Legislator Case Law & Legislation
358/2013 AI generated

358/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 358/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

358/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προκειμένης δε νομικής αιτιολογίας οι διαλαμβανόμενες, στο ίδιο (πρώτο) λόγο αναιρέσεως, αιτιάσεις από τους αριθ. 11 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι προεχόντως απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Keywords

AI generated
bank resolution cessation of insurance benefits procedure for clearance of accounts satisfaction of claim withdrawal of debt enforcement discharge of mortgages
AI generated
357/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
822/2015
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1249/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1280/2017
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο, γνωστοποίησε στο Δικαστήριο τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον αρχικά δεύτερο εναγόμενο Ε. Ρ. και προσκόμισε την υπ' αριθμό .../2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Παλαιού Φαλήρου.
895/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 358 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 358/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τελούσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΕΡΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "SERRES CEREALS", που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της Λούκα Ρινάλντο Παντούλι και Βασίλειο Βαμβούρη. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ανθίμου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Κων/νο Παναγόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1845/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-4-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 25-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικειμένη στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλο υπαιτίως (Α.Π.

ολ 967/1973, Α.Π. 555/99). Σε μία τέτοια περίπτωση υπάρχει συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να στηρίξει την αξίωση του για αποζημίωση, είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 827, 829 και 830 του Α.Κ σαφώς προκύπτει ότι η εκ μέρους τραπέζης άρνηση αποδόσεως στον καταθέτη κατατεθέντων χρημάτων δεν συνιστά άδικη πράξη (υπεξαίρεση), αφού η τράπεζα αποκτά, κατά τα ισχύοντα επί ανωμάλου παρακαταθήκης, την κυριότητα των χρημάτων, αλλά αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων αυτής, η οποία δεν είναι δυνατόν, κατά τα ανωτέρω, να θεμελιώσει αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία.

Κατά συνέπεια ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 830, 827, 914 και 288 του Α.Κ. απέρριψε την επί των διατάξεων περί αδικοπραξίας βάση της αγωγής, χωρίς να λάβει υπόψη της και τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέοι, κατά τα προεκτεθέντα, ως αβάσιμοι, καθ' όσον η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης τράπεζας άρνηση αποδόσεως των αναφερομένων στην αγωγή κατατεθέντων χρημάτων δεν συνιστά άδικη πράξη αλλά αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων αυτής, η οποία δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσει αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία, το δε Εφετείο, το οποίο απέρριψε εκ του πράγματος τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας σχετικά με την παραβίαση των εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δευτερευουσών υποχρεώσεων επίδειξης της προσήκουσας επιμέλειας και πρόνοιας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ 1 και 8 του Κ.Πολ.Δ.

Προκειμένης δε νομικής αιτιολογίας οι διαλαμβανόμενες, στο ίδιο (πρώτο) λόγο αναιρέσεως, αιτιάσεις από τους αριθ. 11 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι προεχόντως απορριπτέες ως απαράδεκτες.

ΙΙ). Κατά μεν τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Κατά δε την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγο αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ.Α.Π 2/1989).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 11/1996, 12/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρία με έδρα το ..., η οποία συνεστήθη νομίμως, το έτος 1996, είχε ως αντικείμενο, πλην άλλων, την εμπορία και διενέργεια εισαγωγών και εξαγωγών πάσης φύσεως αγαθών και ιδίως αγροτικών προϊόντων. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της συνεργάσθηκε με το υποκατάστημα της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Τράπεζας στην πόλη των ..., συνήψε δε με την τελευταία σύμβαση τραπεζικής καταθέσεως όψεως, δυνάμει της οποίας ανοίχθηκε, την 27-6-1996, ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός όψεως. Την 20-6-2001, με απόφαση της έκτακτης αυτόκλητης γενικής συνέλευσης των μετόχων της, η εκκαλούσα λύθηκε και τέθηκε υπό εκκαθάριση, ορίσθηκαν δε ως εκκαθαριστές αυτής οι: α) L. R. P., β) Ν. G. P. και γ) H. W. B., άπαντες κάτοικοι ... . Η απόφαση αυτή της γενικής συνέλευσης της εκκαλούσας εγκρίθηκε από τη Διεύθυνση Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σερρών, καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της τελευταίας και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 5545/4-7-2001 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), έκτοτε δε η εκκαλούσα τελεί υπό εκκαθάριση ... .

Ι). Με την από 20-6-2001 επιστολή της προς την εφεσίβλητη η εκκαλούσα της γνωστοποίησε την προεκτεθείσα απόφαση περί της λύσεως και θέσεως αυτής υπό εκκαθάριση, καθώς και ότι αυτή εκπροσωπείται πλέον μόνον από τους εκκαθαριστές της, οι οποίοι (και μόνον) έχουν δικαίωμα κινήσεως του ως άνω λογαριασμού, ο οποίος την 20-6-2001 είχε πιστωτικό υπόλοιπο 112.269.052 δραχμές ή 329.476,30 ευρώ και όχι 336.145 ευρώ, όπως εσφαλμένα εκτίθεται στην αγωγή (βλ.

και το από 13-12-2006 έγγραφο της εφεσίβλητης). Ακολούθως, την 6-7-2001, η εκκαλούσα επέδωσε στην εφεσίβλητη την από 6 5-7-2001 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία προσδιόριζε τον τρόπο πληρωμής των επιταγών εκδόσεως της, που θα εμφανίζονταν στο εξής στο κατάστημα της τελευταίας, οι οποίες πληρώνονταν σε χρέωση του άνω τηρούμενου λογαριασμού όψεως.

Ήτοι, την ενημέρωνε ότι θα πληρώνονταν όσες επιταγές έφεραν τις υπογραφές των εκκαθαριστών της, για δε τις λοιπές (που δεν έφεραν τις υπογραφές των εκκαθαριστών) η πληρωμή να γινόταν μόνο κατόπιν συμφωνίας με τους Κ. Δ., οικονομολόγο, Κ. Χ. και Α. Χ., Δικηγόρους Σερρών, νομικούς της συμβούλους. Κατόπιν αυτού η εφεσίβλητη, με την από 9-7-2001 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα την 10-7-2001, ζήτησε να της γνωστοποιήσει εάν θα εξοφλούσε ή όχι τις επιταγές που είχαν εκδοθεί και υπογραφεί από τους, μέχρι της 20-6-2001, νομίμους εκπροσώπους της (εκκαλούσας), περαιτέρω δε, την ενημέρωνε ότι, εάν δεν της κοινοποιείτο σχετική νομότυπη απόφαση των εκκαθαριστών της, περί ανακλήσεως συγκεκριμένων επιταγών, ήταν υποχρεωμένη να εξοφλεί και αυτές από το υπόλοιπο του άνω (επίδικου) λογαριασμού.

Επίσης, της γνωστοποίησε ότι η υπόδειξη να συνεννοείται (η εφεσίβλητη) με τα ανωτέρω τρία πρόσωπα [Κ. Δ., Κ. Χ. και Α. Χ.) δεν την δέσμευε, διότι τα πρόσωπα αυτά δεν είχαν σχέση με τη νόμιμη εκπροσώπηση και τη διοίκηση της εταιρίας. Σε απάντηση της τελευταίας εξωδίκου, η εκκαλούσα, με την από 12-7-2001 επιστολή της, ενέμενε στον τρόπο πληρωμής των επιταγών, που ανέφερε στην πιο πάνω, από 5-7-2001 εξώδικη πρόσκλησή της.

Εν των μεταξύ, την 10-7-2001, ο εκ των εκκαθαριστών, H. B., ζήτησε, για πρώτη φορά, την απόδοση του συνόλου του παραπάνω πιστωτικού υπολοίπου του επιδίκου λογαριασμού όψεως της εκκαλούσας, προσκομίζοντας για το σκοπό αυτό, στο άνω υποκατάστημα της εφεσίβλητης, το από 7-7-2001 πρακτικό συνεδριάσεως των τριών ως άνω εκκαθαριστών της εκκαλούσας.

Ενόψει του ότι το πρακτικό αυτό έφερε απλώς τις υπογραφές των εκκαθαριστών, χωρίς να βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής τους και χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα βιβλία της εκκαλούσας, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εφεσίβλητης υπέδειξαν στον προσκομίσαντα αυτό εκκαθαριστή και στον Δικηγόρο Κ. Χ. που τον συνόδευε, να θεωρηθεί το γνήσιο των υπογραφών των εκκαθαριστών, κατά την παγία και νόμιμη τραπεζική τακτική σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις.

Ταυτοχρόνως, την ως άνω ημέρα (10-7-2001), οι Δ. Τ. του Χ., Χ. Τ. του Δ. και Α. Τ. του Δ., μέτοχοι κατά ποσοστό 20%, 10ο% και 10%, αντίστοιχα, επί του εταιρικού κεφαλαίου της εκκαλούσας , επέδωσαν στην εφεσίβλητη την από 10-7-2001 εξώδικη δήλωση τους, με την οποία της δήλωσαν ότι η άνω απόφαση της γενικής συνέλευσης της εκκαλούσας, περί λύσεως και εκκαθαρίσεως αυτής, ήταν άκυρη και οι φερόμενοι ως εκκαθαριστές αυτής, δεν την εκπροσωπούσαν νομίμως, ζητούσαν δε από την εφεσίβλητη, να μην επιτρέψει να προβούν αυτοί, οι οποίοι παρανόμως, κατ' αυτούς, εμφανίζονταν ως εκκαθαριστές της εκκαλούσας, σε ανάληψη της επίδικης καταθέσεως.

Επίσης, με την από 11-7-2001 εξώδικη δήλωση τους, που επιδόθηκε στην εφεσίβλητη την 12-7-2001, οι ίδιοι αυτοί μέτοχοι της μειοψηφίας ενημέρωναν την εφεσίβλητη ότι κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρρών αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αντικείμενο την αναστολή εκτελέσεως της ως άνω από 20-6-2001 αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της εκκαλούσας, επισύναψαν δε στην εξώδικη δήλωση, πέραν της αιτήσεως και τις ενσωματωθείσες σ' αυτήν (αίτηση ασφαλιστικών μέτρων) από 9-7-2001 δύο αγωγές τους, ασκηθείσες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, κατά της εκκαλούσας, με αίτημα η πρώτη, την αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης ενεχύρου επί των μετοχών τους και η δεύτερη, την αναγνώριση της ακυρότητας της αυτόκλητης γενικής συνέλευσης της 20-6-2001, που επέφερε τη λύση της εκκαλούσας εταιρίας.

Κατόπιν αυτού η εφεσίβλητη με την από 10-7-2001 επιστολή της προς την εκκαλούσα, της γνωστοποιούσε ότι, πριν λήξει η δικαστική εκκρεμότητα σχετικά με την εκπροσώπηση αυτής (εκκαλούσας), δεν μπορούσε να γίνει απόδοση χρημάτων, όπως της ζητήθηκε, την ίδια δε δήλωση επανέλαβε και στην από 23-8-2001 επιστολή της. Παραλλήλως, την 18-7-2001, ο εκ των εκκαθαριστών της εκκαλούσας, L.

P., σε επίσκεψη του στο υποκατάστημα της εφεσίβλητης, κατά την οποία συνοδευόταν από το Δικηγόρο Κ. Χ., παρέδωσε στους αρμοδίους υπαλλήλους της το από 12-7-2001 πρακτικό συνεδριάσεως των εκκαθαριστών της εκκαλούσας, στο οποίο αναγραφόταν ως τόπος συντάξεως του η έδρα της εταιρίας, ήτοι το ..., έφερε ημερομηνία συντάξεως την 12-7-2001 και θεώρηση του γνησίου των υπογραφών τους από συμβολαιογράφο της Μ.

Βρετανίας, με ημερομηνία 16-7-200, στο οποίο, πάντως, πρακτικό, δεν περιείχετο εντολή αποδόσεως του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού, αλλ' απλώς ορίζονταν ως πληρεξούσιοι των εκκαθαριστών οι Κ. Δ. του Ι. και Κ. Χ.. Ακολούθως, στις 30-11-2001, κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητη από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) το υπ' αριθ. 1Θ277/ΤΔ5/30-11-2001 έγγραφο του με την ένδειξη "Εξαιρετικά Επείγον" μαζί με το υπ' αριθ. 161/16-11-2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σερρών, με το οποίο, επειδή υπήρχαν βάσιμες υπόνοιες ότι σι λογαριασμοί που διατηρούσε η εκκαλούσα σε πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς Οργανισμούς περιείχαν χρήματα, προερχόμενα από νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα των, κατά το έτος 2000, νομίμων εκπροσώπων της (απάτη σε βάρος του Δημοσίου), διατάχθηκε η απαγόρευση της κίνησης όλων των λογαριασμών, που διατηρούσε η εκκαλούσα στα ως άνω ιδρύματα ή Οργανισμούς.

Απ' όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι, η εφεσίβλητη ευλόγως και νομίμως δεν απέδωσε στην εκκαλούσα το πιστωτικό υπόλοιπο της επίδικης καταθέσεως της, τόσο κατά την 10-7-2001, όσο και κατά την 28-1-2003, οπότε, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή της ζητήθηκε εγγράφως (με εξώδικη πρόσκληση) η απόδοση του εν λόγω υπολοίπου του λογαριασμού και περαιτέρω, την 4-6-2003 όταν η εκκαλούσα της απέστειλε σχετική επιστολή, υπογραφόμενη από τον νέο εκκαθαριστή της, Ν.

Μ.. Διότι, κατά τα άνω χρονικά σημεία, αφενός μεν εκκρεμούσε η δικαστική διαμάχη ως προς τη νόμιμη εκπροσώπηση της Εταιρίας, με συνέπεια να μη δύναται η εφεσίβλητη να γνωρίζει, εάν οι ως άνω εκκαθαριστές ήταν πράγματι οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής και αφετέρου, διότι είχε λάβει χώρα η προεκτεθείσα δέσμευση του επίδικου λογαριασμού, δυνάμει του υπ' αριθ. 161/21-11-2001 βουλεύματος.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το ζήτημα της νόμιμης εκπροσώπησης της εκκαλούσας εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα, δεδομένου ότι, επί της άνω αναγνωριστικής αγωγής ακυρότητας της συγκληθείσας την 20-6-2001 γενικής συνελεύσεως των μετέχων της, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 125/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε ως άκυρη η παραπάνω απόφαση της γενικής συνελεύσεως, περί λύσεως της εκκαλούσας και ορισμού εκκαθαριστών, ασκηθείσας δε εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2820/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα απόφαση, απορρίφθηκε δε η άνω αγωγή, για τυπικό λόγο.

Ήδη, όμως, όπως επικαλείται η εφεσίβλητη και δεν αμφισβητείται από την εκκαλούσα ασκήθηκε και εκκρεμεί νέα αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία οι μέτοχοι της εκκαλούσας ζητούν και πάλι την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της 20ης -6-2001.

Συνεπώς, η εφεσίβλητη, όπως βασίμως υποστηρίζει δεν παρέβη καμία συμβατική της υποχρέωση έναντι της εκκαλούσας, αλλά ενήργησε με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, επιδεικνύοντας την προσήκουσα επιμέλεια και πρόνοια που οφείλει ο θεματοφύλακας στο εμπιστευμένο σ' αυτόν πράγμα, διαφυλάσσοντας τα δικαιώματα της εκκαλούσας εταιρίας και των μετόχων της, την οποία πάντοτε ενημέρωνε σχετικά με τον επίδικο λογαριασμό, δεδομένου ότι, με βάση το προεκτεθέντα, υπήρξε εξ αρχής, ήτοι από την 10-7-2001, αντικειμενική αδυναμία εκ μέρους της, αποδόσεως της άνω χρηματικής καταθέσεως, η οποία (αδυναμία) συνεχίσθηκε μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι ήταν προσχηματική και μη έχουσα νομικό έρεισμα η άρνηση της εφεσίβλητης προς απόδοση του υπολοίπου του λογαριασμού της, την 10-7-2001, αλλά και μετέπειτα, όπως και ο συναφής, πέμπτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα διατείνεται ότι δεν έπρεπε να λάβει υπόψη της η εκκαλουμένη την επιγενόμενη αδυναμία της εφεσίβλητης, αφού στις 10-7-2001 όφειλε η τελευταία και μπορούσε να της αποδώσει το ποσό της κατάθεσης, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

Επίσης και ο έκτος λόγος, περί ευθύνης της εφεσίβλητης προς αποζημίωση της εκκαλούσας, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τις οποίες φέρεται, κατά τον άνω λόγο, ότι παραβίασε η εφεσίβλητη, ως θεματοφύλακας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, καθόσον αυτή, όπως έχει εκτεθεί, ενήργησε, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλαγματικής καλής πίστης ... .

ΙΙ). Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, προς ενίσχυση των ανωτέρω, δέχθηκε ότι, στον επίδικο λογαριασμό επιβλήθηκαν και άλλες δεσμεύσεις, οι οποίες μέχρι το χρόνο συζητήσεως της υπό κρίση αγωγής δεν είχαν αρθεί και οι οποίες εμπόδιζαν την εφεσίβλητη να προβεί στην απόδοση της επίδικης καταθέσεως, για νόμιμους λόγους.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι, στην εφεσίβλητη κοινοποιήθηκαν τα υπ' αριθ. 1040317/11333/ΔΕ-Γ/28-5-2003 και 1094060/13553/ΔΕ-Γ/18-11-2003 έγγραφα του Τμήματος Ποινών της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με τα οποία δεσμεύονταν κάθε φορά ποσοστό 50% των πάσης καταθέσεων της εκκαλούσας και ότι εν τέλει το σύνολο της άνω καταθέσεως της εκκαλούσας, επί οποίας ήρθη ο και το τραπεζικό απόρρητο, για φορολογικές παραβάσεις και συγκεκριμένα, επειδή η τελευταία ήταν η πράγματι ασκούσα την δραστηριότητα της ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία "Β.

Π. Π.-Μακεδονική Αγροτική" (με το πρώτο των άνω εγγράφων) και της ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία "Ν. Σ. του Ε." (με το δεύτερο των άνω εγγράφων), οι οποίες εξέδωσαν εικονικά φορολογικά στοιχεία, η συνολική αξία των οποίων υπερέβαινε τα όρια του ε' εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 14 ν. 2523/1997("διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής "), όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 16 ν. 2992/2002, δηλαδή το ποσό των 150.000 ευρώ, γεγονός που διαπιστώθηκε με δύο ειδικές εκθέσεις ελέγχου του ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας.

Επίσης δέχθηκε ότι, σε βάρος του επίδικου λογαριασμού της εκκαλούσας επιβλήθηκαν και κατασχέσεις, εις χείρας της εφεσίβλητης, ως τρίτης, ήτοι, με το από 19-12-2003 κατασχετήριο που επιδόθηκε στην εφεσίβλητη στις 22-12-2003, επιβλήθηκε συντηρητική κατάσχεση ποσού 312.365,49 ευρώ από τον Κ. Χ., η δε εφεσίβλητη προέβη (κατ' αρθ. 985 ΚΠολΔ), σε θετική δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σερρών, στις 30-12-2003.

Επίσης, με τα από 21-5-2004 και 28-12-2004 κατασχετήρια, που επιδόθηκαν στην εφεσίβλητη στις 21.5.2004 και 29.12.2004, αντίστοιχα, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση ποσού 172.902,73 ευρώ και 11,577,11 ευρώ, αντίστοιχα, πάλι από τον Κ. Χ., η ίδια δε προέβη σε θετική δήλωση στις 26-5-2004 και 30-12-2004 και του απέδωσε το ποσό των 172.902,73 ευρώ στις 24-8-2004.

Δέχθηκε ακόμη ότι με το από 22-2-2006 κατασχετήριο, που επιδόθηκε στην εφεσίβλητη στις 7-3-2006, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση ποσού 17.450,40 ευρώ από τον Θ. Κ., η δε εφεσίβλητη προέβη σε θετική δήλωση. Βάσει των παραδοχών αυτών, η εκκαλουμένη δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμους τους προβληθέντες από την εφεσίβλητη ισχυρισμούς περί δεσμεύσεως του λογαριασμού και απαγόρευσης απόδοσης του, κατ' άρθρο 14 του άνω νόμου 2523/1997, καθώς και κατά τα άρθρα 712, 715, 982 επ.

ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της ένδικης έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι, εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 14 του ως άνω νόμου, δεχθέν ότι με τις δυο ειδικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ δεσμεύθηκε το 100% της καταθέσεως της, ενώ, ορθά ερμηνεύοντας την εν λόγω διάταξη, έπρεπε να δεχθεί ότι δεσμεύθηκε μόνο το 50% της επίδικης καταθέσεως (με τον τρίτο λόγο), καθώς και ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη δεν εφάρμοσε το άρθρο 994 παρ. 4 ΚΠολΔ, ώστε να δεχθεί ότι η εφεσίβλητη έπρεπε να παρακαταθέσει τα άνω χρηματικά ποσά, τα οποία (συντηρητικώς και αναγκαστικώς) κατέσχεσαν οι κατασχόντες αυτά και όχι να τους τα αποδώσει [με τον τέταρτο λόγο).

Οι λόγοι αυτοί της έφεσης πρέπει να απορριφθούν, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, καθόσον, οι ανωτέρω αιτιολογίες της εκκαλούμενης ήταν πλεοναστικές, δεδομένου ότι και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εφεσίβλητη αδυνατούσε αντικειμενικά να προβεί στην απόδοση του υπολοίπου του λογαριασμού, για τους εκτιθέμενους στην υπό στοιχείο Ι της παρούσας λόγους, εκ περισσού δε έλαβε υπόψη και έκρινε ως βάσιμους και τους άνω προταθέντες ισχυρισμούς της εφεσίβλητης ...

Με βάση όλα τα ανωτέρω, τα αυτά που δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, έστω και εν μέρει με άλλη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από τις προεκτεθείσες σκέψεις της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε ...". Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή δια της παραδοχής ως βασίμων των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης - εναγομένης σχετικά με το ότι η άρνηση αυτής για την καταβολή του υπολοίπου του επίμαχου τραπεζικού λογαριασμού, για το από της 10.7.2001 και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρονικό διάστημα, ήταν δικαιολογημένη.

Δεν παρείδε συνεπώς τους λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας δια των οποίων αυτή, επαναφέρουσα πρωτοδίκως υποβληθέντας ισχυρισμούς, ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την αποδοχή της αγωγής, για τον λόγο ότι η αναιρεσίβλητη υπαιτίως δεν της κατέβαλε το υπόλοιπο του ως άνω τραπεζικού λογαριασμού.

Υπό τα δεδομένα αυτά οι διαλαμβανόμενοι λόγοι αναιρέσεως στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για μη λήψη του υπό μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως ως άνω λόγων της εφέσεως που είχε ασκηθεί από την αναιρεσείουσα, ως και τη λήψη μη προταθέντων νομίμως ισχυρισμών σχετικά με την εκκρεμή δικαστική διαμάχη ως προς τη νόμιμη εκπροσώπηση της εταιρείας, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Εξάλλου το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την απόρριψη της αγωγής ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 827, 829, 830, 200 και 288 του Α.Κ., περαιτέρω δε το δικαστήριο αυτό της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα.

Κατ' ακολουθίαν οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, όπως διαλαμβάνονται στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τα περαιτέρω δε αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση περί εκκρεμότητας της νέας αγωγής περί ακυρώσεως της ως άνω και από 20.6.2001 αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως αποτελούν απλά επιχειρήματα του Δικαστηρίου προς ενίσχυση του σαφούς αποδεικτικού του πορίσματος και δεν τέθηκαν ως προϋποθέσεις για την ερμηνεία ή εφαρμογή των προμνημονευομένων διατάξεων.

ΙΙΙ). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Εξ' άλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α ) το 5545/4.7.2001 ΦΕΚ, στο οποίο δημοσιεύθηκε ο διορισμός των ως άνω εκκαθαριστών, β) την 1452/2006 απόφαση της Δ/νσης Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σερρών, με την οποία παρασχέθηκε η άδεια παρατάσεως της εκκαθαρίσεως, γ) την από 9.9.2005 έφεσή της κατά της 125/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, δ) την 1305/2001 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, και ε) την 2820/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της αναιρεσείουσας, ήτοι έγγραφα τα οποία είχαν προσκομισθεί νομίμως, μετ' επίκληση, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ αν συνεκτιμούσε τα έγγραφα αυτά το Εφετείο θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα, ως προς τα αποδεικτέα θέματα.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, ουδεμία δε υποχρέωση είχε να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτά ή και την επιρροή τους στα αποδεικτέα θέματα.

Ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, όπου υποστηρίζεται επικουρικώς ότι το Εφετείο εξετίμησε εσφαλμένως το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, με αποτέλεσμα να καταλήξει στις εσφαλμένες παραδοχές του που αναφέρονται στον ως άνω λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ.11 περ.

γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Τέλος ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη της 1362/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι η δέσμευση των καταθέσεων ισχύει μόνο για το 50% αυτών (καταθέσεων), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η απόφαση αυτή, της οποίας εγένετο επίκληση προς ενίσχυση των νομικών επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας και όχι προς απόδειξη κάποιου κρίσιμου γεγονότος, δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ. IV). Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά τον νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (Α.Π. 1396/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο επίσης λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για το λόγο ότι το δικαστήριο παρεβίασε την αποδεικτική δύναμη των ως άνω εγγράφων σχετικά με την εγκυρότητα της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της αναιρεσείουσας και συνακόλουθα της νόμιμης εκπροσώπησης αυτής, δια των εκκαθαριστών της.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το αποδεικτέο αυτό περιστατικό δεν είναι εξ' εκείνων για τα οποία τα επικαλούμενα ως άνω έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη σύμφωνα με τα άρθρα 438,439, και 441 ΚΠολΔ. Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την 125/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της προηγουμένης διοικήσεως κατά του κύρους της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως περί διορισμού των ως άνω εκκαθαριστών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον, και όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την πιο πάνω απόφαση, σχετικά με το ζήτημα της εγκυρότητας ή μη της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως.

Περαιτέρω ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 11 γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη του 105/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σερρών, με το οποίο ανακλήθηκε το 161/21.11.2001 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου, με το οποίο είχε δεσμευθεί ο ένδικος τραπεζικός λογαριασμός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι δεν εγένετο εκ μέρους της νόμιμη μετ' επικλήσεως προσκόμιση του βουλεύματος αυτού, αλλά ούτε και προτάθηκε βέβαια ο σχετικός περί ανακλήσεως του αρχικού βουλεύματος ισχυρισμός ενώπιον του Εφετείου.

V). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γη` αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο επίσης λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην ανωτέρω παραδοχή του για την απόρριψη της ένδικης αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.

VI). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.13 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, δεν ιδρύεται όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, γιατί η κατανομή του βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση (Α. Π 344/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε προδικαστική απόφαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου η συζήτηση της υποθέσεως ήταν προφορική και οι διάδικοι προσκόμισαν, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά τους μέσα, με βάση τα οποία, αλλά και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 1 και 7 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001 και ισχύει από 1.1.2002, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 2934/2001. Συνεπώς, ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.

VII). Με τους τρίτο και τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι το Εφετείο εφήρμοσε εσφαλμένως με την προσβαλλομένη απόφασή του τις διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 2523/1997, σχετικά με την δέσμευση από το ΣΔΟΕ του 50% του υπολοίπου του περί ού πρόκειται λογαριασμού, ως και τις διατάξεις των άρθρων 712, 715, 982 και 984 παρ.4 του Κ.Πολ.Δ., σχετικά με την κατασχέσεις που επιβλήθηκαν εις χείρας της αναιρεσίβλητης ως τρίτης.

Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι επίσης απορριπτέοι, γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλομένη απόφαση εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις, ενώ, και όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το εφετείο απέρριψε τους στηρίζοντες τους σχετικούς λόγους της εφέσεως ισχυρισμούς, ως πλεοναστικούς, καθ' όσον, και κατά τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τα ζητήματα αυτά κρίθηκαν παρέργως και δεν στήριζαν το διατακτικό της αποφάσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Απορριπτέος περαιτέρω είναι και οι δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται, κατ' εκτίμηση στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθ. 8 και 9 πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τους τρίτο και τέταρτο λόγους της εφέσεως, σχετικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς της, που στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 2523/1997 και 712, 715, 982 και 984 παρ.4 του Κ.Πολ.Δ., και ότι παραβίασε τα καθοριζόμενα με την έφεση όρια, λαμβάνοντας υπόψη ισχυρισμούς και ενστάσεις που είχαν απορριφθεί στον πρώτο βαθμό, χωρίς λόγο εφέσεως, καθ' όσον ο λόγος αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι στην εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν διαλαμβάνεται κρίση σχετικά με το δικαιολογημένο της μη αποδόσεως του υπολοίπου του ενδίκου λογαριασμού λόγω της δικαστικής εκκρεμότητας ως προς την νόμιμη εκπροσώπησή της, ενώ, και όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το Πρωτοδικείο Σερρών με την 100/2007 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, και για το λόγο ότι η μη απόδοση του υπολοίπου του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού οφείλετο στην αμφισβήτηση που είχε δημιουργηθεί ως προς την νόμιμη εκπροσώπηση της αναιρεσείουσας, στην κρίση δε αυτή επαρκώς στηρίζεται το διατακτικό της.

Ο ίδιος (τέταρτος) λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται παραμόρφωση του περιεχομένου της υπ' αριθ. 100/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, διότι, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή παρεχόμενο λόγο αναιρέσεως, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα από τα άρθρα 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, τέτοια δε έγγραφα δεν είναι οι δικαστικές αποφάσεις της ενεστώσας δίκης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.4.2010 αίτηση αναίρεσης της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Σερρών Ανώνυμη Εταιρεία. Εμπορίας και Διάθεσης Αγροτικών Προϊόντων", για αναίρεση της 1845/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ