358/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated358/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 358 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 358/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Δ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Η. Ν., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων (μετά την έκδοση της 654/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 20-4-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και την από 16-5-2012 αίτηση του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 2978/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-5-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 1η-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αυτής.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 ΚΠολΔ, ορίζεται, μεταξύ άλλων, και ότι: Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (94 παρ. 1). Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση... (96 παρ. 1).
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση (96 παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 7 παρ. 2 ν. 3994/ 2011). Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας... (104). Περαιτέρω, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδάφ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, συνεπώς, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ’ αναβολή δικάσιμο. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς όμως να αποδεικνύει την ύπαρξη νόμιμης πληρεξουσιότητας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, τότε ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ότι δεν παρίσταται.
Στη συνέχεια, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, αν η κλήση για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν επιδόθηκε καθόλου σε αυτόν ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της, διαφορετικά αυτή προχωρεί παρά την απουσία του (ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 1472/ 2009, ΑΠ 1574/2008, πρβλ.
ΑΠ Ολομ. 8/2009, ΑΠ Ολομ. 9/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση, από 11-5-2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 486/11-5-2015, αίτησης αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος. Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Η.
Ν., χωρίς, όμως, να αποδεικνύεται χορήγηση σε αυτόν πληρεξουσιότητας με έναν από τους πιο πάνω συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ και, κατά συνέπεια, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος θεωρείται ότι δεν παρίσταται κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Αυτός, όμως, όπως προκύπτει από το οικείο πινάκιο, παραστάθηκε νόμιμα ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη δικάσιμο της 15-4-2016 που είχε οριστεί αρχικά (σχ.
και η .../ 18-11-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Χ.), κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση να συζητηθεί, παρά την απουσία του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 94/ 2008).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/ 2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη 2978/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η από τον αριθμό 8β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον παρακάτω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου που προέβαλε παραδεκτά και ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η οποία ανοίχθηκε με τις τρεις, αυτοτελείς, αιτήσεις των διαδίκων που ασκήθηκαν με ξεχωριστό δικόγραφο (1) από 20-4-2012 του αναιρεσείοντος, 2) από 10-4-2012 του πρώτου αναιρεσιβλήτου και 3) από 16-5-2012 του δεύτερου αναιρεσιβλήτου), για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των αναφερόμενων ακινήτων και των επικειμένων τους, τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, με τη νόμιμα δημοσιευμένη 1064416/4317/0010/2009 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, για λόγους δημόσιας ωφέλειας (για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Ελευσίνα -Κόρινθος - Πάτρα - Πύργος - Τσακώνα, στην περιοχή του Δήμου ...), υπέρ και με δαπάνες του αναιρεσείοντος και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών.
Ειδικότερα, αν και το αναιρεσείον προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τμήμα του απαλλοτριωμένου ακινήτου που αναγράφεται στον οικείο κτηματολογικό πίνακα με τον αριθμό …, εμβαδού 2.653 τετραγωνικών μέτρων, αποτελεί δασική έκταση (και μάλιστα αναδασωτέα), σύμφωνα και με α) το .../4-7-2012 έγγραφο του Δασαρχείου ... και β) την από 3-1-2014 έκθεση εκτίμησης των ανεξάρτητων πιστοποιημένων εκτιμητών Ι.
Α. και Δ. Κ. (που προσδιόρισαν την αξία της σε ένα ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, διαφοροποιώντας αυτήν από την αξία της υπόλοιπης έκτασης του ίδιου απαλλοτριωμένου ακινήτου που την προσδιόρισαν σε 16 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο) και, συνεπώς, αφού δεν είναι "οικοπεδικά αξιοποιήσιμη", έχει μειωμένη αξία, σε σχέση με την υπόλοιπη έκταση του ίδιου ακινήτου που έχει οικοπεδική αξία, εντούτοις, το Εφετείο καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης ενιαίως στο ποσό των 20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, δηλαδή για όλη την εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας αυτής χωρίς καμία διάκριση.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι α) οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, ως προς την αξία της πιο πάνω απαλλοτριωμένης εδαφικής έκτασης, δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και, επομένως, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα που επιδρούν στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, β) με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες το αναιρεσείον έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα και γ) σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς (φύλλο 11o - α’ όψη και φύλλο 12ο - β’ όψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης) και, εκ του πράγματος, τους απέρριψε.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της πληττόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/ 2008), ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση επαρκώς και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, καθορίζοντας για την απαλλοτριωμένη 08 ιδιοκτησία ενιαία οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης (σε 20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους), χωρίς να γίνει διαφοροποίηση ως προς τη μειωμένη, κατά τα προεκτιθέμενα, αξία του εδαφικού τμήματος αυτής των 2.653 τετραγωνικών μέτρων που αποτελεί δασική έκταση και, επιπλέον, χωρίς να αιτιολογηθεί ειδικά, κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 15 παρ. 6 ν. 2882/2001, όπως η διάταξη της παραγράφου 6 ισχύει μετά την τροποποίησή της με τα άρθρα 129 παρ. 1 ν. 4070/2012 και 76 παρ. 8 ν. 4146/2013, η απόκλιση από την αξία που προσδιόρισαν γι’ αυτήν οι ανεξάρτητοι πιστοποιημένοι εκτιμητές Ι.
Α. και Δ. Κ., με την από 3-1-2014 έκθεσή τους, ήτοι στο ποσό του ενός (1) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο εν λόγω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001(ΚΑΑΑ), τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίασε, όσον αφορά την πραγματική αξία του πιο πάνω απαλλοτριωμένου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, αναφορικά με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για την υπόψη 08 ιδιοκτησία (παρά μόνο το συμπέρασμα του δικαστηρίου για την αξία της). Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), ενώ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης και για το απαλλοτριωμένο 08 ακίνητο στο παραπάνω ποσό των είκοσι (20) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου (εδάφ.
α’ ). Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά (εδάφ. β’ ). Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων [εδάφ.
γ’ , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012 και εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ’ των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη της ισχύος του, απαλλοτριώσεις που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στις 10-4-2012 (ΦΕΚ Α/82/10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του νόμου αυτού] (ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 844/2015).
Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδάφ. α’ του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1175/2015). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, που αφορά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης για τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε στους δικαιούχους της αποζημίωσης-αναιρεσιβλήτους και, ειδικότερα, την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δεύτερου απ’ αυτούς και του ίδιου του πρώτου αναιρεσείοντος που παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, το αναιρεσείον προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις με το να υπολογίσει την εν λόγω αμοιβή σε ποσοστό 3% για τον καθέναν (2% για τη σύνταξη καθεμίας από τις δύο ξεχωριστές αιτήσεις τους με αυτοτελές δικόγραφο και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων που κατέθεσαν) επί της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά, αντί συνολικού ποσοστού 1,5%, όπως είχε ζητήσει με τις, από 13-1-2014, προτάσεις του που είχε καταθέσει τόσο επί της δικής του αίτησης όσο και επί των δύο αντίθετων αυτοτελών αιτήσεων των αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι υπόχρεος προς αποζημίωση για την προκείμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, και, συγκεκριμένα, η πρώην Γενική Γραμματεία Δημόσιων Έργων (τώρα Γενική Γραμματεία Υποδομών).
Πράγματι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των παραπάνω διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο υπολόγισε την υπόψη αμοιβή σε ποσοστό 3% επί της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά αντί 1,5%, όπως είχε ζητήσει το αναιρεσείον, κατά παράβαση των διατάξεων που έχουν παρατεθεί στην αρχή της παρούσας σκέψης, αφού, κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης, υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, όπως είναι και το αναιρεσείον (ΑΠ 1175/2015).
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην κρίση του αυτή, παραβίασε, ευθέως, τις πιο πάνω διατάξεις για τη δικαστική δαπάνη που είναι και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 218/2003). Επομένως, ο παρών λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιο της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και του ίδιου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί, κατά το μέρος τούτο, από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. α’ ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013) και, τελικά, να καθοριστεί η αμοιβή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και του πληρεξούσιου δικηγόρου του δεύτερου απ’ αυτούς, που βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο, στο νόμιμο ποσοστό 1,5% επί του ποσού της αποζημίωσης για τον καθέναν.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης (αναιρεσείοντος και πρώτου αναιρεσιβλήτου) πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων (άρθρ. 22 παρ. 2 εδάφ. β’ ν. 3693/1957), ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, που ερημοδίκησε και, φυσικά, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2978/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Καθορίζει την αμοιβή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και του πληρεξούσιου δικηγόρου του δεύτερου απ’ αυτούς σε ποσοστό 1,5% επί του ποσού της αποζημίωσης για τον καθέναν.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης (αναιρεσείοντος και πρώτου των αναιρεσιβλήτων). Και
Καταδικάζει τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος της ίδιας δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ