Legislator Case Law & Legislation
357/2024 AI generated

357/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 357/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

357/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προϋπόθεση, όμως, της υποχρέωσης αυτής είναι ο εργοδότης να προβαίνει στη χορήγηση της παροχής σε ορισμένους μόνο εργαζόμενους της ίδιας κατηγορίας οικειοθελώς και όχι από υποχρέωση που επιβάλλεται από το νόμο, συλλογική σύμβαση εργασίας ή διοικητική απόφαση, οπότε η ως άνω αρχή δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής (ΟλΑΠ14/2012, 348/1985, 1191/1983, ΑΠ 896/2021, 267/2020, 536/2018, 749/2016).

Keywords

AI generated
airport operating company airport noise compensation compensation and assistance to passengers marine and aviation insurance breach of employment obligations airport procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 357 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 357/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Γ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν. Α., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μ. - Μ. Π., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ... αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 4.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 22.3.2019 και με αριθμ.

κατάθεσης ... έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης και β) έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 12.6.2018 και με αριθμό κατάθεσης ... έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία την από ...

και με αριθμό κατάθ. ... αγωγή της, υποχρεώνοντας την αναιρεσίβλητη να της καταβάλλει το ποσόν των 3.827,07 ευρώ, και μετά από εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την πιο πάνω αγωγή υποχρεώνοντας την αναιρεσίβλητη να καταβάλλει στην αναιρεσείουσα το ποσόν των 4.696,11 ευρώ.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής (1.5.2020) μέχρι την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στην γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου (31.10.2022) δεν παρήλθε διετία, καθότι τα μεσολαβήσαντα χρονικά διαστήματα από 1.5.2020 έως 31.5 2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 της επιβολής του μέτρου αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων λόγω της πανδημίας συνολικής διάρκειας έξη (6) μηνών δεν υπολογίζονται για τη συμπλήρωση της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών για την άσκηση της αναίρεσης κατ' εφαρμογή των άρθρων 74 παρ. 1 ν.4690/2020 και 83 παρ. 1 ν.4790/2021, όπως η τελευταία ερμηνεύθηκε με το άρθρο 25 ν.4792/2021 (ΑΠ 632/2023, 139/2023, 1130/2022) (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από τα άρθρα 22 παρ. 1β του Συντάγματος και 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (προηγουμένως άρθρο 141 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ) σε συνδυασμό με το άρθρο 288 ΑΚ, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε παροχή από ενοχική σύμβαση, όποιος χρησιμοποιεί περισσότερα πρόσωπα με αμοιβή, αδιακρίτως φύλλου, που έχουν τα ίδια μεταξύ τους προσόντα και παρέχουν τις ίδιες και υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας υπηρεσίες, προς εξυπηρέτηση της αυτής κατηγορίας αναγκών του, υποχρεούται, ανεξάρτητα από το χρόνο ή τον τρόπο πρόσληψης του καθενός, να μεταχειρίζεται τα πρόσωπα αυτά ομοιόμορφα από άποψη παροχών.

Προϋπόθεση, όμως, της υποχρέωσης αυτής είναι ο εργοδότης να προβαίνει στη χορήγηση της παροχής σε ορισμένους μόνο εργαζόμενους της ίδιας κατηγορίας οικειοθελώς και όχι από υποχρέωση που επιβάλλεται από το νόμο, συλλογική σύμβαση εργασίας ή διοικητική απόφαση, οπότε η ως άνω αρχή δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής (ΟλΑΠ14/2012, 348/1985, 1191/1983, ΑΠ 896/2021, 267/2020, 536/2018, 749/2016).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 ΑΚ συνάγεται ότι, αν η βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (ΑΠ 1669/2018, 363/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 2/2022, 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 153/2022, 1148/2018, 319/2017). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:

Με την από ... και με αριθμό κατάθ. ... αγωγή της η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία (αναιρεσίβλητη), η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο παροχής υπηρεσιών ασφάλειας προς τρίτους (λιμένες - αεροδρόμια) την 1.1.2010 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, επί οκτάωρο ημερησίως, με την ειδικότητα της υπαλλήλου ασφαλείας στον ... "...", έναντι συμφωνηθέντος μισθού αρχικά ποσού 739,56 ευρώ.

Ότι τον Ιούλιο του έτους 2011 προήχθη σε επόπτρια σημείου ελέγχου ασφαλείας αερομεταφορών, ενώ το μήνα Ιούλιο του 2014 προήχθη σε υπεύθυνη βάρδιας, χωρίς όμως η εναγομένη να της καταβάλει τα προβλεπόμενα από την οικεία επιχειρησιακή ΣΣΕ επιδόματα για τις θέσεις αυτές κατά τα χρονικά διαστήματα από το μήνα Ιούλιο του 2011 έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011για τη θέση της επόπτριας ελέγχου και από τον Ιούλιο έως και το μήνα Δεκέμβριο του 2014 για τη θέση του υπεύθυνου βάρδιας, ούτε το προβλεπόμενο από την ίδια ΣΣΕ bonus έγκαιρης προσέλευσης για τα έτη 2014, 2015 και 2016, ούτε αμοιβή για την παρασχεθείσα εκ μέρους της εργασία κατά τις αναφερόμενες σε αυτήν εξαιρέσιμες ημέρες.

Ότι καθ' όλα τα πιο πάνω χρονικά διαστήματα, η εναγομένη κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατέβαλλε σε αυτήν μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από εκείνες που κατέβαλλε στους συναδέλφους της Μ. - Ε. Ν., Ε. Γ., Π. Ζ., Μ. - Ε. Τ., Χ. Λ. και Α. Π., οι οποίοι ανήκαν στην ίδια κατηγορία με την ίδια (επόπτρια σημείου ελέγχου ασφαλείας αερομεταφορών και υπεύθυνη βάρδιας αντίστοιχα) και παρείχαν υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες την εργασία τους, ως η αναιρεσείουσα, χωρίς να υφίσταται προς τούτο ιδιαίτερος λόγος.

Ότι κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2016, η εναγομένη μετέβαλε τα καθήκοντά της, αναθέτοντας σε αυτήν περισσότερες βάρδιες επόπτη και λιγότερες υπεύθυνης βάρδιας, το οποίο η ενάγουσα δεν αποδέχτηκε, διαμαρτυρήθηκε εξωδίκως και με σχετική δήλωσή της αρχικά την 7.4.2015 και μετέπειτα την 15.4.2016, δήλωσε ότι θεωρούσε την ως άνω μεταβολή των όρων εργασίας της ως μονομερή βλαπτική μεταβολή, συνιστώσα άτακτη καταγγελία και ότι τελικά στις 18.4.2016 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας καταβάλλοντας σε αυτή τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.

Ζήτησε με την ένδικη αγωγή της να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλλει α) το ποσό των 1.352,52 ευρώ, ως επίδομα επόπτη για το χρονικό διάστημα από 1.7.2011 έως 31.12.2011, το ποσό των 360 ευρώ, ως επίδομα ειδικής θέσης (υπεύθυνης βάρδιας) για το χρονικό διάστημα από 1.7.2014 έως 31.12.2014, το ποσό των 2.032,50 ευρώ για το bonus έγκαιρης προσέλευσης, το ποσό των 82,05 ευρώ για αμοιβή εργασίας της κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες και το ποσό των 15.939,79 ευρώ, ως διαφορές αποδοχών με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης και β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλλει το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της σε βάρος της ως άνω βλαπτικής μεταβολής που έλαβε χώρα υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητάς της και όλα τα άνω ποσά με το νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την ... απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.827,97 ευρώ για επιδόματα θέσης κλπ με το νόμιμο τόκο, απορρίπτοντας την καταβολή αποδοχών με βάση την αρχή της ισότητας και το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων κατ' αυτής εκ μέρους των διαδίκων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη ... απόφασή του, με την οποία α) απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και β) δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας και μετά από εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκε την αγωγή της ενάγουσας και ως προς το κεφάλαιο της καταβολής αποδοχών με βάση την αρχή της ισότητας ως προς τη συγκρινόμενη συνάδελφό της Π.

Ζ., ύψους 869,04 ευρώ, επιδικάζοντας στην ενάγουσα συνολικά το ποσό των 4.696,11 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε "μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής ως προς το κεφάλαιο καταβολής αποδοχών με βάση την αρχή της ισότητας και συνεπώς απορριπτέο διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ως άνω συνάδελφοι της ενάγουσας:

Μ.-Ε. Τ., Χ. Λ. και Α. Π. είχαν περισσότερη προϋπηρεσία στην εναγόμενη από αυτή της ενάγουσας αφού η τελευταία φέρεται ότι προσελήφθη από την εναγόμενη την 1.1.2010 ενώ οι ανωτέρω συνάδελφοί της φέρονται ότι προσελήφθησαν την 1.4.2007 (η πρώτη από αυτούς), στις 14.1.2008 (ο δεύτερος από αυτούς) και στις 7.7.2008 (ο τρίτος από αυτούς) και επομένως, ως αρχαιότεροι της ενάγουσας υπάλληλοι, δεν είχαν τα ίδια τυπικά προσόντα με την τελευταία και συνεπώς δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία με την ενάγουσα, έστω και αν φέρεται ότι εκτελούσαν την ίδια εργασία με την ενάγουσα και κάτω από τις ίδιες συνθήκες με αυτή, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, και συνακόλουθα απορριπτέο", δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία (αναιρεσίβλητη), που δραστηριοποιείται στο χώρο της παροχής υπηρεσιών ασφάλειας προς τρίτους (λ.χ.

σε λιμένες, σε αεροδρόμια κλπ.), στις 1.1.2010 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, επί οκτάωρο ημερησίως, κυλιόμενο ανάλογα με τις καθοριζόμενες βάρδιες, με την ειδικότητα της υπαλλήλου ασφαλείας στο Διεθνή ... "...", έναντι συμφωνηθέντος μηναίου μισθού, αρχικά ποσού 739,56 ευρώ (μικτά), και όπως αυτός θα καθοριζόταν από την εκάστοτε ισχύουσα εθνική κλαδική ΣΣΕ των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας.

Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες της μέχρι τις 18.4.2016, οπότε και η εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) προέβη στην καταγγελία της ως άνω σύμβασης εργασίας της. Η ενάγουσα τον Ιούλιο του 2011 προήχθη σε επόπτρια σημείου ελέγχου ασφαλείας αερομεταφορών, ενώ το μήνα Ιούλιο του 2014 προήχθη σε υπεύθυνη βάρδιας και έχει τις παρακάτω βάσιμες σε βάρος της εναγομένης αξιώσεις: 1) Για επίδομα επόπτη για το χρονικό διάστημα από 1.7.2011 έως 31.12.2011, (...) 2) Για Επίδομα ειδικής θέσης (υπεύθυνης βάρδιας) για το χρονικό διάστημα από 1.7.2014 έως 31.12.2014, (...) 3) Για bonus (πριμ) έγκαιρης προσέλευσης και συνέπειας του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2014 έως Ιούνιο 2014, από Ιούλιο 2014 έως Δεκέμβριο 2014, από Ιανουάριο 2015 έως Ιούνιο 2015, και Απριλίου του 2016 (από 1.4.2016 έως 15.4.2016), (...) και 4) Για αμοιβή για εργασία σε επίσημες αργίες, (...) και κατά συνέπεια η αναιρεσίβλητη οφείλει στην αναιρεσείουσα για τις πιο πάνω αξιώσεις της (...) το ποσόν των 3.827,07 ευρώ", όπως και πρωτοδίκως, οι οποίες δεν αφορούν τον αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω, από κανένα ασφαλές στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχτηκαν πραγματικά περιστατικά, που κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας να συνιστούν μονομερή βλαπτική των όρων της σύμβασης εργασίας της, συνεπώς το κονδύλιο περί της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο στην ουσία του".

Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2014 έως 30.6.2014, η αναιρεσείουσα, η οποία ασκούσε καθήκοντα επόπτριας σημείου ελέγχου ασφαλείας αερομεταφορών δικαιούται με βάση την αρχή της ισότητας από την αναιρεσίβλητη εταιρεία το ποσόν των 869,04 ευρώ με βάση τις αποδοχές που λάμβανε η συνάδελφος αυτής Π.

Ζ., άγαμη, απόφοιτη Λυκείου, η οποία ασκούσε τα ίδια καθήκοντα με την αναιρεσείουσα και συνολικά επιδίκασε το ποσόν των 4.696,11 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας), εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή της ενάγουσας, και στη συνέχεια δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσία, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 4.696,11 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτής σχετικά με τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας από την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2014 έως 18.4.2016, οπότε ασκούσε καθήκοντα υπεύθυνης βάρδιας, αναφορικά με τους συναδέλφους της:

Μ.-Ε. Τ., Χ. Λ. και Α. Π., για το λόγο ότι αυτοί είχαν περισσότερη προϋπηρεσία στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (προηγουμένως άρθρο 119 Συνθήκης ΕΟΚ). Τούτο, καθ' όσον με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, κρίνοντας, ότι οι ως άνω συγκρινόμενοι με την αναιρεσείουσα δεν είχαν τα ίδια με αυτήν τυπικά προσόντα, για το λόγο ότι είχαν περισσότερη προϋπηρεσία στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, το Εφετείο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αφού δεν δικαιολογείται διαφοροποίηση με μόνο το λόγο της διαφοράς του χρόνου πρόσληψής τους, και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ο εργοδότης υποχρεούται να μεταχειρίζεται ομοιόμορφα πρόσωπα έχοντα τα ίδια προσόντα και παρέχοντα τις ίδιες υπηρεσίες σε αυτόν, ανεξάρτητα από το χρόνο και τον τρόπο πρόσληψής τους.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις προρρηθείσες διατάξεις είναι βάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΑΠ 917/2020, 19/2020).

Τέτοια αίτηση είναι επίσης και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι σ' αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 917/2020, 827/2020, 353/2020, 409/2016).

Το ως άνω αίτημα μπορεί να υποβληθεί με τις προτάσεις, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 409/2016, 168/2015). Η παράλειψη του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στο αίτημα επίδειξης εγγράφων δεν ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης καθότι το αίτημα επίδειξης εγγράφων δεν είναι "πράγμα", αφού δεν πρόκειται για ισχυρισμό του οποίου η λήψη ή μη λήψη υπόψη να ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 203/2022, 353/2020, 233/2011, 94/2008) αλλά ιδρύει τον εκ του αριθμού 9 του ιδίου άρθρου λόγο αναίρεσης υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση είναι παραδεκτή και νόμιμη (ΑΠ 353/2020, 696/2019, 1536/2014).

Για να είναι ορισμένος ο εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο αφενός μεν ότι η αίτηση υποβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1161/2020, 687/2017, 1750/2013, 1479/2009) αφετέρου δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση αυτή (ΑΠ 203/2022, 1161/2020, 873/2019, 1750/2013).

Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τη σχετική αίτηση, και την απέρριψε, για οιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 353/2020, 11802017). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 181/2023).

Με το λόγο αυτό ελέγχεται το παραδεκτό ή μη της απόρριψης της σχετικής αίτησης επίδειξης εγγράφων, λόγω ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας (σχετ. ΑΠ 679/2016, 104/2014).

Συνεπώς με το λόγο αυτό ελέγχεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων που θεμελιώνουν τη σχετική αίτηση επίδειξης εγγράφου, απέρριψε αυτή ως αόριστη (σχετ. ΑΠ 697/2021, 353/2020).

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, από τους αριθμ. 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς μόνο εκ του αριθμού 14 του ως άνω άρθρου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστο το νομίμως υποβληθέν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφερθέν ενώπιόν του αίτημά της (αναιρεσείουσας) περί επιδείξεως των αναφερομένων σε αυτές εγγράφων (εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και ετήσιες αξιολογήσεις αυτών), με την αιτιολογία ότι δεν επικαλείτο την κατοχή αυτών από την αναιρεσίβλητη, καίτοι ρητά επικαλέστηκε κατοχή των εν λόγω εγγράφων.

Ο ως άνω λόγος είναι βάσιμος διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας, αυτή επικαλέστηκε πράγματι την κατοχή των προς επίδειξη εγγράφων από την αναιρεσίβλητη εταιρεία με τις πρωτόδικες προτάσεις της (σελ. 2-3 αυτών), επαναφέροντας νομίμως (άρθ. 240 ΚΠολΔ) το σχετικό αίτημα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τις προτάσεις της στο Εφετείο (σελ. 3 αυτών) και, συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να απορρίψει ως αόριστο το παραπάνω αίτημα επιδείξεως εγγράφων, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεχθείσα ότι, από κανένα ασφαλές στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, που κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας να συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της, και κατά συνέπεια το κονδύλιο περί της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 7 εδ.

α' ν. 2112/1920, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα σχετικά με την επιδίκαση ηθικής βλάβης συνεπεία μονομερούς βλαπτικής μεταβολής που έλαβε χώρα υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητάς της.

Τούτο διότι, το Εφετείο από τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές ενώ δέχεται ότι από το μήνα Ιούλιο του έτους 2014 τα καθήκοντα της αναιρεσείουσας ήταν αυτά της υπεύθυνης βάρδιας δεν διαλαμβάνει παραδοχές, εάν και υπό ποίες περιστάσεις κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2016, της ανατέθηκαν εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εταιρείας περισσότερες βάρδιες επόπτη, ήτοι εργασία υποδεέστερη της θέσης εργασίας της, δέχεται όμως, εντελώς αναιτιολόγητα, ότι δεν υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της αναιρεσείουσας και κατά συνέπεια προσβολή της προσωπικότητάς της.

Μάλιστα η ανεπάρκεια της πιο πάνω αιτιολογίας επιρρωνύεται από τις παραδοχές της προσβαλλομένης ότι τον Ιούλιο του 2011 αυτή προήχθη σε επόπτρια σημείου ελέγχου ασφαλείας αερομεταφορών και τον Ιούλιο του 2014 προήχθη σε υπεύθυνη βάρδιας. Ούτω, δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν υφίσταται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για καταβολή στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς της εξ αιτίας μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της.

Επομένως, ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που αναφέρεται σε εκ πλαγίου παραβίαση των προρρηθεισών διατάξεων είναι βάσιμος. Μετά από αυτά και, αφού παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου της αιτήσεως από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια των γενομένων δεκτών ως άνω πρώτου, δεύτερου και τέταρτου λόγων της αιτήσεως, πρέπει κατά παραδοχή των λόγων αυτών που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό ...

απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ