Legislator Case Law & Legislation
358/2012 AI generated

358/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 358/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 358 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 358/2012

Legislator headnote

AI generated

358/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 358 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 358/2012

Keywords

AI generated
water rights concession lack of standing of owner expropriation proceedings settlement permit refusal liability for water damage standing against building permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 358 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 358/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Μ. Ε. Μ., το γένος Κ. Κ., 2. Α. συζ. Δ. Μ., το γένος Κ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Στρατηγό και 3. Α. Ε. Α., το γένος Κ. Κ..

Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι η τρίτη των αναιρεσειουσών απεβίωσε την 6.12.2010, την βιαία διακοπή της δίκης συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος και καθολικός διάδοχος αυτής, Κ. Α. του Ε., κάτοικος ..., και εκπροσωπείται από τον αυτό ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ" (ΕΥΔΑΠ), που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Μαΐου 1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2906/1999 μη οριστική, 4919/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 748/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14.12.2007 αίτησή τους ως και των από 20.11.2008 πρόσθετων αυτής λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 15 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, σύμφωνα με την αρίθμησης (της εισηγητικής εκθέσεως), ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και αντίστοιχες των προσθέτων λόγων, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 6 του ν. 998/1979 του 9 του ν. 3208/2003, και ο πέμπτος , από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και αντίστοιχος των προσθέτων λόγων και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η τρίτη των αναιρεσιβλήτων Α. χήρα Ε. Α., το γένος Κ. Κ. απεβίωσε στις 06-12-2010 (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. .../15-3-2011 ακριβές αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Ελευσίνας Αττικής), δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (17-1202007), χωρίς να αφήσει διαθήκη (βλ. υπ' αριθ. 25226/11-05-2011 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών), μοναδικούς δε εξ αδιαθέτου κληρονόμους της άφησε τους γιούς της, ήτοι τους Δ. Α. του Ε. και Κ. Α. του Ε. (βλ. υπ' αριθ. 7022/29-03-2011 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Ελευσίνας Αττικής), εκ των οποίων ο δεύτερος αποποιήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα την κληρονομία της αποβιώσασας μητέρας του (βλ. υπ' αριθ.1983/31-03-2011 έκθεση αποποίησης κληρονομίας της γραμματέας του Πρωτοδικείου Αθηνών), ο δε πρώτος, ήτοι ο Δ. Α., με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικού δικαιοπαρόχου του και ταυτόχρονα δήλωσε, ότι συνεχίζει για εκείνη τη διακοπείσα δίκη. Επομένως νόμιμα συνεχίζεται η δίκη από τον ως άνω κληρονόμο της τρίτης αναιρεσίβλητης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο κατόπιν ματαιώσεως ή αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως, κατ' αρθ. 575 ΚΠολΔ. Η μη κοινοποίηση του δικογράφου προ της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται το απαράδεκτο των προσθέτων λόγων για έλλειψη προδικασίας (Ολ. Α.Π. 143/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ορίσθηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 26-01-2009, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 01-02-2010, ακολούθως δε αναβλήθηκε και πάλι διαδοχικά για τις δικασίμους της 28-03-2011 και 09-01-2012. Το από 20-11-2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από την έκθεση του γραμματέως, στις 22-12-2008, κοινοποιήθηκε όμως στην αναιρεσίβλητη, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθ. 16100/31-12-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Ιωάννας ... στις 31-12-2008, ήτοι εκπροθέσμως και όχι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο της 26-01-2009. Έτσι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει, κατά το άρθρο 577 Κ.Πολ.Δ., να απορριφθούν, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, η οποία άλλωστε εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη τη διάταξη του άρθρου 1099 του ΑΚ αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρ. 914 επ. 297, 298 Α.Κ.). Επομένως για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αγωγικής ευθύνης απαιτείται η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγομένου νομέα. Κτήση δε της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θέλησης του κυρίου (άρθ. 984 παρ. 1 του Α.Κ.), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του ανεξάρτητα εάν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια με την οποία συντελέσθηκε η παράνομη κτήση αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη. Η παρεχόμενη από την εν λόγω διάταξη αγωγή δεν έχει ως θεμέλιο τη βλάβη της νομής του ενάγοντος, αλλά απορρέει από το δικαίωμα της κυριότητάς του (Α.Π. 1350/2002). Έτσι, στην περίπτωση αυτή, υποκειμένης ευθύνης από αδικοπραξία, αυτή υπάρχει έναντι του κατά το χρόνο αποκτήσεως υπό του τρίτου της νομής κυρίου του πράγματος, η δε παράνομη πράξη πρέπει να έχει στραφεί κατά του μέχρι την άσκηση της αγωγής νομέως.

Συνεπώς, αν ο ενάγων δεν ήταν ο κατά το χρόνο της υπό του εναγομένου αποκτήσεως της νομής με παράνομη πράξη κύριος αυτού, δεν έχει δικαίωμα αποζημιώσεως, βάσει της άνω διατάξεως, κατά του εναγομένου, εκτός αν του εκγχωρήθηκε η σχετική αγωγή (ΑΠ 199/1977, Γεωργιάδης-Σταθόπουλος, Ερμ.ΑΚ, τομ. V Εμπράγματο Δίκαιο, εκδ. 1985 σελ. 596). Τούτο όμως συμβαίνει στη περίπτωση μεταβιβάσεως της κυριότητας καταληφθέντος παρανόμως πράγματος, κατά την οποία οι αξιώσεις αποζημιώσεως συμμεταβιβάζονται μόνο με χωριστή εγχώρηση, όχι όμως και στην περίπτωση της κληρονομικής διαδοχής, κατά την οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1710 και 1846 ΑΚ, ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως από το θάνατο του κληρονομουμένου την περιουσία του ως σύνολο, και επομένως, και κάθε ενοχική αξίωση του κληρονομουμένου από σύμβαση ή αδικοπραξία, συνακόλουθα δε και αυτές που απορρέουν από την παράνομη κατάληψη της νομής για διαφυγόντα κέρδη, κατά το χρόνο που κύριος του πράγματος ήταν ο κληρονομούμενος, τις οποίες μπορεί να επιδιώξει ο κληρονόμος, με μόνη την ιδιότητά του αυτή, χωρίς να απαιτείται χωριστή εγχώρηση. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1096-1098 ΑΚ, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα αυτού, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, δηλαδή ως προς μεν το πράγμα ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου εάν από υπαιτιότητα αυτού τούτο χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιον άλλο λόγο, ως προς δε τα ωφελήματα ενέχεται να αποδώσει αυτά που έχουν εξαχθεί από το πράγμα, ευθυνόμενος επιπλέον και για τα ωφελήματα που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα μετά την επίδοση της αγωγής, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης. Περαιτέρω ευθύνη αυτού του ίδιου από υπερημερία δεν αποκλείεται, όπως ρητώς ορίζεται από το εδ. β'του άρθρου 1098 ΑΚ. Στην περίπτωση δε αυτή, ο νομέας υποχρεούται, κατ' άρθρο 343 ΑΚ, σε αποζημίωση του κυρίου για κάθε ζημία αυτού από την καθυστέρηση απόδοσης του πράγματος (ΑΠ 199/1977). Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά για δημόσια ωφέλεια ... και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση". Στέρηση της ιδιοκτησίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποτελεί όχι μόνο η αφαίρεση της κυριότητας αλλά και ο ουσιώδης περιορισμός των εξουσιών του ιδιοκτήτη που απορρέουν από αυτή, αφού χωρίς αυτές η ιδιοκτησία καθίσταται αδρανής και κενή ουσιαστικού περιεχομένου (Ολ.ΑΠ 226/1999). Επίσης, στο άρθρο 18 παρ. 3 του ίδιου Συντάγματος ορίζεται ότι "ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με τις επιτάξεις ... για τη θεραπεία άμεσης κοινωνικής ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και υγεία", ενώ στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "μπορεί να προβλεφθεί με νόμο και κάθε άλλη στέρηση της ελεύθερης χρήσεως και καρπώσεως της ιδιοκτησίας, που απαιτείται από τις περιστάσεις". Έτσι δεν αποκλείεται η θέσπιση από το νομοθέτη περιορισμών, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και για λόγους εξυπηρετήσεως του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, αναγόμενους ιδίως στο δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσεως ή απόλυτης καρπώσεως της ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι με αυτούς τους περιορισμούς δεν αχρηστεύεται ουσιαστικά το δικαίωμα της ιδιοκτησίας (Ολ.ΑΠ 226/1999, Ολ.ΑΠ 37/1988). Ανάλογες ρυθμίσεις περιλαμβάνει το άρθρο 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος. Ειδικότερα στο άρθρο 1 του πιο πάνω πρωτοκόλλου ορίζεται ότι: "Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί την ιδιοκτησία του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους, τους οποίους θα κρίνει αναγκαίους για τη ρύθμιση της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ...". Στα πλαίσια αυτά έχει προβλεφθεί με το άρθρο 5 παρ. 2 του α.ν. 1838/1951, ότι "επιτρέπεται η επίταξις υπό του Υπουργού των Δημοσίων Έργων χώρων ή πραγμάτων αμέσως αναγκαιούντων εις την εκτέλεσιν των έργων υπό όρους και αποζημιώσεις κανονιζομένους και εγκρινομένους υπό του Υπουργού μετά γνώμην του κατά το άρθρον 3 Συμβουλίου". Ορίζεται δε στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ότι "εν ταις περιπτώσεσιν επιτάξεως η αποζημίωσις καταβάλλεται αμέσως, επιτρεπομένης της περαιτέρω διεκδικήσεως δια της δικαστικής οδού κατά τας κειμένας διατάξεις, προκειμένου δε περί απαλλοτριώσεων έχουσι εφαρμογήν αι διατάξεις του Ν.Δ. 145/1946, αρμοδίων όντων δια μεν την κήρυξιν της απαλλοτριώσεως του Υπουργού Δημοσίων Έργων, δια δε την σύνταξιν της εκτιμητικής εκθέσεως του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ελέγχου Ενισχύσεως Υδρεύσεως". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η επίταξη ακινήτου μόνον όταν γίνεται για την αντιμετώπιση έκτακτων και προσωρινών αναγκών, ενώ εάν η ανάγκη είναι μόνιμη τότε πρέπει να χωρήσει αναγκαστική απαλλοτρίωση. Επομένως, η κατάληψη του ακινήτου, που γίνεται με επίταξη για θεραπεία μόνιμων αναγκών, αλλά και η παράταση της χρήσεως του πράγματος πέραν του εύλογου, κατά δικαστική κρίση, χρόνου για την αντιμετώπιση μόνιμων αναγκών, κείνται εκτός της έννοιας της επιτάξεως και εξομοιώνουν αυτήν με απαλλοτρίωση, για τη νομιμότητα της οποίας πρέπει να τηρηθούν αι προϋποθέσεις της κηρύξεως και συντελέσεώς της, διαφορετικά η κατάληψη του πράγματος είναι παράνομη και ο ιδιοκτήτης προστατεύεται με τις περί προστασίας της ιδιοκτησίας διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ( ΑΠ 71/1987, ΑΠ 633/1985 ). Έτσι, αν έγινε κατάληψη ακινήτου από δημόσια Αρχή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη νομίμου επιτάξεως που απαιτούνται κατά το Σύνταγμα, ο κύριος του ακινήτου, μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του και να ζητήσει με αγωγή του ενώπιον των τακτικών πολιτικών Δικαστηρίων την αναγνώριση της κυριότητάς του, την απόδοση του ακινήτου και αποζημίωση για τη ζημία από την παράνομη κατάληψη, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Ολ.ΑΠ 21/2005, ΑΠ 71/1987, ΣτΕ 3090/2009). Περαιτέρω, στο άρθρο 9 του ν. 3208/2003 ορίζεται: "1. Τα δάση και οι δασικές εν γένει εκτάσεις διακρίνονται από άποψη ιδιοκτησίας σε δημόσια και ιδιωτικά. 2. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων, δημόσιων και ιδιωτικών, εκτός αν προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλει το δημόσιο συμφέρον κατά τις ειδικές προβλέψεις εν γένει δασικής νομοθεσίας". Ακολούθως, στο άρθρο 6 του ν.998/1979 ορίζονται τα εξής: "1. Εις άς περιπτώσεις είναι απαραίτητον όπως προσδιορισθή η αξία δάσους ή δασικής εκτάσεως δι οιανδήποτε αιτίαν, ο προσδιορισμός ούτος ενεργείται επί τη βάσει της θέσεως, της μορφής και της συστάσεως ως και της τυχόν εις δασικά προϊόντα αποδόσεως του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, της ιδιοσυστασίας του εδάφους και των λοιπών φυσικών χαρακτηριστικών αυτού, λαμβανομένης υπ όψιν της, κατά νόμον, αδυναμίας χρησιμοποιήσεώς των προς οικιστικούς σκοπούς ή άλλην εκμετάλλευσιν ξένην προς τον προσδιορισμόν αυτού. Δια τον εν λόγω προσδιορισμόν δεν δύναται να ληφθούν υπ' όψιν συγκριτικά στοιχεία αναφερόμενα εις γειτονικάς οικοπεδικάς εκτάσεις ή έτερα στοιχεία εμφανίζοντα το δάσος ή την δασικήν έκτασιν, ως έχοντα οικοπεδικήν αξίαν. 2. Εφ' όσον, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, τμήματα δάσους ή δασικής εκτάσεως ήθελον διατεθή προς οικοδομικήν ή άλλην, πλην της δασοπονικής φύσεως εκμετάλλευσιν και παρίσταται ανάγκη προσδιορισμού της αξίας αυτών, ταύτα εκτιμώνται ως έχοντα οικοπεδικήν αξίαν, βάσει της θέσεως εις ην ευρίσκονται και των λοιπών προσδιοριστικών της αξίας αυτών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και τα κατά το τελευταίον εδάφιον της προηγουμένης παραγράφου". Σύμφωνα προς τις προπαρατεθείσες διατάξεις, προκειμένου να προσδιορισθεί η αποζημίωση που δικαιούται ο κύριος ιδιωτικής δασικής έκτασης, για την παράνομη κατάληψη αυτής από τρίτο μετά την προηγηθείσα επίταξη αυτής από δημόσια Αρχή, για δημόσια ωφέλεια, και εφόσον η απόδοση αυτής έχει καταστεί αδύνατη στον ιδιοκτήτη της λόγω εγκαταστάσεως σ' αυτήν σταθερών δομικών έργων και άλλης φύσεως υποδομών, ξένων προς την ιδιοστασία και τον χαρακτήρα του δάσους, προκειμένου η αποζημίωση να εναρμονίζεται προς τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει αυτή να προσδιοριστεί βάσει των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 998/1979. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Με την από 30-5-1998 αγωγή τους, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ισχυρίσθηκαν τα ακόλουθα: Ότι είναι συγκυρίες, κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου, του λεπτομερώς περιγραφομένου στην αγωγή, κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου, κατέστησαν δε τοιαύτες από κληρονομία της αποβιώσασας το 1993 μητέρας τους, την οποία αποδέχθηκαν με την υπ' αριθ. .../1997 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Μαρίας Μαρούδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας (τόμ. ..., αριθ. 259), άλλως δε κατέστησαν συγκυρίες με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή. Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη (ΕΥΔΑΠ), με τα αρμόδια όργανά της κατέλαβε αυθαιρέτως τμήμα του ακινήτου αυτού, συνολικής εκτάσεως 3522 τ.μ., τον Ιανουάριο του 1990, και ενώ ακόμη ζούσε η μητέρα τους, για την κατασκευή έργων (δεξαμενής διαστάσεων 60 Χ 70 και αγωγών), αμφισβητώντας τη συγκυριότητά τους, αν και προκάλεσε και πέτυχε την προσωρινή επίταξη της καταληφθείσης απ' αυτήν, ως άνω, εκτάσεως, την οποία κατέχει και εκμεταλλεύεται συνεχώς, χωρίς να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση ή να προβεί σε αναγκαστική απαλλοτρίωση λόγω δημόσιας ανάγκης, μολονότι παρήλθε χρόνος πέραν του ευλόγου από της επιτάξεως. Ότι υφίσταται αδυναμία αποδόσεως του καταληφθέντος εδαφικού τμήματος, ενόψει της διαρκούς ανάγκης που εξυπηρετούν οι εγκαταστάσεις και τα έργα που εγκατέστησε επ' αυτού, ώστε να επιβάλλεται να αποκατασταθεί σε χρήμα η προκληθείσα σ' αυτές από την εναγομένη ΕΥΔΑΠ ζημία. Ότι η τελευταία στις αρχές του έτους 1991 κατέστρεψε 65 πεύκα, που φύονταν στο επίδικο τμήμα, αξίας 1.110.000 δραχμών. Και ότι, συνεπεία των παράνομων και υπαίτιων ενεργειών των οργάνων της άνω εναγομένης υπέστησαν αυτές (ενάγουσες) συνολική ζημία 44.610.000 δραχμών, συνισταμένη: α) στο ποσό των 30.000.000 δραχμών, στο οποίο ανέρχεται η συνολική αξία του επίδικου ακινήτου, β) στο ποσό των 13.500.000 δραχμών, κατά το οποίο ζημιώθηκαν από τη στέρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης του ακινήτου, από τις αρχές του 1990 μέχρι της 31-12-1998 (9 έτη Χ 1.500.000 δραχμές ετησίως), συνισταμένη στην ρητινοσυλλογή, καθώς και τη βοσκή της χορτονομής του αυτοφυούς χόρτου, από τη μητέρα τους, όσο ζούσε, και τις ίδιες μετά το θάνατό της, ή με μίσθωση αυτού για την ίδια εκμετάλλευση και γ) στο ποσό των 1.110.000 δραχμών όση η αξία των δένδρων που κόπηκαν από το επίδικο και καταστράφηκαν. Ζήτησαν δε κατόπιν αυτών, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε εν μέρει αναγνωριστικό 1) να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους στο επίδικο ακίνητο, η οποία αμφισβητείται από την εναγομένη, 2) να επιδικασθεί σ' αυτές καταψηφιστικά και αναγνωριστικά, κατά τον ειδικότερο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, το συνολικό ποσό των 44.610.000 δραχμών, που συνιστά την ως άνω θετική και αποθετική ζημία τους και 3) να επιδικασθεί σε κάθε μία απ' αυτές το ποσό των 2.000.000 δραχμών, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια πράξη των οργάνων της εναγομένης.

Με την υπ' αριθμ. 2906/1999 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κρίθηκε νόμιμη η ένδικη αγωγή και τάχθηκαν θέματα αποδείξεως, ενώ με την υπ' αριθμ. 4919/2006 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αφού αναγνωρίσθηκε η συγκυριότητα των εναγουσών στο επίδικο ακίνητο, επιδικάσθηκε σ' αυτές κατ' ίσα μέρη, καταψηφιστικά και αναγνωριστικά, το συνολικό ποσό των 88.000 ευρώ (29.333,33 ευρώ στην κάθε μία), που συνιστούσε τη ζημία τους από τη μη δυνατότητα απόδοσης του επίδικου ακινήτου, καθώς και το ποσό των 3800 ευρώ στην κάθε μία, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ κατά τα λοιπά απορρίφθηκε η αγωγή.

Το Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 748/2007 απόφασή του, δικάζοντας επί των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, κατά της άνω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή α) ως προς το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στη ζημία των εναγουσών από την κοπή των πεύκων που εφύοντο στο επίδικο ακίνητο, και β) ως προς τα διαφυγόντα κέρδη της περιόδου από τον Ιανουάριο του 1990 έως στις 14-12-1993, που απεβίωσε η μητέρα των εναγουσών, με την αιτιολογία, ότι δεν αρκεί για την επιδίωξη τους, μόνο η ιδιότητά τους ως κληρονόμων της μητέρας τους, αλλά απαιτείτο προς τούτο να επικαλεσθούν ότι τους εγχωρήθηκε η ως άνω αξίωση (διαφυγόντα κέρδη). Ακολούθως το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: " Οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσείουσες) είναι συγκυρίες, κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου, ενός ακινήτου, εμβαδού 3.522 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Πηγάδι Ρούσου-Αλώνι Λαζάρου" ή "Σουράβλια Μπάτση" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σαλαμίνας, εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Π. υπό τα στοιχεία "Α-Β-Δ-Δ-Ε-Λ-Κ-Ι-Θ-Ν-Α" και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς Γ-Δ μήκους 20 μ., βόρεια επί πλευράς Ε-Δ μήκους 56 μ. και βορειοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς μήκους 167 μ. με ακίνητα ιδιοκτησίας Ε. Κ. ή και αγνώστων, βορειοανατολικά επί πλευράς Ι-Κ μήκους 7,30 μ. με την οδό Κωστή Παλαμά, νοτιοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς Ι-Θ-Μ συνολικού μήκους 161 μ. και δυτικά επί πλευράς Α-Η μήκους 51 μ. με ακίνητα ιδιοκτησίας Ε. Κ. ή και αγνώστων και νότια επί πλευράς Β-Γ μήκους 62,80 μ. με κορυφογραμμή και πέραν αυτής με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Γ. Π.. Στο προπεριγραφόμενο ακίνητο, οι ενάγουσες κατέστησαν συγκυρίες παραγώγως δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσης στις 20-1-1998 (τόμος ... και αριθ. 259 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας) υπ' αριθ. .../4-12-1997 πράξης αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Μαρίας συζ. Νικολ. Μαρούδη, με την οποία αποδέχθηκαν την κληρονομία της μητέρας τους Ε. χήρας Κ. Κ., το γένος Ι. Π., η οποία απεβίωσε στις 14-3-1993 χωρίς να αφήσει διαθήκη και ήταν αληθής κυρία του επίδικου ακινήτου, γιατί είχε αποκτήσει την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας επ' αυτού φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου συνεχώς από χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας αναδρομικά από του θανάτου της. Η συγκυριότητα των εναγουσών δεν προσβάλλεται με λόγο εφέσεως από την εναγομένη-εκκαλούσα, η οποία και δεν προβάλλει δικά της δικαιώματα επί του επιδίκου αλλά, αντίθετα, ομολογεί ότι αποφάσισε την κατασκευή έργων προς υδροδότηση του Θριασίου Πεδίου Μεγάρων-Σαλαμίνας και ότι κατέχει το επίδικο με βάση επίταξη στην οποία προέβη δυνάμει της υπ' αριθ. Δ6/οικ/20669/8-3-1991 απόφασης του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ και κατόπιν της υπ' αριθ. 6922/7-9-1990 απόφασης του Δ.Σ. αυτής (ΕΥΔΑΠ), που άλλωστε θα είχε νόημα αν δεν το θεωρούσε δικό τους. Όμως, παρόλα αυτά, η εναγομένη αμφισβήτησε την κυριότητα των εναγουσών και δημιούργησε αβεβαιότητα περί του δικαιώματός τους αυτού, ισχυρισθείσα ότι είναι δημόσια δασική έκταση. Η επίταξη αυτή έγινε για την κατασκευή δεξαμενής τροφοδοτικού αγωγού στην περιοχή "Σουράβλι" Άνω Βασιλικών Σαλαμίνας. Συγκεκριμένα, αποφασίστηκε: α) η κατασκευή αντλιοστασίου 2.025 τ.μ. β) η τοποθέτηση σωλήνων (τροφοδοτικού αγωγού Φ500 και αγωγού εκκένωσης Φ 400) σε έκταση 1170 τ.μ. και γ) η κατασκευή δεξαμενής και αγωγών εκκένωσης και τροφοδοτικού αγωγού 5295 τ.μ. Η υπηρεσία τοπογραφικών Μελετών και Κτηματολογίου της ΕΥΔΑΠ, με την από 24-7-1990 εισήγησή της προς το Δ.Σ. αυτής πρότεινε άμεσα την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως της εκτάσεως των 5.295 τ.μ. για την κατασκευή του ως άνω έργου, το οποίο είχε χαρακτηρισθεί "επείγον". Συντάχθηκε η από 18-9-1991 εκτιμητική έκθεση επίταξης της οικείας Επιτροπής για τη σχετική αποζημίωση και τον καθορισμό της ετήσιας μισθωτικής αξίας της ως άνω εκτάσεως. Όμως, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέβαλε στην τότε δικαιούχο την οφειλόμενη λόγω της παρεχομένης χρήσεως του ακινήτου της αποζημίωση. Κατόπιν, η εναγομένη, διά των προστηθέντων από τους διοικητές της προσώπων, κατέλαβε ευρύτερη έκταση στην εν λόγω περιοχή, εμβαδού 8.490 τ.μ. περίπου, όπου άρχισε να προπαρασκευάζει την κατασκευή του έργου.

Εκδόθηκε η υπ' αριθ. πρωτ. Δ/30080/30-1-1991 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά δυνάμει της οποίας επιτράπηκε η κατασκευή των έργων στην ως άνω περιοχή. Αρχικά προέβη στην κοπή 41 μεγάλων πεύκων διαμέτρου κορμού 20 εκ, και 65 μικρότερων, διαμέτρου 10 εκ, δηλαδή απεκόπησαν 106 πεύκα. Στη συνέχεια άρχισε να κατασκευάζει το κυρίως έργο, το οποίο και ολοκλήρωσε περί τα τέλη του έτους 1993. Κατά την ολοκλήρωσή του το έργο είχε καταλάβει το σύνολο του επίδικου ακινήτου. Ειδικότερα η υδατοδεξαμενή κατασκευάσθηκε από σκυρόδεμα. Θεμελιώθηκε σταθερά στο έδαφος κατά τους κανόνες της οικοδομικής τέχνης και κατέλαβε έτσι τμήμα του επίδικου εκτάσεως 2.100 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται με τα γράμματα Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Β στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Π.. Δυτικά της δεξαμενής και σε επαφή με αυτήν κατασκευάσθηκε οδός προσπέλασης στη δεξαμενή, η οποία (οδός) καταλαμβάνει έκταση 202 τ.μ. του ακινήτου που εμφαίνεται στο ως άνω διάγραμμα με τα γράμματα Α-Β-Ζ-Η-Α. Ομοίως, οι εγκαταστάσεις για την υπόγεια τοποθέτηση των αγωγών Φ500 και Φ400 κατέλαβαν τη λοιπή έκταση (1.220 τ.μ.) του επίδικου ακινήτου, η οποία εμφαίνεται με τα γράμματα Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Ε στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα ως λεπτή λωρίδα γης, εκατέρωθεν της οποίας η εναγομένη κατασκεύασε επιπλέον τοιχία αντιστήριξης από σκυρόδεμα, έκαστο ύψους 1 μ. περίπου. Από αυτόν το λόγο το επίδικο δεν μπορεί να αποδοθεί αυτούσιο στις ενάγουσες συγκυρίες, συνεπεία ιδίως της μονιμότητας του εκτελεσθέντος έργου και της κοινωνικής και οικονομικής ανάγκης που αυτό εξυπηρετεί και για την οποία προορίζεται αλλά και της μονιμότητας των ως άνω εγκαταστάσεων και έργων και της μεγάλης εμπορικής του αξίας. Ως εκ τούτου, κρίνεται αδύνατη και ασύμφορη η αυτούσια απόδοση της επίδικης εκτάσεως. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου, η άμεση δικαιοπάροχος των εναγουσών προέβαλε δικαίωμα κυριότητας επί της καταληφθείσης εκτάσεως. Αποφασίσθηκε τότε από την εναγομένη να ζητηθεί από το Ελληνικό Δημόσιο η κήρυξη αναγκαστικής υπέρ αυτής απαλλοτριώσεως και με δαπάνες της, η οποία και κηρύχθηκε με την υπ' αριθ. Δ 12α/φ ΕΥΔΑΠ/37900/6-2-1991 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημ. Έργων, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 82 ΦΕΚ (τεύχος Δ') της 22-2-1991. Με την πιο πάνω απόφαση κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση μιας έκτασης εμβαδού 8.490 τ.μ. στην ως άνω θέση του Δήμου Σαλαμίνας, εκ των οποίων 5.295 τ.μ. απαλλοτριώθηκαν για κατασκευή δεξαμενής και αγωγών και τα 2025 τ.μ. για την κατασκευή αντλιοστασίου. Στην εν λόγω απόφαση διαλαμβάνεται ότι η Ελένη χήρα Κων. Κοφινά (μητέρα των εναγουσών) προβάλλει δικαίωμα κυριότητας στην έκταση που απαλλοτριώνεται. Μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. πρωτ. Δ 12 α/φ ΕΥΔΑΠ/31249/29-3-1995 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, με την οποία η ως άνω αναγκαστική απαλλοτρίωση ανακλήθηκε για την έκταση των 5.295 τ.μ. που είχε καταληφθεί για την κατασκευή της υδατοδεξαμενής. Υπό τα ως άνω όμως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά καθίσταται φανερόν ότι η ως άνω δι' επιτάξεως γενομένη κατάληψη του επίδικου ακινήτου, επιβληθείσα όχι προς αντιμετώπιση και ικανοποίηση πρόσκαιρων αλλ' αντιθέτως μόνιμων αναγκών της Ε.ΥΔ.Α.Π., αρξαμένη από το έτος 1990 και συνεχιζόμενη μέχρι σήμερα, δηλαδή επί χρόνο ο οποίος, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, υπερβαίνει κατά πολύ τον εύλογο χρόνο, επαγόμενη στέρηση της χρήσεως του ακινήτου των εναγουσών από την εναγομένη και μάλιστα επί μακρόν κείται εκτός της έννοιας της επιτάξεως και είναι παράνομη. Η εναγομένη τελούσε σε πταίσμα, εφόσον δεν επέδειξε την στις συναλλαγές αντικειμενικώς οφειλόμενη επιμέλεια. Η αμέλειά της συνίσταται στο ότι αυτή κατέλαβε αυθαίρετα το ακίνητο των εναγουσών χωρίς προηγουμένως να καταβάλει προσπάθεια ώστε να διασαφηνισθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτού, αν δηλαδή ανήκε σε ιδιώτη ή ήταν δημόσια δασική έκταση. Η συνέχιση των εργασιών μετά την επίταξη του ακινήτου και η ολοκλήρωσή τους κατά την διάρκεια ισχύος της επίταξης δεν αίρει την αμέλεια της εναγομένης, καθόσον η κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του α.ν. 1838/1951 κηρυχθείσα επίταξη, όπως η επίταξη κινητών ή ακινήτων βάσει οποιασδήποτε άλλης διάταξης νόμου, παρέχει δικαίωμα χρήσης και μόνο του επιταχθέντος πράγματος, όχι όμως και δικαίωμα μεταβολής αυτού, ριζικής μάλιστα, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.

Συνεπώς, η εν λόγω παράνομη και υπαίτια ζημιογόνος πράξη, η οποία αντίκειται στις προαναφερόμενες διατάξεις που προστατεύουν την ιδιοκτησία, γεννά από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής υποχρέωση της εναγομένης προς αποζημίωση των εναγουσών, αφού από δική της υπαιτιότητα το επίδικο δεν δύναται πλέον να αποδοθεί. Η εναγομένη αρχικά ήταν καλόπιστη. Επιλήφθηκε της νομής του επιδίκου ακινήτου με καλή πίστη και εξακολούθησε να το κατέχει καλόπιστα καλώντας μάλιστα τη δικαιοπάροχο των εναγουσών να προσκομίσει τα νομιμοποιητικά της έγγραφα για να της καταβάλει την εκ της επιτάξεως νόμιμη αποζημίωσή της. Όμως, από τα τέλη Φεβρουαρίου 2004 που έμαθε από την κτηματική Υπηρεσία Πειραιά ότι η επίδικη έκταση δεν είναι καταγεγραμμένη στα βιβλία των δημόσιων κτημάτων αυτής ως δημόσιο κτήμα (σχ. το υπ' αριθ. πρωτ. 326/18-2-2004 έγγραφο αυτής) έγινε κακόπιστη νομέας. Οι ενάγουσες δεν συνέβαλαν από δικό τους πταίσμα στην επελθούσα σ' αυτές κατωτέρω ζημία ή την έκτασή της... Εξάλλου, η προς αποζημίωση ευθύνη της εναγομένης λόγω αδυναμίας προς απόδοση του επίδικου εξικνείται μέχρι της αξίας αυτού. Περαιτέρω, από τα ίδια, όπως παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα εξής: Η επίδικη έκταση χαρακτηρίσθηκε σύμφωνα με την υπ' αριθ. 6660/27-8-2002 απόφαση του Δασαρχείου Πειραιά ως δασική και μάλιστα αναδασωτέα (σχ. η υπ' αριθ. 501/18-7-2002 οικεία απόφαση). Οι ενάγουσες υπέβαλαν την προβλεπόμενη ένσταση αναφορικά με τον χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 18/2006 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πειραιά. Έτσι, το επίδικο ακίνητο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πέραν του δάσους, σύμφωνα με τα άρθρα 38 ν. 998/1979 και 9 ν. 3208/2003 "περί δασικών εκτάσεων". Η αντικειμενική αξία όμοιων ακινήτων της ίδιας περιφέρειας στην οποία βρίσκεται το ακίνητο των εναγουσών και αυτού (επίδικου), που υπολογίζεται με βάση την κατάσταση που βρισκόταν η επίδικη έκταση κατά την τέλεση της άνω παράνομης πράξης, ανερχόταν κατά το χρόνο της επιδόσεως της αγωγής σε 5.102 δραχμές (ήδη 15 ευρώ) το τετραγωνικό μέτρο. Ενόψει αυτών, η οικεία αγωγική αξίωση των εναγουσών προς αποκατάσταση της ζημίας που αυτές υπέστησαν ως συγκυρίες του επίδικου συνεπεία της αδυναμίας αποδόσεως αυτού ανέρχεται συνολικά σε 52.830 ευρώ (3.522 τ.μ. Χ 15 ευρώ ανά τ.μ.). Με το ποσό αυτό, που αποτελεί την αξία της καταληφθείσης εκτάσεως, αποκαθίσταται κάθε ζημία των εναγουσών, που προήλθε από την αδυναμία αποδόσεως του επίδικου. Περίπτωση επιδικάσεως ποσού στις ενάγουσες για διαφυγόντα κέρδη δεν συντρέχει...αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτές εκμεταλλεύοντο το επίδικο ακίνητο με οποιοδήποτε τρόπο μετά το θάνατο της δικαιοπαρόχου μητέρα τους. Σε ουδεμία προπαρασκευή για την είσπραξη εκ μέρους τους τέτοιων κερδών προέβησαν οι ενάγουσες, οι οποίες στις 4-12-1997 αποδέχθηκαν την κληρονομία της μητέρας τους και στις 20-1-1998 μετέγραψαν την οικεία συμβολαιογραφική πράξη. Τέλος, εξαιτίας της περιουσιακής ζημίας και της ψυχικής ταλαιπωρίας τους από την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, που είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία αποδόσεως του επίδικου και έτσι εξαναγκάστηκαν οι ενάγουσες να ζητήσουν αποζημίωση απ' αυτήν, αυτές υπέστησαν ηθική βλάβη, για την οποία ... πρέπει να επιδικασθεί σε καθεμιά το ποσό των 1500 ευρώ ...".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, επεδίκασε στις ενάγουσες, καταψηφιστικά και αναγνωριστικά, για αποζημίωση, λόγω της μη δυνατότητας αυτούσιας απόδοσης του επίδικου ακινήτου, συνεπεία της άνω αδικοπραξίας των οργάνων της αναιρεσίβλητης, το συνολικό ποσό των 52.830 ευρώ, και σε καθεμιά απ' αυτές το ποσό των 17.610 ευρώ (52.830:3=17.610), πλέον δε αυτού και το ποσό των 1500 ευρώ σε καθεμιά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, αφού προηγουμένως, κατά παραδοχή των αντιθέτως συνεκδικαζομένων εφέσεων των διαδίκων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε επιδικάσει στις ενάγουσες μεγαλύτερα ποσά για τις παραπάνω αιτίες.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμο το κεφάλαιο της αγωγής σχετικά με τη ζημία των εναγουσών από την κοπή και καταστροφή των πεύκων που εφύοντο στο επίδικο ακίνητο, προκειμένου να εκτελεσθεί το ως άνω έργο της ΕΥΔΑΠ, παραβίασε με το να μην εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 13 του ν.δ/τος 797/1971 και 13 του ν. 2881/2001, που αναφέρονται στον προσδιορισμό της αξίας ακινήτου στην περίπτωση απαλλοτριώσεως αυτού, βάσει των οποίων έπρεπε να γίνει ο υπολογισμός της αποζημίωσής τους, με την επιδίκαση χωριστής αποζημίωσης των φυομένων στο επίδικο ακίνητο πεύκων που κόπηκαν. Σύμφωνα όμως με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, για την παράνομη στέρηση από την αναιρεσίβλητη και τα προστηθέντα απ' αυτήν όργανα της ιδιοκτησίας των αναιρεσειουσών, η αναιρεσίβλητη όφειλε σ' αυτές αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αστικής ευθύνης των νομικών προσώπων, για την οποία εφαρμοστέες ήσαν οι διατάξεις των άρθρων 1096-1099, 71, 914, 297, 298, 932 ΑΚ, στην περίπτωση δε αυτή η αποζημίωση που δικαιούνταν οι αναιρεσείουσες για την παράνομη αποστέρηση απ' αυτές του επίδικου ακινήτου τους εξαντλείτο στην αξία αυτού ως συνόλου, χωρίς να απαιτείται χωριστός επιπλέον υπολογισμός της αξίας των φυομένων σ' αυτό πεύκων, οι παραπάνω δε διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, εναρμονίζονται πλήρως προς τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2, 18 παρ. 3 και 5 του Συντάγματος, καθώς και σ' εκείνη του άρθρου 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το παραπάνω κεφάλαιο, όπως άλλωστε δεν παραβίασε με το να μην εφαρμόσει τις προπαρατεθείσες διατάξεις "περί απαλλοτριώσεων", οι οποίες δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 1099 ΑΚ, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή και δεν επεδίκασε σ' αυτές τις, από την παράνομη κατάληψη του επίδικου ακινήτου, προσόδους που δικαιούτο η μητέρα τους όσο ζούσε, από τον Ιανουάριο του 1990 και μέχρι του θανάτου της στις 14-12-1993, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτής. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι βάσιμος, καθόσον για τη νομική θεμελίωση της αγωγής των αναιρεσειουσών ως προς την παραπάνω αξίωση, αρκούσε και μόνο η επίκληση της ιδιότητας αυτών ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της μητέρας τους, χωρίς να απαιτείται προς τούτο, ότι έγινε και εγχώρηση από την τελευταία προς αυτές της ως άνω αξίωσης, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στην περίπτωση της κληρονομικής διαδοχής, κατά την οποία, ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως από το θάνατο του κληρονομουμένου την περιουσία του ως σύνολο, και επομένως, και κάθε ενοχική αξίωση του κληρονομουμένου από σύμβαση ή αδικοπραξία, συνακόλουθα δε και αυτές που απορρέουν από την παράνομη κατάληψη της νομής για διαφυγόντα κέρδη κατά το χρόνο που κύριος του πράγματος ήταν ο κληρονομούμενος, ώστε και η αξίωση αυτή να είναι επιδιώξιμη από τον κληρονόμο με μόνη την ιδιότητά του αυτή, χωρίς να απαιτείται χωριστή εγχώρηση.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1096-1099, 71, 914, 297, 298 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 6 του ν. 998/1979 και 9 του ν. 3298/2003, διότι με βάση τις παραδοχές του το Εφετείου, και κατ' αντίφαση προς αυτές, δεν υπολόγισε την αξία του επίδικου ακινήτου σύμφωνα με όσα ορίζονται στις τελευταίες αυτές διατάξεις, προκειμένου ακολούθως να καθορίσει την αποζημίωση των εναγουσών. Πράγματι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ενώ δέχεται, ότι η επίταξη του επίδικου ακινήτου ήταν παράνομη, καθώς επίσης, ότι παρανόμως κατελήφθη τούτο από την αναιρεσίβλητη, η οποία εγκατέστησε σ' αυτό μόνιμα δομικά έργα και εγκαταστάσεις (δεξαμενή μεγάλων διαστάσεων, αντλιοστάσιο κλπ), σε τρόπον ώστε να μη διατηρεί αυτό πλέον το δασικό του χαρακτήρα και την ιδιοσυστασία του ως δάσος, ακολούθως, προκειμένου να προσδιορίσει την αξία του, και να καθορίσει την με βάση αυτή αποζημίωση των αναιρεσειουσών, ενόψει του ότι δεν ήταν εφικτή η αυτούσια απόδοσή του, δεν λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία που προβλέπονται στις άνω διατάξεις στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, την οικοπεδική του αξία, τη θέση στην οποία βρίσκεται και τα λοιπά προσδιοριστικά της αξίας αυτού στοιχεία, μεταξύ των οποίων και τα συγκριτικά στοιχεία που αναφέρονται σε γειτονικές οικοπεδικές εκτάσεις, υπολογίζοντας δηλαδή την αξία του σαν να επρόκειτο για οικοπεδική έκταση, αλλ' αντιθέτως προβαίνει στον προσδιορισμό αυτό, με βάση τον αρχικό δασικό χαρακτήρα του επίδικου, χωρίς καμιά αλλοίωση της ιδιοσυστασίας του ως δάσους. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1096-1099, 71, 914, 297, 298 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 6 του ν. 998/1979 και 9 του ν. 3298/2003. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτών, μετά την παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.748/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά το μέρος που αναφέρεται πιο πάνω, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτους τους από 20-11-2008 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 748/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ