Legislator Case Law & Legislation
358/2016 AI generated

358/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 358/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 358 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

358/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 358 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
increased public use terrain modification works land use planning landscape protection zone public domain land access to property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 358 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 358/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ε. Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Α. συζ. Κ. Γ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων:1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. 2)Δήμου Γαλατσίου Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένου από το … αυτού, κατοικοεδρεύοντα στο …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Χρυσαυγή Γκουβέτσου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3075/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και 3423/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 12-1-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 15-5-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη, Μρίας Βαρελά, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του 2ου αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1041 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι επί αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας αγωγής που αφορά τμήμα μείζονος ενιαίας έκτασης και στηρίζεται σε χρησικτησία, για τη θεμελίωση της τελευταίας αρκεί η παράθεση και απόδειξη διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντος και των τυχόν δικαιοπαρόχων του, επιδηλωτικων της νομής τους στη μείζονα έκταση για όσο χρόνο απαιτείται κατά περίπτωση από το νόμο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση επί μέρους πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα, αφού πρόκειται για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα (ΑΠ 1420/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Αν το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά βάσιμος αν, παρά τη βεβαίωση του τελευταίου, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το σύνολο των αιτιολογιών της δεν καθίσταται αδιστάκτως (απολύτως) βέβαιο, αλλ’ αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες περί του εάν, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 152/2015). Η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Το επίδικο ακίνητο, επί του οποίου η ενάγουσα-εφεσίβλητη επικαλείται δικαίωμα κυριότητος, είναι μια εδαφική έκταση, επιφάνειας, κατά νεότερη καταμέτρηση, 704,62 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Γαλατσίου Αττικής, πρώην Δήμου Αθηναίων, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Γαλατσίου Αττικής και στον οικισμό ..., το οποίο αποτυπώνεται με τον αριθμό … του υπ’ αριθ. …"οικοδομικού τετραγώνου" στο από Οκτωβρίου 1940 διάγραμμα των μηχανικών Κ. Χ. και Δ. Γ., που προσαρτάται στην .../1940 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Παναγιώτη Σεργόπουλου και συνορεύει ανατολικά με το υπ’ αριθ. … γήπεδο του αυτού τετραγώνου, δυτικά με οδό, βόρεια με οδό και νότια με το υπ’ αριθ. … του αυτού τετραγώνου. Περιλαμβάνεται εντός μείζονος εδαφικής έκτασης επιφάνειας 935,483 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην ίδια θέση ..., όπως αυτή απεικονίζεται στο από 6-10-1994 τοπογραφικό διάγραμμα του 4ου συνεργείου κτηματογράφησης της ..., το οποίο θεωρήθηκε από τον Διευθυντή Δασών Αθηνών στις 10-10-1994 και, μαζί με άλλες, κηρύχθηκε δασωτέα με το από 13/18/3.1915 Β.Δ. που εκδόθηκε κατ επίκληση των άρθρων 1 και 2 του Ν. ΒΨΜ του 1900.... Ειδικότερα, η μείζων αυτή έκταση των 935,483 στρεμμάτων, στην οποία εμπίπτει το επίδικο, αποτελεί, κατά τους επικαλούμενους από την ενάγουσα τίτλους των δικαιοπαρόχων της, όπως αυτοί εφαρμόστηκαν επί του εδάφους με το από 6-6-1998 διάγραμμα της Μ. Π., υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών, τμήμα μεγαλύτερου κτήματος, γνωστού με την ονομασία "..." ή "Κτήμα ...", επιφάνειας 4.500 στρεμμάτων περίπου, το οποίο περιλάμβανε όλη την περιοχή μεταξύ της κορυφογραμμής των Τουρκοβουνίων, του Γαλατσίου, της συνοικίας ..., της οδού ..., της Ριζούπολης, του Περισσού, της Ν. Ιωνίας και του ρέματος Καλογρέζας μέχρι την κορυφή των Τουρκοβουνίων, όπως προκύπτει και από το .../1-9-2008 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, στο οποίο αναγράφεται ότι: "σύμφωνα με την αριθ. πρωτ. .../27-8-2008 Τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Π. Κ., προέκυψε ότι η ανωτέρω ιδιοκτησία (σημ: αναφέρεται στο επίδικο που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Γαλατσίου, στο ...) εμπίπτει: 1. Στην έκταση του κτήματος ..., όπως αυτή περιγράφεται στο από 6-6-1998 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού της Υπηρεσίας μας Μ. Π. και 2. στην αναδασωτέα έκταση των 935,483 στρεμμάτων, όπως αυτή απεικονίζεται στο από 6-10-1994 τοπογραφικό διάγραμμα του συνεργείου κτηματογράφησης της ..., που συνοδεύει την με αριθ. 1147/10-10-1994 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (ΦΕΚ 1110/25-10-1994) περί κήρυξης ως αναδασωτέας έκτασης 935,483 στρ. στη θέση "..." του Δήμου Γαλατσίου." Η ανωτέρω κηρυχθείσα ως αναδασωτέα εδαφική έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο, ήταν πριν το έτος 1937 δάσος πεύκης, όπως προκύπτει και από τις …/2-6-1994, .../19-9-1994, .../6-10-1994 και .../10-10-1994 εκθέσεις φωτοερμηνείας του 4ου Συνεργείου Κτηματογράφησης αεροφωτογραφιών των ετών 1937, 1945, 1960, 1969, 1972, 1978, 1983 και 1987, αλλά και το διάγραμμα με το υπόμνημα που τις συνοδεύει, με πεύκα μεγάλης ηλικίας διάσπαρτα σε όλη την επιφάνεια της, με μεγαλύτερη πυκνότητα περί την έκταση του κτήματος των κληρονόμων Β.. Το γεγονός αυτό ενισχύεται επιπλέον α) από το .../13-10-1937 έγγραφο του Τμήματος Αναδασώσεων της Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, με το οποίο δίνεται η έγκριση στον Δασάρχη Αναδασώσεων να απαγορεύσει τη ρητίνευση του Δάσους "...", "κατόπιν της επικινδύνου αραιώσεως και των καταστροφών εκ της ρητινεύσεως, παρανόμων υλοτομιών, εκχερσώσεων κ.λ.π., συνεπεία των οποίων απειλείται η υπόστασίς των", β) από το .../15-7-1915 έγγραφο του τότε Δασαρχείου Αττικής προς το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, με το οποίο διαβιβάζεται αίτηση του Λ. Β. για να λάβει άδεια υλοτομίας πευκοδενδρων του δάσους "..." και τα .../23-7-1915 και .../22-10-1917 έγγραφα που εγκρίνουν την υλοτομία πευκοδένδρων στο δάσος "..." προς τον ίδιο, ο οποίος αναφέρεται σε αυτά ως ιδιοκτήτης, γ) από την .../5-6-1912 απαγορευτική της ρητινοσυλλογής διάταξη του τότε Δασαρχείου Αττικής σε μια έκταση 10.000 στρ. περίπου στην οποία περιλαμβάνεται και η περιοχή αυτή. Άλλωστε, το γεγονός ότι η περιοχή αυτή κηρύχθηκε, μαζί με άλλες, αναδασωτέα κατά τα έτη 1915 και 1934, καταδεικνύει ακριβώς την προηγούμενη δασική μορφή της και ότι αυτή στο μεταξύ είχε υποβαθμιστεί με κίνδυνο εξαφάνισης της. Πράγματι, ο μάρτυρας Σ. Σ., Διευθυντής Δασών Αθηνών, που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατέθεσε ότι μετά το έτος 1928, με την έλευση των προσφύγων από τη Μ. Ασία, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν την ξυλεία για θέρμανση, αλλά και κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, έλαβε χώρα εκτεταμένη υλοτόμηση της περιοχής, γνωστής ως "δάσος ...". Επισημαίνει, μάλιστα, ο ίδιος ότι και στο επίδικο υπάρχουν περιμετρικά οκτώ πεύκα, μερικά από τα οποία είναι μεγάλης ηλικίας, με διάμετρο σαράντα εκατοστών. Καταθέτει, επίσης, ότι η περιοχή αυτή, της οποίας, όπως αναφέρει, το επίδικο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα και φυσική συνέχεια, καλυπτόταν κατά το έτος 1912 από συμπαγές δάσος κωνοφόρων, χαλεπίου πεύκης, και ότι με τη δασική αυτή μορφή αποτυπώνεται στον χάρτη του Κ. το έτος 1879. Επομένως, την ίδια μορφή είχε οπωσδήποτε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα έτη 1833 και 1836. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την από 14-10-2010 έκθεση φωτοερμηνείας-τεχνική του δασοπόνου Η. Τ., που συντάχθηκε με εντολή της ενάγουσας, γιατί ο συντάκτης της αποφαίνεται περί του μη δασικού χαρακτήρα του επιδίκου κατά τα έτη 1945 μέχρι 1987, δηλαδή μετά τις προαναφερόμενες παρεμβάσεις, οι οποίες, να σημειωθεί, δεν αίρουν τον δασικό χαρακτήρα που είχε η προαναφερόμενη έκταση πριν την αποψίλωση της, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις των άρθρων 24 και 117 του Συντάγματος. Ο δε μάρτυρας, σύζυγος της ενάγουσας, που εξετάστηκε με επιμέλεια αυτής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν γνωρίζει τίποτε για τη μορφολογία της περιοχής πριν το έτος 1969 που την νυμφεύτηκε. Συνακόλουθα, λόγω της δασικής μορφής του κατά τους ανωτέρω χρόνους, το επίδικο ανήκε κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Κράτος, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό των εκκαλούντων (εναγομένου και προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος). Οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας θα μπορούσαν να έχουν αποκτήσει μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης επ’ αυτού με ταπί, την ύπαρξη του οποίου δεν επικαλείται αυτή για κανέναν. Επομένως το επίδικο περιήλθε κατά κυριαρχικό δικαίωμα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως δημόσια γαία (δάσος), δυνάμει της Συνθήκης της, Κωνσταντινουπόλεως. Μετά την έκδοση του β.δ. της 17.11/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", για το ακίνητο αυτό και την μείζονα δασική έκταση στην οποία περιλαμβάνεται, κανένας ιδιοκτήτης δεν τήρησε την επιβαλλόμενη από το άρθρο 3 αυτού υποχρέωση υποβολής τίτλων στη Γραμματεία των Οικονομικών, εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από τη δημοσίευση του, γιατί δεν υπήρχαν τέτοιοι οθωμανικοί τίτλοι, έστω και άκυροι, οπότε αναγνωρίστηκε ως αδιαφιλονίκητα εθνικό (δημόσιο) κτήμα, που ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Αποδείχτηκε, περαιτέρω, ότι το μείζον ... είχε σχηματιστεί με την σταδιακή αγορά διαφόρων εδαφικών εκτάσεων από τον απώτατο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Α. Κ.. Ειδικότερα, στη διάρκεια των ετών 1829 μέχρι 1853, μέλη της οικογένειας Κ. και δικαιοπάροχοι τους, από τους οποίους ουδείς διέθετε οθωμανικούς τίτλους, έστω και άκυρους, μεταβίβασαν διαδοχικά προς αυτόν, τις παρακάτω εκτάσεις και συγκεκριμένα: α) με τα από 02.04.1829, 06.05.1829, 29.05.1829, 13.07.1829 και 06.09.1829 έγγραφα, που συντάχθηκαν ενώπιον του Δ. Ν. Δ. Π. το πρώτο και του Δ. Ν. Ι. Λ. τα υπόλοιπα, οι αναφερόμενες σ’ αυτά εκτάσεις επιφάνειας 250, 20, 30, 300 και 80 στρεμμάτων αντίστοιχα, ευρισκόμενες στη θέση "...", για τις οποίες γίνεται μνεία ότι βρίσκονται στην εξουσία των Τούρκων και ότι ο αγοραστής θα τις παραλάβει μετά την αποχώρηση τους και σε αντίθετη περίπτωση (μη αποχώρησης) δεν θα έχει καμία αξίωση, μεταβιβάστηκαν λόγω πώλησης από τους Σ. Κ., Σ. Σ. Κ., Μ. Κ., Γ. Κ. και Σ. Κ. αντίστοιχα, προς τον αγοραστή Ι. Κ., β) με τις ενώπιον του Δ. Ν. … Ε. Ν., που συντάχθηκαν στο σώμα των ανωτέρω εγγράφων, από 23.11.1829 ισάριθμες πράξεις, ο αγοραστής Ι. Κ. μεταβίβασε τις αυτές ως άνω εκτάσεις στο Ν. Μ., γ) με το από 02.09.1830 έγγραφο του Ι. Κ. και την …/04.03.1833 εγκριτική συναφή πράξη (επιτροπικό έγγραφο) του ως άνω Δ. Ν., οι ίδιες πιο πάνω εκτάσεις μεταβιβάστηκαν λόγω πώλησης από τους Ι. Κ. και Ν. Μ. στο Ν. Ζ., δ) με το από 13-2-1833 έγγραφο που συντάχθηκε ενώπιον του … (Ν.) της πόλης των Αθηνών Π. Π., οι ίδιες πιο πάνω εκτάσεις μεταβιβάστηκαν λόγω πώλησης από το Ν. Ζ. στον Α. Κ., ε) με το από 27.02.1833 έγγραφο που συντάχθηκε από τον Πρόκριτο των Αθηνών Π. Β. ενώπιον των Δημογερόντων Αθηνών Μ. Τ., Σ. Μ. και Σ. Β., οι αδελφοί Γ. Μ. και Κ. Τ. μεταβίβασαν λόγω πώλησης στον Α. Κ. την ακίνητη κληρονομιαία περιουσία της μητέρας τους Φ., θυγατέρας Π. Κ. στη θέση "...", έκτασης 60 και 120 στρεμμάτων με τα πρώτο και πέμπτο αντίστοιχα και αδιευκρίνιστων με τα λοιπά και στ) με τα .../1837, .../1841, .../1843, …/1852, …/1852, …/1852, .../1852 και …/1853 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Πιττάρη, οι πωλητές α) Β. Κ. Κ., β) Σ. Κ. Κ., γ) Π. Σ.. Κ., δ) Σ. Π. Κ., ε) Α. Ν. Κ., στ) Ι. Ν. Κ., ζ) Μ. Ν. Μ., Κ. Δ. Β., Γ. Κ. και η) Μ. χήρα Σ. Σ., Μ. και Γ. Ζ. -τέκνα της Φ. συζ. Ζ. και θυγατέρας του Π. Κ. αντίστοιχα, μεταβίβασαν λόγω/πώλησης στον αγοραστή Α. Κ. εκτάσεις επιφάνειας 60 στρεμμάτων (πρώτο), τις αναφερόμενες σ’ αυτά εδαφικές εκτάσεις στη θέση ... και με το τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο από αυτά και το κτήμα "..." σε μερίδια αντίστοιχα με το καθένα, η επιφάνεια των οποίων δεν προσδιορίζεται σε όλους τους τίτλους. Όλες οι ανωτέρω εκτάσεις, αποτελούν το γνωστό ως "...", επιφάνειας 4.500 στρεμμάτων περίπου, που περιλάμβανε καλλιεργήσιμα τμήματα, βοσκότοπους (λιβάδια), χέρσες εκτάσεις, λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρων, ασβεστοκάμινο αλλά και δασοκτήματα και βουνά (γην αγρίαν). Με την από 11-1-1864 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε με το 8/11-11-1864 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αποβιώσας στις 10-10-1864 Α. Κ. όρισε μοναδική κληρονόμο του την Α. χήρα Λ. Β. ή Μ., η οποία απεβίωσε στις 21-1-1899 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον γιό της Γ. Β. Μ., τον οποίο, μετά το θάνατο του στις 15-2-1911, διαδέχτηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του η σύζυγος του Ε. και τα τέκνα του Λ., Μ., Α. και Α.. Η Μ. αποποιήθηκε την κληρονομιά με την …/03.03.1911 πράξη του γραμματέα του πρωτοδικείου Αθηνών και η μερίδα της προσαύξησε ισομερώς τις μερίδες των άλλων κληρονόμων. Από αυτούς, ο Λ. Β. με την από 31.08.1911 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε τη διανομή όλου του ως άνω ακινήτου που είχε περιέλθει σ’ αυτόν και στους συγκληρονόμους του. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, ο Λ. Β. αγόρασε από τη μητέρα του Ε. και την αδελφή του Α., δυνάμει του .../1918 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Οικονομόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του δήμου Αθηναίων τα 2/4 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου (1/4 εξ αδιαιρέτου από την κάθε μία). Ακολούθως, αυτός και η αδελφή του Α., ως μόνοι πλέον συγκύριοι του κτήματος, με το .../16.03.1927 συνυποσχετικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ρούσου, συμφώνησαν να καταργήσουν τις μεταξύ τους δίκες για τη διανομή του κτήματος και προέβησαν σε εξώδικη διανομή με την από 04.06.1927 απόφαση τους που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 7008/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και με τα με αριθ. από 1 έως 16/1927 πρακτικά διαιτησίας που κηρύχθηκαν εκτελεστά με την 8855/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και μετεγράφησαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του δήμου Αθηναίων, από την οποία ο Λ. Β. έλαβε το βόρειο τμήμα του κτήματος. Μετά το θάνατο του, στις 13-9-1934, κληρονομήθηκε εκ διαθήκης, από τις θετές, με βάση την 5226/1925 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών περί υιοθεσίας, θυγατέρες του, Ι. χήρα Χ. Α. και Ε. χήρα Γ. Π., αμφότερες το γένος Γ. και Μ. Β. (η τρίτη θετή θυγατέρα του Ε., το γένος επίσης Γ. και Μ. Β. είχε προαποβιώσει, χωρίς να καταλείπει κατιόντες), οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομιά, τμήμα της οποίας και το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης και πώλησαν αυτό στον πατέρα της ενάγουσας με το .../13-9-1943 συμβολαιογραφικό έγγραφο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Σεργόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Την κληρονομιά του τελευταίου, που απεβίωσε στις 6-1-1956 και της μητέρας της που απεβίωσε στις 11-11-2005, αποδέχτηκε η ενάγουσα με την .../8-6-2006 συμβολαιογραφική πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόδωρου Σγουμπόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η τελευταία ισχυρίζεται oτι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα από τους χρόνους διαδοχικής μεταβίβασης του κτήματος στον Α. Κ. και μέχρι 11-9-1915 αυτός και οι ανωτέρω διάδοχοι του ασκούσαν τη φυσική εξουσίαση του επιδίκου, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριοι και ότι δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα άλλων με τη συμπεριφορά τους. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχτηκε βάσιμος. Ειδικότερα, τα έγγραφα και μισθωτήρια συμβόλαια, που με επίκληση προσκομίζει η ενάγουσα για την ανωτέρω χρονική περίοδο, αφορούν σε λατομικές εργασίες εξόρυξης μαρμάρου και σε βοσκή, χορτονομή, καλλιέργεια επί των βοσκήσιμων γαιών, λιβαδιών και καλλιεργήσιμων εκτάσεων αντίστοιχα. Τα μόνα έγγραφα που αφορούν σε δασικές περιοχές του κτήματος, στις οποίες περιλαμβάνεται το επίδικο κατά τα προαναφερόμενα, αφορούν στο χρονικό διάστημα από το 1906 και μετά και είναι: α) το .../1906 μισθωτήριο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ρούσσου, με το οποίο ο Γ. Μ. εκμισθώνει στον Π. Γ. τα πεύκα στο κτήμα του ... για εξαγωγή ρητίνης για 5 χρόνια, β) το .../1912 έγγραφο του Δασαρχείου Αττικής, με το οποίο απαγορεύεται η συλλογή ρητίνης από τα υπάρχοντα στο κτήμα πεύκα, μετά από αίτηση του Λ. Β. (εκ των κληρονόμων του Γ. Β.) στην οποία αναφέρεται αυτός ως ιδιοκτήτης και γ) το .../1914 μισθωτήριο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Σκουτάρη, με το οποίο ο ίδιος (Λ. Β.) εκμισθώνει στον Σ. Π. το κτήμα για καλλιέργεια των πεύκων και συλλογή ρητίνης για δέκα έτη από το 1914 ως το 1925. Επομένως, δεν καταλύθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο από τους δικαιοπάροχους της ενάγουσας με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ.δ., που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11-9-1915, όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται, γιατί δεν αποδείχτηκαν πράξεις νομής αυτών στη δασική έκταση της οποίας αυτό αποτελεί τμήμα, για χρονικό διάστημα 30 ετών πριν την ανωτέρω ημερομηνία και μάλιστα με καλή πίστη, όπως απαιτούσε το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, καθόσον τόσο ο Α. Κ. όσο και όλοι οι ανωτέρω διάδοχοι του μέχρι το έτος 1915 γνώριζαν ότι εφόσον δεν διέθεταν οθωμανικούς τίτλους και δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 3 του από 17 (29) Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", το επίδικο είχε περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, δεν μπορεί να νοηθεί πεποίθηση αυτών, και μάλιστα ειλικρινής, ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται το εν λόγω δικαίωμα επ’ αυτού. Μετά τα παραπάνω και εφόσον δεν καταλύθηκε η επί του επίδικου ακινήτου κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία το τελευταίο απέκτησε πρωτότυπα κατά τα ανωτέρω, λόγω του δασικού χαρακτήρα του τα έτη 1833-1836, γιατί δεν αποδείχτηκαν εμφανείς υλικές πράξεις 30ετούς νομής με διάνοια κυρίου από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 1885 μέχρι 11-9-1915, ούτε η καλή πίστη αυτών, με την προεκτεθείσα έννοια και σε αναφορά προς τους τίτλους τους, ο άμεσος δικαιοπάροχος της-πατέρας της δεν έγινε κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο, γιατί απέκτησε από μη κυρίες και για τον ίδιο λόγο ούτε και η ίδια έγινε κυρία του επιδίκου ως καθολική διάδοχος αυτού και της κληρονόμου μητέρας της. Επιπλέον η ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου ούτε με πρωτότυπο τρόπο, γιατί οι μετά το έτος 1915 επικαλούμενες πράξεις νομής των προκτητόρων της και της ίδιας, έστω κι αν έγιναν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, κατά την προεκτεθείσα έννοια σε αναφορά με τους προαναφερόμενους τίτλους τους μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) έκτοτε δε και χωρίς καλή πίστη, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κτήση κυριότητος εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, τα κτήματα του οποίου εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και απορρίπτοντας στη συνέχεια τη σχετική από 14-10-2006 αναγνωριστική κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, αφού, ενώ δέχθηκε ως ενιαία μείζονα έκταση το "...", επιφάνειας 4.500 στρεμμάτων που περιλαμβάνει καλλιεργήσιμα τμήματα, βοσκότοπους, χέρσες εκτάσεις, λατομεία και δασοκτήματα, στο οποίο ανήκει το επίδικο εδαφικό τμήμα, δεν αρκέσθηκε, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, προς θεμελίωση της επ’ αυτού χρησικτησίας από την αναιρεσείουσα και τους δικαιοπαρόχους της, στην απόδειξη πράξεων νομής στη μείζονα αυτή έκταση, αλλ’ απαίτησε εξειδίκευση επί μέρους διακατοχικών πράξεων επιδηλωτικών αυτής επί του τελευταίου (επιδίκου) και μόνον. Επομένως, ο σχετικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης και το σύνολο των αιτιολογιών της, ιδίως δε της αναφοράς σ’ αυτήν ότι "...τα έγγραφα και μισθωτήρια συμβόλαια που με επίκληση προσκομίζει η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) αφορούν λατομικές εργασίες εξόρυξης μαρμάρου και σε βοσκή, χορτονομή, καλλιέργεια επί των βοσκήσιμων γαιών, λιβαδιών και καλλιεργήσιμων εκτάσεων", δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο αλλ’ αντιθέτως καταλείπονται αμφιβολίες για το ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και τα κάτωθι νομοτύπως προταθέντα με επίκληση έγγραφα, ήτοι α) την υπ’ αριθ. .../1865 συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Στ. Ταβανάκη, με την οποία οι εκτελεστές της από 11-1-1864 διαθήκης του Α. Κ. εγκατέστησαν την κληρονόμο του Α. χήρα Λ. Β. ή Μ., απώτερη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, στην κυριότητα, νομή και κατοχή ολοκλήρου του κτήματος, με παράδοση σ’ εκείνη των τίτλων του κτήματος, β) την υπ’ αριθ. …/1882 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κομνηνού για τον καθορισμό και την αναγνώριση των ορίων του κτήματος από την Α. χήρα Λ. Β. ή Μ. και τους όμορους ιδιοκτήτες και γ) το υπ’ αριθ. .../1892 εγγυητικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Βουτυρά, με το οποίο ο απώτερος διακοπάροχος της αναιρεσείουσας Γ. Μ. παρέχει εγγύηση προς το Δημόσιο επί του όλου κτήματος στη θέση "..." για τον από το τελευταίο διορισμό σ’ αυτό του αγροφύλακα Α. Μ., τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αφορούν στον πραγματικό ισχυρισμό της ενάγουσας-αναιρεσείουσας περί της άσκησης εκ μέρους των δικαιοπαρόχων της διακατοχικών πράξεων επιδηλωτικών της νομής τους επί της περιλαμβάνουσας και το επίδικο εδαφικό τμήμα μείζονος έκτασης. Ως εκ τούτου και ο τέταρτος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος, ως προς τα προαναφερθέντα έγγραφα είναι βάσιμος.

Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957 και 281 ν. 3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 3423/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει για μεν το πρώτο (Ελληνικό Δημόσιο) στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για δε τον δεύτερο (Δήμο Γαλατσίου) στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ