Legislator Case Law & Legislation
358/2015 AI generated

358/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 358/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Στην κρινόμενη υπόθεση από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 24/12/2002 και αρ. κατ. 173907/2002 αγωγή της, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ότι συνδέεται με το εναγόμενο-αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από 4-9-1998 παρέχουσα τις υπηρεσίες της ως ιδιαιτέρα γραμματέας και μεταφράστρια στην Πρεσβεία της Ελλάδας στην Αυστρία έως 27.12.2001, οπότε στη συνέχεια συνήφθη μεταξύ αυτής και του νομίμου αντιπροσώπου του Υπουργείου Εξωτερικών σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου λήξεως 31.12.2002, για την οποία τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 129 παρ.2 Ν.2594/1998, παρέχουσα την εργασία της με τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις.

Legislator headnote

AI generated

358/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω ότι έστω και αν η εναγόμενη με την εργασία της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, η, σύμφωνα με το άρθρο 124§2 του ν. 2594/1998, σύναψη της συμβάσεως εργασίας της ως ορισμένου χρόνου δεν έγινε αδικαιολόγητα. Κατά της αποφάσεως αυτής, η εκκαλούσα- ενάγουσα, άσκησε την από 30-10-2007 αίτηση αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
fixed-term work employment in the public service status of official termination of service assignment to provisional status unpaid work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 358 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 358/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Βασιλική Πελέκου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:295/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8038/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 30-10-2007 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 760/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναίρεσε την απόφαση 8038/2004 του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 670/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 14-10-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 19-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Στην κρινόμενη υπόθεση από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 24/12/2002 και αρ. κατ. 173907/2002 αγωγή της, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ότι συνδέεται με το εναγόμενο-αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από 4-9-1998 παρέχουσα τις υπηρεσίες της ως ιδιαιτέρα γραμματέας και μεταφράστρια στην Πρεσβεία της Ελλάδας στην Αυστρία έως 27.12.2001, οπότε στη συνέχεια συνήφθη μεταξύ αυτής και του νομίμου αντιπροσώπου του Υπουργείου Εξωτερικών σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου λήξεως 31.12.2002, για την οποία τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 129 παρ.2 Ν.2594/1998, παρέχουσα την εργασία της με τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις.

Ότι κατά καταστρατήγηση των Συνταγματικών διατάξεων και της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ χαρακτηρίσθηκε η σύμβαση εργασίας της ως ορισμένου χρόνου. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα αυτή και το εναγόμενο σχέση, ως καλύπτουσα πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αρχόμενη από 4.9.1998 και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με καταδίκη σε χρηματική ποινή 600 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της και να καταδικασθεί στη δικαστική της δαπάνη.

Η αγωγή με την υπ' αρ. 295/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Την ασκηθείσα, εκ μέρους της ενάγουσας, έφεση κατά της απόφασης αυτής το Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αρ. 8038/2004 απόφασή του, απέρριψε δεχθέν ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε αποφανθεί ομοίως.

Ειδικότερα έκρινε ότι η απασχόληση της ενάγουσας με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω μη τήρησης του εγγράφου τούτου και μάλιστα χωρίς να ήταν εκ των προτέρων γνωστή η χρονολογία της λήξης της, από 4-9-1988 μέχρι 27-12-2001, δημιούργησε απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου η οποία έληξε στις 27-12-2001 με τη νέα σύναψη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Περαιτέρω ότι έστω και αν η εναγόμενη με την εργασία της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, η, σύμφωνα με το άρθρο 124§2 του ν. 2594/1998, σύναψη της συμβάσεως εργασίας της ως ορισμένου χρόνου δεν έγινε αδικαιολόγητα. Κατά της αποφάσεως αυτής, η εκκαλούσα- ενάγουσα, άσκησε την από 30-10-2007 αίτηση αναιρέσεως.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 760/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 648, 649, 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 με το να μη τις εφαρμόσει, ενώ εφάρμοσε τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που ισχύει από 17-4-2001, καθώς και την 1999/70/ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 28/6/1999 που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την 10-7-1999 και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, οι οποίες δεν είχαν εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα συμβάσεις εργασίας της, φέρονται ότι καταρτίστηκαν πριν την 17-4-2001 και ήταν στην πραγματικότητα μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, αφού με την εργασία της κάλυπτε ως ισχυρίζεται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, καταρτίστηκαν δε ακύρως η πρώτη και ως ορισμένου χρόνου η δεύτερη προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920 και ως εκ τούτου η αγωγή ήταν νόμιμη.

Ακολούθως, δέχτηκε ως κατ' ουσία βάσιμο τον από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια παρέπεμψε την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Το δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφού έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και στη συνέχεια δικάζοντας την αγωγή, την δέχτηκε ως κατ' ουσία βάσιμη.

Κατά της αποφάσεως αυτής το Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται με την κρινόμενη αίτησή του αποδίδοντας στο δικαστήριο της ουσίας τις πλημμέλειες από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του ν. 2112/1920, οι οποίες ορίζουν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και στη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού περί καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, συνάγεται ότι ο καθορισμός ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας είναι δικαιολογημένος από τη φύση αυτής, όταν όχι μόνο η σύμβαση ως εκ του είδους και του σκοπού της εργασίας, έχει το χαρακτήρα σύμβασης ορισμένου χρόνου, αλλά όταν η διάρκειά της υπαγορεύεται, από αποχρώντα λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης (ανάγκες εργοδότη, εποχικός χαρακτήρας λειτουργίας της επιχείρησης, αβεβαιότητα για το μέλλον αυτής κλπ).

Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές η κατάρτιση σύμβασης ορισμένου χρόνου, ή οι διαδοχικές ανανεώσεις της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγιναν σκόπιμα για να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Αντίθετα, αν η συνομολόγηση του ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης ή τις ανάγκες της επιχείρησης όπως είναι, μεταξύ άλλων και όταν η εκτελούμενη εργασία ικανοποιεί πάγιες και τακτικές ανάγκες της επιχείρησης.

Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά ανάγκες της υπηρεσίας πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες.

Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου ή τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΑΠ Ολ. 6/2001, ΑΠ Ολ. 7/2011).

Συνάγεται, περαιτέρω, από τα ως άνω, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, και 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ.103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 που ισχύουν από 18-4¬2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου , δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ.

και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά τη τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟΛ.ΑΠ 7 και 8/2011).

Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του, γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νομοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως.

Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε μετά από εκτίμηση των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, τα εξής: " Η ενάγουσα είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου της Βιέννης (τμήμα γλωσσολογίας) με παράλληλες σπουδές γερμανικής φιλολογίας, ψυχολογίας και παιδαγωγικών επιστημών.

Γνωρίζει άριστα την Αγγλική, Γαλλική και Γερμανική γλώσσα. Στις 4.9.1998 προσλήφθηκε με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τον νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου και ειδικότερα από τον Έλληνα Πρέσβη στη Βιέννη για να εργασθεί ως ιδιαιτέρα γραμματέας και μεταφράστρια στην Πρεσβεία της Ελλάδας στην Αυστρία.

Εργαζόταν 5 ημέρες την εβδομάδα με ωράριο 9 π.μ. έως 5 μ.μ. και παρείχε τις υπηρεσίες της σύμφωνα με τις διατάξεις και τις οδηγίες του εκάστοτε Προϊσταμένου της. Η αμοιβή της συμφωνήθηκε σε 15.000 Σελίνια Αυστρίας, τα οποία κατεβάλλοντο στο τέλος κάθε μήνα. Παρείχε δε την εργασία της συνεχώς έως την 31.12.2001. Στις 27.12.2001 συνήψαν οι διάδικοι σύμβαση γραπτή εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας 1 έτους αρχομένης την 1. 1. 2002 βάση της οποίας η ενάγουσα παρείχε την ίδια εργασία και με τους ίδιους όρους αντί μισθού 2.300 ευρώ μηνιαίως.

Ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου συνεβλήθη ο τότε Πρέσβης στην Αυστρία Χ. Α.. Με τη λήξη της σύμβασης το εναγόμενο αρνήθηκε τις υπηρεσίες της ενάγουσας. Όμως η ενάγουσα εκ¬ της φύσεως της εργασίας της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού η ιδιότητά της ως ιδιαιτέρα γραμματέας-μεταφράστρια της Ελληνικής Πρεσβείας στη Βιέννη ήταν νευραλγική και απαραίτητη για τη λειτουργία της διοικητικής υπηρεσίας της Πρεσβείας.

Η συμπεριφορά δε του εναγομένου με το να την απασχολεί άτυπα χωρίς γραπτή σύμβαση και στη συνέχεια με σύμβαση ορισμένου χρόνου συνιστά κατάχρηση, αφού έγινε για να καταστρατηγηθούν τα δικαιώματα της ενάγουσας ως εργαζομένης με σκοπό να μη καταστεί εμφανής η "εν τοις πράγμασι" αληθής σχέση που τους συνέδεε και έχει η σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε δέχτηκε, ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση ήταν εκείνη της συμβάσεως αορίστου χρόνου. Στη συνέχεια υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με την απειλή, σε περίπτωση μη αποδοχής, της χρηματικής ποινής των 200 ευρώ ημερησίως.

Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές, εφόσον το Εφετείο κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του δέχτηκε ότι αναιρεσίβλητη απασχολείτο ως γραμματέας-μεταφράστρια στην Ελληνική Πρεσβεία της Βιέννης, από το 1998 (πριν δηλ. την έναρξη ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ) και συνεχίστηκε έκτοτε η μεταξύ τους σχέση εργασίας, ενώ με την παροχή των υπηρεσιών της αυτών κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εν λόγω υπηρεσίας καθώς και ότι ο καθορισμός της συμβάσεως ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση της, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα ότι οι συμβάσεις αυτές, έστω και αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 129 του ν. 2594/1998 και των άρθρων 80 και 85 του ν. 2362/1995, ήταν μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ και 1, 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, που ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση.

Κατά συνέπεια, ο μοναδικός, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης, λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος μειωμένη, όμως, κατ' άρθρο 22 ν. 3693/1957, αφού στη δίκη μετέχει το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-10-2014 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αρ. 670/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στο αναιρεσείον τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ