Legislator Case Law & Legislation
358/2019 AI generated

358/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 358/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

358/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής σε κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Γερμανία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
parental alienation syndrome return of the child parental authority medical needs of child parental liability parental dispute
AI generated
1245/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1190/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Αυγούστου 2004 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 107/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του.
1988/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1857/2011
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του ΚΠολΔ υπ' αριθ. 2/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 9.4.2009 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 58/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας.
457/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 358 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 358/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γ. Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κ. Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Θ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Φιλυρίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-2-2015 και 28-4-2015 αγωγές των ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14906/2015 μη οριστική και 9171/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1686/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-9-2017 αίτησή του. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 23-5-2018 κλήση, μετά από τη ματαίωσή της στις 14-5-2018.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξ άλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν ματαιωθεί η συνεδρίαση για οποιονδήποτε λόγο, οι υποθέσεις που είναι γραμμένες σ` αυτήν μεταφέρονται με επιμέλεια των διαδίκων στις επόμενες συνεδριάσεις, ακόμη και με υπέρβαση του ορισμένου αριθμού, και ο αντίδικος αυτού που επισπεύδει τη συζήτηση καλείται πάντοτε στη νέα δικάσιμο.

Περαιτέρω, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα οποία περιλαμβάνεται και Γερμανία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμόζεται από 13-11-2008 ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω κανονισμού τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ' ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και, κυρίως, του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής ..., ή β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 § 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό, β) από τη διαβίβαση της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους - μέλους παραλαβής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής σε κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Γερμανία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ.

πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 568 παρ.4 εδαφ. α ΚΠολΔ. αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

Εν προκειμένω, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία συζητήθηκε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου η κρινόμενη από 27-9-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1686/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εμφανίστηκε μόνον ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, εκπροσωπούμενος από τον νομίμως διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο του, δεν εμφανίστηκε όμως ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, η αναιρεσίβλητη, κάτοικος γνωστής διαμονής στη Γερμανία.

Ειδικότερα από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την από 24-10-2017 πράξη του Αντιπροέδρου του Α2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, δικάσιμος για την εκδίκαση της υποθέσεως ορίσθηκε αρχικώς η 14-5-2018, η προθεσμία δε για την κοινοποίηση της αιτήσεως στην αναιρεσίβλητη (κάτοικο Γερμανίας) ορίστηκε σε ενενήντα (90) ημέρες πριν τη δικάσιμο.

Όμως κατά την τελευταία ως άνω δικάσιμο, όπως από το οικείο πινάκιο του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από νομίμως διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο τόσο ο αναιρεσείων, όσο και η αναιρεσίβλητη, και η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, Στη συνέχεια ο αναιρεσείων με την από 23-5-2018 κλήση του επανέφερε την υπόθεση για συζήτηση και με την από 4-6-2018 νέα πράξη του ίδιου ως άνω Αντιπροέδρου ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Περαιτέρω, από τα με επικλήσεως, και δη υπό ημερομηνίες 6-3-2018 και 23-7-2018, προσκομιζόμενα έγγραφα των αρμοδίων Γερμανικών Αρχών, αντιστοίχως, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της από 27-9-2017 κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και αντίγραφο του δικογράφου της από 23-5-2018 κλήσεως του αναιρεσείοντος, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο της 22-10-2018, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, στην κατοικία της στην πόλη Έμπερσμπαχ της Γερμανίας.

Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο, πρέπει, συμφώνως προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να δικασθεί ερήμην, πλην όμως να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1511 A.K. και 681 Γ' παρ. 3 εδ. α` και 4 εδ. α`, δ` και ε` ΚΠολΔ - όπως οι τελευταίες ίσχυαν προ της καταργήσεώς τους με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου, επί διακοπής της συμβιώσεως των συζύγων, να ρυθμίσει τη γονική μέριμνα, πρέπει να ζητεί και να συνεκτιμά και τη γνώμη του τέκνου, εφ' όσον κρίνει ότι έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, ότι δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, για την κρίση του δε αυτή ως προς την ύπαρξη ή μη τέτοιας ωριμότητας, που σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε ειδική αιτιολογία απαιτείται, ούτε αναιρετικός έλεγχος επιτρέπεται, αφού αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος, κατ' άρθρ. 561 ΚΠολΔ (ΑΠ 201/2010).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του λόγου αναιρέσεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθ' όσον δεν έλαβε χώρα η επικοινωνία του δικαστή που συγκρότησε το Μονομελές Εφετείο με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων και έτσι δεν συνεκτιμήθηκε η γνώμη τούτου για την ανάθεση της επιμελείας του.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή επί του συγκεκριμένου θέματος της επικοινωνίας του ανήλικου με το Δικαστή, διέλαβε τα ακόλουθα: ''...Σημειώνεται ότι δεν έλαβε χώρα επικοινωνία της Δικαστή, που συγκροτεί το παρόν Δικαστήριο, με το ανήλικο τέκνο, καθώς αυτή κρίθηκε ότι παρέλκει, εν όψει του τόπου διαμονής του και του γεγονότος ότι, δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιηθεί σε κανένα στάδιο της πρωτοβάθμιας δίκη, η οποία αναβλήθηκε, προκειμένου να εμφανιστεί το ανήλικο για την επικοινωνία του με το Δικαστή και τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε...''.

Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, εφ' όσον έκρινε, λόγω των αναφερομένων ειδικών περιστάσεων, ότι δεν ήταν δυνατή η επικοινωνία του ανηλίκου τέκνου με τον δικαστή προς έκφραση της γνώμης του, δοθέντος ότι η τοιαύτη επικοινωνία δεν αποτελεί αποκλειστικό, αλλά συντρέχον και συνεκτιμώμενο, στοιχείο του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την υπό του δικαστηρίου ανάθεση της επιμελείας του τέκνου με γνώμονα το συμφέρον τούτου, δυνάμενη να παραλειφθεί όταν ειδικές περιστάσεις το επιβάλλουν, οπότε η δικαστική κρίση θα διαμορφωθεί και εξαχθεί από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 1511 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1512-1514 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας ανηλίκου τέκνου σε έναν από τους εν διαστάσει ευρισκόμενους γονείς του, πρέπει να έχει ως αποκλειστικό οδηγό της δικαιοδοτικής του κρίσεως το γενικό συμφέρον και μόνον του ανηλίκου τέκνου σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό και ηθικό, χωρίς να επιδρά αυτοτελώς στη λήψη της αποφάσεως του κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες, που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, όπως είναι το φύλο, η φυλή, η γλώσσα, η θρησκεία, η κοινωνική προέλευση, η περιουσιακή κατάσταση κλπ.

Για τη λήψη της αποφάσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και τους με ανεπηρέαστη επιλογή αναπτυχθέντες μέχρι τότε δεσμούς του διαθέτοντος ικανότητα διακρίσεως τέκνου με τους γονείς του (και τους τυχόν αδελφούς του), τις τυχόν συμφωνίες των γονέων σχετικά με την επιμέλεια και την περιουσία του, καθώς και τη γνώμη του, εφ' όσον αυτό, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, εν όψει της ηλικίας του και της πνευματικής του αναπτύξεως, είναι ικανό να αντιληφθεί το πραγματικό του συμφέρον.

Οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στο πλαίσιο της λογικής και ορθολογικής αντιμετωπίσεως των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών αναπτύξεως του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβιώσεως, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.

Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαιτίου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας - επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της εκτάσεως και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς.

Η μικρή ηλικία του τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου προς ανάθεση της γονικής μέριμνας τούτου σε έναν από τους γονείς του μετά τη νηπιακή ηλικία του, οπότε παύει η σαφής βιοκοινωνική υπεροχή της μητέρας από άποψη καταλληλότητας για τη γονική μέριμνα του τέκνου.

Το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και προς διαπίστωσή του λαμβάνονται υπ' όψη και αξιολογούνται όλα τα επωφελή για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, χωρίς η εκφρασθείσα γνώμη του τέκνου να αποτελεί, άνευ άλλου τινός, αποφασιστικό παράγοντα με ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι πολλές φορές η θέληση του ανηλίκου είναι αποτέλεσμα επηρεασμού και πρόσκαιρη και δεν σημαίνει ότι εξυπηρετεί πράγματι το συμφέρον του.

Το συμφέρον του τέκνου αποτελεί αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας. Για την εξειδίκευση της έννοιας αυτής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμώνται από το δικαστήριο τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, με βάση αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου και τα πορίσματα της ψυχολογίας, πρέπει δε να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ελέγχεται αναιρετικώς, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια του συμφέροντος του τέκνου, αν αυτή είναι εσφαλμένη, με λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν δε δεν έχει αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου για εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1511 ΑΚ, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του συμφέροντος του τέκνου (ΑΠ 1027/2010).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να δύναται να ελεγχθεί αν ορθώς εφάρμοσε το Νόμο. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες(ΟλΑΠ 15/2006)..

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1388/2018). Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1262/2018).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 15/2018).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο τής ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση( κατ' ορθή εκτίμηση) ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του λόγου αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθ' όσον οι παραδοχές του Εφετείου περιέχουν ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα το συμφέροντος του ανήλικου τέκνου. Συγκεκριμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων, και τα κάτωθι: "...

α) τον τόπο κατοικίας του ανηλίκου που διαμένει μαζί με την μητέρα του στο ... και την απόσταση του τόπου αυτού με τον τόπο της πρώην οικογενειακής μας στέγης στην ..., στην οποία διαβιώ εγώ με τον ανήλικο Γ. και την γιαγιά των ανηλίκων, που συνθέτουμε το πρώην οικογενειακό περιβάλλον

β) ότι στην Γερμανία προοδεύει " αφού προτάθηκε προκειμένου να συνεχίσει την φοίτηση του σε οκταετές σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (γυμνάσιο+ λύκειο)", γεγονός που στο Ελληνικό κράτος και σε κάθε ελληνικό σχολείο το γεγονός αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα κάθε μαθητή.

γ) ότι "η αιφνίδια αποκοπή του ανηλίκου το έτος 2014 από το γνώριμο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ζούσε και η ριζική αλλαγή του περιβάλλοντος και των βιοτικών του συνθηκών", κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι αυτή που το οδήγησε να εκφράσει την επιθυμία του να επιστρέφει στην Ελλάδα και να διαμείνει με τον πατέρα του και τα αδέρφια του,

δ) ότι η "εκδηλωθείσα αντισυζυγική συμπεριφορά της ενάγουσας μητέρας απέναντι στον σύζυγο της (απροειδοποίητη εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης και σύναψη εξωσυζυγικής σχέσης)" πρέπει να αποσυνδεθεί από την καταλληλότητα της ως μητέρας- παρότι κατ' ουσία είναι αυτή που οδήγησε ως ελέχθη ανωτέρω στην αιφνίδια αποκοπή του ανηλίκου το έτος 2014 από το γνώριμο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ζούσε και στη ριζική αλλαγή του περιβάλλοντος και των βιοτικών του συνθηκών" και τον διαμελισμό της οικογένειας μας, των αδερφών μεταξύ τους (για την ύπαρξη δεσμών μεταξύ των αδερφών δεν γίνεται από την απόφαση ουδείς λόγος) και την αποδόμηση της εικόνας της μητέρας από τον ανήλικο Γ.,

ε) συνεκτίμησε το γεγονός ότι το περιβάλλον στην Γερμανία στο οποίο διαβιεί από το 2014 και έχει προσαρμοστεί και προοδεύει είναι καταλληλότερο από το πρώην οικογενειακό περιβάλλον του πατέρα, το χαρακτήρισε "εντελώς ακατάλληλο χώρο με συνθήκες απόλυτης ανέχειας", στ) εκτίμησε ωστόσο "την έκδηλη και αναμφισβήτητη αγάπη του εναγόμενου πατέρα του ανηλίκου, η προσήλωση του στον γονικό του ρόλο τον οποίο διεκδικεί σθεναρά και το αμέριστο ενδιαφέρον για το τέκνο του"..

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως τα ακόλουθα: ''...ΟΙ διάδικοι. τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 25-1-1998 στην άνω ...

και από το γάμο τους απέκτησαν τρία τέκνα, την ήδη ενήλικη Τ. και τους ανήλικους, Γ. και Κ., που γεννήθηκαν στις 25-5-2001 (ήδη 16 ετών) και 8-8- 2006 (ήδη 11 ετών) αντίστοιχα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά, στον κλονισμό δε της έγγαμης συμβίωσης συνέβαλε κυρίως η οικονομική τους ανέχεια, αφού ο ενάγων σύζυγος, αγιογράφος, δεν διέθετε σταθερή εργασία και το μοναδικό τους εισόδημα προέρχονταν κυρίως από περιστασιακές εργασίες της ενάγουσας.

Οι διάδικοι με τα τρία ανήλικα τέκνα τους, λόγω της παντελούς έλλειψης οικονομικών πόρων, κατοικούσαν σε εντελώς ακατάλληλο χώρο (ισόγειο χώρο καταστήματος οικοδομής, που είχε διαμορφωθεί υποτυπωδώς για να λειτουργεί ως οικογενειακή κατοικία), με συνθήκες απόλυτης ανέχειας, γεγονός που καθιστούσε προβληματική την έγγαμη σχέση των διαδίκων συζύγων, την οποία και επηρέασε καθοριστικά.

Χαρακτηριστική είναι η κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος, μητέρας του και γιαγιάς των ανηλίκων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία συγκατοικεί με την οικογένεια, ότι δύο φορές τους διέκοψαν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος λόγω μη πληρωμής των τελών εκ μέρους του εναγομένου, ενώ αναφέρεται στην οικογενειακή εγκατάσταση κατοικίας ως "τσαντίρι".

Εν όψει της δυσλειτουργίας της συζυγικής σχέσης και των συνθηκών απόλυτης ανέχειας τις οποίες βίωνε η οικογένεια, η ενάγουσα το Σεπτέμβριο του έτους 2014 μετεγκαταστάθηκε στο ... μαζί με τον ανήλικο Κ., ηλικίας τότε οκτώ ετών, αποσπώντας τη συναίνεση του συζύγου της και πατέρα του για τη μεταφορά του στη Γερμανία και την εγγραφή του στο εκεί δημοτικό σχολείο, με το πρόσχημα ότι, θα προετοίμαζε σε εύθετο χρόνο τη μετεγκατάσταση όλης της οικογένειας εκεί, προκειμένου να βρούν μια καλύτερη τύχη.

Ωστόσο, η πρόθεση της ενάγουσας ήταν η διάσπαση του έγγαμου βίου της με το σύζυγό της, καθώς εγκαταστάθηκε εξ αρχής σε μισθωμένη κατοικία μαζί με τον ανήλικο γιό της και το σύντροφό της, ο οποίος την περίμενε εκεί. Έκτοτε ο ανήλικος Κ. διαμένει με τη μητέρα του στη Γερμανία, ενώ η ενάγουσα διεκδικεί τη γονική μέριμνα και των δύο άλλων παιδιών της, προκειμένου να μετεγκατασταθούν και να διαμείνουν μαζί της στη Γερμανία, καθώς, όπως ισχυρίζεται, είναι σε θέση να τους εξασφαλίσει καλύτερες βιοτικές συνθήκες και προοπτικές.

Από τη διάσπαση της έγγαμης σχέσης τους οι διάδικοι εισήλθαν σε περίοδο σοβαρής και τεταμένης κρίσης, στη δίνη της οποίας εισήλθαν και τα τέκνα τους. Οι σχέσεις των διαδίκων διαπνέονται έκτοτε από έντονη αντιπαλότητα και αντιδικία. Ειδικότερα, η χαώδης διαφορά αντιμετώπισης των προβλημάτων του έγγαμου βίου τους, αλλά και αντιμετώπισης των τέκνων τους και διαχείρισης των προβλημάτων τα οποία ανέκυψαν σχετικά με αυτά, αλλά κυρίως η αποχώρηση της ενάγουσας με τον ανήλικο Κ.

στη Γερμανία, τους οδήγησε σε μία κατάσταση πόλωσης, σε έντονα συγκρουσιακές καταστάσεις και σε ένα φαύλο κύκλο εγκλήσεων και αντεγκλήσεων, στα πλαίσια των οποίων ο εναγόμενος σύζυγος και πατέρας των τέκνων προσπάθησε να αποδομήσει το ρόλο της μητέρας των ανηλίκων απέναντι τα τέκνα της. Το έντονα συγκρουσιακό πλέγμα των σχέσεων των διαδίκων, που διαπνέονταν από ένταση και προστριβές και η παντελής έλλειψη συνεννόησης για τα προβλήματα που ανέκυψαν, επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο αντίληψης των πραγμάτων, έκφρασης, αλλά και τους συναισθηματικούς δεσμούς του κάθε παιδιού προς το γονιό του.

Η ανωτέρω δε κατάσταση, προκάλεσε σοβαρή συναισθηματική και ψυχολογική επιβάρυνση στα τέκνα των διαδίκων. Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα του Σχολείου ..., στο οποίο φοιτά ο ανήλικος Κ., τα οποία προσκομίζονται σε επίσημη μετάφραση, προκύπτει ότι, ο ανήλικος Κ. φοιτά στο Γερμανικό σχολείο, έμαθε σε πολύ σύντομο διάστημα τη γερμανική γλώσσα, έχει ενταχθεί ομαλά στο σχολικό του περιβάλλον και διακρίνεται για τις επιδόσεις του.

Έχει μάλιστα προκριθεί, προκειμένου να συνεχίσει τη φοίτησή του στο οκταετές σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (γυμνάσιο+λύκειο), το οποίο απευθύνεται σε μαθητές αρίστης επίδοσης και υψηλής ευφυΐας που προορίζονται για την τριτοβάθμια εκπαίδευση ... Οι αιτιάσεις του ενάγοντος πατέρα του περί κακοποίησης του ανηλίκου από τον σύντροφο της ενάγουσας μητέρας του, οι οποίες οδηγήθηκαν ενώπιον της Γερμανικής Δικαιοσύνης, αποδείχθηκαν αβάσιμες, καθώς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην υπ' αρ. 6F/707/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γκιόπιγκεν, (Δικαστήριο Οικογενειακών Διαφορών), "δεν υπάρχει φόβος για τη σωματική ακεραιότητα του παιδιού, εάν αυτό παραμείνει με τη μητέρα, δεν υπάρχει λόγος λήψης μέτρων δυνάμει του άρθρου 1666 του γερμανικού ΑΚ ...

είναι όμως προς προβληματισμό το γεγονός ότι, ο πατέρας με επανειλημένες ερωτήσεις προσπαθεί να χειραγωγήσει το παιδί και το γεγονός αυτό φέρνει το παιδί σε ψυχολογικό στραγγαλισμό, ... δεν διαπιστώθηκε καμία περίπτωση διακινδύνευσης..." Ενώ η υπεύθυνη της Υπηρεσίας ανηλίκων, Μ., καταθέτει "... έχω πολλές φορές σχηματίσει την εντύπωση, ότι τα λόγια αυτά του τα.

έβαλε ο πατέρας του στο στόμα του...". Αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα, ενεργώντας με σύνεση, αίσθημα ευθύνης και ωριμότητας δημιούργησε σχέση στοργής και μητρικής αγάπης με τον μικρότερο ανήλικο γιό της, Κ., ασχολούμενη ενεργά, ουσιωδώς, συστηματικά και με ιδιαίτερη στοργή, επιμέλεια και υπευθυνότητα με την καθημερινή φροντίδα του και την εκπαίδευσή του, διαμορφώνοντας ένα ήρεμο περιβάλλον για τον ανήλικο, παρακολουθώντας την πρόοδό του στο σχολείο, συνειδητοποιώντας την ευθύνη της ως γονέα, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του γονικού της ρόλου, ο οποίος έχει εμπεδωθεί κάτω από τις νέες βιοτικές τους συνθήκες από το έτος 2014.

Λαμβανομένου υπόψη, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ότι, το συμφέρον του τέκνου αποτελεί αποκλειστικό γνώμονα του Δικαστηρίου για την διαμόρφωση της δικαιοδοτικής του κρίσης σχετικά με την ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας και επιμέλειας του τέκνου των διαδίκων, έχοντας νόμιμο δικαίωμα να ενεργήσει ακόμα και αντίθετα από την όποια συμφωνία των γονέων και ότι για την επιλογή του προσώπου που θα ασκεί την γονική μέριμνα και επιμέλεια επιδιώκεται εκείνο το πρόσωπο του γονέα, που μπορεί να εξασφαλίσει την εν γένει ομαλή ανάπτυξη του τέκνου και την διατήρηση της σταθερότητας και συνέχειας στις συνθήκες ανάπτυξης αυτού, με βάση τις παραπάνω παραδοχές και αφού συνεκτιμηθεί η ηλικία του ανηλίκου, (9 ετών κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και ήδη 11 ετών), οι προσωπικές ιδιότητες των διαδίκων γονέων και ιδίως η ωριμότητα, η συγκρότηση, η δυνατότητα επικοινωνίας και συναισθηματικής έκφρασης με τον ανήλικο, η κατάσταση της υγείας τους, ο ελεύθερος χρόνος για αυτοπρόσωπη άσκηση της γονικής μέριμνας και επιμέλειας του ανήλικου, το ευρύτερο οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, αποδεικνύεται ότι, το συμφέρον του ανήλικου Κ.υ επιβάλλει να παραμείνει στο περιβάλλον στο οποίο διαβιεί από το έτος 2014 και στο οποίο έχει προσαρμοστεί και προοδεύει, ενώ η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του πρέπει να ανατεθεί στην ενάγουσα μητέρα του.

Η ενάγουσα, ηλικίας σήμερα 45 ετών, είναι σε θέση να θέσει τις γενικές κατευθυντήριες αρχές κατά την ανατροφή του τέκνου της, που αποβλέπουν στο να το οδηγήσουν να αναπτυχθεί σε αυτοδύναμη και υπεύθυνη κοινωνική προσωπικότητα ...Υπό τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι, το περιβάλλον της μητέρας είναι καταλληλότερο να παρέχει ευνοϊκότερες και καλύτερες βιοτικές συνθήκες στον ως άνω ανήλικο, σε σχέση με το οικογενειακό περιβάλλον του πατέρα.

Η κρίση του Δικαστηρίου για όλα τα προαναφερόμενα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά έχει έρεισμα στο σύνολο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων που αξιολογήθηκαν και δεόντως συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο, ενώ δεν ανατρέπεται από την εκφρασμένη επιθυμία του ανηλίκου κατά το έτος 2014, πρώτη χρονιά εγκατάστασής του στη Γερμανία, να επιστρέψει στην Ελλάδα και να διαμείνει με τον πατέρα και τα άλλα δυο αδέλφια του., καθώς αυτή κρίνεται απότοκη, αφ' ενός μεν της πρόσφατης μετεγκατάστασής του, της αιφνίδιας αποκοπής από το γνώριμο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ζούσε και της ριζικής αλλαγής περιβάλλοντος και βιοτικών συνθηκών, αφ' ετέρου δε του επηρεασμού του από τον εναγόμενο πατέρα του.

Περαιτέρω και ως προς τις λοιπές εκφάνσεις της άσκησης του δικαιώματος της γονικής μέριμνας (διοίκηση περιουσίας, εκπροσώπηση δικαστική ή εξώδικη), αυτές πρέπει να ασκούνται από κοινού από αμφότερους τους διαδίκους γονείς, αφενός, για να μην αποξενωθεί πλήρως το ανήλικο από την πατρική μέριμνα και αφετέρου, για να συμμετέχει ο εναγόμενος πατέρας στις σημαντικές αποφάσεις της ζωής του.

Η δε προγενέστερη εκδηλωθείσα αντσυζυγική συμπεριφορά της ενάγουσας μητέρας απέναντι στο σύζυγό της, (απροειδοποίητη εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης και σύναψη εξωσυζυγικής σχέσης), η οποία πρέπει να αποσυνδεθεί από την καταλληλότητά της ως μητέρα, (καθώς η εξέλιξη και η δυσλειτουργία της έγγαμης συμβίωσης σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν ασκεί κατά κανόνα επιρροή στο γονικό ρόλο των συζύγων), δεν ανατρέπει την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, ούτε προεξοφλεί την ακαταλληλότητά της ως μητέρας στην άσκηση του μητρικού της ρόλου.

Επισημαίνεται, ωστόσο, η έκδηλη και αναμφισβήτητη αγάπη του εναγόμενου πατέρα του ανήλικου, η προσήλωσή του στο γονικό του ρόλο, τον οποίο διεκδικεί σθεναρά και το αμέριστο ενδιαφέρον του για το τέκνο του. Με βάση τις παραπάνω σκέψεις και δεδομένα της παιδοψυχιατρικής επιστήμης, το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, Κ., επιτάσσει την αποκλειστική ανάθεση της επιμέλειας στη μητέρα του...''.

Ακολούθως το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μεταξύ άλλων, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 7-2-2017 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 9171/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την από 12-5-2015 αγωγή τής αναιρεσίβλητης ως προς τον ανήλικο Κ., ανέθεσε την επιμέλεια τούτου στην μητέρα του και ρύθμισε την επικοινωνία τούτου με τον πατέρα του.

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για την ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων Κ., με γνώμονα το συμφέρον τούτου, και ανέλυσε πλήρως και άνευ αντιφάσεων τα κατά νόμον κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, αφορούν στην επιχειρηματολογία του ιδίου και του Δικαστηρίου, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση.

Συνεπώς, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος τυγχάνει αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, εφ' όσον η κρίση του αυτή εκφεύγει κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. του αναιρετικού ελέγχου. Σε κάθε άλλη περίπτωση παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου (λέξεως ή βουλήσεως) (ΑΠ 1112/2018).

Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι όμως και εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο. Επίσης, δεν θεωρούνται έγγραφα υπό την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι τα δικόγραφα της αγωγής, ανταγωγής ή εφέσεως, οι προτάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, που περιέχουν μαρτυρικές καταθέσεις και η δικαστική απόφαση (ΑΠ 787/2018).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δικάσαν Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο εις βάρος του αποδεικτικό πόρισμα, παραμόρφωσε το περιεχόμενο:

α) Της ένορκης κατάθεσης της μητέρας του Π. Χ., όπως αυτή περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά με την με αριθμό 14.906/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης,

β) Του από 24-2-2017 έγγραφου σύστασης του Δημοτικού σχολείου του ... στο περιεχόμενο του οποίου δεν διατυπώνεται η αναφερομένη στην επίσημη μετάφραση από την γερμανική στην Ελληνική φράση " ΌΤΙ ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΣΕ ΜΑΘΗΤΕΣ ΑΡΙΣΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΥΨΗΛΗΣ ΕΥΦΥΪΑΣ", που αποτέλεσε και παραδοχή της προσβαλλομένης

γ) Της υπ' αριθ. 6F 707/15 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου του Γκέππιγκεν, η οποία παραμορφώθηκε ως την ημερομηνία δημοσίευσης της, και ως προς το κείμενό της στη γερμανική γλώσσα, στο οποίο δεν υπάρχει η λέξη στραγγαλισμός, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη,

δ) Της από 4-11-2016 εκθέσεως κοινωνικής υπηρεσίας, στην οποία δεν γίνεται λόγος για δυσμενείς βιοτικές συνθήκες και προβλήματα, που αποτελεί παραδοχή της προσβαλλομένης με παραπομπή στην έκθεση αυτή.

Ο ανωτέρω λόγος, υπό το στοιχείο α' - καθ' μέρος προβάλλεται δι' αυτού η υπό του Εφετείου παραμόρφωση του περιεχομένου τής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεως της μάρτυρος Π. Χ., αποδίδοντας στην κατάθεση αυτή διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με τα όσα εκείνη πράγματι ενόρκως κατέθεσε - είναι απαράδεκτος, εφ' όσον η περιεχομένη στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση της ως άνω μάρτυρος, δεν συνιστά έγγραφο που επιδέχεται παραμόρφωση του περιεχομένου αυτού, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση.

Εξ άλλου στην προσβαλλομένη αναφέρεται ως κατά λέξη περιεχόμενο της υπ' αριθ. 6F 707/15 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου του Γκέππιγκεν η φράση "... ο πατέρας με επανειλημμένες ερωτήσεις προσπαθεί να χειραγωγήσει το παιδί και το γεγονός αυτό φέρνει το παιδί σε ψυχολογικό στραγγαλισμό ...", αποδίδοντας εσφαλμένως το αναφερόμενο στο πρωτότυπο και στη Γερμανική γλώσσα "....das kind in seeliche bedrangnis bringen [ (φέρνει)το παιδί σε δύσκολη θέση(ψυχική πίεση) bedrangen =πιέζω, ενοχλώ].

Πλην, η εσφαλμένη απόδοση των λέξεων "ψυχική πίεση" σε "ψυχολογικό στραγγαλισμό" δεν οφείλεται σε σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά σε σφάλμα της αποδόσεως του κειμένου στην ελληνική γλώσσα από την μεταφράστρια του κειμένου της Γερμανικής αποφάσεως. Τούτο δεν αποτελεί παραμόρφωση του εγγράφου, κατά την έννοια του νόμου και δεν επηρέασε το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου.

Επίσης από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης δεν προκύπτει ότι παραμορφώθηκε η απόφαση του Γερμανικού Ειρηνοδικείου ως προς την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της. Περαιτέρω, είναι αληθές ότι στο περιεχόμενο του από 24-2-2017 εγγράφου Σύστασης του Δημοτικού Σχολείου του ... δεν διατυπώνεται η αναφερόμενη στην επίσημη μετάφραση από την γερμανική στην Ελληνική φράση ως σημείωση της μεταφράστριας (Σ.τ.Μ) ότι "(το συγκεκριμένο σχολείο) απευθύνεται σε μαθητές άριστης επίδοσης και υψηλής ευφυΐας", που αποτελεί παραδοχή της προσβαλλομένης.

Ως προς το ανωτέρω έγγραφο και ως προς την επικαλουμένη από 4-11-2016 έκθεση κοινωνικής υπηρεσίας το Εφετείο, υπό τις παραδοχές του, οι οποίες αναφέρονται αναλυτικώς κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, δεν υπέπεσε, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση τους, ορθώς διέγνωσε το περιεχόμενο τους, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στα ανωτέρω έγγραφα και αφού τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα οδηγήθηκε, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων, εκτιμώντας και ερμηνεύοντας το περιεχόμενό τους, θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, συμφώνως και προς τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική πρόταση.

Με βάση τα ανωτέρω, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, υπό τις ως άνω αναφερόμενες υπό στοιχεία β', γ' και δ' αιτιάσεις είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξ άλλου, κατά την έννοια του ως άνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπ όψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπ' όψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος καθίσταται αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), άνευ ανάγκης ειδικής αξιολογήσεως εκάστου και άνευ διακρίσεως από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπ' όψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 15/2018).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπ' όψη το κατωτέρω έγγραφο, που νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του, προς απόδειξη των ισχυρισμών του και ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, και συγκεκριμένα δεν έλαβε καθόλου υπ' όψη το " ...νομίμως προσκομισθέν σημείωμα σχετικά με την ακρόαση του ανήλικου τέκνου του Κ.

Χ. ενώπιον του ειρηνοδικείου του Γκέππινκεν, (Δικαστήριο εκδίκασης υποθέσεων οικογενειακού Δικαίου), την Τετάρτη 25-11-2015. λαμβάνοντας υπόψη της αποκλειστικά την απόφαση του άνω Δικαστηρίου και όχι την ίδια την ακρόαση...". Από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1686/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης - στην οποία αναφέρεται ότι για να καταλήξει τούτο στο προεκτεθέν πόρισμά του, έλαβε υπ' όψη "...

όλα τα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικών εκ των οποίων γίνεται ειδική μνεία κατωτέρω, ουδενός πάντως εξ αυτών παραλειφθέντος για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη ... και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ..., από την από 4-11-2016 έκθεση κοινωνικής έρευνας, από τις ομολογίες των διαδίκων, ..., από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα εκ των οποίων είναι συντεταγμένα στη γερμανική γλώσσα και προσκομίζονται σε επίσημη μετάφραση - σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, η οποία αναφέρεται στις αιτιάσεις του ενάγοντος περί κακοποιήσεως του ανηλίκου και την επ' αυτών απόφανση στην υπ' αριθ. 6F/707/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γκιέππιγκεν, ενώπιον της Ειρηνοδίκου του οποίου έλαβε χώρα η επικαλουμένη ακρόαση του ανηλίκου και συνετάγη το ταυτάριθμο προς την απόφαση Σημείωμα, σχετικά με την εν λόγω ακρόαση, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο.

Επομένως, ο ανωτέρω τέταρτος λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, χωρίς να επιβληθούν δικαστικά έξοδα εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, εφ' όσον η αναιρεσίβλητη λόγω της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-9-2017 αίτηση του Θ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1686/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ