Supreme Court allows appeal on civil law regarding the critical time for calculating assets in a three-year separation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal filed by A.M. against the Third Instance Court's decision regarding a property dispute arising from a three-year separation. The appellant argued that the lower court incorrectly excluded assets acquired after the separation period ended but before the lawsuit was filed, asserting the critical time for asset calculation is the lawsuit's filing date. The Court agreed, finding the lower court violated the Civil Code by failing to include these assets in the final estate calculation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1400, 559, 580, 495 of the Civil Procedure Code; The critical time for calculating the final estate in a three-year separation case is the date of filing the lawsuit, not the completion of the separation period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 358 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 358/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ντέσκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Α., κατοίκου … Μαγνησίας ή ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νικολιδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Α., κατοίκου ... ή ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νικολιδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ντέσκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2008 αγωγή του ήδη υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 15/7/2008 αγωγή της στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4838/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5612/2012 μη οριστική και 3508/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 3/10/2017 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 12/12/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 12/12/2017 αιτήσεως, την απόρριψη της από 3/10/2017 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 3-10-2017 αίτηση αναίρεσης του Α. Μ., καθώς και την από 12-12-2017 αίτηση αναίρεσης της Ε. Σ. προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3508/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν έγιναν δεκτές κατ' ουσίαν οι από 14-3-2011 και 21-3-2011 εφέσεις, που είχαν ασκήσει οι διάδικοι αντίστοιχα κατά της υπ' αριθ. 4838/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε η τελευταία απόφαση και αφού δικάστηκαν οι από 15-4-2008 και 15-7-2008 αγωγές αυτών, με τις οποίες άσκησαν αντίστοιχες αξιώσεις από τα αποκτήματα, έγιναν εν μέρει δεκτές και αφενός μεν υποχρεώθηκε ο εναγόμενος, Α. Μ., να καταβάλει στην ενάγουσα, Ε. Σ., το ποσό των 200.000 ευρώ και αναγνωρίσθηκε, ότι οφείλει να καταβάλει σ' αυτή το ποσό των 212.872 ευρώ και αφετέρου αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη, Ε. Σ., οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, Α. Μ. το ποσό των 149.318 ευρώ. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1400 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν.1329/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγουμένη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό, τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του δικαιούχου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, είναι α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου.
Η άνω απαίτηση του κάθε συζύγου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία).
Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί, αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου, που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Στην τελική περιουσία του υποχρέου συζύγου υπολογίζεται κάθε στοιχείο, που επιφέρει αύξηση της αρχικής, εκτός εκείνων που αποκτώνται από αυτόν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.
Παρέπεται, εντεύθεν, ότι όσα ο υπόχρεος σύζυγος έχει αποκτήσει από δωρεά, κληρονομιά κλπ, που έλαβαν χώρα πριν από την τέλεση του γάμου, αποτελούν, ενδεχομένως και με άλλα περιουσιακά στοιχεία, την αρχική περιουσία αυτού και υπολογίζονται για την εξεύρεση αυτής, με την έννοια του προσδιορισμού των περιουσιακών στοιχείων του υποχρέου και της περαιτέρω αναγωγής τους σε χρήμα, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ώστε στη συνέχεια, σε σύγκριση με την τελική περιουσία να κριθεί, αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Περαιτέρω, προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας του υποχρέου και εντεύθεν του προσδιορισμού της περιουσιακής του αύξησης, με την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων, που την αποτελούν, κρίσιμος χρόνος είναι, όταν η αξίωση απόδοσης της συμβολής στηρίζεται στη λύση ή ακύρωση του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη.
Στην περίπτωση δε, που η αξίωση στηρίζεται στη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος χρόνος για το αν επήλθε ή όχι από την τέλεση του γάμου επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου και πόση ανάγεται τελικώς στο χρόνο άσκησης της αγωγής του άρθρου 1400 ΑΚ, καθόσον για τη γέννηση της αξίωσης αυτής δεν ορίζεται από το νόμο συγκεκριμένη χρονική αφετηρία, αφού αρκεί να έχει διαρκέσει η διάσταση των συζύγων περισσότερο από τρία χρόνια.
Στον ίδιο χρόνο πρέπει να γίνεται και η σε χρήμα αναγωγή των όποιων αποκτήθηκαν περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου για τον προσδιορισμό της ενοχικής και, κατ' αρχήν, χρηματικής αξίωσης του ενάγοντος στα αποκτήματα του άλλου συζύγου (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1956/2013, ΑΠ 1420/2011, ΑΠ 546/2009, ΑΠ 1557/2008, ΑΠ 1653/2003, ΑΠ 406/2003, ΑΠ 1658/2001, ΑΠ 94/2001).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β ΑΚ καθιερώνεται νόμιμο τεκμήριο, σύμφωνα με το οποίο τεκμαίρεται, ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.
Ουσιαστικά με τη διάταξη αυτή γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο. Στην περίπτωση, δηλαδή, που ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού, ο ενάγων σύζυγος, εκτός από την επίκληση και απόδειξη της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της συμβολής του, του ποσοστού της και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 492/2017), αλλά ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται, ότι η περιουσία αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, μπορεί, προς απόκρουση του τεκμηρίου, να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο ενάγων δεν είχε καμία συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του ή είχε μικρότερη, είτε γιατί δεν μπορούσε, όπως πχ λόγω διάστασης, βαριάς ασθένειας, είτε γιατί δεν ήθελε να έχει συμβολή, όπως πχ λόγω πλήρους αδιαφορίας για τις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 1037/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1223/2007).
Η ισχύς του άνω τεκμηρίου δεν παύει, αλλά καλύπτει τη συμβολή του δικαιούχου στην περιουσιακή αύξηση του υποχρέου, καθώς και το ποσοστό της και στην περίπτωση, που ασκείται αγωγή του τεκμαιρόμενου ποσοστού για συμμετοχή στα αποκτήματα, που στηρίζεται στη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης και τούτο διότι, εφόσον, κατ' αυτή προϋποτίθεται, ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί, όσο υπάρχει γάμος ισχύει το τεκμήριο συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα του δικαιούχου κατά το ποσοστό του ενός τρίτου.
Επομένως, και στην περίπτωση αυτή ο δικαιούχος σύζυγος αρκεί να επικαλεσθεί το τεκμήριο και δεν βαρύνεται με την περαιτέρω επίκληση και απόδειξη της συμβολής του στην περιουσιακή επαύξηση του υποχρέου συζύγου ούτε του ποσοστού της για αποκτήματα, που αποκτήθηκαν μετά τη διάσταση, καθόσον η συμβολή του δεν αποκλείεται να συνεχίζεται και κατά τη διάρκεια της διάστασης.
Αντίθετα ο υπόχρεος σύζυγος έχει τη δικονομική ευχέρεια να αμφισβητήσει το τεκμήριο και συγκεκριμένα να ισχυρισθεί και να αποδείξει, ότι από τότε που επήλθε η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης ο δικαιούχος σύζυγος δεν είχε καμία συμβολή. Α. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΤΩΝ ΑΝΩ ΑΙΤΗΣΕΩΝ Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο από τον αριθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης, και κατά το πρώτο σκέλος του, ψέγεται το εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 3 ΑΚ, καθόσον προσδιόρισε μεν την περιουσία, που είχε κατά την τέλεση του γάμου του με την αναιρεσίβλητη, στις 18-12-1999 και ανήγαγε την αξία αυτής κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης από το άρθρο 1400 ΑΚ αγωγής, κατέληξε όμως, ότι συνολικά η αξία αυτής ανερχόταν στο ποσό του 1.325.061 ευρώ, διότι δεν υπολόγισε εσφαλμένα σ' αυτή την αξία των γονικών παροχών, που είχαν γίνει σ' αυτόν, πριν από την τέλεση του γάμου του με την αναιρεσίβλητη, αναφορικά με το κείμενο στον … οικόπεδο, την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 1.116.000 ευρώ, καθώς και με το κείμενο στην κωμόπολη ..., αστικό ακίνητο (οικόπεδο με διώροφη οικία), την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 66.000 ευρώ, με την αιτιολογία, ότι δεν υπολογίζεται σ' αυτή, ό,τι αποκτήθηκε με χαριστική αιτία, και ότι, εάν δεν είχε προβεί σε εσφαλμένη εφαρμογή της άνω διάταξης και εσφαλμένο υπολογισμό της αρχικής περιουσία, θα είχε προσδιορίσει την αξία της περιουσίας αυτής (αρχικής) σε μεγαλύτερο ποσό και εντεύθεν, μετά τη σύγκριση μεταξύ της αρχικής και της τελικής περιουσίας του, θα είχε προσδιορίσει είτε μηδενική αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου, είτε κατά πολύ μικρότερη αυτής που δέχτηκε και είτε θα είχε απορρίψει την αγωγή, είτε θα την είχε δεχθεί για πολύ μικρότερο ποσό.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο σε σχέση με την παραπάνω αναιρετική αιτίαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: " Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην ... στις 18.12.1999 από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα και η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά στις 5.9.2001.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της τελέσεως του γάμου τους οι διάδικοι είχαν περιουσία και ο συγκεκριμένα εναγόμενος είχε τα εξής περιουσιακά στοιχεία: Α) ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας ενός οικοπέδου εκτάσεως 1.000,75 τμ., που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ... αξίας 800.599 ευρώ, το οποίο απέκτησε δυνάμει των υπ' αριθ. 4047/1990 και 4048/1990 συμβολαίων γονικής παροχής κατά 80/100 και αγοραπωλησίας κατά 20/100 της ψιλής κυριότητας αντίστοιχα, της συμβ/φου Αθηνών Αικατερίνης Κώτση- Χατζηχρήστου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, από την αποβιώσασα στις 15-12-1995 επικαρπώτρια μητέρα του Η.
Μ.. Η αγοραία αξία του ακινήτου, σε ποσοστό κυριότητας 2/3 εξ αδιαιρέτου, ανέρχεται, σύμφωνα με την ως άνω πραγματογνωμοσύνη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής σε 1.550.000 ευρώ. Ακολούθως, εν όψει του ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων ό, τι αυτοί απέκτησαν από χαριστική αιτία, θα πρέπει να εκπέσει από το παραπάνω ποσό η αξία της άνω γονικής παροχής, ήτοι του αναλογούντος στη συγκεκριμένη ιδιοκτησία ποσοστού 80/100 της ψιλής κυριότητας (σε 90% της αξίας) επί του μεριδίου των 2/3 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, ήτοι (90%Χ2/3=90%Χ1.550.000ευρώ=1.395.000 ευρώ η αξία ψιλής κυριότηταςΧ80%=) 1.116.000 ευρώ και να υπολογιστεί στην αρχική περιουσία το υπόλοιπο ποσοστό κυριότητας, αξίας (1.550.000 ευρώ-1.116.000 ευρώ=) 434.000 ευρώ.
Επίσης, στην αρχική περιουσία του εναγόμενου πρέπει να προστεθεί και το κόστος κατασκευής του σκυροδέματος του κτιρίου Α που ανεγέρθηκε στο προαναφερόμενο οικόπεδο, ποσού 108.624 ευρώ, το οποίο είχε ήδη αποπερατωθεί κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, αξίας 217.140 ευρώ κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, όπως αυτό προκύπτει από τις προσκομισθείσες καταστάσεις ασφαλίσεως οικοδομικών και τεχνικών εργασιών από Μάιο 1999 έως Δεκέμβριο 1999 σε συνδυασμό με την από 6.3.2009 εκτιμητική έκθεση της πολιτικού μηχανικού Μ.
Π., όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών με σχετικό λόγο εφέσεως.
Συνεπώς το ανωτέρω ακίνητο, θα υπολογισθεί, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, με συνολική εμπορική αξία, ποσού (434.000+217.140=) 651.140 ευρώ, Β) την ψιλή κυριότητα σε ένα αστικό ακίνητο που βρίσκεται στη θέση "..." στην κωμόπολη ..., ήτοι οικόπεδο εκτάσεως 252 τμ με την εντός αυτού διώροφη οικία, που αποτελείται από ένα ισόγειο εμβαδού 60 τμ.
και έναν όροφο εμβαδού 30 τμ., το οποίο απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθ. 7596/1996 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Καστελιού Κισσάμου Εμμανουήλ Ιωάννου Καλογριδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον επικαρπωτή πατέρα του Ι. Μ. και το οποίο δεν θα υπολογιστεί στην αρχική περιουσία, διότι αποκτήθηκε με χαριστική αιτία, Γ) την πλήρη κυριότητα ενός μικρού ταχύπλοου σκάφους μήκους 9,50 μ., αξίας κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής 58.694 ευρώ, Δ) Μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων της Alico Eurobank, ποσού 150.000.000 δρχ.
τότε, ήδη 440.205 ευρώ, Ε) καταθέσεις σε μετρητά στην τράπεζα Eurobank Εργασίας στις 10.12.1999, ποσού 45.152.248 δρχ. τότε, ήδη 132.508 ευρώ, ΣΤ) καταθέσεις σε μετρητά στην τράπεζα Alpha Bank ποσού 11.486.673 δρχ. τότε, ήδη 33.710 ευρώ και Ζ) το 50 % των εταιρικών μεριδίων της εταιρίας με την επωνυμία A. V. A. Μ./πη ΕΠΕ, που συστήθηκε το Σεπτέμβριο του 1998 με μοναδική εταίρο την ενάγουσα και αφανή εταίρο τον εναγόμενο, αξίας 8.804 ευρώ.
Επομένως, η αρχική περιουσία του εναγόμενου ανερχόταν με τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής σε (651.140 + 58.694 + 440.205 + 132.508 + 33.710 + 8.804 =) 1.325.061 ευρώ...Εξάλλου, στην τελική περιουσία του εναγόμενου, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν περιλαμβάνεται η ψιλή κυριότητα στο ως άνω αστικό ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "..." στην κωμόπολη ..., αξίας 66.000 ευρώ, διότι αυτό αποκτήθηκε με γονική παροχή και δεν θεωρείται απόκτημα, σύμφωνα με την §3 του άρθρου 1400 ΑΚ, καθόσον στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται οποιαδήποτε απόκτηση οφέλους από χαριστική αιτία...".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και προσδιόρισε την αξία της αρχικής περιουσίας του αναιρεσείοντος, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, στο άνω ποσό του 1.325.061 ευρώ, χωρίς όμως να υπολογίσει σ' αυτή και την αποκτηθείσα με γονική παροχή, πριν από την τέλεση του γάμου, ψιλή κυριότητα των 2/3 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, του κειμένου στο Δήμο ..., με αναγωγή της αξίας της, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, με την αιτιολογία, ότι δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων, ό,τι αυτοί απέκτησαν από χαριστική αιτία, εσφαλμένα, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Σημειώνεται δε, ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει, ότι το Εφετείο υπολόγισε αυτή και στην τελική περιουσία του, με την έννοια της αφαίρεσής της από την αξία των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που ανήγειρε επί του οικοπέδου αυτού, μετά την τέλεση του γάμου ή από το τίμημα αυτών των οριζοντίων ιδιοκτησιών που πώλησε, και υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, λαμβανομένου υπόψη, ότι, όταν στην αρχική περιουσία του υποχρέου περιλαμβάνεται οικόπεδο επί του οποίου μετά την τέλεση του γάμου ανεγέρθηκε οικοδομή, απόκτημα αποτελεί μόνον η αξία της οικοδομής, η οποία και υπολογίζεται στην τελική περιουσία, έτσι ώστε ο μη υπολογισμός της στην αρχική περιουσία, έστω και με την άνω αιτιολογία, να μην ασκεί έννομη επιρροή στο διατακτικό της απόφασης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος αυτό, είναι βάσιμος. Αντίθετα, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος, που ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν υπολόγισε στην αρχική του περιουσία την αξία της ψιλής κυριότητας για το ακίνητο, το κείμενο στο ..., που είχε αποκτήσει ομοίως με γονική παροχή, πριν όμως από την τέλεση του γάμου, είναι αλυσιτελής.
Και τούτο διότι, ναι μεν δεν υπολόγισε αυτή στην αρχική περιουσία του, με τη λανθασμένη αιτιολογία, ότι δεν θα υπολογιστεί, διότι αποκτήθηκε με χαριστική αιτία, πλην όμως δεν την υπολόγισε και στην τελική περιουσία του, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της, με αποτέλεσμα τελικά ο μη υπολογισμός της στην αρχική περιουσία να μην ασκεί έννομη επιρροή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει, όπως εκτιμάται, ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, καθόσον, ενώ στη μείζονα σκέψη δέχεται, ότι σε περίπτωση αύξησης της περιουσίας κατά την περίοδο μετά την έναρξη της τριετούς διάστασης, ο δικαιούχος της αξίωσης πρέπει να αποδεικνύει την ύπαρξη και την έκταση της δικής του συμβολής στην αύξηση, διότι το τεκμήριο της συμβολής του ενός τρίτου, δεν ισχύει για την περιουσιακή αύξηση κατά την περίοδο της διαταραχής της έγγαμης συμβίωσης, τελικά εφάρμοσε το τεκμήριο του ενός τρίτου για τη συμβολή της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας, που αυτός απέκτησε και συγκεκριμένα και σ' αυτή, που απέκτησε και μετά την περίοδο διαταραχής της έγγαμης συμβίωσης, δηλαδή τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης στις 5-9-2001 μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από αυτήν στις 5-9-2004, ενώ εάν δεν είχε προβεί σε εσφαλμένη εφαρμογή της άνω διάταξης θα είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης ή θα την είχε δεχθεί για πολύ μικρότερο ποσό, καθόσον απαιτείτο για την άνω περίοδο ειδική απόδειξη της συμβολής της αναιρεσίβλητης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο σε σχέση με την παραπάνω αναιρετική αιτίαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: " Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην ... στις 18.12.1999 από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα και η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά στις 5.9.2001.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της τελέσεως του γάμου τους οι διάδικοι είχαν περιουσία και ο συγκεκριμένα εναγόμενος είχε τα εξής περιουσιακά στοιχεία: Α) ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας ενός οικοπέδου εκτάσεως 1.000,75 τμ., που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ..., πρώην Δήμου ... και παλαιότερα Δήμου ...
αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από τη συζυγική διάσταση στις 5.9.2004, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας του, απέκτησε από πλειστηριασμό, δυνάμει της υπ' αριθ. 12029/2000 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Κατσούλα-Γρηγοράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, το υπόλοιπο μερίδιο σε ποσοστό 1/3 της κυριότητας του ανωτέρω οικοπέδου, εκτάσεως, 1000,75τμ, στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ..., αξίας 32.010.000 δρχ.
τότε, ήδη 93.939,83 ευρώ, επί του οποίου... ανήγειρε δύο πολυώροφες οικοδομές με υπόγειο, αποθήκες και κλειστές θέσεις στάθμευσης, ήτοι το κτίριο Α, αποτελούμενο από πιλοτή και πέντε ορόφους που ξεκίνησε το Μάιο του 1999 και αποπερατώθηκε τον Ιούλιο του 2001 και το κτίριο Β αποτελούμενο από πιλοτή και τέσσερις ορόφους που ξεκίνησε το Νοέμβριο του 2001 και αποπερατώθηκε το Δεκέμβριο του 2003.
Επίσης, ο εναγόμενος, πώλησε και μεταβίβασε έντεκα (11) οριζόντιες ιδιοκτησίες ευρισκόμενες στο προαναφερόμενο οικόπεδο στον ..., μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από την συζυγική διάσταση και ειδικότερα: α), β, γ), δ), ε), στ), ζ), η), θ), ι) και ια) ...
Συνεπώς, η συνολική αξία των πωληθέντων οριζοντίων ιδιοκτησιών του εναγόμενου στον ..., κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανέρχεται στο ποσό των (353.080+365.690+378.300+258.216+11.260+267.000+249.312+187376+194.097+5.250+195.000=) 2.464.581 ευρώ...Επομένως, κατά τη συμπλήρωση τριετίας από τη συζυγική διάσταση, στις 5.9.2004, ο εναγόμενος, διέθετε αφενός το ποσό που εισέπραξε από τις ανωτέρω πωλήσεις, ως όφελος, συνολικού ύψους 2.464.581 ευρώ, αφετέρου κατά πλήρη κυριότητα τις κάτωθι οριζόντιες ιδιοκτησίες στο προαναφερόμενο οικόπεδο στον ...: 1), 2) και 3)...Η συνολική αξία των ανωτέρω ακινήτων ανέρχεται σε (405.440 + 12.500 + 30.900) = 448.840 ευρώ.
Ήτοι, ο εναγόμενος είχε επαύξηση της περιουσίας του, από τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, συνολικού ποσού (2.464.581+448.840=) 2.913.421 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό της αγοράς του υπολοίπου μεριδίου επί του οικοπέδου (1/3 εξ αδιαιρέτου), αξίας, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ... 775.000 ευρώ και να υπολογισθεί ως απόκτημα το υπόλοιπο ποσό, ύψους (2.913.421-775.000=) 2.138.421 ευρώ...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ο εναγόμενος, με το υπ' αριθ. 12/27-5-2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μάρθας-Αικατερίνης Γασπαρινάτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε αιτία αγοράς, αντί τιμήματος 85.616,06 ευρώ, κατά πλήρη κυριότητα, ένα αγροτεμάχιο άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτάσεως 3.197,97 τμ, εκτός σχεδίου πόλεως, που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής Περιφέρειας … του Δήμου… ...εμπορικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ποσού (3.197,97 τμ X 60ευρώ/τμ=) 191.878 ευρώ...Επίσης ο ίδιος, καθ' ομολογία του, στις 24-2-2000, αγόρασε 1.500 μετοχές (50% του μετοχικού κεφαλαίου) της ανώνυμης εταιρίας "R.
V.-M. S. ΑΕ", καταβάλλοντας το ποσό των 44.020 ευρώ, πραγματικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 9.379 ευρώ, ενώ αυτός το 2003 αγόρασε ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW Χ5 COMFORT αντί τιμήματος 65.000 ευρώ, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 54.000 ευρώ...Επιπλέον, ο εναγόμενος αγόρασε κατά το έτος 2001 μια θαλαμηγό - σκάφος αναψυχής- με το όνομα "S. - R.
N. K. DL 0952 P, μήκους μέτρων 15,79, πλάτους μέτρων 4,88, με official number 5282, λιμένα νηολόγησης KINGSTOWN, έτος κατασκευής 1992, καταχωρημένο στο με αρ. … /υ πιστοποιητικό νηολόγησης, φέρον σημαία του Αγίου Βικεντίου και των Γρεναδίνων, με τίμημα 190.755,68 ευρώ και αξίας του σκάφους κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, 170.000 ευρώ, λόγω παλαιότητας, σύμφωνα με εκτίμηση της ασφαλιστικής εταιρίας I....
Επομένως, η αξία των περιουσιακών στοιχείων του εναγόμενου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανέρχεται σε (2.138.421+ 191.878+ 9.379+ 54.000+ 170.000) 2.563.678 ευρώ. Κατά συνέπεια, η συνολική επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου ανέρχεται στο ποσό των (2.563.678-1.325.061 (σημ. αποτελεί την αρχική περιουσία του εναγομένου) 1.238.617 ευρώ, για το οποίο υφίσταται αξίωση σε αποκτήματα.
Συνεπώς, η ενάγουσα σύζυγος συνεισέφερε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου της κατά ποσοστό 1/3, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε μηδενική ή μικρότερη του άνω ποσοστού συμμετοχή της, απορριπτόμενης της σχετικής ενστάσεως του εναγόμενου, ως ουσία αβάσιμης. Μετά ταύτα, το ποσό στο οποίο αποτιμάται το μέρος της αύξησης της περιουσίας του εναγόμενου που προέρχεται από την (τεκμαιρομένη) συμβολή της ενάγουσας ανέρχεται συνολικά σε (1.238.617Χ 1/3=) 412.872 ευρώ".
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανεξαρτήτως του εσφαλμένου της κρίσης του, αναφορικά προς τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρότασή του, με το να δεχθεί στην ελάσσονα πρότασή του, από την οποία κρίνεται η παραβίαση ή όχι κανόνα ουσιαστικού δικαίου στην περίπτωση, που έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση (ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1704/2008), ότι στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα σ' αυτή, που απέκτησε, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης από 18-12-1999 έως 5-9-2001, αλλά και μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης στις 5-9-2001 μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από αυτήν στις 5-9-2004, συνέβαλε και η αναιρεσίβλητη, κατά το προβλεπόμενο στη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ.
β ΑΚ τεκμαρτό ποσοστό του ενός τρίτου, και να απορρίψει την ένσταση του αναιρεσείοντος περί μηδενικής ή μικρότερης συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του, ορθά εφάρμοσε την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και δεν την παραβίασε. Τούτο διότι, ενόψει ότι η από το άρθρο 1400 παρ. 1 εδ. β ΑΚ ρύθμιση και το τεκμήριο συμβολής του δικαιούχου συζύγου στα αποκτήματα του υποχρέου, όπως έχει αναφερθεί στη μείζονα σκέψη, ισχύει, όσο υπάρχει γάμος και δεν παύει μετά την έναρξη της διάστασης των συζύγων, η αναιρεσίβλητη δεν ήταν υποχρεωμένη, ως δικαιούχος σύζυγος, που με την αγωγή της ζητούσε την επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη συμβολής της στην απόκτηση από αυτόν των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων, ήτοι αυτών που αποκτήθηκαν από το χρόνο της διάστασης μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από αυτή, καθώς και το ποσοστό της, αλλά εναπόκειτο στον αναιρεσείοντα να επικαλεσθεί και να αποδείξει, για την ανατροπή του ισχύοντος και κατά τη διάσταση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων τεκμηρίου, ότι η αναιρεσίβλητη δεν συνέβαλε, κατά τη διάρκεια της, ή συνέβαλε κατά μικρότερο ποσοστό στην απόκτηση των άνω περιουσιακών στοιχείων, πράγμα που, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν απέδειξε.
Επομένως, ο άνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 2053/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το εφετείο, σε σχέση με την αγωγή του αναιρεσείοντος και τον υπολογισμό στην τελική περιουσία της αναιρεσίβλητης, που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους, μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων, και του 50% των κερδών της εταιρείας με την επωνυμία "A.
V. A. Μ./ΈΠΕ" των εταιρικών χρήσεων από 1-1-1999 μέχρι 17-6-2003, καθώς και των κερδών της εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Σ. και Σια ΟΕ.", κατά το χρονικό διάστημα από 13-9-2000 μέχρι και 26-3-2001 και εντεύθεν τη συμβολή του σ' αυτή κατά το τεκμαιρόμενο ποσοστό του ενός τρίτου, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Παράλληλα, οι διάδικοι-σύζυγοι ανέπτυξαν κοινή επαγγελματική δραστηριότητα διά της συστάσεως δύο εταιριών.
Της εταιρίας "A. V. A. Μ./ΈΠΕ" (A. ΕΠΕ), το έτος 1999 με μοναδική εμφανή εταίρο την ενάγουσα και αφανή εταίρο τον εναγόμενο, με κύριο αντικείμενο την παραγωγή τηλεοπτικών προγραμμάτων, μετοχικό κεφάλαιο 6.000.000 δρχ. και κέρδη τη χρήση 1999, 94.433.584 δρχ., τη χρήση 2000, 47.807.233 δρχ. και τη χρήση 2001, 33.382.381 δρχ. και της ιδρύσεως το έτος 2000 της εταιρίας "Ε.
Σ. ΟΕ"", στην οποία οι διάδικοι ήταν συμμέτοχοι με ποσοστό 50 % ο καθένας, με κέρδη το 2001 36.994.387 δρχ...Περαιτέρω, η αρχική περιουσία της εναγομένης κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων αποτελούνταν από τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία: α), β), γ), δ) και ε)... Αναφορικά με τα κέρδη από την πρώτη εταιρική χρήση της εταιρίας "A.
V. A. Μ./ΕΠΕ", ήτοι από 1.1.1999 ως 31.12.1999, τα οποία άλλωστε δικαιούνται αμφότεροι οι διάδικοι, ύψους 138.567 ευρώ κατά ποσοστό 50%, αποδείχθηκε ότι διανεμήθηκαν μετά το γάμο και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και αναλώθηκαν από αυτούς στις οικογενειακές τους ανάγκες. Επομένως, το σύνολο της αρχικής περιουσίας της εναγόμενης κατά το χρόνο της άσκησης της ένδικης αγωγής ανήλθε σε (110.000 + 300.000 + 207.640 + 7.000 + 8.804=) 633.444 ευρώ.
Εξάλλου, η τελική περιουσία της εναγόμενης κατά το χρόνο της άσκησης της ένδικης αγωγής αποτελούνταν από τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία: α), β), γ), δ) και ε)... Αναφορικά με το 50 % των κερδών της εταιρίας "A. V. A. Μ.ΕΠΕ" της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης εταιρικής χρήσης από 1.1.2000-17.6.2003, δεν αποδείχθηκε ότι αυτά αποτέλεσαν περιουσιακό στοιχείο της εναγόμενης, ούτε ότι σώζονταν ως όφελος αυτής κατά τον επίδικο χρόνο, όπως βάσιμα αυτή ισχυρίζεται με σχετικό λόγο εφέσεως, αλλά αποδείχθηκε ότι τα κέρδη της εν λόγω εταιρίας αποτελούσαν εισόδημα διαβίωσης των διαδίκων, το οποίο αναλώνονταν για την αντιμετώπιση των προσωπικών και οικογενειακών των αναγκών.
Το αυτό ισχύει και για τα κέρδη από την εταιρία "Ε. Σ. και Σια ΟΕ" που δημιουργήθηκε από τους διαδίκους στις 13.9.2000 και λύθηκε στις 26.3.2001. Επομένως, το σύνολο της τελικής περιουσίας της εναγόμενης ανέρχεται κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής στο ποσό των (404.000 +295.710 + 10.000 +300.000+71.689 =)1.081.399 ευρώ και η συνολική επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης ανέρχεται στο ποσό των (1.081.399-633.444=) 447.955 ευρώ.
Συνεπώς, ο ενάγων σύζυγος συνεισέφερε στην επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης συζύγου του κατά ποσοστό 1/3, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε μηδενική ή μικρότερη του άνω ποσοστού συμμετοχή του, απορριπτόμενης της σχετικής ενστάσεως της εναγόμενης, ως ουσία αβάσιμης. Μετά ταύτα, το ποσό στο οποίο αποτιμάται το μέρος της αύξησης της περιουσίας της εναγομένης που προέρχεται από την (τεκμαιρομένη) συμβολή του ενάγοντας ανέρχεται συνολικά σε (447.955 X 1/3=)149.318 ευρώ...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, ως προς τη διατήρηση ή όχι της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, σχετικά με το 50% των κερδών της εταιρείας με την επωνυμία "A.
V. A. Μ./ΈΠΕ" των εταιρικών χρήσεων από 1-1-1999 μέχρι 17-6-2003, καθώς και των κερδών της εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Σ. και Σια ΟΕ.", κατά το χρονικό διάστημα από 13-9-2000 μέχρι και 26-3-2001 και εντεύθεν τη συμβολή του αναιρεσείοντος ή όχι σ' αυτή κατά το τεκμαιρόμενο ποσοστό του ενός τρίτου, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 1400 ΑΚ.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται, ότι, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής του αναιρεσείοντος εναντίον της για τα αποκτήματα, τα κέρδη αυτά δεν αποτελούσαν περιουσία αυτής, ούτε σώζονταν ως όφελος της, διότι είχαν αναλωθεί, όσα μεν εισπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης για την αντιμετώπιση των οικογενειακών δαπανών τους, όσα δε εισπράχθηκαν μετά και μέχρι την τριετή διάσταση, για την αντιμετώπιση προσωπικών αναγκών, δεν αναφέρει προσδιοριστικά στοιχεία αυτών, των οικογενειακών και προσωπικών αναγκών, για τις οποίες, κατά τις παραδοχές του, αναλώθηκαν, ώστε να δικαιολογηθεί ή όχι, εάν αυτά ταυτίζονταν με αυτές ή κατά ποιό ποσό και να κριθεί περαιτέρω, εάν αποτελούσαν ή όχι περιουσία της αναιρεσίβλητης κατά τον κρίσιμο χρόνο και εντεύθεν απόκτημα επί του οποίου ο αναιρεσείων είχε δικαίωμα συμβολής.
Ενόψει τούτων, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 πλημμέλεια. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005).
Αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, θα πρέπει να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα ( ΑΠ 793/2015, ΑΠ 881/1988). Ο αναιρεσείων δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αντιδίκου του, διότι στην περίπτωση αυτή λείπει το έννομο συμφέρον που απαιτείται για την άσκηση αναίρεσης από αυτόν (αναιρεσείοντα).
Κατ' εξαίρεση χωρεί αναίρεση για τη μη εξέταση κρισίμων γεγονότων, που πρότεινε ο αντίδικος εκείνου που έχει το βάρος της επικλήσεως του, αν ο τελευταίος είχε επικαλεσθεί τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του ως δικαστική ομολογία, οπότε ο λόγος αναίρεσης στηρίζεται στον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 3/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης σχετικά με το ύψος των οικογενειακών δαπανών, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, τις οποίες, όπως εξέθετε στην αγωγή της εναντίον του, επιβαρυνόταν η ίδια και προσδιόριζε συνολικά στο ποσό των 69.266,52 ευρώ, ότι η μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού αυτού έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αναδεικνύει ως προσαύξηση της περιουσίας της τη διαφορά μεταξύ του συνόλου των κερδών από τις άνω εταιρείες, ποσού 311.984,70€ και του άνω ποσού των 69.266,52€ και δη το ποσό των 242.718,18 ευρώ (311.984,70€-69.266,52€), το οποίο έπρεπε τελικά το εφετείο να προσθέσει στην τελική περιουσία της αναιρεσίβλητης και όχι να δεχθεί, ότι αναλώθηκε για την αντιμετώπιση των προσωπικών και οικογενειακών αναγκών.
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως ότι παρέλκει η εξέτασή του, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του άνω από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου, είναι σε κάθε περίπτωση απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι δεν ήταν αυτός που είχε επικαλεσθεί τον ισχυρισμό αυτό, αλλά η αντίδικός του αναιρεσίβλητη και αυτός δεν ισχυρίζεται ότι είχε επικαλεσθεί τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσιβλήτης ως δικαστική ομολογία αυτής σε σχέση με το ποσό των οικογενειακών αναγκών.
Β. ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΤΩΝ ΑΝΩ ΑΙΤΗΣΕΩΝ Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, καθόσον, ενώ η αγωγή της περί συμμετοχής της στα αποκτήματα του αναιρεσίβλητου, κατά το τεκμαιρόμενο ποσοστό του ενός τρίτου, στηριζόταν στη συμπλήρωση τριετίας από τη συζυγική διάσταση και γινόταν επίκληση, ότι η επαύξηση της περιουσίας του, έλαβε χώρα μετά την τέλεση του γάμου και μέχρι την άσκηση της αγωγής της, τον Ιούλιο 2008, με τις αναφερόμενες στην αγωγή συγκεκριμένες κτήσεις, ήτοι οριζόντιες ιδιοκτησίες, που είχαν κτισθεί επί του οικοπέδου στον Άλιμο, πριν από τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, αλλά πωλήθηκαν μετά από αυτή, οριζόντιες ιδιοκτησίες επί του αποκτηθέντος μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης οικοπέδου στην …, που κτίσθηκαν μετά τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, αγροτεμάχια στην Κεφαλονιά, καθώς και μετοχές της ανώνυμης εταιρείας I.
Γ. Ν., που αποκτήθηκαν μετά τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης και μέχρι την άσκηση της αγωγής, την απέρριψε, κατά το μέρος αυτό, με την αιτιολογία το μεν ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης, το δε ότι κατά το χρόνο της διαταραχής της έγγαμης συμβίωσης το τεκμήριο του ενός τρίτου δεν ισχύει για την περιουσιακή αύξηση.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το εφετείο, σε σχέση με την παραπάνω αναιρετική αιτίαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην ... στις18-12-1999 από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα και η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά στις 5-9-2001.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι κατά το χρόνο της τελέσεως του γάμου τους οι διάδικοι είχαν περιουσία και συγκεκριμένα ο εναγόμενος είχε περιουσιακά στοιχεία Α)...Β)...Γ)...Δ)...Ε)...ΣΤ)...Ζ)...Επομένως η αρχική περιουσία του εναγομένου ανερχόταν σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής σε...1.325.061 ευρώ. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από την συζυγική διάσταση στις 5.9.2004, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας του, απέκτησε από πλειστηριασμό...το υπόλοιπο μερίδιο σε ποσοστό 1/3 της κυριότητας του ανωτέρω οικοπέδου εκτάσεως 1.000,75 τμ., στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ......επί του οποίου, σύμφωνα με τις υπ' αριθ. 14494/2000, 616/2001 και 956/2002 συμβ/φικές πράξεις κατάργησης-σύστασης και τροποποίησης οριζοντίων ιδιοκτησιών, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ανήγειρε δύο πολυώροφες οικοδομές με υπόγειο, αποθήκες και κλειστές θέσεις στάθμευσης, ήτοι το κτίριο Α, αποτελούμενο από πιλοτή και πέντε ορόφους, που ξεκίνησε το Μάιο του 1999 και αποπερατώθηκε τον Ιούλιο του 2001 και το κτίριο Β, αποτελούμενο από πιλοτή και τέσσερις ορόφους, που ξεκίνησε το Νοέμβριο του 2001 και αποπερατώθηκε το Δεκέμβριο του 2003...ο εναγόμενος, πώλησε και μεταβίβασε έντεκα (11) οριζόντιες ιδιοκτησίες ευρισκόμενες στο προαναφερόμενο οικόπεδο στον ..., μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από τη συζυγική διάσταση και ειδικότερα:
α)...β)...γ)...δ)...ε)...στ)...ζ)...η)...θ)...ι)...ια)... Επομένως, κατά τη συμπλήρωση τριετίας από τη συζυγική διάσταση, στις 5.9.2004, ο εναγόμενος, διέθετε αφενός το ποσό που εισέπραξε από τις ανωτέρω πωλήσεις, ως όφελος, συνολικού ύψους 2.464.581 ευρώ, αφετέρου κατά πλήρη κυριότητα τις κάτωθι οριζόντιες ιδιοκτησίες στο προαναφερόμενο οικόπεδο στον ...:
1) To ΑΕ1 διαμέρισμα του πέμπτου πάνω από την πυλωτή ορόφου του κτιρίου Α επιφάνειας 126,70 τμ., με αγοραία αξία κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ποσού 405.440 ευρώ (3.200ευρώ/τμ χ 126,7 τμ), 2) τη ΘΑ10 κλειστή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στο υπόγειο επιφάνειας 25 τμ., με αγοραία αξία κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ποσού 12.500 ευρώ (500ευρώ/τμ χ 25τμ) και 3) τις ΑΠ1 και ΑΠ6 αποθήκες του υπογείου επιφάνειας 11,80 και 50 τμ.
αντίστοιχα και αγοραίας αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής συνολικού ποσού 30.900 ευρώ (61,80 τμ χ 500 ευρώ/τμ). Η συνολική αξία των ανωτέρω ακινήτων ανέρχεται σε (405.440 + 12.500 + 30.900) = 448.840 ευρώ. Ήτοι, ο εναγόμενος είχε επαύξηση της περιουσίας του, από τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, συνολικού ποσού (2.464.581+448.840=) 2.913.421 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό της αγοράς του υπολοίπου μεριδίου επί του οικοπέδου (1/3 εξ αδιαιρέτου), αξίας, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, (1.550.000 ευρώ:2=) 775.000 ευρώ και να υπολογισθεί ως απόκτημα το υπόλοιπο ποσό, ύψους (2.913.421-775.000=) 2.138.421 ευρώ.
Εξάλλου, μετά τη συμπλήρωση της τριετίας από τη συζυγική διάσταση, αυτός πώλησε και άλλες οριζόντιες ιδιοκτησίες, με τίμημα που εισέπραξε για λογαριασμό του και το οποίο, σε περίπτωση που σώζεται ως όφελος δεν προσμετρείται στη τελική του περιουσία, διότι κατά τα ιστορούμενα στην άνω μείζονα σκέψη, το τεκμήριο συμβολής του 1/3, που εξετάζεται εν προκειμένω ως αποδεικτέο, δεν ισχύει για την περιουσιακή αύξηση κατά την περίοδο διαταραχής της έγγαμης συμβίωσης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ο εναγόμενος, με το υπ' αριθ. 12/27-5-2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μάρθας-Αικατερίνης Γασπαρινάτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε αιτία αγοράς, αντί τιμήματος 85.616,06 ευρώ, κατά πλήρη κυριότητα, ένα αγροτεμάχιο άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτάσεως 3.197,97 τμ, εκτός σχεδίου πόλεως, που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής Περιφέρειας ...
του Δήμου ... και συνορεύει δυτικά με επαρχιακή οδό ...- …, βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Ζ. και νότια και ανατολικά με γραμμή αιγιαλού, εμπορικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ποσού (3.197,97 τμ X 60ευρώ/τμ=) 191.878 ευρώ. Εξάλλου, ο εναγόμενος, ανοικοδόμησε επί του άνω αγροτεμαχίου-οικοπέδου τέσσερις αυτοτελείς κατοικίες, από τον Ιανουάριο του 2005 έως το Φεβρουάριο του 2006, χωρίς ωστόσο αυτές να υπολογίζονται στην τελική του περιουσία, καθόσον δεν υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της, ήτοι τη συμπλήρωση τριετίας από τη συζυγική διάσταση, όπως βάσιμα αυτός διατείνεται, ενώ αγόρασε το έτος 2007 δύο αγροτεμάχια στη θέση "..." του Δήμου ..., τα οποία για τον ίδιο ανωτέρω λόγο δεν συνυπολογίζονται...Επίσης, οι μετοχές της εταιρίας "I.
G. D. Α.Ε.", που κατείχε ο εναγόμενος σε ποσοστό 99% από 28-3-2005, δεν θα υπολογιστούν στην τελική περιουσία του, διότι αφορούν κεφάλαια που αποκτήθηκαν μεταγενέστερα του επιδίκου χρόνου. Επομένως, η αξία των περιουσιακών στοιχείων του εναγόμενου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανέρχεται σε (2.138.421+ 191.878+ 9.379+ 54.000+ 170.000=) 2.563.678 ευρώ.
Κατά συνέπεια η συνολική επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου ανέρχεται στο ποσό των (2.563.678-1.325.061=) 1.238.617 ευρώ, για το οποίο υφίσταται αξίωση σε αποκτήματα.
Συνεπώς, η ενάγουσα σύζυγος συνεισέφερε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου της κατά ποσοστό 1/3, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε μηδενική ή μικρότερη του άνω ποσοστού συμμετοχή της, απορριπτόμενης της σχετικής ενστάσεως του εναγόμενου, ως ουσία αβάσιμης. Μετά ταύτα, το ποσό στο οποίο αποτιμάται το μέρος της αύξησης της περιουσίας της εναγόμενου που προέρχεται από την (τεκμαιρομένη) συμβολή της ενάγουσας ανέρχεται συνολικά σε (1.238.617Χ 1/3=) 412.872 ευρώ...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ. Ειδικότερα, κατά το μέρος, που δέχτηκε, ότι δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο του ενός τρίτου, κατά το χρόνο διαταραχής της έγγαμης συμβίωσης και εντεύθεν δεν υπολόγισε στην τελική περιουσία του αναιρεσίβλητου το τίμημα που εισέπραξε από την πώληση των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που είχαν κτισθεί πριν από τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης στο ακίνητο του ..., αλλά πωλήθηκαν μετά από αυτή, παραβίασε την άνω διάταξη, διότι, σύμφωνα, και με όσα έχουν αναφερθεί και στο δεύτερο λόγο της πρώτης αναίρεσης, το τεκμήριο συμβολής του δικαιούχου συζύγου στα αποκτήματα του υποχρέου, ισχύει, όσο υπάρχει γάμος και δεν παύει μετά την έναρξη της διάστασης των συζύγων και συνεπώς η αναιρεσείουσα, δεν ήταν υποχρεωμένη, ως δικαιούχος σύζυγος, που με την αγωγή της ζητούσε την επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη συμβολής της στην απόκτηση από αυτόν των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων, αλλά εναπόκειτο στον αναιρεσίβλητο να επικαλεσθεί και να αποδείξει, για την ανατροπή του ισχύοντος και κατά τη διάσταση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων τεκμηρίου, ότι η αναιρεσείουσα δεν συνέβαλε ή συνέβαλε κατά μικρότερο ποσοστό στην απόκτηση των άνω περιουσιακών στοιχείων.
Περαιτέρω, κατά το μέρος, που δέχθηκε, ότι επί αγωγής αποκτημάτων, που ερείδεται επί τριετούς διάστασης, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης και εντεύθεν δεν υπολόγισε στην τελική περιουσία του αναιρεσίβλητου, όσα περιουσιακά στοιχεία απέκτησε μετά τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης και μέχρι την άσκηση της αγωγής, ήτοι τις οριζόντιες ιδιοκτησίες επί του οικοπέδου στην …, τα αγροτεμάχια στην …, καθώς και τις μετοχές της ανώνυμης εταιρείας I.
Γ. Ν., παραβίασε την άνω διάταξη, διότι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας στην περίπτωση της τριετούς διάστασης και εντεύθεν του προσδιορισμού της περιουσιακής αύξησης, με την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων, που την αποτελούν, είναι η άσκηση της από το άρθρο 1400 ΑΚ αγωγής και συνεπώς έπρεπε να υπολογίσει στην τελική περιουσία του αναιρεσίβλητου και τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία.
Επομένως, ο άνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Περαιτέρω, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, που έγινε δεκτός, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση του δεύτερου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με τον μη υπολογισμό στην τελική περιουσία του αναιρεσίβλητου των άνω περιουσιακών στοιχείων.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου σε καθένα από τους αναιρεσείοντες.
Τα δικαστικά έξοδα καθενός των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά τα σχετικά αίτηματά τους, να επιβληθούν σε βάρος καθενός των αναιρεσίβλητων αντιστοίχως, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 3-10-2017 αίτηση αναίρεσης του Α. Μ. και την από 12-12-2017 αίτηση αναίρεσης της Ε. Σ. κατά της υπ' αριθ. 3508/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3508/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που καταβλήθηκε σε καθένα από τους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσίβλητων στα δικαστικά έξοδα του καθενός αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για τον καθένα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ