Legislator Case Law & Legislation
358/2009 AI generated

358/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 358/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Legislator headnote

AI generated

358/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): προκύπτει ότι, από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 358 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 358/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1645/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5113/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-7-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 15-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Τούτο συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Εντεύθεν, προκειμένου περί αγωγής αποζημιώσεως που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, την οποία συνιστά και η κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της ΟΤΕ ΑΕ, παράλειψη προαγωγής και τοποθετήσεως μισθωτού της σε κενή οργανική θέση υποδιευθυντή, στην οποία προήγαγε και τοποθέτησε άλλον, με υποδεέστερα προσόντα, συνάδελφο του, η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του παραλειφθέντος μισθωτού με την οποία ζήτησε την επιδίκαση άλλης απαίτησης του με βάση την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή την αδικοπραξία του εργοδότη του, αποτελεί ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και την υπαιτιότητα του εργοδότη, δεδικασμένο στη νέα δίκη, ως ( προδικαστικό ζήτημα της φερόμενης με αυτή προς διάγνωση έννομης σχέσης.

Εξάλλου, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΤΕ που λήφθηκε στην με αριθμό ...... συνεδρίαση του, χορηγήθηκε "από 1-8-1997 επίδομα ανωτάτου προσωπικού από 75000 μηνιαίως, στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή και Υποδιευθυντή που κατέχει ή κατείχε θέση Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης Υποδιεύθυνσης και άνω, τουλάχιστον για ένα (1) ΈΤΟΣ, ...".

Σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, προϋποθέσεις για τη χορήγηση του συγκεκριμένου επιδόματος, το οποίο με την ίδια χαρακτηρίσθηκε ότι αποτελεί τακτικές αποδοχές και το οποίο στη συνέχεια καταργήθηκε από 1-4-1999 με την εφαρμογή του καθιερωθέντος με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ νέου μισθολογίου, είναι α) βαθμός Διευθυντή ή Υποδιευθυντή και β) κατοχή θέσης Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης και άνω κατά το χρόνο χορήγησης του ή κατά το παρελθόν, τουλάχιστον για ένα έτος.

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980 η με τελεσίδικη δικαστική απόφαση αναγνώριση προαγωγής υπαλλήλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε βαθμό στον οποίο δικαιούται να προαχθεί βάσει του διέποντας την εργασιακή σχέση κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης, λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου ότι η προαγωγή του πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε κατά την απόφαση να προαχθεί.

Τέλος, με τις , διατάξεις της από 17-4-1995 ΕΣΣΕ μεταξύ ΟΤΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, οι οποίες έχουν κανονιστική ισχύ, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ σχετικά με τη διαδικασία πληρώσεως των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής στάθμης τομέα και άνω και ορίσθηκε ειδικότερα ότι η πλήρωση των θέσεων αυτών πραγματοποιείται α) με προκήρυξη των οικείων θέσεων β) με βάση τα αναφερόμενα ενδεικτικά κριτήρια, βαθμολογούμενα με συντελεστή βαρύτητας που προσδιορίζονται κατά περίπτωση και γ) με υποβολή μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα πέντε ημερών σχετικής αιτήσεως με βιογραφικό σημείωμα από μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων.

Ορίζεται περαιτέρω ότι η αξιολόγηση του προσωπικού γίνεται από τα προσδιοριζόμενα κατά περίπτωση όργανα του εργοδότη, ότι η σειρά κατάταξης των επιλεγομένων είναι υποχρεωτική για τον Οργανισμό και τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, ότι η τοποθέτηση στη θέση ευθύνης του προσωπικού που επιλέχθηκε γίνεται για διετή θητεία η οποία μπορεί να παραταθεί και ότι το προσωπικό με βαθμό τομεάρχη, υποδιευθυντή και διευθυντή που δεν υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή του στην προκήρυξη της θέσης ή δεν επιλέχθηκε γι' αυτή τοποθετείται ως στέλεχος σε τομέα, υποδιεύθυνση η διεύθυνση αντίστοιχα και εκτελεί ειδικό έργο το οποίο προσδιορίζεται κατά περίπτωση με εγκύκλιο του Διευθύνοντα Συμβούλου και τη σύμφωνη γνώμη της ΟΜΕ-ΟΤΕ.

Οι ρυθμίσεις αυτές που προϋπήρξαν της παραπάνω αποφάσεως του Δ.Σ. του ΟΤΕ, δεν μεταβάλλουν τις προϋποθέσεις του με αυτή χορηγηθέντος επιδόματος ανωτάτου προσωπικού, η χορήγηση του οποίου δεν εξαρτήθηκε από το αν η επί ένα τουλάχιστον χρόνο κατοχή της θέσης προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης και άνω συμπίπτει με το χρόνο ισχύος της από 17-4-1995 ΕΣΣΕ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Aθηνών και όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη με αριθ. 5113/2005 απόφασή του δέχθηκε, ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγόμενη ΟΤΕ ΑΕ (τώρα αναιρεσίβλητη) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας την 22-10-1975 ως υπάλληλος με τον βαθμό ΠΥ2/?-ΤΛ του κλάδου Τηλεπικοινωνιακών Μηχανικών και εξελίχθηκε μέχρι του βαθμού του Υποδιευθυντή, στον οποίο προήχθη αναδρομικά από 1-1-1993 με την 7699/2001 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του με αντικείμενο την κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης παράλειψη προαγωγής του από τον βαθμό του τομεάρχη στον βαθμό του Υποδιευθυντή και αποζημίωση του λόγω απώλειας του επιδόματος ευθύνης θέσης κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1993 - 31/5/1995, ότι ειδικότερα με την ως άνω εφετειακή απόφαση κρίθηκε τελεσίδικα α) ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Υποδιευθυντή με αρχαιότητα από 1-1-1993 και β) ότι εάν δεν μεσολαβούσε η εκ μέρους της εναγομένης παράνομη και υπαίτια παράλειψη προαγωγής του με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα είχε τοποθετηθεί σε θέση προϊσταμένου υπηρεσίας στάθμης Υποδιεύθυνσης και θα ελάμβανε το επίδικο τότε επίδομα ευθύνης θέσης Υποδιεύθυνσης κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1993 -31/5/1995, ότι το Δ.Σ.

της εναγομένης με την ...... απόφαση του ενέκρινε την χορήγηση από 1-8-1997 επιδόματος ανωτάτου προσωπικού ποσού 75.000 δρχ. μηνιαίως στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή ή Υποδιευθυντή που κατέχει ή κατείχε θέση Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας Στάθμης Υποδιεύθυνσης και άνω τουλάχιστον για 1 έτος, ότι το ποσό του επιδόματος ορίζεται σταθερό, δεν αναπροσαρμόζεται με τις γενικές ή οποιεσδήποτε άλλες αυξήσεις αποδοχών, αποτελεί τακτικές αποδοχές και λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό της ΑΤΑ, του οικογενειακού επιδόματος καθώς και των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος κανονικής αδείας, ότι μετά την εφαρμογή της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ/ΟΤΕ το επίδομα αυτό από 1-6-1999 ενσωματώθηκε στις οικείες μισθολογικές βαθμίδες κατά την εφαρμογή του νέου μισθολογίου, ότι το δεδικασμένο που έχει παραχθεί από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε για την προγενέστερη αγωγή του ενάγοντος δεν καλύπτει τις αξιώσεις της ένδικης μεταγενέστερης αγωγής του, αφού ο χρόνος και τα πραγματικά γεγονότα που διαλαμβάνονται στην ως άνω εφετειακή απόφαση είναι διαφορετικά από αυτά της κρινόμενης υπόθεσης, στην οποία για την χορήγηση του επιδίκου επιδόματος απαιτείται ο υπάλληλος να κατέχει ή να κατείχε πραγματικά θέση προϊσταμένου υπηρεσίας στάθμης υποδιεύθυνσης, ενώ το απορρέον από την προαναφερθείσα απόφαση δεδικασμένο καταλαμβάνει την υπό τις τότε περιστάσεις πιθανή και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πλασματική τοποθέτηση του ενάγοντος σε αντίστοιχη θέση για την απόληψη της επιδόματος εκείνης της χρονικής περιόδου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κρίνοντας, ύστερα από έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, επί αγωγής του αναιρεσείοντος εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε την σχετική αγωγή του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο (α) παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρ. 12 ν. 1082/1980, 297,298 Α.Κ.

και (β) παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς τις προϋποθέσεις απόληψης του επιδίκου επιδόματος από την 7699/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθόσον τα περιστατικά που κρίθηκαν με αυτήν, δηλαδή ότι η παράληψη προαγωγής του αναιρεσιβλήτου στον βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1993 οφείλεται σε αδικοπραξία των οργάνων της αναιρεσείουσας, εντεύθεν δε η κατοχή απ' αυτόν θέσης προϊσταμένου στάθμης υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης από 1/1/1993 - 31/5/1995, αποτελούν το νομικό ζήτημα που πρέπει να κριθεί και στην παρούσα δίκη για την επιδίκαση ως αποζημίωσης (διαφυγόντος κέρδους) του παραπάνω επιδόματος.

Επομένως, πρέπει (α) κατά παραδοχή ως βάσιμης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά τον μοναδικό λόγο της ως προς αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθ. 1 και 16 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ., ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, (β) να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόσαν την απόφαση αυτή δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρ. 580§3 Κ.Πολ.Δ.) και (γ) να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5113/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία προσδιορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ