358/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated358/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 358 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 358/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALTEC Α.Β.Ε.Ε ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ και τον διακριτικό τίτλο ALTEC ABEE" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Της αναιρεσίβλητης: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "XEROX HELLAS A.E.E. ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Φαρμακίδη - Μάρκου και Μαρίνα Φαρμακίδη - Μάρκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12 Μαΐου 2005 αγωγή και 20 Ιουνίου 2007 ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και από 27 Οκτωβρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4675/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Μαρτίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 3 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη από 29-03-2012 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4675/2011απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και τους πρόσθετους λόγους αυτών κατά της υπ' αριθ. 309/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που συνεκδίκασε την από 12-5-2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης "XEROX HELLAS A.E.E." με την αντίθετη από 27-10-2006 αγωγή της αναιρεσείουσας "ALTEC ΑΒΕΕ", καθώς και την από 20-06-2007 ανταγωγή της εκ των διαδίκων "XEROX HELLAS A.E.E." (αναιρεσίβλητης), το οποίο απέρριψε την ανταγωγή και έκανε εν μέρει δεκτές τις αγωγές.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές οι εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι και εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ακολούθως δε απορρίφθηκε η από 12-5-2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης "XEROX HELLAS A.E.E." στο σύνολό της, έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-10-2006 αγωγή της αναιρεσείουσας "ALTEC ΑΒΕΕ" και επιδικάσθηκε σ' αυτήν το ποσον της αιτουμένης αποζημίωσης των 228.936,65 ευρώ, απορριφθείσης αυτής κατά τα λοιπά, ενώ, τέλος, έγινε εν μέρει δεκτή η από 20-06-2007 ανταγωγή της αναιρεσίβλητης "XEROX HELLAS A.E.E." και επιδικάσθηκε σ' αυτήν το ποσό των 1.788.987,73 ευρώ, συνιστάμενο στο υπόλοιπο ποσό της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής της, πλέον ΦΠΑ., για το εκτελεσθέν απ' αυτήν έργο μέχρι της ενεργούσης εν τοις πράγμασι, ως καταγγελίας, για το μέλλον, υπαναχωρήσεως της αντεναγομένης (αναιρεσείουσας) από τη σύμβαση.
Η αίτηση αναιρέσεως που αφορά και πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά τα κεφάλαιά της: 1)που απέρριψε την από 27-10-2006 αγωγή της αναιρεσείουσας για την επιδίκαση ποινικών ρητρών και 2) που δέχθηκε την ανταγωγή της αναιρεσίβλητης και επιδίκασε σ' αυτήν το ποσό των 1.788.987,73ευρώ υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής της μετά την καταγγελία της αναιρεσείουσας από το αρθ 700ΑΚ ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Υπό την προϋπόθεση αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, καίτοι δέχθηκε κενό ή ασάφεια έστω και έμμεσα, είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και την συμπλήρωση ή ερμηνεία της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η σύμβαση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Στις περιπτώσεις αυτές ελέγχεται αναιρετικά η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του Α.Κ. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκή αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ετέρωθεν, κατά την έννοια των άρθρων 686, 383 και 387 ΑΚ, μετά την παρέλευση του συμβατικώς ορισθέντος ρητού χρόνου παραδόσεως του έργου, η οποία επάγεται υπερημερία του οφειλέτη χωρίς όχληση (άρθρο 341 ΑΚ) δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 686 ΑΚ, η οποία προβλέπεται για τις σχέσεις των διαδίκων μέχρι του χρόνου εκείνου, αλλά οι γενικές διατάξεις των άρθρων 383 επ.
ΑΚ (ΑΠ 628/1976, ΑΠ 563/1972). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 383, 385, 387 ΑΚ συνάγεται ότι, στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, όπως η μίσθωση έργου, ο δανειστής (εργοδότης), σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη (εργολάβου), έχει δικαίωμα α) να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να απαιτήσει εύλογη αποζημίωση (άρθρο 387 ΑΚ) ή β) να απαιτήσει αποζημίωση για ολική υπαίτια μη εκπλήρωση της παροχής (άρθρα 382, 383 ΑΚ), η οποία οπωσδήποτε περιλαμβάνει κάθε θετική ή αποθετική ζημία του, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αθέτηση της υποχρέωσής του, χωρίς να είναι απαραίτητο να ταχθεί προθεσμία στον υπερήμερο εργολάβο για την εκπλήρωση της παροχής του αν από την όλη στάση του προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο (άρθρο 385 παρ. 1 ΑΚ).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 407 εδ. β'ΑΚ συνάγεται ότι αν η ποινή συμφωνήθηκε για την μη προσήκουσα και ιδίως τη μη έγκαιρη, εκπλήρωση της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει και την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία από την μη προσήκουσα εκπλήρωση. Η τελευταία αυτή διάταξη έχει την έννοια ότι αν η ποινή υπερκαλύπτει την προβλεπόμενη ζημία, δεν μπορεί ο δανειστής να ζητήσει την ποινή και επιπλέον το ποσό της αποζημίωσης για τη ζημία αυτή.
Εάν δε το ποσό της αποζημίωσης για την επικαλούμενη ζημία, υπερβαίνει το ποσό της ποινής, μπορεί ο δανειστής να ζητήσει το επιπλέον τούτο μέρος της αποζημίωσης και την ποινική ρήτρα. Οι παραπάνω όμως διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι ο δανειστής θα δικαιούται σωρευτικά την ποινική ρήτρα και την αποζημίωση και όχι μόνο το ποσό κατά το οποίο υπερβαίνει την ποινική ρήτρα (ΑΠ 762/2000, ΑΠ 462/1992, ΑΠ 74/1974).
Συνεπώς, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου, μία από τις δυνατότητες του εργοδότη είναι, εφόσον τάξει εύλογη προθεσμία σε αυτόν από την εκπλήρωση της παροχής ή, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 385 ΑΚ, χωρίς να τάξει τέτοια προθεσμία, να απαιτήσει την ποινή, που συνομολογήθηκε για την καθυστέρηση, καθώς και την τυχόν επιπλέον ζημία από αυτήν την αιτία, ή την ποινή και την πλήρη αποζημίωσή του, αν αυτό έχει συμφωνηθεί με σαφή όρο της συμβάσεως (άρθρο 361 ΑΚ).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ περιέχει κανόνα ενδοτικού δικαίου, γι' αυτό είναι ισχυρές αντιθέτου περιεχομένου συμφωνίες, με τις οποίες ορίζεται διαφοροποίηση στη ρύθμιση από εκείνη της διάταξης. Δηλαδή, με αντιθέτου περιεχομένου συμφωνίες, μπορεί να περιορίζεται το δικαίωμα του εργοδότη από το άρθρο 700 ΑΚ ή, να καταλύεται, δηλαδή να χωρεί έγκυρη παραίτηση του εργοδότη από το δικαίωμα καταγγελίας ή ανάκτηση του δικαιώματος από τον εργοδότη ή να παραχωρούνται περισσότερα δικαιώματα στον εργοδότη, όπως απαλλαγή από καταβολή της αμοιβής ή να περιορίζεται η υποχρέωση σε ορισμένο ποσοστό ή να ορίζεται ποινική ρήτρα, σε περίπτωση καταγγελίας, η οποία αντικαθιστά τις υποχρεώσεις από τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, ή είναι πέραν αυτών (ΑΠ 762/2006, ΑΠ 168/2005, ΑΠ 147/2003, ΑΠ 787/1996).
Περαιτέρω, ο κανόνας του άρθρου 200 του ΑΚ, που ορίζει ότι οι συμβάσεις πρέπει να ερμηνεύονται όπως απαιτή η καλή πίστη και ότι για την ερμηνεία αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνεται έστω και εμμέσως ότι υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση (ΑΠ 604/2007).
Τέλος, η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί υπαναχώρησης ή καταγγελίας της σύμβασης για ολική υπαιτια μη εκπλήρωση της παροχής κατ' άρθρο 383 ΑΚ ή καταγγελίας κατά το άρθρο 700 του Α.Κ. μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία από τα γενόμενα δεκτά ως περιλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά, όπως και ως προς τα κατ` ουσίαν γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1035/2010, ΑΠ 1743/2008, ΑΠ 233/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Στις 10-12-2002 η εναγομένη-ενάγουσα-αντεναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ALTEC ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", συνήψε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ" (ΕΑΒ), σύμβαση έργου, με βάση την οποία ανέλαβε την ηλεκτρονική ψηφιοποίηση και δημιουργία interactive βιβλιογραφίας κατά το πρώτυπο AEMCA 1000D version 1.8.1 April 2000, καθώς και την απλή χωρίς interactive στοιχεία ψηφιοποίηση τροποποίησης SLEEP των αεροσκαφών F/RF-4E.
Το ανατεθέν στη ενάγουσα έργο περιελάμβανε τις φάσεις, ήτοι τις Α', Β'και Δ'. Στη συνέχεια η ενάγουσα (ALTEC) με την από 30-12-2002 σύμβαση, που καταρτίσθηκε και υπογράφηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης XEROX (ήδη αναιρεσίβλητης), ανέθεσε στην τελευταία κι αυτή ανέλαβε, ως υπεργολάβος, την εκτέλεση των πιο πάνω φάσεων (Α', Β'και Δ'), που αποτελούσαν το παραπάνω έργο διά της παροχής του αναγκαίου εξοπλισμού, όπως αυτός περιγράφεται στο παράρτημα Β της επίδικης σύμβασης του ανωτέρω έργου (άρθρο 1 της σύμβασης).
Το εν λόγω έργο, για την περιγραφή και τις προδιαγραφές του οποίου η σύμβαση ρητά παραπέμπει στην αντίστοιχη πιο πάνω σύμβαση μεταξύ ΕΑΒ και ALTEC και στην συνημμένη σε αυτήν διακήρυξη διαγωνισμού Νο 7580 (βλ. άρθρο 16.2 της σύμβασης), περιλαμβάνει τέσσερις φάσεις, από τις οποίες η εναγομένη (XEROX), όπως ακριβώς και η ALTEC έναντι της ΕΑΒ, οφείλει να εκτελέσει τις δύο πρώτες και την τέταρτη, προβαίνοντας στις ακόλουθες ενέργειες:
α) κατά την πρώτη φάση, αφενός να εγκαταστήσει ικανό λογισμικό (software) για την μετατροπή της έντυπης βιβλιογραφίας σε ηλεκτρονική μορφή, σύμφωνα με το ανωτέρω πρότυπο AEMCA 1000D και τις προδιαγραφές του παραρτήματος "Ι", αφετέρου να παραδώσει σχετικό πρόγραμμα προς επίδειξη (demo) με περιορισμένη ύλη (όχι μεγαλύτερη των 200 σελίδων) ικανή να διαπιστωθούν οι απαιτούμενες λειτουργίες σε σχήμα IETP-D της τεχνικής βιβλιογραφίας του αεροσκάφους Μ-2000, όπως ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 16.2. 1 και 16.3.2.1 της σύμβασης, β) κατά τη δεύτερη φάση, να μετατρέψει το σύνολο της έντυπης βιβλιογραφίας σε ηλεκτρονική επεξεργάσιμη μορφή με ηλεκτρονική σάρωση και οπτική αναγνώριση χαρακτήρων, όπως ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 16.2.2 και 16.3.1.2 της σύμβασης, γ) κατά την τέταρτη φάση, να σχηματοποιήσει το σύνολο πλέον της βιβλιογραφίας κατά το ανωτέρω πρότυπο AEMCA 1000D, χρησιμοποιώντας το ως άνω λογισμικό της πρώτης φάσης, και να παραδώσει το τελικό προϊόν, όπως ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 16.2.3 και 16.3.1.3 της σύμβασης.
Οι απαιτήσεις ως προς την ποιότητα του έργου αναλύονται ειδικότερα στο άρθρο 18 της σύμβασης, όπου αναφέρονται τα απαιτούμενα τεχνικά χαρακτηριστικά και τονίζεται εκ νέου η ανάγκη συμφωνίας του προϊόντος με τις προδιαγραφές του προτύπου AEMCA 1000D version 1.8.1 April 2000. Η αμοιβή της εναγομένης (XEROX) ορίσθηκε στο ποσό των 1.664.410,40 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, η δε καταβολή της συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά, ως ακολούθως:
α) ποσό 148.410,40 ευρώ ως προκαταβολή εντός πέντε ημερών από την καταβολή εκ μέρους ΕΑΒ προς την "ALTEC" της αντίστοιχης προκαταβολής, β) ποσόν 667.846,80 ευρώ, εντός 5 ημερών από την αντίστοιχη καταβολή της ΕΑΒ προς την " ALTEC" για την παράδοση και παραλαβή της πρώτης φάσης του έργου, γ) ποσό 445.231,20 ευρώ εντός 5 ημερών από την αντίστοιχη καταβολή της ΕΑΒ προς την "ALTEC" για την παράδοση και παραλαβή της δεύτερης φάσης του έργου και δ) ποσό 222.615,60 ευρώ, εντός 5 ημερών από την αντίστοιχη καταβολή της ΕΑΒ προς την "ALTEC" για την παράδοση της τέταρτης φάσης του έργου και την οριστική παραλαβή αυτού.
Επίσης, συμφωνήθηκε με την πιο πάνω σύμβαση, ότι το κόστος συντήρησης και τεχνικής υποστήριξης θα καταβληθεί από την ενάγουσα ("ALTEC") στην εναγομένη (XEROX) τμηματικά έως την ολοκλήρωση του έργου σε 13 ισόποσες δόσεις των 13.876,62 ευρώ, η καθεμία, αρχής γενομένης ένα μήνα μετά την παράδοση και την εγκατάσταση του σχετικού εξοπλισμού και λογισμικού (άρθρο 3 της σύμβασης).
Σημειώνεται ότι ο χώρος εργασίας ήταν η έδρα των εγκαταστάσεων της ενάγουσας (άρθρο 5.2 της σύμβασης). Σύμφωνα με το άρθρο 5 της σύμβασης ο υπεργολάβος υποχρεούται στην έναρξη των εργασιών από την υπογραφή της παρούσας. Η ολοκλήρωση της πρώτης φάσης του έργου θα λάμβανε χώρα από την εναγομένη (XEROX) εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξή του, η ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης εντός έντεκα (11) μηνών από την έναρξή του και η ολοκλήρωση της τέταρτης φάσης εντός δέκα τριών (13) μηνών από την έναρξή του, που χρονικά συμπίπτει με την υπογραφή της σύμβασης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7 της σύμβασης ο υπεργολάβος έλαβε πλήρη γνώση των γενικών όρων και προϋποθέσεων εκτέλεσης του έργου από τον εργολάβο προς τον εργοδότη του, και ειδικότερα των όρων της από 10-12-2002 συμβάσεως του εργολάβου με τον κύριο του έργου (ΕΑΒ), των όρων και προϋποθέσεων της διακήρυξης του ως άνω έργου και της προσφοράς του εργολάβου, στα πλαίσια των οποίων συνήφθη η σύμβαση, και αποδέχεται αυτούς ανεπιφύλακτα, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 9 εδ.
β' της σύμβασης ο εργολάβος θα εγκρίνει το έργο, εφόσον αυτό εγκριθεί από τον κύριο αυτού τόσο κατά την αποπερατούμενη φάση όσο και στο σύνολό του, και θα παραλάβει αυτό. Μετά την κατάρτιση της από 30-12-2002 σύμβασης μεταξύ των διαδίκων η ενάγουσα ALTEC κατέβαλε στην εναγομένη (XEROX) το ποσό της συμφωνηθείσας προκαταβολής από 148.410,40 ευρώ.
Η εναγομένη (XEROX) απέστειλε στις κατάλληλα διαμορφωμένες εγκαταστάσεις της ενάγουσας εταιρίας την ομάδα έργου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην μεταξύ τους σύμβαση, για να εργασθούν για την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης του έργου, που, κατά τα συμφωνηθέντα, έπρεπε να περατωθεί στις 30-4-2003. Στη συνέχεια η ενάγουσα ("ALTEC") άρχισε να καταβάλει, με βάση την πιο πάνω συμφωνία, στην εναγομένη (XEROX) τις πρώτες δόσεις της συντήρησης και τεχνικής υποστήριξης από 13.876,62 ευρώ η καθεμία για το χρονικό διάστημα Μάρτιο μέχρι Αύγουστο του 2003, που ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των (13.876,62 Χ 6) = 83.259,72 ευρώ, που αντιστοιχούν στα εκδοθέντα από την εναγομένη τιμολόγια με αριθμό 34795/30-5-2993 (για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο), 34875/30-6-2003 (για το μήνα Ιούνιο), 34963/30-7-2003 (για τον μήνα Ιούλιο) και 35083/27-8-2003 (για το μήνα Αύγουστο).
Έτσι, η ενάγουσα κατέβαλε συνολικά στην εναγομένη το ποσό των (148.410,40 + 83.259,72) = 231.670,12 ευρώ. Η ολοκλήρωση της φάσης Α', έπρεπε σύμφωνα με τη σύμβαση, να ολοκληρωθεί σε τέσσερις μήνες από την υπογραφή της και συγκεκριμένα στις 30-4-2003. Περί τα τέλη της πιο πάνω προθεσμίας η εναγομένη (XEROX) δεν είχε παραδώσει στην ενάγουσα το προϊόν της πρώτης φάσης, δηλαδή το πρόγραμμα επίδειξης (demo), με βάση το οποίο θα καθίστατο δυνατή στα πλαίσια της τέταρτης φάσης η σχηματοποίηση κατά το πρότυπο AEMCA 1000D της κατά τη δεύτερη φάση ψηφιοποιημένης βιβλιογραφίας.
Σημειώνεται ότι βασική τεχνική απαίτηση του προς επίδειξη προϊόντος (demo) σύμφωνα με τις προδιαγραφές της σύμβασης αποτελούσε η ανάπτυξη της εφαρμογής για την επεξεργασία της ψηφιακής βιβλιογραφίας σύμφωνα με το πρότυπο " AEMCA". Έτσι η ενάγουσα απέστειλε τηλεομοιοτυπικά, σύμφωνα με το άρθρο 4 της σύμβασης, στην εναγομένη τις από 24/4, 30/4 και 7/5/2003 επιστολές της προς την εναγομένη (XEROX) , στις οποίες ανέφερε ότι, πέραν της καθυστέρησης της τελευταίας, διαπιστώνεται ότι το προϊόν, που παρασκευάζει, υπολείπεται κατά πολύ της ολοκλήρωσής του και φυσικά της αποδοχής του, αφού πριν το παραδώσει στην κυρία του έργου ΕΑΒ, δεν πληρούσε σε καμία περίπτωση τις απαιτούμενες από τη σύμβαση των διαδίκων και αυτή μεταξύ ALTEC και ΕΑΒ προδιαγραφές, όπως αναλυτικά εκτίθεται με τεχνικές λεπτομέρειες στις πιο πάνω επιστολές.
Επίσης, με τη δεύτερη κατά σειρά επιστολή την καλούσε να απαντήσει αν μπορεί να κάνει κάτι προκειμένου να βελτιωθεί το βασικό προϊόν ως προς την ικανοποίηση των συμβατικών προβλεπομένων ή εάν προτίθεται να το αντικαταστήσει με κάποιο άλλο και εάν ναι με ποιο προϊόν και σε ποιο χρόνο. Τέλος, με την τελευταία κατά σειρά επιστολή της η ενάγουσα επισήμανε ότι μόνο μετά από την επιτυχή διενέργεια των εσωτερικών ελέγχων αποδοχής του προϊόντος θα μπορεί να κληθεί ο πελάτης να το παραλάβει και σε κάθε περίπτωση (η ALTEC) θα περιοριστεί σε μια ακόμη απλή παρουσίαση του προϊόντος και όχι φυσικά στην αποδοχή και παραλαβή του....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 11-7-2003, κι ενώ η εναγομένη (XEROX) ήταν εκπρόθεσμη ως προς την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης πλέον των δύο μηνών, έλαβε χώρα σύσκεψη μεταξύ των εκπροσώπων της Πολεμικής Αεροπορίας, του τελικού δηλαδή αποδέκτη του έργου, της ΕΑΒ και των διαδίκων, όπου παρουσιάστηκε η μορφή του προϊόντος της πρώτης φάσης.
Κατά την παρουσίαση υποδείχθηκαν εκ μέρους της ΕΑΒ παρατηρήσεις και διορθώσεις, ώστε κατά την επόμενη συνάντηση να παρουσιαστεί και πάλι το προϊόν με σκοπό την αποδοχή του. Η εναγομένη (XEROX) ισχυρίζεται ότι οι παρατηρήσεις, στις οποίες προέβη η ΕΑΒ, συνιστούσαν τροποποίηση των προδιαγραφών του έργου. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, αφού η μεν πρώτη παρατήρηση περί προσθήκης ενός ακόμη "επιπέδου στο δέντρο AEMCA, που δεν περιέχει τα υποκεφάλαια AEMCA", δηλαδή προσθήκης δεσμού ανά παράγραφο σαφώς προβλέπεται από το άρθρο 18.1.2 της μεταξύ τους σύμβασης, ενώ οι άλλες δύο παρατηρήσεις περί προσθήκης κεφαλαίων, εκτός από τα υποκεφάλαια, στον πίνακα αντιστοίχισης, και προσθήκης δεσμών (link) σε σχετικό πίνακα (index), που να οδηγεί σε εφαρμογή προγράμματος (pdf), συνιστούν απλές βελτιώσεις στη λειτουργία του προς επίδειξη προγράμματος και όχι βέβαια τροποποίηση των προδιαγραφών του έργου.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι πιο πάνω παρατηρήσεις και αν θεωρηθούν ότι ενέχουν τροποποίηση των προδιαγραφών, αυτές, εφόσον έγιναν πριν την αποδοχή του προϊόντος της πρώτης φάσης, είναι σύμφωνες με τον όρο 1.3 της σύμβασης ΕΑΒ- ALTEC, που αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα η εναγομένη (άρθρο 7 παρ. 1 της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων), σύμφωνα με τον οποίο οι ποιοτικές απαιτήσεις και προδιαγραφές του έργου δύνανται να τροποποιηθούν ανάλογα με τις ειδικές απαιτήσεις της Πολεμικής Αεροπορίας, κατά την διάρκεια παραγωγικής διαδικασίας και θα παγιωθούν με την αποδοχή της πρώτης φάσης.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα απέστειλε τηλεομοιοτυπικά στην εναγομένη την από 7-10-2003 επιστολή από την οποία προκύπτει ότι έξι περίπου μήνες μετά την παρέλευση της προθεσμίας παράδοσης της Α'φάσης του έργου (30-4-2003) και παρά τις διορθώσεις που είχε αποστείλει η ΕΑΒ μετά την παρουσίαση σ' αυτήν του τμήματος της φάσης Α όπου είχε παραδώσει η εναγομένη (XEROX) η εν λόγω φάση δεν ήταν έτοιμη και παρουσίαζε προβλήματα ως προς τις τεχνικές απαιτήσεις.
Τελικά, το προϊόν της πρώτης φάσης, που παραδόθηκε στην ενάγουσα (ALTEC) από την εναγομένη (XEROX) στις 26-9-2003, εξακολουθούσε να μη πληροί τις προδιαγραφές του έργου, ώστε να μη γίνει αποδεκτό, γεγονός που πιστοποιήθηκε από την ΕΑΒ με την από 6-11-2003 επιστολή της προς την ενάγουσα (ALTEC), με την οποία τονίζεται η συμφωνία του προϊόντος με το πρότυπο AEMCA 1000D, επισήμανση που επαναλήφθηκε εκ νέου με την από 19-12-2003 επιστολή της ΕΑΒ προς την ενάγουσα (ALTEC), η οποία απεστάλη τηλεομοιοτυπικά στη XEROX, στην οποία μάλιστα η ΕΑΒ διαπιστώνει την αδυναμία ολοκλήρωσης της Α' φάσης του έργου, παρότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα εννέα μηνών από το συμβατικό χρόνο παράδοσής της.
Μετά από αυτά πραγματοποιήθηκε στις 22-12-2003 σύσκεψη στα γραφεία της ΕΑΒ μεταξύ των εκπροσώπων αυτής και των διαδίκων, όπου η ΕΑΒ επανέλαβε ότι το πιο πάνω προϊόν της πρώτης φάσης δεν πληροί τις προδιαγραφές του έργου, η δε ενάγουσα (ALTEC) δεσμεύτηκε να προσλάβει εξειδικευμένους συμβούλους, προκειμένου να περατωθεί η πρώτη φάση του έργου μέχρι το τέλος του Φεβρουαρίου του 2004.
Όπως προκύπτει από το εν λόγω πρακτικό, που απεστάλη από την ενάγουσα με τηλεομοιοτυπία στην εναγομένη, δεν διατυπώθηκε εκ μέρους της τελευταίας κανένας περί του αντιθέτου ισχυρισμός της XEROX. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα (XEROX) με καθυστέρηση ενός περίπου έτους παρέδωσε στην εναγομένη (ALTEC) στις 1-10-2004 και 25-11-2004 μέρος του συνολικού παραδοτέου προϊόντος της δεύτερης φάσης του έργου αποτελούμενο από 129 τόμους ψηφοποιημένης βιβλιογραφίας "MIRAGE 2000 MANUALS", που έπρεπε κατά τα συμφωνηθέντα να περαιωθεί στις 30-11-2003.
Συγκεκριμένα παρέδωσε τριάντα δύο (32) τόμους την 1-10-2004, τους οποίους η ενάγουσα (ALTEC) παρέλαβε την 1-10-2004 και επιβεβαίωσε την πληρότητά τους στις 22-10-2004, σαράντα τέσσερις (44) τόμους στις 25-11-2004, τους οποίους παρέλαβε η ενάγουσα (ALTEC) αυθημερόν, χωρίς όμως να επιβεβαιώνεται η πληρότητά τους. Το εν λόγω μέρος της Β φάσης παραδόθηκε από την ενάγουσα (ALTEC) στην κυρία του έργου ΕΑΒ, η οποία μετά από εξέταση αυτού διαπίστωσε ότι δεν πληρούσε τις προδιαγραφές του έργου, με αποτέλεσμα να μην το εγκρίνει και να αποστείλει στην ενάγουσα (ALTEC) την από 12-11-2004 επιστολή της, στην οποία διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με τις ελλείψεις των τόμων στη σελιδοποίηση, τη χρήση και την προσπελασιμότητα της βιβλιογραφίας και το αρχείο, καθώς και με την ύπαρξη κηλίδων, στιγμάτων και πλαισίων που αφορούν εν γένει τη μορφή του κειμένου.
Στη συνέχεια, η κυρία του έργου ΕΑΒ, μετά από σύσκεψη μεταξύ των εκπροσώπων αυτής και της ενάγουσας (ALTEC), που πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις της στις 22-11-2004, διαπιστώθηκε, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά, ότι οι αναφερόμενες στην πιο πάνω επιστολή παρατηρήσεις εξακολουθούσαν να ισχύουν. Έτσι, εφόσον δεν είχε παραδοθεί το προϊόν με τις απαιτούμενες προδιαγραφές, υπήρχε σημαντική καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης, γεγονός που επιβεβαιώνεται στην από 17-12-2004 επιστολή της ΕΑΒ προς την ενάγουσα (ALTEC).
Η εναγομένη (XEROX) ισχυρίζεται ότι, από το προσκομιζόμενο έντυπο παράδοσης και αποδοχής προκύπτει ότι η ενάγουσα (ALTEC) αποδέχθηκε την ποιότητα των παραδοθέντων σ' αυτήν τόμων. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι από το σχετικό έντυπο προκύπτει ότι από την εκπρόθεσμη παράδοση από την εναγομένη και παραλαβή από την ενάγουσα των πιο πάνω συνολικά (32+44) = 76 τόμων, από τους οποίους η τελευταία επιβεβαίωσε την πληρότητα μόνο των 32, δεν επιβεβαίωσε και την αποδοχή της ποιότητάς τους.
Δοθέντος, μάλιστα ότι κρίσιμη για τον έλεγχο της ποιότητας του προϊόντος δεν ήταν η έγκριση από την ALTEC αλλά από την ΕΑΒ τόσο κατά την αποπεράτωση κάθε φάσης όσο και στο σύνολό του, όπως με σαφήνεια προκύπτει από το άρθρο 9 εδ. β1 της μεταξύ των διαδίκων συνομολογηθείσας σύμβασης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα (ALTEC) είχε καταστεί πλέον εκπρόθεσμη έναντι της ΕΑΒ για την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα να συμβληθεί με τρίτους για να ολοκληρωθούν οι επιμέρους φάσεις του έργου και να παραδοθεί το τελικό προϊόν.
Μετά από αυτά, και ενώ οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων άρχισαν να διαταράσσονται, η εναγομένη (XEROX) επέδωσε στην ενάγουσα (ALTEC) την από 11-3-2005 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία επικαλέσθηκε το πρώτον λύση της πιο πάνω σύμβασης και τη μεταξύ των διαδίκων κατάρτιση από τον Ιούνιο του 2004 νέας σύμβασης, με περιορισμό του αντικειμένου στις φάσεις Α'και Β'της από 30-12-2002 σύμβασης και με ουσιαστικές τροποποιήσεις στο έργο της ψηφιοποίησης της βιβλιογραφίας MIRAGE 2000, με συμφωνηθείσα αμοιβή το ποσόν των 1.347.252,02 ευρώ.
Με την πιο πάνω δήλωσή της η εναγομένη (XEROX) θεωρώντας με βάση την επικαλούμενη νέα σύμβαση ότι έχει περαιώσει τις δύο πρωτές φάσεις του έργου αναζήτησε τη σχετική αμοιβή της από την ενάγουσα (ALTEC). Στη συνέχεια, η ενάγουσα (ALTEC) επέδωσε στην εναγομένη (XEROX) την από 30-5-2005 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία αρνήθηκε την κατάρτιση οποιασδήποτε νέας σύμβασης και επικαλούμενη την επί δύο και πλέον έτη καθυστέρηση εκ μέρους της του έργου κατήγγειλε την από 30-12-2002 σύμβαση επιφυλασσόμενη να αναζητήσει κάθε ζημία της καθώς και τις καταπεσούσες ποινικές ρήτρες.
Η εναγομένη εταιρία (XEROX) σε απάντηση της πιο πάνω εξώδικης δήλωσης-καταγγελίας επέδωσε στην ενάγουσα (ALTEC) την από 17-6-2005 δήλωσή της, με την οποία αρνήθηκε αυτή ως αναληθή. Ενόψει των προαναφερομένων με την αποστολή της πιο πάνω εξώδικης δήλωσης της ALTEC δεν χωρεί καμία αμφιβολία περί του ότι αυτή με την πιο πάνω εξώδικη δήλωσή της άσκησε το δικαίωμα καταγγελίας που προβλέπεται από το άρθρο 5 της πιο πάνω σύμβασης, η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν χρήζει ερμηνείας, ούτε ως προς το σημείο αυτό, λόγω σαφούς και κατά τρόπο μη καταλείποντα αμφιβολία, και αποκλείοντα ως εκ τούτου την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διατυπωθείσας σ' αυτή βούλησης των μερών για τη ρύθμιση κατά τρόπο διαφορετικό του από το άρθρο 700 αυτού παρεχομένου δικαιώματος καταγγελίας.
Συνεπώς, πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταγγελίας του άρθρου 700 του Α.Κ. εκ μέρους της με την ιδιότητα της εγοδότιδας, της μεταξύ των διαδίκων εργολαβικής σύμβασης. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι αναφέρεται στην πιο πάνω δήλωση ότι "σας κηρύσσουμε εκπτώτους", καθόσον με την φράση αυτή εκ μέρους της ALTEC επιχειρείται εκ του περισσού να περιγραφεί η συμπεριφορά της XEROX, λόγω μη τήρησης των συμφωνηθέντων....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο άρθρο 5 της πιο πάνω σύμβασης ορίζεται ότι σε περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησης εκ μέρους της εναγομένης (XEROX) πέραν των προαναφερόμενων χρονικών ορίων ο υπεργολάβος (XEROX) υποχρεούται στην καταβολή ποινικής ρήτρας, που ανέρχεται στο 3% επί της αξίας της εκπρόθεσμης εργασίας, δηλαδή του τμήματος της αμοιβής, που αντιστοιχεί σε κάθε φάση, ανά εβδομάδα καθυστέρησης.
Σύμφωνα δε με την τελευταία παράγραφο του εν λόγω άρθρου, σε περίπτωση συστηματικής καθυστέρησης εκ μέρους του υπεργολάβου (XEROX) στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από τη σύμβαση, ο εργολάβος (ALTEC) δύναται να διακόψει μονομερώς, καταγγείλει την παρούσα και να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε θετική ή αποθετική ζημία, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα του υπεργολάβου.
Από την λεκτική διατύπωση του πιο πάνω άρθρου της συνομολογηθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης δεν προκύπτει η καθοιονδήποτε, ρητό ή σιωπηρό, τρόπο, συμβατική ρύθμιση των διαδίκων, κατά παρέκλιση των συνεπειών της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας (άρθρα 405-407 ΑΚ), ήτοι να δικαιούται η ενάγουσα ν' ασκήσει σωρευτικά και τις δύο αξιώσεις, ήτοι την αποκατάσταση πλήρους θετικής και αποθετικής ζημίας καθώς και την καταβολή ποινικής ρήτρας.
Συγκεκριμένα, η υποχρέωση του υπεργολάβου να καταβάλλει σε περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησης εκτέλεσης των εργασιών πέραν των πιο πάνω χρονικών ορίων ποινική ρήτρα ανά εβδομάδα καθυστέρησης συνέχεται με τη μη έγκαιρη ή μη προσήκουσα εκτέκεση των επί μέρους φάσεων του έργου εκ μέρους του υπεργολάβου κατά τη διάρκεια της σε λειτουργία υπάρχουσας σύμβασης, στην εκπλήρωση της οποίας ως παρεπόμενη αυτής και αποσκοπεί, η δε ποινή καταπίπτει ανεξαρτήτως του αν ο δανειστής υπέστη ζημία, χωρίς να υποχρεώνεται ο δανειστής να αποδείξει την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας από την μη έγκαιρη ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ενώ σε περίπτωση συστηματικής υπαίτιας καθυστέρησης παρασχέθηκε στον εργολάβο το δικαίωμα, να διακόψει μονομερώς με καταγγελία τη σύμβαση και να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε θετική ή αποθετική ζημία που οφείλεται σε υπαιτιότητα του υπεργολάβου.
Τέτοια, εξάλλου, συμφωνία δεν μπορεί να συναχθεί, όπως εσφαλμένως κρίνει η εκκαλουμένη, ούτε από το γεγονός ότι δεν θα υπήρχε λόγος να περιληφθεί η σχετική με την αξίωση της αποζημίωσης διάταξη, αν απλώς αφορούσε στο επί πλέον της ποινικής ρήτρας ποσό, εφόσον αυτή την αξίωση την έχει ο δανειστής εκ του νόμου.
Έτσι, όμως, σε περίπτωση συστηματικής υπαίτιας καθυστέρησης ο εργολάβος θα διέσωζε μόνο τα από τα άρθρα 688-690 ΑΚ αποζημιωτικά δικαιώματα, χωρίς να δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε θετική και αποθετική ζημία. Μετά από αυτά και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι δύο τελευταίες παράγραφοι του άρθρου 5 παρατέθηκαν χωριστά και ασύνδετα, προκύπτει ότι με την, κατά τρόπο σαφή και μη καταλείποντα ουδεμία αμφιβολία ή ασάφεια, ώστε να αποκλέίεται η προσφυγή στους εμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διατυπωθείσα σχετική δήλωση βουλήσεως των μερών, τα τελευταία αφενός μεν συμφώνησαν χωριστά και αυτοτελή μεταξύ τους δικαιώματα για τον εργολάβο για καθεμία από τις πιο πάνω αναφερόμενες περιπτώσεις καθυστέρησης, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά στην εν λόγω σύμβαση στο δικαίωμα της ενάγουσας (ALTEC) να αξιώσει σωρευτικά την καταβολή ποινικής ρήτρας και αποζημίωσης για κάθε θετική ή αποθετική ζημία, αφετέρου δε συμφώνησαν σε επιτρεπτή τροποποίηση μόνο της ρύθμισης που προβλέπεται για το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης από την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ με τη χορήγηση του δικαιώματος αυτού στον εργοδότη σε περίπτωση συστηματικής υπαίτιας καθυστέρησης με τη διεύρυνση των αποζημιωτικών δικαιωμάτων απαιτώντας αποζημίωση για κάθε θετική και αποθετική ζημία.
Επομένως, εφόσον η ενάγουσα ALTEC δικαιούται με βάση τα αναφερόμενα στη μεταξύ των διάδικων συνομολογηθείσα σύμβαση να καταγγείλει τη σύμβαση και να απαιτήσει πλήρη αποζημίωση, λόγω της συστηματικής υπαίτιας καθυστέρησης εκ μέρους της υπεργολάβου στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη σύμβαση, όπως πράγματι το άσκησε αγωγικώς με την επίκληση συστηματικής υπαίτιας καθυστέρησης εκ μέρους της εναγομένης, η φερόμενη με την αγωγή της (ALTEC) αξίωση για καταβολή σωρευτικά της ποινικής ρήτρας είναι αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την πιο πάνω αξίωση και επιδίκασε στην ενάγουσα ALTEC την καταβολή ποινικής ρήτρας, που ανέρχεται σε ποσοστό 3% της αξίας κάθε εκπρόθεσμης εργασίας ανά εβδομάδα καθυστέρησης, συνολικού ποσού 3.392.661,74 ευρώ, έσφαλε στην εκτίμηση των σχετικών αποδείξεων.
Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι έφεσης της εναγομένης XEROX ως ουσιαστικά βάσιμοι και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο αυτό.... Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ALTEC αναγκάστηκε, λόγω της μη εκπλήρωσης της φάσης Α του έργου από την υπερημερία της εναγομένης, να καταρτίσει στις 10-2-2004 με την εξειδικευμένη στο εν λόγω αντικείμενο και εδρεύουσα στη … εταιρία "Techodata GmbH" σύμβαση, με την οποία ανέθεσε στην τελευταία την ολοκλήρωση της Α φάσης του έργου έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής 840.000 ευρώ.
Έναντι του ποσού αυτού η ενάγουσα της κατέβαλε στις 12-2-2004 το ποσό των 168.000 ευρώ και στις 5-7-2004 το ποσό των 252.000 ευρώ, δηλαδή συνολικά 420.000 ευρώ. Στην συνέχεια, λόγω πρόσθετων εργασιών και διορθώσεων που απαιτήθηκαν από την ΕΑΒ για την εν λόγω φάση του έργου, αναγκάστηκε να τροποποιήσει την πιο πάνω σύμβαση στις 15-1-2005 με συμφωνηθείσα αμοιβή το ποσό των 1.330.000 ευρώ επί πλέον.
Έτσι κατέβαλε συνολικά για την πιο πάνω σύμβαση το ποσό (420.000+1.330.000)= 1.750.000 ευρώ. Επίσης, η ενάγουσα ανέθεσε στην εταιρία "EGM SYSTEMS ΕΠΕ", η οποία ανέλαβε την παροχή ειδικών συμβουλευτικών υπηρεσιών για την εξεύρεση και ταξινόμηση των περιεχομένων του υδραυλικού συστήματος από την τεχνική βιβλιογραφία του αεροσκάφους που αφορά το έργο κειμένου, προκειμένου να ολοκληρωθεί το λογισμικό επίδειξης της φάσης Α'.
Συμφωνήθηκε ως αμοιβή το ποσό των 3.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ήτοι συνολικώς 3.540 ευρώ. Εξαιτίας της μη εκπλήρωσης της φάσης Β' του έργου από την εναγομένη η ενάγουσα αναγκάστηκε να προσλάβει εξειδικευμένο προσωπικό σε σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε να συνάψει συμβάσεις έργου ή παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών με ειδικούς στο εν λόγω αντικείμενο.
Συγκεκριμένα, κατάρτισε στις 21-4-2004 και 9-6-2003 συμβάσεις έργου με τους Α. Κ. και Π. Κ., με τις οποίες τους ανέθεσε το δειγματολειπτικό έλεγχο της ορθότητας του ψηφιοποιημένου κειμένου σε σχέση με την πρωτότυπη τεχνική βιβλιογραφία, καθώς και την αρτιότητα του μεταφερόμενου ψηφιοποιημένου κειμένου σε ΗΤΜΙ αντί συμφωνηθείσας αμοιβής 15.000 ευρώ για τον πρώτο, πλέον ΦΠΑ, ήτοι συνολικώς 17.700 ευρώ και 1.475 ευρώ συνολικά για τον δεύτερο, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.
Επίσης, ανέθεσε στον Β. Γ. τη ψηφιοποίηση και ηλεκτρονική μεταφορά του κειμένου της υπάρχουσας βιβλιογραφίας και για το σκοπό αυτό κατάρτισε τις από 1-7-2004, 1-4-2005 και 1-2-2006 συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών διάρκειας έξι, εννέα και έντεκα μηνών, αντίστοιχα, έναντι τιμήματος 15.000 ευρώ ( 2.500 ευρώ μηνιαία αμοιβή Χ 6 μήνες), 22.500 ευρώ (2.500 ευρώ μηνιαία αμοιβή Χ 9 μήνες) και 30.000 ευρώ, αντίστοιχα, και συνολικά αντί τιμήματος 67.500 ευρώ (15.000+22.500+30.000), πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 12.675 ευρώ, ήτοι συνολικά 80.175 ευρώ.
Ανέθεσε την ψηφιοποίηση και ηλεκρονική μεταφορά του κειμένου της βιβλιογραφίας, καθώς και τις διορθώσεις του κειμένου στους Α. Μ. και Γ. Γ., αντιστοίχως, με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συνολικής διάρκειας τεσσάρων μηνών της πρώτης και τριών μηνών του δεύτερου εξ αυτών, με αντίστοιχες μηνιαίες μεικτές αποδοχές 758 ευρώ και 794 ευρώ, καθώς και στις 6-10-2005 και 18-5-2005, στους Ν.
Ζ. και Β. Κ., με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που μετά από τις νόμιμες παρατάσεις μετατράπηκε σε αορίστου, με μηνιαίες μεικτές αποδοχές 794 ευρώ, 821,60 ευρώ, αντίστοιχα. Τα συνολικά ποσά που δαπάνησε η ενάγουσα για τον κάθε ένα από τους πιο πάνω υπαλλήλους ανέρχονται για την πρώτη σε 5.760,65 ευρώ, για το δεύτερο σε 1.995,56 ευρώ, λόγω παραίτησης πριν την λήξη της σύμβασής του, με αποτέλεσμα να εργασθεί από 16-3-2005 έως 30-4-2005, για τον τρίτο σε 13.496,43 ευρώ και για την τέταρτη σε 19.296,01 ευρώ.
Συνολικά η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 1.893.938,65 ευρώ, από το οποίο αιτείται, μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσας αμοιβής από 1.664.400 ευρώ, το ποσό των 228.938,65 ευρώ. Το ποσό αυτό δικαιούται ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τη μη εκπλήρωση της πιο πάνω σύμβασης. Επομένως, η αγωγή της ALTEC κατά το μέρος αυτό πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Στοιχεία της αγωγής του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του, λόγω της κατά το άρθρο 700 ΑΚ καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη είναι η σύμβαση έργου που καταρτίσθηκε, το συμφωνημένο έργο, η συμφωνημένη αμοιβή και η καταγγελία της σύμβασης πριν από την περάτωση, του έργου, χωρίς να απαιτείται ο ενάγων να επικαλεσθεί και αποδείξει το εκτελεσθέν μέρος του έργου και μάλιστα τις επί μέρους εκτελεσθείσες εργασίες και την αξία εκάστης, ούτε την παράδοση αυτών, του εναγομένου εργοδότη δυναμένου να προβάλει, κατ' ένσταση, και να αποδείξει την αξία του μη εκτελεσθέντος έργου και την εξοικονομηθείσα εξ αυτού δαπάνη του εργολάβου συνεπεία της ματαιώσεως της συμβάσεως, ως και παν ό,τι ωφελήθηκε ο ενάγων εργολάβος εξ άλλης εργασίας αυτού, ή δολίως παρέλειψε να ωφεληθεί, των τοιούτων ισχυρισμών του τελούντων εις έκπτωση ή περιορισμό της συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής.
Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι εφόσον η σύμβαση λύθηκε με την από 31-5-2005 καταγγελία της ενάγουσας (ALTEC) , η τελευταία οφείλει στην εναγομένη (XEROX) την πιο πάνω συμφωνηθείσα αμοιβή. Από το πιο πάνω ποσό η ALTEC κατέβαλε στην XEROX το ποσό των 148.410,40 ευρώ, ως προκαταβολή και το υπόλοιπο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί, όπως ορίζεται στο άρθρο 3.2 της σύμβασης.
Επομένως, οφείλει να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.516.089,60 ευρώ, πλέον ΦΠΑ (18%). Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η από 20-6-2007 ανταγωγή και να υποχρεωθεί η αντεναγομένη να καταβάλει στην αντενάγουσα το ποσό των 1.516.089,73 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ανταγωγή κατά το πιο πάνω κονδύλιο της αμοιβής ως ουσιαστικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι, εφόσον η σύμβαση λύθηκε με την πιο πάνω καταγγελία της αντεναγομένης (ALTEC) με υπαιτιότητα της αντενάγουσας XEROX, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 5 και 11 περ.
β' της σύμβασης δεν οφείλεται στην τελευταία αμοιβή, ερμηνεύοντας το άρθρο 11 της μεταξύ των διαδίκων συνομολογηθείσας σύμβασης, στο οποίο προβλέπονται οι τρόποι λύσης της σύμβασης με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ. Η πιο πάνω κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι εσφαλμένη ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων κατά το πιο πάνω κονδύλιο της ανταγωγής, αφού παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, με την οποία παρέχεται στον εργοδότη απόλυτον δικαίωμα αναιτιολόγητης καταγγελίας ανεξαρτήτως οποιασδήποτε υπαιτιότητας του εργολάβου.
Δοθέντος ότι η σύμβαση διατηρείται σε ισχύ, παρά την τοιαύτην καταγγελία, όσον αφορά την συμφωνημένη αμοιβή, η οποία εξακολουθεί να οφείλεται στον εργολάβο, όχι αποζημιωτικώς αλλά ως συμβατική οφειλή. Ο δε εργοδότης δεν μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση αυτή, έστω και αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι προέβη στην καταγγελία από υπαιτιότητα του εργολάβου, παρά μόνο στις προαναφερθείσες περιπτώσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των προτάσεων της αντεναγομένης που κατατέθηκαν κατά την πρώτη συζήτηση η αντεναγομένη, επικαλούμενη καταγγελία της πιο πάνω σύμβασης, δεν αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα ένσταση που να οδηγεί σε έκπτωση ή περιορισμό της συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής και ειδικότερα ότι συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία που να αίρει την υποχρέωση να καταβάλει αμοιβή στην περίπτωση καταγγελίας απ' αυτήν της σύμβασης λόγω υπαιτιότητας της αντενάγουσας.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της έφεσης και ο δέκατος τρίτος πρόσθετος λόγος της αντενάγουσας-εναγομένης XEROX πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο αυτό....>>. Με βάση δε τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι: α) η από 30-2-2005 δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας εργολάβου συνιστά καταγγελία της συμβάσεως ρυθμιζόμενη από το άρθρο 700 ΑΚ, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη (εναγομένη-αντενάγουσα) να δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή και β) η αναιρεσείουσα απώλεσε την αξίωση στην ποινική ρήτρα λόγω της καθυστερήσεως αποπεράτωσης του έργου, επιλέγοντας να καταγγείλει τη σύμβαση κατά το άνω άρθρο (700 ΑΚ).
Κατόπιν αυτών, μετά την παραδοχή και των δύο συνεκδικαζομένων εφέσεων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντίθετα, ακολούθως δε απέριψε την από 12-5-2005 αγωγή της "XEROX HELLAS A.E.E." στο σύνολό της, έκανε εν μέρει δεκτή την 27-10-2006 αγωγή της "ALTEC ΑΒΕΕ", επιδικάζοντας σ' αυτήν το ποσόν της αιτουμένης αποζημίωσης των 228.936,65 ευρώ, απορρίπτοντας αυτή κατά τα λοιπά, ενώ, τέλος, έκανε εν μέρει δεκτή την ανταγωγή και επεδίκασε στην αντενάγουσα το ποσό των 1.788.987,73 ευρώ, συνιστάμενο στο υπόλοιπο ποσό της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής της, πλέον ΦΠΑ., για το εκτελεσθέν από την ενάγουσα υπεργολάβο έργο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά το διακεκριμένο μέρος που πλήττεται η απόφασή του με την ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς 10την απόρριψη της αγωγής της αναιρσείουσας για την επιδίκαση ποινικών ρητρών και 2) την παραδοχή της ανταγωγής της αναιρεσίβλητης για την.......... της αμοιβής της από τη διάταξη του αρθ 700ΑΚ παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 361, 383, 385, 386 και 700 του ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων των τεσσάρων πρώτων άρθρων, όχι όμως και εκείνο του άρθρου 700 του ΑΚ, που εφάρμοσε.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, η αναιρεσείουσα, λόγω της υπαίτιας και συστηματικής καθυστέρησης από την αναιρεσίβλητη αποπεράτωσης του ανατεθέντος σ' αυτήν έργου, που υπερέβαινε την διετία και την αδυναμία αυτής να προχωρήσει στην εκτέλεση της Δ φάσης αυτού, λόγω των ελλείψεων και ελαττωμάτων που παρουσίαζαν οι προηγούμενες φάσεις και ιδίως η πρώτη, επέδωσε στην αναιρεσίβλητη την από 30-5-2005 εξώδικη δήλωση-καταγγελία με την οποία, βάσει των άρθρων 5 και 8 της από 30-12-2002 μεταξύ τους ως άνω συναφθείσας σύμβασης, κατήγγειλε αυτήν, κήρυξε έκπτωτη την αναιρεσίβλητη υπεργολάβο και επιφυλάχθηκε κάθε είδους ζημίας της, καθώς και των ποινικών ρητρών που προβλέπονται από την παραπάνω σύμβαση.
Υπό το περιεχόμενο αυτό της παραπάνω δήλωσης που περιέχεται στήν άνω αγωγή της αναιρεσείουσας και γίνεται δεκτή από το Εφετείο, καθίσταται σαφής η βούληση της αναιρεσείουσας να επιδιώξει τα από την ένδικη σύμβαση απορρέοντα δικαιώματά της λόγω της επί διετία συστηματικής καθυστέρησης παράδοσης του έργου από τον συμφωνηθέντα χρόνο παράδοσης αυτού και να ζητήσει αποζημίωση κατά το άρθρο 383 του ΑΚ, για το ανεκτέλεστο μέρος του έργου, καθώς και την συμφωνηθείσα, πέραν της αποζημίωσης πονικής ρήτρας μέχρι τον χρόνο της λειτουργούσης στην πραγματικότητα ως καταγγελίας υπαναχώρησεως, και δεν στοιχειοθετείται καταγγελία κατά την έννοια του άρθρου 700 του ΑΚ, η οποία επιφέρει μόνο τις προαναφερόμενες συνέπειες, αφού σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται δεκτό από την αναιρεσιβαλλομένη ότι παραδόθηκε η προσφέρθηκε η παράδοση του όλου έργου ή έστω των δύο πρώτων φάσεων αυτού, δεδομένου ότι τούτο τελούσε υπό την έγκριση των εμπειρογνωμόνων της κυρίας του έργου ΕΑΒ, η οποία δεν το ενέκρινε, ενόψει και του ότι και οι δύο αυτές φάσεις παρουσίαζαν ελαττώματα και ελλείψεις των ιδιοτήτων που είχαν συμφωνηθεί.
Τα παραπάνω δε ενισχύονται από τις παραδοχές του Εφετείου, ότι η αναιρεσίβλητη υπεργολάβος βρισκόταν σε συστηματική υπαίτια καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου και σε αδυναμία ολοκλήρωσής του, λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης τεχνογνωσίας, ώστε να μη δικαιολογείται η βούληση που εξέφρασε η αναιρεσείουσα με την παραπάνω δήλωση ως καταγγελία του άρθρου 700 του ΑΚ, υπό την αποδιδόμενη αμιγώς στο άρθρο από γενική έννοια , (πλην της επιφύλαξης της αντίθετης συμβατικής ρύθμισης ) αλλά δι' αυτής να εκφράζεται η βούλησή της, λόγω της υπαίτιας συστηματικής καθυστέρησης του έργου, που την είχε καταστήσει υπερήμερη επί διετία, χωρίς δυνατότητα αποπεράτωσής του από την αναιρεσίβλητη λόγω έλλειψης σχετικής τεχνογνωσίας, γεγονός για το οποίο ήταν άσκοπο να τάξει σ' αυτήν εύλογη προθεσμία προς τούτο, ενόψει μάλιστα των και των παραδοχών του, ότι η η αναιρεσίβλητη θεωρώντας το έργο περατωμένο, ως προς τις δύο φάσεις αυτού, απηύθυνε εναντίον της, αρχικώς εξώδικη δήλωση και ακολούθως αγωγή, με την οποία ζητούσε την αμοιβή της για το μέρος του έργου που θεωρούσε ότι έχει εκτελέσει.
Εξάλλου, η ίδια παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η βούληση της αναιρεσείουσας ήταν να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση, υπό την έννοια του άρθρου 700 του ΑΚ, αντιφάσκει προς τις προηγηθείσες και προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου ότι και στην περίπτωση της καταγγελίας αυτής είχε συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη με το άρθρο 5 της ένδικης σύμβασης, η αναιρεσείουσα-εργοδότιδα σε περίπτωση συστηματικής υπαίτιας καθυστέρησης εκ μέρους του υπεργολάβου στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την σύμβαση ο εργολάβος να δύναται να διακόψει μονομερώς με καταγγελία τη σύμβαση και να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε θετική ή αποθετική ζημία που οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, καθώς και την πέραν αυτών συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, ανερχομένη σε ποσοστό 3% επί της αξίας της εκπρόθεσμης ανά εβδομάδα εκτέλεσης του έργου, όλες δε οι ανωτέρω προϋποθέσεις συνέτρεχαν κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ήταν επιτρεπτή η συνομολόγησή τους από τα συμβαλλόμενα μέρη, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των άρθρων 700 και 405 επ. 407 του ΑΚ, δεν οδηγούσαν στο προεκτεθέν πόρισμα του Εφετείου.
Επομένως, οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, δεν δικαιολογούσαν το χαρακτηρισμό της βούληση της αναιρεσείουσας, που περιέχεται στην άνω δήλωση, ως καταγγελία, κατά την έννοια του άρθρου 700 του ΑΚ υπό την προαναφερθείσα γενική αμιγή έννοια της διάταξης και συνακόλουθα με το να επιδικάσει κατόπιν τούτου, ολόκληρη την επιδιωκόμενη με την ανταγωγή της αναιρεσίβλης αμοιβή της, μετά την αφαίρεση της ήδη καταβληθείσης προκαταβολής για την εκτέλεση του έργου, απορρίπτοντας παράλληλα την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την επιδιωκόμενη μ' αυτήν ποινική ρήτρα, παραβίασε ευθέως τις προπαρατεθείσες διατάξεις και συγκεκριμένα, την μεν διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ, που εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, τις δε διατάξεις των άρθρων 361, 383, 385, 386, 405, 406 και 407 του ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες και δεν εφάρμοσε εν προκειμένω.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος. Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο διεπίστωσε εμμέσως κενό και αμφιβολία, αν και βεβαιώνει περί του αντιθέτου, ως προς την δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας, που περιέχεται στην από 30-5-2005 εξώδικη δήλωσή της, κατά την οποία, επικαλούμενη την επί δύο και πλέον έτη καθυστέρηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του έργου κατήγγειλε την από 30-12-2002 σύμβαση και κήρυξε έκπτωτη αυτήν, επιφυλασσόμενη να αναζητήσει κάθε ζημία της καθώς και τις καταπεσούσες ποινικές ρήτρες, βάσει της οποίας καταλήγει στο πόρισμα ότι δεν χωρεί καμία αμφιβολία περί του ότι αυτή με την πιο πάνω εξώδικη δήλωσή της άσκησε το δικαίωμα καταγγελίας που προβλέπεται από το άρθρο 5 της πιο πάνω σύμβασης, στην οποία διατυπώνεται η ρύθμιση της καταγγελίας του άρθρου 700 του ΑΚ, χωρίς αυτό να αναιρείται από το γεγονός ότι αναφέρεται στην πιο πάνω δήλωση ότι "σας κηρύσσουμε εκπτώτους", η τελευταία δε αυτή επεξήγηση μαρτυρεί ότι η κρίσιμη δήλωση βουλήσεως δεν ήταν σαφής και ήταν αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, στους οποίους όμως δεν προσέφυγε.
Περαιτέρω, σε σχέση με το νοηματικό περιεχόμενο του άρθρου 5 της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, ενώ και πάλι αναφέρει ότι δεν συντρέχει λόγος προσφυγής στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστωθεί το αληθές περιεχόμενο της βουλήσεως των μερών και τι ακριβώς ήθελαν αυτά με την αναφορά, χωριστά, των δύο περιπτώσεων (απλή καθυστέρηση-συστηματική καθυστέρηση), προβαίνει περαιτέρω στην κρίση ότι δεν μπορεί να συναχθεί από τη λεκτική διατύπωση των δύο περιπτώσεων, που παρατέθηκαν "χωριστά και ασύνδετα", συμφωνία για σωρευτική άσκηση εκ μέρους της αναιρεσείουσας του δικαιώματος πλήρους αποζημιώσεως και του δικαιώματος καταπτώσεως της ποινικής ρήτρας.
Ακολούθως δε, για να καταλήξει στο ανωτέρω πόρισμα ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του άρθρου 5 της επίδικης σύμβασης, διαπιστώνοντας το ατελές και ελλιπές της διατυπώσεως, προβαίνει με επιχείρημα που άντλησε από την ερμηνεία στοιχείων κειμένων εκτός του όρου αυτού, ότι δηλαδή, στην αντίθετη περίπτωση δεν υπήρχε λόγος να περιληφθεί η σχετική με την αποζημίωση διάταξη, αν απλώς αφορούσε στο επιπλέον της ποινικής ρήτρας, αφού την αξίωση αυτή, έχει εκ του νόμου ούτως ή άλλως ο δανειστής, προς περαιτέρω δε ενίσχυση της άποψης του αναφέρει "ότι με τον επιλεγέντα τρόπο χωριστής διατυπώσεως των δύο περιπτώσεων, ο εργολάβος σε περίπτωση συστηματικής υπαίτιας καθυστερήσεως, θα διέσωζε μόνο τα εκ των άρθρων 688-690 ΑΚ αποζημιωτικά δικαιώματά του χωρίς να δικαιούται να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για κάθε θετική και αποθετική ζημία", επεξήγηση, η οποία, ανεξάρτητα από το αν είναι ορθή ή όχι, σαφώς δηλώνει ότι το δικαστήριο προέβη σε ερμηνεία του άρθρου 5 της επίδικης συμβάσεως, χωρίς να προσφύγει στις άνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, είναι βάσιμος. Τέλος, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες, που δεν δικαιολογούν το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις προπαρατεθείσες διατάξεις και στερώντας αυτήν νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, χαρακτηρίζει την δήλωση που απηύθυνε η αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη ως καταγγελία του άρθρου 700 του ΑΚ, ως αναιτιολόγητη δηλαδή καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ενώ παράλληλα δέχεται ότι η τελευταία προέβη στην καταγγελία αυτής και κήρυξε έκπτωτη την εργολάβο από την εκτέλεση του έργου λόγω της υπαίτιας συστηματικής καθυστέρησης αυτού επί διετία και της αδυναμίας διεκπεραίωσης αυτού ελλείψει τεχνογνωσίας, περιστατικά που δεν δικαιολογούσαν τον παραπάνω χαρακτηρισμό και απέκλειαν το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης στην επιδίωξη της αμοιβής της, ενώ παράλληλα, λόγω των διευρυμένων δικαιωμάτων που συμφωνήθηκαν με το άρθρο 5 και 8 της επίδικης σύμβασης, παρείχαν το δικαίωμα στην αναιρεσείουσα διεκδίκησης των αποζημιωτικών δικαιωμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 583 ΑΚ, και της συνομολογηθείσης πέραν αυτών ποινικής ρήτρας.
Ούτε επίσης αιτιολογείται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί οι άνω διατάξεις του άρθρου 5 της επίδικης σύμβασης, με τις οποίες προβλέπονται τα δικαιώματα του εργοδότη σε περίπτωση υπαίτιας συστηματικής καθυστέρησης των εργασιών εκ μέρους του εργολάβου στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, αποκλείουν τις προβλεπόμενες σ' αυτές δυνατότητες της αναιρεσείουσας, έστω και αν το ασκηθέν δικαίωμα από τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται ως καταγγελία του άρθρου 700 του ΑΚ, το οποίο, ως ενδοτικού δικαίου διάταξη, δεν αποκλείει τα μέρη να συμφωνήσουν διαφορετικά, από τις συνέπειες που καθορίζονται σ' αυτήν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
Επίσης, είναι τελείως αντιφατική η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, κατά την οποία, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη υπαίτια υπερήμερη ως προς την πρώτη και δεύτερη φάση του έργου, τις οποίες εξεπλήρωσε πλημμελώς και δεν εγκρίθηκαν από την κυρία του έργου ΕΑΒ, που αποτελούσε συμβατικό όρο για να δικαιούται της αμοιβής, καθώς επίσης ότι δεν εκτέλεσε καθόλου την τέταρτη φάση του έργου, με την εν συνεχεία παραδοχή του, κρίνει ότι δικαιούται ολόκληρη την συμφωνηθείσα αμοιβή για την εκτέλεση και των τριών φάσεων, η οποία είχε καθοριστεί με χωριστά ποσά, που θα καταβάλλονταν κατά την εκπλήρωση κάθε φάσης.
Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των υπολοίπων λόγων της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4675/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της μόνο που προσβλήθηκαν για την ένδικη αίτηση αναίρεσης που αφορούν: 1) την αγωγή της αναιρεσείουσας, αναφορικά με την επιδιωκόμενη μ' αυτήν ποινική ρήτρα, και 2)την ανταγωγή της αναιρεσίβλητης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. υπ' αριθ. 4675/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την από 27-10-2006 αγωγή της αναιρεσείουσας "ALTEC ΑΒΕΕ", αναφορικά με την επιδιωκόμενη μ' αυτήν ποινική ρήτρα, καθώς και εκείνες που αφορούν την από 20-06-2007 ανταγωγή της αναιρεσίβλητης "XEROX HELLAS A.E.E.".
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της άνω αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ