Legislator Case Law & Legislation
357/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment due to insufficient evidence of damages in the original claim.

Case Number 357/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the driver and insurance company against the lower court's judgment ordering them to pay compensation to the victim's family. The appellant argued that the original claim lacked precise data on the deceased's income and the wife's specific needs, rendering the damages calculation arbitrary. The court rejected this, finding the original complaint contained all necessary elements regarding income, family needs, and the deceased's contribution to the household, thus validating the lower court's assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment in a liability case is inadmissible if the original complaint sufficiently substantiated the claim with complete data on income and family needs, rendering the appellate court's review unnecessary.

Keywords

AI generated
civil appeal admissibility insurance liability judgment traffic accident damages insufficient evidence appeal code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 paragraph 1b of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 357 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 357/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... ΑΕΓΑ" (πρώην "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Νταραντάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ασφαλιστικού οργανισμού κοινής ωφελείας με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στη Στουτγκάρδη Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Ταμπαλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 712/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3674/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 01-11-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. ...2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3674/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών([άρθρ.614 αριθμ. 6 του ΚπολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ).

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.). 2. Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τη διαδικαστική πορείας της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το ενάγον, ήδη αναιρεσίβλητο, καθ' υποκατάσταση στα δικαιώματα λήπτριας ασφάλισης για ζημίες από αυτοκινητικό ατύχημα, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 08-02-2016 (ΓΑΚ. 22955/2016) αγωγή του, κατά του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, υπαίτιου του ατυχήματος, συνεπεία του οποίου υποχρεώθηκε τούτο και κατέβαλε αποζημίωση στην ασφαλισμένη του, και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ζητώντας να υποχρεωθεί να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρο, το ποσό των 43.852,33 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, άλλως εφάπαξ το ποσό των 14.201,05 ευρώ που κατέβαλε αυτό στην ασφαλισμένη του, με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και το ποσό των 29.651,25 ευρώ σε περιοδικές μηνιαίες δόσεις κατά το πρώτο τριήμερο κάθε μήνα, με τους νόμιμους τόκους επιδικίας από την επομένη καθυστέρησης καταβολής κάθε επιμέρους δόσης.

Επικουρικά, ζήτησε τα ως άνω ποσά με βάση σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, ενώ ζήτησε να αναγνωρισθεί η έννομη σχέση που συνδέει αυτό και τη χήρα του ασφαλισμένου του στο πλαίσιο της κοινωνικής ασφάλισης, από την οποία απορρέει η υποχρέωσή του για καταβολή σύνταξης σε αυτήν, προς αποκατάσταση της διατροφής που στερήθηκε από το θάνατο του συζύγου της, ασφαλισμένου της, ποσά τα οποία μετά βεβαιότητος θα προκύψουν μελλοντικά.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 712/2018 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το καθένα στο ενάγον το ποσό των 14.201,05 ευρώ με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Επί της από 21-2-2020 (ΓΑΚ: ...) έφεσης που άσκησαν κατά της ως άνω απόφασης οι αναιρεσείοντες, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3674/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Κατά της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 01-11-2021 αναίρεση, 3. Κατά το άρθρο 25 Α.Κ.

οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη και αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Κατά δε το άρθρο 26 του ίδιου Κώδικα οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, όταν στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία υποκαθίσταται από τον νόμο φορέας κοινωνικής ασφάλισης ή αλλοδαπό δημόσιο ή τρίτος γενικά, που έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει και ικανοποίησε το δανειστή, η νόμιμη υποκατάσταση τούτου στα δικαιώματα του δανειστή, εάν δεν υπάρχει άλλη συμβατική δέσμευση της πολιτείας, διέπεται, όχι από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για νόμιμη εκχώρηση της απαίτησης, η δε αξίωση του τρίτου έχει άμεσο έρεισμα το νόμο και δεν απορρέει από την αδικοπραξία, αλλά από το δίκαιο που διέπει τη σχέση στην οποία στηρίζεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον τρίτο, δηλαδή το δίκαιο που διέπει τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης ή τη σχέση της δημόσιας υπηρεσίας με το δανειστή και γενικά τη σχέση η οποία στηρίζει την υποκατάσταση του τρίτου στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία.

Το δίκαιο αυτό θεωρούμενο ως Lex causae της υποκατάστασης θα εφαρμοστεί, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 19/1995, Α.Π. 684/2011). Η εφαρμογή όμως του δικαίου τούτου τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι δεν υπάρχει διμερής σύμβαση, με την οποία ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα. Τέτοια διμερής σύμβαση έχει συναφθεί μεταξύ Ελλάδος και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ειδικότερα, η από 28.3.1962 Ελληνογερμανική Σύμβαση περί Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 4259/1962 και απέκτησε ισχύ νόμου.

Κατά το άρθρο 53 του ανωτέρω ν.δ., όταν πρόκειται για αξίωση αποκατάστασης προκληθείσας βλάβης, για την οποία ο παθών δικαιούται, κατά τη νομοθεσία ενός των συμβαλλομένων μερών, να στραφεί κατά τρίτου υπόχρεου, ο τελευταίος υποκαθίσταται στην αξίωση του παθόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τον υπόχρεο.

Επομένως, εφόσον ασκείται αξίωση γερμανικού ασφαλιστικού φορέα είναι εφαρμοστέο το γερμανικό δίκαιο. Η ρύθμιση αυτή, η οποία επικαλύπτεται από το άρθρο 93 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους, που διακινούνται εντός της Κοινότητας, σύμφωνα με το οποίο: "Αν δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους χορηγούνται παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα τυχόν δικαιώματα του οφειλέτου φορέα έναντι του τρίτου, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας, ρυθμίζονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

α) όταν ο φορέας οφειλέτης υποκαθιστά, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ` αυτόν, τον δικαιούχο στα δικαιώματα, τα οποία αυτός έχει έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος, β) όταν ο φορέας οφειλέτης έχει άμεσο δικαίωμα έναντι του τρίτου, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό, τούτο έχει την έννοια ότι, εφόσον συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις του νόμου και ο ασφαλισμένος δικαιούται αποζημίωση από τον υπαίτιο για την προκληθείσα σε βάρος του ζημία, η απαίτηση αυτή του ασφαλισμένου μεταβιβάζεται στον ανωτέρω φορέα της ασφαλίσεως στο μέτρο, κατά το οποίο αυτός οφείλει να προβεί σε παροχές προς το δικαιούχο της αποζημίωσης.

Με την C-397/1996 απόφαση της Ολομέλειας (...), το ΔΕΚ ερμήνευσε την ως άνω πρόβλεψη του Κανονισμού ως κανόνα άρσεως συγκρούσεως νόμων, που επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει αγωγή αποζημιώσεως κατά του προκαλέσαντος τη ζημία, την υποχρέωση να εφαρμόσει τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας, όχι μόνο για να προσδιορίσει, αν ο φορέας αυτός υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα, αλλά και για να προσδιορίσει τη φύση και το περιεχόμενο των απαιτήσεων, στις οποίες υποκαθίσταται ο οφειλέτης φορέας.

Επομένως, τόσο ο υποκατασταθείς οφειλέτης φορέας, όσο και τα εθνικά δικαστήρια κάθε κράτους μέλους οφείλουν να εφαρμόζουν τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας. Από την άλλη το άρθρο 93 παρ. 1 στοιχ. α` του ως άνω Κανονισμού δεν αποβλέπει στο να τροποποιήσει τους κανόνες, βάσει των οποίων προσδιορίζεται, αν και κατά πόσο θεμελιώνεται η εξωσυμβατική ευθύνη του τρίτου, που προκάλεσε τη ζημία.

Το ζήτημα της ευθύνης του τρίτου εξακολουθεί να διέπεται από τους ουσιαστικούς κανόνες, που οφείλει καταρχήν να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε το θύμα ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, δηλαδή, καταρχήν, από τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία. Εντεύθεν προκύπτει ότι τα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, καθώς και οι προϋποθέσεις άσκησης αγωγής αποζημίωσης ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία, προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.

Στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 4(2) του πέμπτου βιβλίου του γερμανικού κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (SGB V) το αναιρεσίβλητο αποτελεί, ένα από τα προβλεπόμενα από το νόμο αυτοδιοικούμενα ασφαλιστικά ταμεία και αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης υγείας (Α.Π. 736/2019). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 116 του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων SGB/Χ ορίζεται ότι "...αξίωση αποζημίωσης που βασίζεται σε διάταξη νόμου, μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό φορέα ή τον φορέα κοινωνικής πρόνοιας, στο βαθμό, που αυτός εξαιτίας του ζημιογόνου γεγονότος υποχρεούται σε κοινωνικές παροχές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την αποκατάσταση της ζημίας αυτού του είδους και αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, για το οποίο ο ζημιώσας οφείλει να καταβάλει αποζημίωση.

Σε αυτές συγκαταλέγονται και οι εισφορές, που πρέπει να καταβληθούν για κοινωνικές παροχές...".Περαιτέρω, κατά το άρθρο 119 παρ.1 του ως άνω Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων -SGB/Χ ορίζεται ότι "...εφόσον η αξίωση αποζημιώσεως ενός υποκειμένου στην υποχρεωτική ασφάλιση ασφαλισμένου περιλαμβάνει και την αξίωση αποζημίωσης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό φορέα".

Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "αν ο ζημιωθείς ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένος κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος, οι εισπραχθείσες ασφαλιστικές εισφορές ή τμήματα εισφορών θεωρούνται ως υποχρεωτικές εισφορές της συνταξιοδοτικής ασφάλισης. Με τη μεταβίβαση της αξίωσης προς αποζημίωση των εισφορών ο ασφαλισμένος στην κοινωνική ασφάλιση δεν επιτρέπεται να βρεθεί σε χειρότερη θέση εκείνης στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε γίνει η μεταβίβαση".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Γερμανικού δικαίου, που εφαρμόζεται ως προς την αξίωση αυτοδίκαιης υποκατάστασης εκ του νόμου του Φορέα, προκύπτει ότι η υποκατάσταση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου, εφόσον βεβαίως του κατέβαλε παροχές, ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 116 του δέκατου βιβλίου του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (SGB Χ), που αφορά όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, άρα και το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο.

Η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου. Η αξίωση αποζημίωσης είναι άμεση και ευθεία κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση τρίτου. Για τα ποσά, που επέρχεται υποκατάσταση, ο ασφαλισμένος δεν νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά να ασκήσει αξίωση αποζημίωσης κατά του υπόχρεου. Η έκταση της υποκατάστασης συναρτάται από την υποχρέωση του φορέα να καταβάλει παροχές προς τον ασφαλισμένο του.

Το καθοριστικό γεγονός είναι ότι ο φορέας έχει εκ του νόμου την υποχρέωση να καταβάλλει παροχές και όχι πότε θα τις καταβάλει. Δεν πρόκειται δηλαδή για υποκατάσταση ως προς συγκεκριμένες παροχές. Αυτές μπορεί να καταβληθούν μέσα σε χρονικό διάστημα ακόμη και δεκαετιών. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 118 SGB Χ το Δικαστήριο, το οποίο καλείται να κρίνει μια υπόθεση ασφαλιστικής υποκατάστασης του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου ζημιώσαντος, δεσμεύεται από την απόφαση του φορέα για το ζήτημα, κατά πόσον είχε υποχρέωση να καταβάλει τις παροχές, τις οποίες κατέβαλε (ΑΠ 1906/24,Α.Π. 999/2021). 4.

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π. 49/2019, Α.Π. 199/2018, Α.Π. 147/2018, Α.Π. 349/2014). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει το σύννομο της αγωγής αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα πράγματι ο νόμος απαιτεί ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Η τυχόν περαιτέρω ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που ανάγεται στην παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία εξειδικεύουν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε το τελευταίο, ως λογικό επακόλουθό τους, να είναι σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμός 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 339/2020, Α.Π. 566/2018, Α.Π. 1592/2014, Α.Π. 320/2016, Α.Π. 1182/2012).

5. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ., οι αναιρεσείοντες (οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ασφαλιστική εταιρεία) αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων του ελληνικού δικαίου των άρθρων 914 και 298 του Α.Κ και των διατάξεων του γερμανικού νόμου για την κοινωνική ασφάλιση (SGB) παράγραφοι 116 και 119, του άρθρου 93 παρ. 1 του Κανονισμού {ΕΟΚ} 1408/1971, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ως νόμω βάσιμη την κρινόμενη αγωγή του αναιρεσίβλητου, αντί να την απορρίψει ως νόμω αβάσιμη, καθόσον, σύμφωνα με τις αιτιάσεις τους, ο οφειλέτης φορέας μπορεί να υποκατασταθεί μόνο στα προσδιορισθέντα με βάση τη νομοθεσία του τόπου, όπου τελέσθηκε η αδικοπραξία δικαιώματα, ήτοι με βάση το ελληνικό δίκαιο και όχι το εφαρμοσθέν γερμανικό δίκαιο.

Ότι περαιτέρω, κατά την κατ' ουσίαν εκτίμηση της διαφοράς, αντί να ερευνήσει ποία ήταν η ζημία της συζύγου του ασφαλισμένου στον Γερμανικό φορέα, στα δικαιώματα, στα οποία υποκαταστάθηκε αυτός μετά την προς αυτήν καταβολή συνταξιοδοτικών παροχών, έκρινε ότι το αποκαταστατέο δικαίωμα του Γερμανικού φορέα συνίσταται όχι στο ποσό της επελθούσης ζημίας, αλλά στα ποσά που κατέβαλε ο ίδιος και του επεδίκασε τα εν λόγω ποσά που ζητούσε με την αγωγή του, παρά το ότι σύμφωνα με τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ο οφειλέτης φορέας μπορεί να υποκατασταθεί μόνο στα προσδιορισθέντα με βάση τη νομοθεσία του τόπου που τελέστηκε η αδικοπραξία δικαιώματα και μία υποκατάσταση, όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 93 παρ. 1 στοιχ.

α του Κανονισμού, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τη χορήγηση στον δικαιούχο των παροχών, πρόσθετων δικαιωμάτων έναντι τρίτων. 6. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τα ερευνώμενα ζητήματα με τους συναφείς αναιρετικούς λόγους, αφού έκρινε, ότι η ένδικη αξίωση θεμελιώνεται στο γερμανικό δίκαιο, ακολούθως δέχθηκε τα ακόλουθα:

Στις 14-06-2014 και περί ώρα 07.15 ο Ι. Μ. κινείτο στο 1,2ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς Αγροσυκιά, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα. H οδός αυτή στην εν λόγω χιλιομετρική θέση έχει πλάτος 9 μέτρα, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία με ανωφέρεια και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 90 χιλ/ώρα.

Κατά τον παραπάνω χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... I.X.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία κινούνταν σε ανώνυμη δημοτική οδό, η οποία διασταυρώνεται εκ δεξιών με την ανωτέρω επαρχιακή οδό σε σχέση με την.

πορεία των οχημάτων που κινούνταν επί της επαρχιακής οδού. Στη διασταύρωση των ανωτέρω οδών υπήρχε τοποθετημένη πινακίδα Κ-28δ, για τα οχήματα που κινούνταν επί της ανώνυμης δημοτικής οδού, με βάση την οποία οι κινούμενοι επί της ανώνυμης αυτής οδού οφείλουν να παραχωρήσουν προτεραιότητα στα κινούμενα επί της επαρχιακής οδού οχήματα.

Ο πρώτος εναγόμενος φθάνοντας στη συμβολή των ανωτέρω οδόν, αντί να ακινητοποιήσει το όχημά του προ τής διασταύρωσης και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα επί της ανωτέρω επαρχιακής οδού οχήματα, εισήλθε στη διασταύρωση με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί το δίκυκλο που οδηγούσε ο Ι. Μ. με το όχημά του και να τραυματισθεί θανάσιμα ο τελευταίος ο οποίος υπέστη αυχενική και θωρακική κάκωση.

Με βάση με τα παραπάνω αποκλειστικά υπαίτιος για το θανάσιμο τραυματισμό τον Ι. Μ. ήταν ο πρώτος εναγόμενος. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η υπ' αριθμ. 115/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών η οποία εκδικάστηκε κατόπιν της από 199-2014 αγωγής της συζύγου του θανόντος, τέκνων του και αδελφών του κατά των εναγομένων της υπό κρίσης αγωγής.

H κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με την έφεση και ως εκ τούτου δεν ερευνάται. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών, που έως το έτος 2000, κατοικούσε στην Γερμανία μαζί με την σύζυγό του, Ε. Μ. και τα τέκνα του, ήταν ασφαλισμένος για συνταξιοδότηση, λόγω προηγούμενης απασχολήσεως του, ασφαλισμένος στον ενάγοντα, ασφαλιστικό συνταξιοδοτικά φορέα, με αριθμό ....

Το ποσό της σύνταξης που του κατέβαλλε ο εν λόγω συνταξιοδοτικός φορέας ανέρχονταν σε 996,82 ευρώ, μηνιαίως και δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε άλλα εισοδήματα. Τα δε εισοδήματα της συζύγου του ανέρχονταν σε 726,17 ευρώ. Από το έτος 2000 κατοικούσε με την σύζυγό του στα Γιαννιτσά και οι βιοτικές τους ανάγκες ανέρχονταν σε 1.000,00 ευρώ, μηνιαίως και συνεπώς η υποχρέωση συνεισφοράς αυτού ανέρχονταν σε 600,00 ευρώ, μηνιαίως, της δε συζύγου του σε 400,00 ευρώ, μηνιαίως.

Λόγω του θανάτου του ο ενάγων κατέβαλε σύνταξη και ασφαλιστικές εισφορές στη σύζυγό του Ε. Μ. προς κάλυψη της ζημίας της που υπέστη από τη στέρηση διατροφής λόγω του θανάτου του ασφαλισμένου του. Ειδικότερα κατέβαλε από 1-7-2014 έως 30-9-2014 για σύνταξη το ποσό των 1.013,47 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των (3 μήνες X 1.013,47 ευρώ) 3.040,41 ευρώ, από 1-10-2014 έως 31-12-2014 για σύνταξη το ποσό των 608,08 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των (3 μήνες X 608,08 ευρώ) 1.824,24 ευρώ, από 1-1-2015 έως 30-6-2015 για σύνταξη το ποσό των 608,08 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των (6 μήνες X 608,08 ευρώ) 3.648,48 ευρώ, από 1-7-2015 έως 31-1-2016 για σύνταξη το ποσό των 620,84 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των (7 μήνες X 620,84 ευρώ) 4.345,88 ευρώ, από 1-7-2014 έως 30-9-2014 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση φροντίδας ποσοστό 2,05% επί τον συνόλου της σύνταξης για το διάστημα αυτό (3.040,41 ευρώ) και συνολικά το ποσό των 62,33 ευρώ, από 1-10-2014 έως 31-12-2014 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση φροντίδας ποσοστό 2,5 °/ο επί του ποσού της σύνταξης για το διάστημα αυτό (1.824,24 ευρώ) και συνολικά το ποσό των 37,40 ευρώ, από 1-1-2015 έως 30-6-2015 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση φροντίδας ποσοστό 2,35% επί του ποσού της σύνταξης για το διάστημα αυτό (3.648,48) και συνολικά το ποσό των 85,74 ευρώ, από 1-7-2015 έως 31-1-2016 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση φροντίδας ποσοστό 2,35% επί τον ποσού της σύνταξης για το διάστημα αυτό (4.345,88) και συνολικά το ποσό των 102,13 ευρώ, από 1-7-2014 έως 30-9-2014 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση ασθενείας ποσοστό 8,20% επί του ποσού της σύνταξης για το διάστημα αυτό (3.040,41) και συνολικά το ποσό των 249,31 ευρώ, από 1-10-2014 έως 31-12-2014 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση ασθενείας ποσοστό 8,20% επί του ποσού της σύνταξης για το διάστημα αυτό (1.824,24) και συνολικά το ποσό των 149,59 ευρώ, από 1-1-2015 έως 30-6-2015 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση ασθενείας ποσοστό 8,20% επί του ποσού της σύνταξης για το διάστημα αυτό (3.648,48) και συνολικά το ποσό των 299,18 ευρώ, από 1-7-2015 έως 31-1-2016 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση ασθενείας ποσοστό 8,20% επί του ποσού της σύνταξης για το διάστημα αυτό (4.345,88) και συνολικά το ποσό των 356,36 ευρώ.

Συνεπώς κατέβαλε το συνολικό ποσό των 14.201,05 ευρώ για την ανωτέρω αιτία για το χρονικό διάστημα 1-7-2014 έως 31-1-2016. Ως προς το ποσό αυτό ο ενάγων υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στις αξιώσεις αποζημίωσης της χήρας του ασφαλισμένου της, Ε. Μ., κατά τα άρθρα 116 και 119 του Κοινωνικού Ασφαλιστικού Κώδικα βιβλίο X του γερμανικού δικαίου, έναντι των εναγομένων και ως εκ τούτου ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ενώ οι εναγόμενοι νομιμοποιούνται παθητικά.

Το δε γεγονός ότι ο ενάγων κατέβαλε πριν το ατύχημα στον ασφαλισμένο του σύνταξη γήρατος, δεν ασκεί επιρροή στην βασιμότητα της αγωγής, καθώς η καταβολή της ανωτέρω σύνταξης χηρείας στην χήρα αυτού είναι απότοκος του, συνεπεία του ατυχήματος, θανάτου τον ασφαλισμένου του και αποσκοπεί στην ανόρθωση της ζημίας αυτής από την στέρηση διατροφής, που θα της παρείχε ο σύζυγός της, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων έως τις 31-1-2016, εάν δεν μεσολαβούσε το επίδικο ατύχημα, με βάση την ηλικία του (79 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι συναφείς λόγοι έφεσης. Περαιτέρω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχουν περιστάσεις από τις οποίες να προκύπτει ότι ευλόγως οι εναγόμενοι αντιδίκησαν και συνακόλουθα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας το σxετικό αίτημα σιωπηρά, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός (τελευταίος) λόγος έφεσης των εναγομένων.

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη...." 7. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ερμήνευσε ορθά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 914 του ΑΚ και των προαναφερόμενων διατάξεων του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης 116 και 119 του SGB, περί αυτοδίκαιης εκ του νόμου υποκατάστασης που εφάρμοσε, κρίνοντας ως νόμω βάσιμη την αγωγή, ενώ στη συνέχεια ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και τα οποία πληρούσαν το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ευθέως ως προς τον προσδιορισμό της ζημίας του ενάγοντα Φορέα και την ενεργητική νομιμοποίηση αυτού να την αξιώσει.

Ειδικότερα το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ως προς τον προσδιορισμό της ζημίας που υπέστη το αναιρεσίβλητο, για την επιδίκαση της θετικής ζημίας του ενάγοντα Φορέα από παροχές σύνταξης χηρείας, τις οποίες έχει καταβάλει στην χήρα του άμεσα ασφαλισμένου του θύματος, εξαιτίας του τροχαίου δυστυχήματος.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι σύμφωνα με το άρθρο 93 του Κανονισμού 1408/1971 του Συμβουλίου της ΕΟΚ (ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης), το άρθρο 53 του Νδ/τος 4259/1962 της διμερούς ελληνογερμανικής σύμβασης, τα άρθρα 15 και 25 του Κανονισμού της ΕΚ- Ρώμη

ΙΙ και αυτά, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 116 και 119 του Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης -SGB της Γερμανίας, οι οποίες αναγνωρίζονται από το Ελληνικό Δίκαιο με βάση την ελληνογερμανική σύμβαση, ο αναιρεσίβλητος Φορέας, υποκαθίσταται αυτοδικαίως εκ του νόμου στα δικαιώματα του άμεσα ασφαλισμένου του κατά τη στιγμή της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (τροχαίο δυστύχημα) ή σε περίπτωση θανάτου του, στα δικαιώματα των κληρονόμων του άμεσα ασφαλισμένου, που έλκουν τα δικαιώματά τους από αυτόν, όπως στην ένδικη υπόθεση η νόμιμη σύζυγος του θύματος, η οποία εκ του νόμου είχε δικαίωμα διατροφής έναντι του συζύγου της, όσο αυτός ζούσε, την οποία απώλεσε, εξαιτίας του θανάτου του στο τροχαίο δυστύχημα και ειδικότερα, ότι ο Φορέας υποκαθίσταται εκ του νόμου αυτοδικαίως στις παροχές, που έχει καταβάλει από την αιτία αυτή και ότι επομένως, νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί και να αξιώσει τις ανωτέρω παροχές κατά των προσώπων, που είναι υπόχρεοι κατά το Ελληνικό Δίκαιο για την αποκατάσταση της ζημίας, που επήλθε από την ασφαλιστική περίπτωση (τροχαίο δυστύχημα) και στην ένδικη υπόθεση κατά των αναιρεσειόντων, οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου.

Επίσης, το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δέχθηκε ότι οι παροχές αυτές προς τη χήρα αποτελούν τη ζημία, που υπέστη ο αλλοδαπός Φορέας, η οποία προσδιορίστηκε με την απόφαση συνταξιοδότησης χηρείας και οφείλεται αποκλειστικά στο τροχαίο δυστύχημα λόγω της στέρησης των υπηρεσιών διατροφής του θύματος προς αυτήν και ότι μετά την αυτοδίκαιη εκ του νόμου υποκατάσταση του αλλοδαπού Φορέα στην αξίωση του άμεσα ασφαλισμένου του ή των κληρονόμων αυτού, οι τελευταίοι (όπως στην ένδικη υπόθεση η νόμιμη σύζυγος του θύματος) παύουν αυτοδικαίως να είναι δικαιούχοι της αξίωσης αυτής, της οποίας πλέον μοναδικός δικαιούχος είναι ο Φορέας και ότι συνεπεία αυτής της υποκατάστασης εκ του νόμου, ο Φορέας δικαιούται να αξιώσει τις παροχές, που έχει καταβάλει στην χήρα του ασφαλισμένου του, σύμφωνα με τα παραστατικά, που είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και αφορούσαν τη θετική ζημία, που είχε υποστεί.

Οι παραδοχές αυτές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και επομένως, όσα αντίθετα, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον 1ο αναιρετικό λόγο για την ευθεία παραβίαση των εφαρμοσθέντων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.

8. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ., οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με αυτή παρά το νόμο δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη η υπό κρίση αγωγή λόγω, κατά τη δέουσα εκτίμηση του αναιρετικού αυτού λόγου, ποσοτικής αοριστίας της.

Ειδικότερα, διότι ο αναιρεσίβλητος προέβη σε αόριστο υπολογισμό της σύνταξης χηρείας προς τον σύζυγο του θανόντα, με βάση την συνεισφορά της στην οικογένεια και των αναγκών διαβίωσης, επιπροσθέτως δε διότι δεν αναφέρεται η πηγή εισοδημάτων της συζύγου καθώς επίσης ότι ελλείπει παντελώς ο ακριβής υπολογισμός της σύνταξης που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος ασφαλιστικός φορέας στον θανόντα και ο τρόπος υπολογισμού των ποσών που κατέβαλε για το χρονικό διάστημα από 01-07-2014 έως 31-01-2016 και ότι στην ένδικη αγωγή ο αναιρεσίβλητος προέβη σε μία ελλιπή παράθεση των εισοδημάτων του θανόντος ασφαλισμένου του και της συζύγου του προ του ατυχήματος και σε αόριστο υπολογισμό της συνεισφοράς του θανόντος στο ποσό που ήταν αναγκαίο για την διατροφή του ζεύγους προ του θανάτου του.

Επιπλέον δε ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή, ποια ήταν η ζημία της συζύγου του θανόντος ασφαλισμένου, δηλαδή ποιο το αναγκαίο ποσό για τη διαβίωσή της μετά το θάνατο του συζύγου της λόγω του ατυχήματος και ποιο ποσό συνιστά ζημία της, δηλαδή το ποσό που θα συνεισέφερε ο ασφαλισμένος αναλογικά.

9. Σε σχέση με τον αναιρετικό αυτό λόγο, από την επιτρεπτή επισκόπηση της αγωγής κατ' άρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικού εγγράφου της δίκης, προκύπτει ότι περιέχονται στην ιστορική της βάση με σαφήνεια και επάρκεια όλα τα στοιχεία, που θεμελιώνουν το δικαίωμα του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου Φορέα να επιδιώξει, δικαστικώς, να αναγνωριστεί το δικαίωμά του και αντίστοιχα η υποχρέωση καταβολής από τους αναιρεσείοντες-υπόχρεους προς αυτόν, ως καθ'υποκατάσταση της συζύγου του άμεσα ασφαλισμένου του, ο οποίος αποβίωσε σε τροχαίο δυστύχημα, της θετικής ζημίας, δηλαδή των παροχών που ήδη ο ενάγων Φορέας κατέβαλε, τις οποίες αναλυτικά παρέθετε στο αγωγικό δικόγραφο, ως απόρροια του τροχαίου δυστυχήματος, που αποτελεί την αιτία της καταβολής της σύνταξης χηρείας και εφόσον έχει καταβάλει αυτές προς αυτήν. Στην ένδικη δε αγωγή, παρατίθενται με πληρότητα τα εισοδήματα εκάστου των συζύγων προ του ένδικου ατυχήματος, οι οικογενειακές ανάγκες τους, η αναλογία ενός εκάστου στις μηνιαίες βιοτικές τους ανάγκες καθώς επίσης και οι ανάγκες της συζύγου του αποβιώσαντος μετά το θάνατο αυτού.

Συνεπώς, ορθά το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

10. Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν (άρθρα 176,180,183,189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01-11-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. ...2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.3674/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ