Legislator Case Law & Legislation
358/2011 AI generated

358/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 358/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 358 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 358/2011

Legislator headnote

AI generated

358/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 358 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 358/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 358 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 358/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Της αναιρεσιβλήτου: "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και διατηρεί και έχει υποκατάστημα στον Πειραιά, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Αυγούστου 1991 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5675/1992, 7241/1999 μη οριστικές, 5447/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7680/2005 μη οριστική, 6611/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 25 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 575 εδ. α' ΚΠολΔ, με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο, κατά δε το εδ. γ' του ίδιου άρθρου νέα αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο με αίτηση του εισηγητή; Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη αυτή παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει 1) ότι στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε. με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις- δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, 3) ότι για την παράσταση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και μόνο αν αυτή υπάρχει θεωρείται έγκυρη η παράσταση του διαδίκου, καθώς και όλες οι πράξεις που είχαν προηγηθεί, το δε δικαστήριο εξετάζει σε κάθε στάση της δίκης, την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, 4) ότι εκείνος που παρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο, στον οποίο αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί νόμιμα ρητή πληρεξουσιότητα, θεωρείται ότι παρίσταται νομίμως. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 10-9-2007 αίτηση της Α. Π. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6611/2006 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η εκδίκαση της οποίας αρχικά ορίσθηκε για τις 6-10-2008, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 2-11-2009 με σχετική εγγραφή της στο πινάκιο για τη δικάσιμο εκείνη, κατά την τελευταία δε αυτή δικάσιμο η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε οίκοθεν, με σχετική εγγραφή της και πάλι στο πινάκιο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά τη νέα προσδιορισθείσα μετά από τη δεύτερη αναβολή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα Α. Π., ούτε κατέθεσε την από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, ενώ παραστάθηκε νομίμως η αναιρεσίβλητη Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Εξάλλου, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι η άνω αναιρεσείουσα, τόσον κατά την αρχική δικάσιμο της 6-10-2008, κατά την οποία δόθηκε η πρώτη αναβολή, όσον και κατά τη δικάσιμο της 2-11-2009 κατά την οποία δόθηκε η δεύτερη, παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αβραάμ Πασιπουλαρίδη, ο οποίος υπογράφει και την αίτηση αναιρέσεως. Από το υπ' αριθμ. .../1-10-2008 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Γεωργίου Τσίμα, που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα παρείχε μ' αυτό στον άνω παρασταθέντα δικηγόρο την ειδική εντολή και την πληρεξουσιότητα όπως αντ' αυτής και για λογαριασμό της παρασταθεί και εκπροσωπήσει αυτή ενώπιον του Αρείου Πάγου (Τμήμα Α1 Πολιτικό) κατά τη δικάσιμο της 6ης-10-2008 ή σε οποιαδήποτε άλλη μετά από αναβολή ή ματαίωση, όπου συζητείται η από 10-9-2007 αίτηση αναιρέσεως αυτής (Α. Π.) κατά της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και κατά της υπ' αριθμ. 6611/2006 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Συνεπώς, εφόσον η αναιρεσείουσα παραστάθηκε νομίμως δια του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τις προηγούμενες δικάσιμους που δόθηκαν οι αναβολές, χωρίς εναντίωση προς τούτο, η μεταφορά της υποθέσεως από τον αρμόδιο γραμματέα στο πινάκιο των υποθέσεων της παρούσης δικασίμου, ισχύει και ως προς αυτήν ως κλήτευση και δεν είναι αναγκαία η κλήτευσή της κατά τη δικάσιμο αυτή και επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 513, 539 και 533 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση. Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης. Σε περίπτωση σώρευσης περισσοτέρων βάσεων ή αιτημάτων, οπότε και τα αντικείμενα της δίκης είναι περισσότερα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση για όσα αντικείμενα (βάσεις ή αγωγές) είναι ήδη ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα (άρθρο 308 παρ. 2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, η οριστική κρίση του δικαστηρίου συνήθως διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης, αλλά δεν αποκλείεται να περιέχεται και μόνο στο σκεπτικό, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση δεν περιορίζεται να εκφέρει απλώς σκέψεις για την βασιμότητα του εξεταζομένου αιτήματος, αλλά αποφαίνεται με σαφήνεια, κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφιβολίας, για την παραδοχή ή απόρριψη αυτού. Το τελευταίο δε συμβαίνει, και όταν η απόφαση στο σκεπτικό της ρητώς απορρίπτει μια από τις περισσότερες βάσεις της αγωγής, ως μη νόμιμη, και εξαιτίας αυτού δεν θέτει θέματα αποδείξεως για την βάση αυτή, ενώ για τις υπόλοιπες, που έκρινε παραδεκτές και νόμιμες, θέτει θέματα αποδείξεως για τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν, αναβάλλοντας την έκδοση της οριστικής απόφασης, μέχρι η υπόθεση να καταστεί ώριμη για οριστική κρίση. Και στην περίπτωση αυτή, που η απόφαση αποφαίνεται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, δεν μπορεί να ανακληθεί μετά τη δημοσίευσή της από το δικαστήριο που την εξέδωσε, ενώ κατά το μέρος που δεν κρίνει οριστικά, μπορεί, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζητήσεως της υποθέσεως και όχι αυτοτελώς, να ανακληθεί σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που την εξέδωσε, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση (ΑΠ 1821/2008, ΑΠ 708/2003, ΑΠ 300/1981). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 513 παρ. 2 ΚΠολΔ με την άσκηση εφέσεως κατά της οριστικής αποφάσεως θεωρούνται συνεκκληθείσες όλες οι προεκδοθείσες μη οριστικές αποφάσεις και αν δεν απευθύνεται κατ' αυτών η έφεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι θεωρούνται εκ του νόμου ως συνεκκληθείσες οι εν λόγω αποφάσεις μόνο κατά τις μη οριστικές διατάξεις τους, εφόσον στηρίχθηκε επ' αυτών η οριστική απόφαση. Αν όμως η προεκδοθείσα απόφαση περιέχει και οριστικές διατάξεις, όπως η αφορώσα την απόρριψη αιτήματος σωρευόμενου παραλλήλως ή επικουρικώς, ή περιέχει ανάκληση προγενέστερης απόφασης που είχε απορρίψει με οριστική διάταξη της τέτοιο αίτημα, θεωρείται και ως προς αυτήν συνεκκληθείσα, μόνο αν η έφεση ρητώς απευθύνεται και κατ' αυτής. Εξάλλου, από την προπαρατεθείσα διάταξη σε συνδυασμό με το άρθρο 522 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η έφεση που ασκήθηκε προσηκόντως μεταβιβάζει την υπόθεση στο εφετείο κατά τις αιτήσεις του εκκαλούντος, επί πλειόνων δε κεφαλαίων και βάσεων της αγωγής, ως προς εκείνα που εξεκκλήθηκαν με το εφετήριο (ΑΠ 390/2004, ΑΠ 708/2003). Τέλος, οι λόγοι αναιρέσεως που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αναφέρονται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και την έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, σχετικώς με την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Άρα οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως δεν στοιχειοθετούνται, όταν αφορούν παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων, ή ελλείψεις, σχετιζόμενες με την εφαρμογή τέτοιων διατάξεων (ΑΠ 788/1994, ΑΠ 807/1994), μπορεί όμως η παράβαση κανόνων δικονομικού δικαίου να θεμελιώνει κάποιον από τους λόγους των αριθμών 2-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά της παρούσης δίκης έγγραφα, προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 14-8-1991 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της συμβάσεως εγγυήσεως που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης, κυρίως μεν λόγω απάτης, επικουρικά λόγω πλάνης και όλως επικουρικά, λόγω αντιθέσεως αυτής προς τα χρηστά ήθη, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5675/1992 εν μέρει οριστική απόφαση- πράξη του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, χωρίς να διαλαμβάνει σχετική διάταξη στο διατακτικό της, δέχθηκε στο σκεπτικό της, ότι η αγωγή, ως προς την πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο αυτής, δεν είναι νόμιμη ως προς τη βάση της για την ακύρωση της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω αντιθέσεως αυτής προς τα χρηστά ήθη και έταξε αποδείξεις σε βάρος της ενάγουσας για τη βάση της απάτης και της πλάνης. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων και την επαναφορά της υπόθεσης προς συζήτηση, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7241/1999 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία ανακάλεσε την προρρηθείσα απόφαση του, κατά το μέρος που αυτή δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή σχετικά με την περί πλάνης βάση της, καθώς και κατά το μέρος που έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη σχετικά με τη βάση της περί αντιθέσεως της συμβάσεως εγγυήσεως στα χρηστά ήθη, την οποία έκρινε νόμιμη, ακολούθως δε απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη κατά τη βάση της περί ακυρώσεως της συμβάσεως λόγω πλάνης και έταξε αποδείξεις για την βάση της ακύρωσης της συμβάσεως, λόγω αντιθέσεως αυτής στα χρηστά ήθη, καθόσον δεν είχαν τεθεί θέματα αποδείξεως με την αρχική απόφασή του, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την βάση αυτή, επειδή είχε κριθεί μη νόμιμη. Μετά την διεξαγωγή και των αποδείξεων αυτών και την επαναφορά της υποθέσεως προς συζήτηση, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5447/2003 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία δεν έλαβε υπόψη της τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν με την αρχική απόφαση, γιατί η βάση της αγωγής λόγω πλάνης είχε απορριφθεί με τη δεύτερη απόφαση ως μη νόμιμη, ακολούθως δε δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς την δεύτερη επικουρική βάση της για ακύρωση της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω αντιθέσεως της στα χρηστά ήθη και αναγνώρισε ότι η σύμβαση αυτή είναι άκυρη, χωρίς ωστόσο να ερευνήσει καθόλου την κύρια βάση της αγωγής που είχε έρεισμα την ακυρότητα της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω απάτης. Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως (υπ' αριθμ. 5447/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), καθώς και της προηγούμενης (υπ' αριθμ. 7241/1999 εν μέρει οριστική απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου), με την οποία είχε ανακληθεί η αρχική απόφαση (υπ' αριθμ. 5675/1992 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου) κατά το μέρος που είχε δεχθεί ως προς την πρώτη εναγομένη (αναιρεσίβλητη) μη νόμιμη την αγωγή αναφορικά με την βάση της για ακύρωση της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω αντιθέσεως αυτής στα χρηστά ήθη, και είχαν διαταχθεί αποδείξεις για τα αμφισβητούμενα ως προς τη βάση αυτή πραγματικά περιστατικά. Με τον πέμπτο δε λόγο της εφέσεως αυτής, απέδωσε σφάλμα στην εκκαλουμένη οριστική απόφαση, επειδή δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην 772/1993 εισηγητική έκθεση και είχαν διαταχθεί με την πρώτη προδικαστική απόφασή του, ενώ με τον έκτο λόγο προσέβαλε την δεύτερη εν μέρει οριστική απόφαση, κατά το μέρος που ανακάλεσε την οριστική διάταξη της πρώτης με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η βάση της αγωγής αναφορικά με την αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω αντιθέσεως αυτής προς τα χρηστά ήθη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (υπ' αριθμ. 6611 /2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), δέχθηκε ότι η διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό της υπ' αριθμ. 5675/1992 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διάταξη με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η βάση της αγωγής περί ακυρώσεως της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη, ήταν οριστική, κατά παράβαση δε των σχετικών δικονομικών διατάξεων ανακλήθηκε αυτή με την υπ' αριθμ. 7241/1999 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και συνεπώς οι μαρτυρικές καταθέσεις που διατάχθηκαν μ' αυτήν σε σχέση με την ως άνω βάση της αγωγής και περιέχονται στην υπ' αριθμ. 92/2000 εισηγητική έκθεση δεν θα ληφθούν υπόψη για την απόδειξη της βάσης αυτής της αγωγής. Ακολούθως δε, αφού κατά παραδοχή των ως άνω λόγων εφέσεως εξαφάνισε τις εκκαλούμενες αποφάσεις, εν συνεχεία, ενόψει και των λοιπών λόγων της εφέσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ερεύνησε την βάση της αγωγής με την οποία ζητείτο η ακύρωση της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω απάτης, λαμβάνοντας υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στην 772/1993 εισηγητική έκθεση και είχαν διαταχθεί και για την βάση αυτή με την πρώτη μη οριστική απόφαση, αφού δε έκρινε την αγωγή και ως προς την βάση αυτή αβάσιμη κατ' ουσίαν, χωρίς περαιτέρω έρευνα των βάσεων της αγωγής για ακύρωση της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω πλάνης και αντίθεσης αυτής ως προς τα χρηστά ήθη, δεδομένου ότι είχαν απορριφθεί ως μη νόμιμες, η πρώτη με την υπ' αριθμ. 7241/1999 και η δεύτερη με την υπ' αριθμ. 5675/1992 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και δεν είχαν μεταβιβασθεί ενώπιον του με λόγο έφεσης, απέρριψε την τελευταία (αγωγή). Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στο Εφετείο το σφάλμα, ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 308 και 309 ΚΠολΔ, αφενός μεν δέχθηκε ότι εσφαλμένως ανακλήθηκε με την υπ' αριθμ.7241/1999 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η υπ' αριθμ.5675/1992 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου ως προς την διάταξη του σκεπτικού της με την οποία είχε κριθεί ως μη νόμιμη η βάση της αγωγής για ακύρωση της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω αντιθέσεως αυτής στα χρηστά ήθη, καθόσον επρόκειτο περί μη οριστικής διατάξεως και επομένως δεκτικής ανακλήσεως, αφετέρου δε εσφαλμένως εξαφάνισε την υπ1 αριθμ. 7241/1999 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου ως προς την οριστική διάταξη αυτού με την οποία απορρίπτετο ως μη νόμιμη η βάση της αγωγής για ακύρωση της άνω συμβάσεως εγγυήσεως, λόγω πλάνης. Εξάλλου, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, σε ότι αφορά τις παραδοχές του, κατά τις οποίες εσφαλμένως η υπ' αριθμ. 7241/1999 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανακάλεσε την οριστική διάταξη της υπ' αριθμ. 5675/1992 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου περί μη νομιμότητας της βάσης της αγωγής για ακύρωση της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω αντιθέσεως αυτής στα χρηστά ήθη. Οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, που συνιστούν κατ' ορθή υπαγωγή αιτιάσεις για κήρυξη έκπτωσης από δικαίωμα, κατ' άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (όχι δε ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 308 και 309 ΚΠολΔ, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα με επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αφού οι διατάξεις αυτές, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο τους, διαλαμβάνουν κανόνες δικονομικού δικαίου, η παράβαση των οποίων, κατά τα προεκτεθέντα, δεν στοιχειοθετεί τους λόγους αυτούς αναιρέσεως), είναι αβάσιμοι. Και τούτο διότι: α) Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην υπ' αριθμ. 5675/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκτός από τις διατάξεις αυτής με τις οποίες διατάχθηκαν αποδείξεις για τις βάσεις της αγωγής για ακύρωση της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω απάτης και πλάνης, που ήταν μη οριστικές, στο σκεπτικό αυτής περιελήφθη διάταξη, με την οποία κρίθηκε, ότι η αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, δεν είναι νόμιμη ως προς την βάση της για ακύρωση της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω αντιθέσεως προς τα χρηστά ήθη, γι' αυτό και δεν τάχθηκαν αποδείξεις για την βάση αυτή. Στη διάταξη αυτή ρητώς γίνεται διάγνωση του κρίσιμου ζητήματος ως προς την νομική βασιμότητα της ως άνω βάσης της αγωγής, για την οποία με σαφήνεια αποφαίνεται το Δικαστήριο, κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφιβολίας, ότι αυτή είναι μη νόμιμη και εντεύθεν απορριπτέα, λόγος για τον οποίο και δεν τάχθηκαν αποδείξεις ως προς τη βάση αυτή.

Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, η άνω απόφαση, ως προς τη διάταξη της αυτή ήταν οριστική, και επομένως δεν μπορούσε να ανακληθεί με την μεταγενέστερη υπ' αριθμ. 7241/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, εφόσον δε, εκτός από την οριστική απόφαση, είχε προσβληθεί και η απόφαση αυτή ενώπιον του Εφετείου, μπορούσε το τελευταίο να κρίνει επί του ως άνω ζητήματος. Επομένως, οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, ως προς αυτό, είναι αβάσιμες. β) Όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 308 και 309 ΚΠολΔ ανακλήθηκε με την υπ' αριθμ. 7241/1999 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η υπ' αριθμ. 5675/1992 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου κατά την ως άνω οριστική διάταξη της τελευταίας, ακολούθως εξαφάνισε την υπ' αριθ. 7241/1999 απόφαση μόνο κατά το μέρος που αυτή είχε ανακαλέσει την άνω οριστική διάταξη της πρώτης απόφασης, αναφορικά με τη βάση της αγωγής που στήριζε το αίτημα της ακύρωσης της συμβάσεως εγγυήσεως ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη. Περαιτέρω όμως, παρά τη γενική διατύπωση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εξαφάνιση της υπ' αριθ. 7241/1999 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό αυτής, το Εφετείο, δεν εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση (7241/1999) και κατά το μέρος που με οριστική διάταξή της είχε απορρίψει ως μη νόμιμη τη βάση της αγωγής για ακύρωση της συμβάσεως εγγυήσεως λόγω πλάνης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ούτε και ερεύνησε αυτή, ενόψει του ότι είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη με την άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και δεν είχε μεταβιβασθεί ενώπιον του η υπόθεση με την έφεση που είχε ασκήσει η ήδη αναιρεσίβλητη, και ως προς τη βάση αυτή της αγωγής, εφόσον η τελευταία δεν είχε έννομο συμφέρον προς τούτο.

Συνεπώς, και κατά την αιτίαση αυτή, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την παραδοχή ότι στην πρώτη των παραπάνω αποφάσεων του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περιελήφθη οριστική διάταξη για το μη νόμιμο της αγωγής της, ως προς την βάση αυτής για ακύρωση της επίδικης συμβάσεως εγγυήσεως λόγω αντιθέσεως της στα χρηστά ήθη, και ότι εσφαλμένως συνεπεία τούτου ανακλήθηκε με τη δεύτερη απόφαση του ίδιου πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την βάση αυτή της αγωγής της, με συνέπεια, χωρίς να υπάρχει σφάλμα δικό της (αναιρεσείουσας), αλλά των δικαστηρίων, να κηρυχθεί έκπτωτη του δικαιώματός της αυτού και να στερηθεί έτσι των δικαιωμάτων που παρέχονται στους διαδίκους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, με τον τρόπο δε αυτό κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα, κατ' άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αφού παρά το νόμο την κήρυξε έκπτωτη του ως άνω δικαιώματός της. Υπό τα εκτιθέμενα όμως στην άνω αιτίαση πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετείται παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων του άρθρου 110 ΚΠολΔ, αφού η αναιρεσείουσα, ενόψει των όσων έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν στερήθηκε οποιουδήποτε δικαιώματός της έναντι του αντιδίκου της, ούτε αποκλείσθηκε του δικαιώματος παραστάσεως σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως και επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος επιτρέπει. Στην έννοια όμως των αποδεικτικών μέσων δεν περιλαμβάνονται οι αποφάσεις των ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις επί νομικών ζητημάτων, τις οποίες επικαλούνται οι διάδικοι για την ερμηνεία διατάξεως νόμου, ή τη λύση που έδωσαν επί νομικού ζητήματος σε άλλη νομική υπόθεση και επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται επί μη λήψεως υπόψη τέτοιου εγγράφου. (ΑΠ 93/1996, ΑΠ 1578/1990). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 του Συντάγματος να αιτιολογεί την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, αρκούσης προς τούτο της γενικής αναφοράς του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 416/1999, ΑΠ 796/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι, ενόψει των παραδοχών του, αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, καθώς και τους σχολιασμούς της σε επιστημονικό συμπόσιο που οργάνωσε το Ινστιτούτο Ελληνικής Συνταγματικής Ιστορίας και Συνταγματικής Επιστήμης, αναφορικά με την ερμηνεία διατάξεων του ελληνικού Συντάγματος, σχετικά με τις παραλείψεις των Τραπεζών να κάνουν την προσήκουσα δραστική ενημέρωση στους υποψήφιους εγγυητές, αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων της που περιέχονται στις υπ' αριθμ. 772/1993 και 94/2000 εισηγητικές εκθέσεις, οι οποίες συντάχθηκαν μετά την έκδοση των προαναφερόμενων προδικαστικών αποφάσεων του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της, μολονότι τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ενώπιόν του. Και σε ότι μεν αφορά την μη λήψη υπόψη της παραπάνω αλλοδαπής απόφασης και των σχολιασμών της στο άνω συμπόσιο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, το σχετικό έγγραφο δεν συνιστά αποδεικτικό μέσο, η μη λήψη υπόψη του οποίου μπορεί να ιδρύσει τον πιο πάνω λόγο, καθόσον αυτό προσκομίσθηκε για την ερμηνεία διατάξεων νόμου και τη λύση που έδωσε η άνω αλλοδαπή απόφαση επί νομικού ζητήματος άλλης υποθέσεως και όχι προς απόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Σε ότι δε αφορά τη μη λήψη υπόψη των καταθέσεων των μαρτύρων της που περιέχονται στις άνω εισηγητικές εκθέσεις, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όλα τα νομίμως προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων που περιέχονται στις παραπάνω εισηγητικές εκθέσεις, λήφθηκαν υπόψη, χωρίς καμιά αμφιβολία, από το Εφετείο, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και ουσιαστικής κρίσης της επίδικης διαφοράς, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ειδική μνεία και αναφορά των άνω εισηγητικών εκθέσεων και των μαρτυρικών καταθέσεων όλων των μαρτύρων που περιέχονται σ' αυτές, καθώς και σχολιασμός ως προς τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων αναφορικά με την γνώση τους για τις συνθήκες υπογραφής από την αναιρεσείουσα της επίμαχης συμβάσεως εγγυήσεως, που αποτέλεσε αντικείμενο των αγωγικών ισχυρισμών της.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως. Δεν αποτελούν επίσης έγγραφα εκείνα που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι αποφάσεις των ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις επί νομικών ζητημάτων, τις οποίες επικαλούνται οι διάδικοι για την ερμηνεία διατάξεως νόμου, ή τη λύση που έδωσαν επί νομικού ζητήματος σε άλλη νομική υπόθεση. Κατ' ακολουθία των ως άνω εκτεθέντων, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τόσον κατά το μέρος που η πλημμέλεια αυτή αναφέρεται στην παραμόρφωση των μνημονευόμενων στην προηγούμενη σκέψη εισηγητικών εκθέσεων ως προς τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας που περιέχονται σ' αυτές, όσον και κατά το μέρος που αναφέρεται στην προρρηθείσα απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, οι ως άνω εισηγητικές εκθέσεις, ως προς τις περιεχόμενες σ' αυτές μαρτυρικές καταθέσεις δεν συνιστούν έγγραφα, αλλά ίδια αποδεικτικά μέσα, ενώ η άνω απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη πραγματικού ισχυρισμού.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6611/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ