα όλων των ποσών που οφείλονται ή μπορεί να οφείλονται από την πιστούχο πρώτη εναγομένη προς την Τράπεζα σε εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από τη σύμβαση, ευθυνόμενοι, εις ολόκληρον με την πιστούχο και ως αυτοφειλέτες, παραιτούμενοι από το ευεργέτημα διζήσεως και τις ενστάσεις που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 862, 863, 864, 866, 867, 868 ΑΚ.
Ακολούθως με τις ... πρόσθετες πράξεις τροποποίησης και την από ... πρόσθετη πράξη παροχής εγγύησης, το όριο της πίστωσης μειώθηκε στο ποσό των 500.000 ευρώ, για το οποίο εγγυήθηκαν οι παραπάνω με τους ίδιους προαναφερόμενους όρους. Για την εξυπηρέτηση της σύμβασης αυτής τηρήθηκε ο ... λογαριασμός, ο οποίος στις 30-9-2011 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 305.893,10 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε η πιστούχος με την από 3-11-2011 επιστολή αναγνώρισης χρέους Γ' τριμήνου 2011, αναγνώριση που κατά τους όρους της επίμαχης σύμβασης (όρος 16.01.γ) αποδέχθηκαν και οι εγγυητές.
Στις 13-3-2013 η ενάγουσα κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση και έκλεισε οριστικά τον προαναφερόμενο λογαριασμό, ο οποίος κατά την ημερομηνία αυτή εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο συνολικού ποσού 338.618,84 ευρώ, όπως το ποσό αυτό προκύπτει από την παράθεση της κίνησης του λογαριασμού στα τηρούμενα από αυτή μηχανογραφικά βιβλία, που επισυνάπτονται στην αγωγή, την καταγγελία δε αυτή κοινοποίησε η ενάγουσα στην πιστούχο πρώτη εναγομένη και στους εγγυητές με την από 29-4-2013 εξώδικη δήλωση-καταγγελία και πρόσκληση, όπως προκύπτει από τις ...
εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αγρινίου Χ. Λ. (οι τρεις πρώτες) και Γ. Π. (η τέταρτη). Τόσο δε η πιστούχος όσο και οι εγγυητές δεν αμφισβήτησαν το κατάλοιπο αυτό. Μετά την καταγγελία της σύμβασης το προαναφερόμενο χρεωστικό υπόλοιπο μεταφέρθηκε στον ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εκτοκιζόμενο με επιτόκιο υπερημερίας από 14-3-2013.
Στις 18-11-2013 το κατάλοιπο του λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης μεταφέρθηκε στον ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης και στις 17-9-2014 στον ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, του οποίου το χρεωστικό υπόλοιπο στις 30-1-2016 ανερχόταν σε 496.683,16 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, σε χρόνο που,... η ανωτέρω απαίτηση είχε γεννηθεί, ήτοι μετά την κατάρτιση της προαναφερόμενης σύμβασης πίστωσης, η πρώτη εναγομένη με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο πώλησης αγροτεμαχίων, που συνέταξε o συμβολαιογράφος Αγρινίου Νικόλαος Τηλιγάδας και μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Α' Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου (τ. και α/α), μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στη δεύτερη εναγομένη τα παρακάτω ακίνητα της κυριότητάς της, ήτοι: 1) ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 53.391,45 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...
του Δήμου…, εκτός σχεδίου, εκτός ζώνης και εκτός Γ.Π.Σ., ... 2) Ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 2.772,24 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου …εκτός σχεδίου, εκτός ζώνης και εκτός Γ.Π.Σ., ... 3) Ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 4.861,89 το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του ΔΔ ...
του Δήμου …, εκτός σχεδίου, εκτός ζώνης και εκτός Γ.Π.Σ., ... 4) Ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 4.642,65 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ΔΔ ... του Δήμου …, εκτός σχεδίου, εκτός ζώνης και εκτός Γ.Π.Σ., ... 5) Ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 994,70 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ΔΔ ...
του Δήμου …, εκτός σχεδίου, εκτός ζώνης και εκτός Γ.Π.Σ., ... 6) Ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 1.577,06 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ΔΔ ... του Δήμου …, εκτός σχεδίου, εκτός ζώνης και εκτός Γ.Π.Σ., ... 7) Ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 8.221,57 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "... ή ..." της κτηματικής περιφέρειας ΔΔ ...
Δήμου …, εκτός σχεδίου, εκτός ζώνης και εκτός Γ.Π.Σ., ...8) Ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 4.237,196 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ΔΔ ... του Δήμου…., εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου αυτού και εκτός Γ.Π.Σ., .... Η αντικειμενική αξία των παραπάνω ακινήτων, σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο, ανερχόταν κατά το χρόνο κατάρτισης αυτού σε 115.325,53, 5.988,04, 10.501,68, 10.028,12, 2.148,55, 3.406,45, 17.758,59 και 9.152, 34 ευρώ αντίστοιχα, στα ίδια δε ποσά ανερχόταν και η αγοραία αξία αυτών, κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, όπως συνομολογούν όλοι οι διάδικοι, αφού ρητά δεν το αρνούνται.
Η αγοράστρια δεύτερη εναγομένη κατέβαλε στην πωλήτρια - πρώτη εναγομένη το παραπάνω συνολικό τίμημα των 174.309,30 ευρώ σταδιακά με κατάθεση σε λογαριασμό που διατηρούσε η τελευταία στην ενάγουσα, όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από αυτές από ... γραμμάτια είσπραξης που έχει εκδώσει η ενάγουσα και συνεπώς η παραπάνω δικαιοπραξία αποτελούσε πώληση και όχι δωρεά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα και δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, πλην όμως αλυσιτελώς, αφού στη συνέχεια δέχεται ότι η δεύτερη εναγομένη διά του νομίμου εκπροσώπου της γνώριζε την πρόθεση της πρώτης εναγομένης προς πρόκληση βλάβης της ενάγουσας (η χαριστική δικαιοπραξία έχει σημασία μόνο ως προς το ότι δεν απαιτείται τέτοια γνώση από τον αγοραστή - 942 ΑΚ) και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός των εναγομένων, που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης, ότι δηλαδή έσφαλε η εκκαλούμενη που δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία ήταν χαριστική, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Δεν αποδείχθηκε όμως ότι το παραπάνω ποσό καταβλήθηκε στην ενάγουσα προς εξόφληση μέρους της οφειλής της από την επίμαχη σύμβαση, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμεvες με τον πρώτο λόγο της έφεσης, καθώς η ενάγουσα το αρνείται, τέτοια δε καταβολή δεν προκύπτει από την κίνηση του αλληλόχρεου λογαριασμού. Άλλωστε ο ισχυρισμός αυτός αναιρείται από τον έτερο ισχυρισμό των εναγομένων που περιέχεται στον δεύτερο λόγο της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο "η πώληση αυτή έγινε διότι η α' εξ ημών είχε ανάγκη ρευστότητας και ήταν επιτακτική η ανάγκη εισροής ρευστού στα ταμεία της επιχείρησης".
Εξάλλου και σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων, που περιέχεται στην προαναφερόμενη 500/2017 ένορκη βεβαίωση, η επίμαχη πώληση έγινε λόγω της έλλειψης ρευστότητας της πρώτης εναγομένης. Η κατάθεση δε αυτή δεν κρίνεται πειστική ως προς το μέρος της ότι το τίμημα της πώλησης καταβλήθηκε αποκλειστικά και μόνον για την εξόφληση και τη μείωση των χρεωστικών υπολοίπων των συμβάσεων αλληλόχρεου λογαριασμού, αφενός γιατί είναι αντιφατική ως προς το παραπάνω μέρος της ότι η πώληση έγινε για την αντιμετώπιση των αναγκών ρευστότητας της πρώτης εναγομένης και αφετέρου διότι δεν επιβεβαιώθηκε από την κίνηση του αλληλόχρεου λογαριασμού.
Επομένως η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε ότι το τίμημα της πώλησης δεν καταβλήθηκε στην ενάγουσα, δεν έσφαλε στην κρίση της αυτή, απορριπτομένου συνεπώς ως αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού των εναγομένων, που προβάλλουν με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της έφεσης. Μετά την παραπάνω μεταβίβαση δεν απέμεινε περιουσία της πρώτης εναγομένης τέτοια ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση της παραπάνω απαίτησης της ενάγουσας, όπως τούτο συνομολογείται σιωπηρά από τις εναγόμενες, αφού ρητά δεν το αρνούνται.
Ειδικότερα η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της πρώτης εναγομένης, αλλά και των εγγυητών της στις ανωτέρω συμβάσεις, αποτελούμενη από αγροτεμάχια στην περιοχή ... είναι ασήμαντης αξίας και βεβαρημένη με προσημειώσεις υποθήκης και κατασχέσεις τρίτων δανειστών τους και υπάρχουν και άλλες οφειλές της πρώτης εναγομένης και προς τρίτους άλλους δανειστές της μεγάλων χρηματικών ποσών (βλ.
την από ... έρευνα ακίνητης περιουσίας του Α' και Β' Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου). Η πρώτη εναγομένη νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλό της, αλλά και εγγυητή της στην ένδικη σύμβαση, Σ. Κ., κατά το χρόνο που μεταβίβασε τα παραπάνω ακίνητα, όσο και η δεύτερη εναγομένη, νομίμως επίσης εκπροσωπούμενη από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλό της Σ.
Π.. Ζ., ο οποίος ήταν σύζυγος της εκ των εγγυητών της επίμαχης σύμβασης Α. Κ. του Ι. και αδελφής του ανωτέρω Σ. Κ., γνώριζαν ότι η πρώτη εναγομένη ήταν οφειλέτιδα της ενάγουσας και ότι η τελευταία είχε κατά το χρόνο της παραπάνω απαλλοτρίωσης την ιδιότητα του δανειστή αυτής, γι ' αυτό και η πρώτη εναγομένη έσπευσε να μεταβιβάσει την ως άνω περιουσία της στη δεύτερη εναγομένη.
Επίσης η πρώτη εναγομένη με την απαλλοτρίωση των παραπάνω ακινήτων της, που αποτελούσαν τα μοναδικά σημαντικής αξίας περιουσιακά της στοιχεία, στόχευε στην αποξένωσή της από αυτά, ώστε να μην μπορεί η ενάγουσα επιλαμβανόμενη αυτών να ικανοποιήσει την αξίωσή της. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η πρώτη αυτών προέβη στην παραπάνω μεταβίβαση με σκοπό να ικανοποιήσει την ενάγουσα γι' αυτό και το τίμημα της πώλησης κατέβαλε σ' αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό αυτό (τιμήματος) κατέβαλε στην ενάγουσα προς εξόφληση της οφειλής της που απέρρεε από την ένδικη σύμβαση.
Για το λόγο αυτό και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τόσο από το γεγονός ότι η πρώτη αυτών κατέβαλε το ποσό της πώλησης στην ενάγουσα, όσο και από το ότι με το σύμφωνο αναγνώρισης χρέους γ' τριμήνου 2011 το οποίο προσυπέγραψε, αναγνώρισε το υπόλοιπο της οφειλής της συνάγεται ότι δεν είχε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επομένως δεν έσφαλε η εκκαλούμενη που έκρινε ομοίως και συνεπώς οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της έφεσης με τους οποίους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με το ότι μέχρι και σήμερα η πρώτη εναγομένη αποφεύγει να ικανοποιήσει την ενάγουσα, η απαίτηση της οποίας ανέρχεται ήδη στο προαναφερόμενο ποσό των 496.683,16 ευρώ, προτιμώντας τον παρόντα δαπανηρό δικαστικό αγώνα, σαφώς προκύπτει ότι με την ένδικη απαλλοτρίωση αποσκοπούσε στην καταδολίευση της ενάγουσας, Ο σκοπός δε αυτός της πρώτης εναγομένης επετεύχθη, καθώς κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, είχε καταστεί αφερέγγυα, λόγος για τον οποίο η απαίτηση της ενάγουσας παραμένει ανεξόφλητη στο σύνολό της.
Οι εναγόμενες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης ισχυρίζονται, ότι η πρώτη αυτών κατά το χρόνο σύναψης της παραπάνω μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας δεν είχε την ιδιότητα του οφειλέτη, διότι η απαίτηση της ενάγουσας κατ' αυτής γεννήθηκε την ημέρα κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού (14-3-2013), με συνέπεια αφενός η ενάγουσα να μην νομιμοποιείται να ζητήσει τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας και αφετέρου η δεύτερη εναγομένη να μην ήταν σε θέση να γνωρίζει τις οφειλές της πρώτης εναγομένης προς την ενάγουσα και συνεπώς ότι δεν ενήργησαν προς βλάβη των συμφερόντων της τελευταίας.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός ως προς την απόκτηση από την πρώτη εναγομένη της ιδιότητας του οφειλέτη και την γνώση ή μη αυτής σχετικά με την ύπαρξη της ένδικης απαίτησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι,..., εφόσον η ένδικη απαίτηση της ενάγουσας πηγάζει από τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, αυτή θεωρείται γεγενημένη από την κατάρτιση της σύμβασης αυτής, και συνεπώς κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης δικαιοπραξίας (24-1-2011) η πρώτη εναγομένη είχε την ιδιότητα του οφειλέτη και γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης, όπως τη γνώριζε και η δεύτερη εναγομένη, λόγω της προαναφερόμενης συγγενικής σχέσης του νομίμου εκπροσώπου της - Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της - Σ.
Ζ. με τον νόμιμο εκπρόσωπο Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της πρώτης εναγομένης, Σ. Κ.. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω γνώση της δεύτερης εναγομένης ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα λοιπά, πλην του Σ. Ζ., μέλη του ΔΣ αυτής ήταν ο Δ. Ζ. του Σ. και η Π. Ζ. του Σ. ..., ανίψια του Σ. Κ.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό των εναγομένων, περί έλλειψης δηλαδή πρόθεσης βλάβης της ενάγουσας εκ μέρους τους, δεν έσφαλε στην κρίση του αυτή, ορθά δε το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, απορριπτομένων ως εκ τούτου ως αβάσιμων των αντίθετων σχετικών δεύτερου και τρίτου λόγων της έφεσης... Μετά από αυτά, ενόψει της προαναφερόμενης αγοραίας αξίας των ακινήτων και του ύψους της απαίτησης της ενάγουσας, είναι αναγκαίο να διαταχθεί η διάρρηξη της παραπάνω δικαιοπραξίας στο σύνολό της, ώστε να καταστεί δυνατή η ικανοποίηση της απαίτησης αυτής.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατέληξε στην ίδια κρίση και έκανε δεκτή την αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά παραδοχή της οποίας κήρυξε διαρρηγμένη την προσβαλλόμενη δικαιοπραξία στο σύνολό της, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.
Συνεπώς τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούσες με τους λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα και πρέπεi να απορριφθούν, όπως και η έφεση στο σύνολό της ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων λόγους της έφεσης των αναιρεσειουσών, επικυρώνοντας έτσι την υπ' αριθ. 12/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 26-5-2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης και ως ουσία βάσιμη και απαγγέλθηκε η διάρρηξη της ως άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειουσών και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων του ΑΚ και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη της άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται α) ότι τα παραγωγικά περιστατικά της απαίτησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας, από την μεταξύ της άνω δικαιοπαρόχου της και της δικαιοπαρόχου της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας πρωτοφειλέτριας εταιρίας σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό, είχαν συντελεστεί από το χρόνο σύναψης της σύμβασης και χορήγησης της πίστωσης, β) ότι η πρώτη εναγομένη με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο πώλησης αγροτεμαχίων του συμβολαιογράφου Αγρινίου Νικόλαου Τηλιγάδα, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στη δεύτερη εναγομένη τα λεπτομερώς περιγραφόμενα οκτώ ακίνητα της κυριότητάς της, η αντικειμενική αξία των οποίων ανερχόταν κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου σε 115.325,53, 5.988,04, 10.501,68, 10.028,12, 2.148,55, 3.406,45, 17.758,59 και 9.152,34 ευρώ αντίστοιχα, στα ίδια δε ποσά ανερχόταν και η αγοραία αξία αυτών, κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής, γ) ότι η πρώτη εναγομένη με την απαλλοτρίωση των παραπάνω ακινήτων της, που αποτελούσαν τα μοναδικά σημαντικής αξίας περιουσιακά της στοιχεία, στόχευε στην αποξένωσή της από αυτά, ώστε να μην μπορεί η ενάγουσα επιλαμβανόμενη αυτών να ικανοποιήσει την αξίωσή της, δ) ότι μετά την παραπάνω μεταβίβαση δεν απέμεινε περιουσία της πρώτης εναγομένης τέτοια ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση της παραπάνω απαίτησης της ενάγουσας, καθόσον η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της πρώτης εναγομένης, αποτελούμενη από αγροτεμάχια στην περιοχή ..., είναι ασήμαντης αξίας και βεβαρημένη με προσημειώσεις υποθήκης και κατασχέσεις τρίτων δανειστών τους, ενώ υπάρχουν και άλλες οφειλές της πρώτης εναγομένης και προς τρίτους άλλους δανειστές της μεγάλων χρηματικών ποσών, και ε) ότι η δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα γνώριζε ότι η πρώτη εναγομένη ήταν οφειλέτιδα της ενάγουσας και ότι η τελευταία είχε κατά το χρόνο της παραπάνω απαλλοτρίωσης την ιδιότητα του δανειστή αυτής, γι' αυτό και η πρώτη εναγομένη έσπευσε να της μεταβιβάσει την ως άνω περιουσία της.
Βάσει δε αυτών των περιστατικών εδικαιούτο η αναιρεσίβλητη να απαιτήσει τη διάρρηξη της επίμαχης μεταβιβαστικής της κυριότητας των ακινήτων της πρώτης εναγόμενης στην δεύτερη εναγόμενη, αφού συνέτρεξαν οι ως άνω προϋποθέσεις της διάρρηξης της επίμαχης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν προέβη σε εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 941 εδ.
β' ΑΚ, δεν δέχθηκε δηλαδή ότι η προαναφερθείσα γνώση της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας τεκμαίρεται, λόγω της αναφερόμενης συγγενικής σχέσης των μελών του διοικητικού της συμβουλίου με τον νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης, αλλά διηγηματικά ανέφερε την συγγενική αυτή σχέση για να στηρίξει την κρίση της περί της γνώσεως της δεύτερης εναγομένης και ως εκ τούτου δεν αρκέστηκε (για την θεμελίωση της αγωγής) σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που ο σχετικός κανόνας απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως παρέβη τη διάταξη του άρθρου 941 εδ. β' ΑΚ, δεχόμενο ότι το εκ του άνω άρθρου τεκμήριο της γνώσης του τρίτου μπορεί να ισχύει και να εφαρμόζεται και μεταξύ ανωνύμων εταιριών και ότι δεν απαιτείτο η συνδρομή της γνώσης της δεύτερης εναγομένης, αρκούμενο έτσι σε στοιχεία λιγότερα από τα απαιτούμενα, είναι αβάσιμος, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε θετικά η συνδρομή του στοιχείου της γνώσης της δεύτερης εναγομένης, με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και όχι κατ' εφαρμογή του άνω κριτηρίου.
Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: α) ότι η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία των ακινήτων της πρώτης αναιρεσείουσας έγινε προς βλάβη της αναιρεσίβλητης τράπεζας, αφού κατά το χρόνο που αυτή καταρτίσθηκε η ως άνω αναιρεσείουσα γνώριζε την οφειλή της προς την αναιρεσίβλητη και παρά ταύτα επεχείρησε από πρόθεση την ανωτέρω δικαιοπραξία με αποκλειστικό σκοπό να την αποστερήσει από τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε, β) ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα γνώριζε τα παραπάνω, ότι δηλαδή η πρώτη αναιρεσειουσα ήταν οφειλέτιδα της αναιρεσίβλητης και ότι προέβη στην μεταβίβαση των ακινήτων της με πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης και γ) ότι μετά την παραπάνω μεταβίβαση δεν απέμεινε περιουσία της πρώτης αναιρεσείουσας τέτοια ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, καθόσον η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της πρώτης αναιρεσείουσας, αποτελούμενη από αγροτεμάχια στην περιοχή ...
είναι ασήμαντης αξίας και βεβαρημένη με προσημειώσεις υποθήκης και κατασχέσεις τρίτων δανειστών τους και υπάρχουν και άλλες οφειλές της πρώτης αναιρεσείουσας και προς τρίτους άλλους δανειστές της μεγάλων χρηματικών ποσών. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και δη: 1) η αναλυτική περιγραφή των λοιπών αγροτεμαχίων της πρώτης αναιρεσείουσας και η εμπορική τους αξία, καθώς και ο ειδικότερος προσδιορισμός των επ' αυτών υφισταμένων βαρών, ενόψει και της παραδοχής του Εφετείου περί σιωπηρής ομολογίας εκ μέρους των αναιρεσειουσών της ανεπάρκειας της υπόλοιπης εμφανούς περιουσίας της πρώτης αναιρεσείουσας, και 2) η αναφορά της οικονομικής κατάστασης της πρώτης αναιρεσείουσας κατά το χρόνο της μεταβίβασης, σε σχέση με τη συνδρομή του στοιχείου της πρόθεσης βλάβης, αφού, όπως προεκτέθηκε, η πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών.
Περαιτέρω, καμία αντίφαση δεν υφίσταται μεταξύ αφενός της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι η επίμαχη δικαιοπραξία αποτελούσε πώληση και όχι δωρεά, και αφετέρου της απορρίψεως ως αλυσιτελούς του πρώτου λόγου εφέσεως των αναιρεσειουσών, με τον οποίο οι τελευταίες ισχυρίζονταν ότι εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η δικαιοπραξία αυτή ήταν χαριστική, αφού σαφώς διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στη συνέχεια το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα γνώριζε την πρόθεση της πρώτης αναιρεσείουσας προς πρόκληση βλάβης της αναιρεσίβλητης και συνεπώς δεν είχε σημασία αν επρόκειτο για χαριστική ή μη δικαιοπραξία.
Επίσης και η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι δεν αποδείχθηκε ότι το τίμημα της πώλησης που έλαβε η πρώτη αναιρεσείουσα καταβλήθηκε στην αναιρεσίβλητη προς εξόφληση μέρους της οφειλής της από την επίμαχη σύμβαση, δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι η πώληση έγινε για την αντιμετώπιση των αναγκών ρευστότητας της πρώτης αναιρεσείουσας, όπως και η ίδια είχε ισχυρισθεί, οι δε συναφείς αιτιάσεις των αναιρεσείουσών ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του άνω αποδεικτικού πορίσματος.
Καμία, τέλος, εγγενής αντίφαση δεν υπάρχει ως προς τη δικανική πεποίθηση της προσβαλλόμενης σε σχέση με την πρόθεση βλάβης της πρώτης αναιρεσείουσας, αφού με σαφήνεια αναφέρεται ότι η τελευταία με την απαλλοτρίωση των παραπάνω ακινήτων της, που αποτελούσαν τα μοναδικά σημαντικής αξίας περιουσιακά της στοιχεία, στόχευε στην αποξένωσή της από αυτά, ώστε να μην μπορεί η αναιρεσίβλητη επιλαμβανόμενη αυτών να ικανοποιήσει την αξίωσή της.
Επομένως, τόσο ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, όσο και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με την αναγκαία, κατ` άρθρο 939 ΑΚ, πρόθεση βλάβης και την ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας της πρώτης αναιρεσείουσας, καθώς και την αναγκαία, κατ` άρθρο 941 ΑΚ, γνώση της δεύτερης αναιρεσείουσας, ως τρίτης, ότι η οφειλέτιδα - πρώτη αναιρεσείουσα προέβη στην απαλλοτρίωση των άνω ακινήτων της προς βλάβη της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δη ότι για να αχθεί στην κρίση της περί της γνώσεως της δεύτερης εναγομένης ότι η πρώτη εναγομένη προέβη στην άνω απαλλοτριωτική δικαιοπραξία προς βλάβη της ενάγουσας, λαμβάνει ως ορθά και παραδεδεγμένα πράγματα ως αληθινά χωρίς κανένα αποδεικτικό μέσο, βασιζόμενη μόνο στην ιδιότητα των εμπλεκομένων φυσικών προσώπων ως συγγενών, παραβλέποντας ότι το μαχητό τεκμήριο γνώσης δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του για το ως άνω ζήτημα σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη και μάλιστα βασιζόμενη μόνο στην ιδιότητα των εμπλεκομένων φυσικών προσώπων ως συγγενών, αλλά αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αγρινίου και όλα γενικώς τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Δεν ήταν δε αναγκαία η ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυπτε η κρίση του περί της άνω γνώσεως εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσείουσας, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε κατ' ουσίαν το περιεχόμενο των αναφερόμενων εγγράφων που παραδεκτά προσκομίσθηκαν από αυτές, και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από αυτές αντιγράφου τεσσάρων γραμματίων είσπραξης της αναιρεσίβλητης, ποσών 19.309,30 ευρώ, 60.000 ευρώ, 40.000 ευρώ και 55.000 ευρώ, με ημερομηνίες ...
καθώς επίσης και του νομίμου αντιγράφου της κίνησης του αναφερόμενου λογαριασμού, από τα οποία προκύπτει η καταβολή του συνολικού ποσού της επίμαχης αγοραπωλησίας στην αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό και δη ότι δεν αποδείχθηκε ότι το παραπάνω ποσό καταβλήθηκε στην ενάγουσα προς εξόφληση μέρους της οφειλής της από την επίμαχη σύμβαση, καθώς τέτοια καταβολή δεν προκύπτει από την κίνηση του αλληλόχρεου λογαριασμού.
Πράγματι δε, από τα προσκομιζόμενα ως άνω έγγραφα προκύπτει ότι οι καταβολές που έγιναν με τις άνω τέσσερις αποδείξεις της αναιρεσίβλητης, δεν αφορούν την από ... σύμβαση πίστωσης, που συνήψε η πρώτη αναιρεσείουσα με την Τράπεζα "...", στην οποία και στηρίχθηκε η ένδικη αγωγή, δεδομένου και του ότι κατά τον χρόνο των άνω καταβολών δεν είχε καταστεί ακόμη η αναιρεσίβλητη διάδοχος της άνω Τράπεζας, αλλά την από 21-3-2005 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία είχε συνάψει η πρώτη αναιρεσείουσα με την αναιρεσίβλητη ..., από την οποία και παραιτήθηκε η τελευταία, όπως προαναφέρθηκε, στα πλαίσια της οποίας ετηρείτο ο υπ' αριθ. ...
λογαριασμός στον οποίο και κατατέθηκαν τα άνω ποσά. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Περαιτέρω, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διαρρήξεως για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαιτήσεως του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος (Ολ.ΑΠ 15/2012).
Σε περίπτωση όμως που με την αγωγή διώκεται η διάρρηξη περισσοτέρων απαλλοτριωθέντων περιουσιακών στοιχείων, εφόσον κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή η ληξιπρόθεσμη απαίτηση του ενάγοντος δανειστή είναι μεγαλύτερη από τη συνολική αξία όλων των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, ώστε να είναι αναγκαία η διάρρηξη όλων των απαλλοτριώσεων, δεν απαιτείται για το ορισμένο αυτής, η αναφορά της αξίας καθενός (ΑΠ 1623/2018, ΑΠ 28/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια, γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 246/2020, ΑΠ 802/2015, ΑΠ 2149/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη πράγματα και δη αγωγικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη, ώστε να υφίσταται ευχέρεια συναγωγής ομολογίας τέτοιων ισχυρισμών από τους διαδίκους και ειδικότερα ότι στην αγωγή δεν αναφέρεται η εμπορική αξία των ακινήτων που μεταβιβάσθηκαν και άρα δεν νοείται ομολογία ισχυρισμού που δεν έχει προταθεί, ενώ αναφέρεται μεν ότι η απομείνασα περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας αλλά ο ισχυρισμός αυτός ήταν παντελώς αόριστος, με αποτέλεσμα από την άρνησή του να μην μπορεί να συναχθεί ομολογία.
Όπως προαναφέρθηκε, με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη ανέφερε την αντικειμενική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, κατ' εκτίμηση δε του όλου περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής η αναφορά στην αξία καθενός των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και εν τέλει τη συνολική τους αξία καταλαμβάνει και το χρόνο άσκησης της αγωγής, ενόψει και του ότι η αναφερόμενη συνολική αξία των απαλλοτριωθέντων, ύψους 174.309,30 ευρώ, είναι υποπολλαπλάσια της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, ανερχομένης στο ποσό των 496.683,16 ευρώ, απαίτηση που δεν αμφισβητήθηκε από τις αναιρεσείουσες.
Επίσης ανέφερε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα προέβη στην επίδικη απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης της, αφού η υπόλοιπη περιουσία της δεν αρκεί, καθόσον αποτελείται από αγροτεμάχια ασήμαντης αξίας και βεβαρυμένα, δεν ήταν δε κατόπιν αυτού αναγκαία για την πληρότητα του ισχυρισμού αυτού η αναλυτική περιγραφή των λοιπών αγροτεμαχίων της πρώτης αναιρεσείουσας και η εμπορική τους αξία, καθώς και ο ειδικότερος προσδιορισμός των επ' αυτών υφισταμένων βαρών, ο οποίος προσδιορισμός μπορούσε να αποτελέσει αντίθετο ισχυρισμό των αναιρεσειουσών, οι οποίες όμως δεν αμφισβήτησαν τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης για ασήμαντη αξία των λοιπών αγροτεμαχίων.
Επομένως, δεχόμενο το Εφετείο ότι η αντικειμενική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο, ανερχόταν κατά το χρόνο κατάρτισης αυτού σε 115.325,53, 5.988,04, 10.501,68, 10.028,12, 2.148,55, 3.406,45, 17.758,59 και 9.152, 34 ευρώ, αντίστοιχα, στα ίδια δε ποσά ανερχόταν και η αγοραία αξία αυτών και ότι η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της πρώτης εναγομένης, αποτελούμενη από αγροτεμάχια στην περιοχή ...
είναι ασήμαντης αξίας και βεβαρημένη με προσημειώσεις υποθήκης και κατασχέσεις τρίτων δανειστών τους και υπάρχουν και άλλες οφειλές της πρώτης εναγομένης και προς τρίτους άλλους δανειστές της μεγάλων χρηματικών ποσών, δεν δέχθηκε πράγματα και δη ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης που δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο της αγωγής και συνεπώς ο προκείμενος πρώτος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος.
Αν δε ήθελε θεωρηθεί ότι οι αναιρεσείουσες με τον ίδιο λόγο προσβάλλουν και την κρίση του Εφετείου για συναγωγή ομολογίας τους επί της αληθείας των παραπάνω ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, κατά το σκέλος αυτό ο προαναφερόμενος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η συναγωγή ή μη ομολογίας κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, δεδομένου και ότι οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται ότι αμφισβήτησαν ρητά τη βασιμότητα των άνω αγωγικών ισχυρισμών.
Κατ` ακολουθίαν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείουσες, που χάνουν τη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν και στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Νοεμβρίου 2019 αίτηση και τους από 3 Φεβρουαρίου 2022 πρόσθετους αυτής λόγους των: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "..., και 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της με αριθ. 58/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ