Legislator Case Law & Legislation
357/2022 AI generated

357/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 357/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του ΑΚ, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ` αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι μισθός είναι κάθε παροχή του εργοδότη προς το μισθωτό, την οποία υποχρεούται ο εργοδότης να χορηγήσει στον μισθωτό ως αντάλλαγμα της εργασίας του.

Legislator headnote

AI generated

357/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο μισθός μπορεί να καθορίζεται με κανόνα δικαίου ή με σύμβαση (ρητή ή σιωπηρά) σε χρονικές περιόδους ή σε μονάδες εργασίας ή σε ποσοστά επί των κερδών ή επί των εισπράξεων, σε χρήμα ή σε είδος, σε βασικό μισθό και σε επιδόματα, να αντιστοιχεί σε τακτική ή έκτακτη εργασία και να παρέχεται από τον εργοδότη ή από τρίτους (ΑΠ 420/2017, ΑΠ 2056/2006).

Keywords

AI generated
unemployment benefits overpayment waiver of wage claims severance pay abandonment of employment cessation of gainful employment redundancy
AI generated
774/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
1340/2018
Από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 2 του ν.
236/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1146/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6753/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/11/2005 αίτησή της.
237/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1145/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6754/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/11/2005 αίτησή της.
1310/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 357 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 357/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ε. Σ. Α. Ε.Π.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Α. Τ. Ε.Π.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στις ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου-Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ν. του Σ., κατοίκου … που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Δούναβη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2238/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2232/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του ΑΚ, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ` αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι μισθός είναι κάθε παροχή του εργοδότη προς το μισθωτό, την οποία υποχρεούται ο εργοδότης να χορηγήσει στον μισθωτό ως αντάλλαγμα της εργασίας του.

Ο μισθός μπορεί να καθορίζεται με κανόνα δικαίου ή με σύμβαση (ρητή ή σιωπηρά) σε χρονικές περιόδους ή σε μονάδες εργασίας ή σε ποσοστά επί των κερδών ή επί των εισπράξεων, σε χρήμα ή σε είδος, σε βασικό μισθό και σε επιδόματα, να αντιστοιχεί σε τακτική ή έκτακτη εργασία και να παρέχεται από τον εργοδότη ή από τρίτους (ΑΠ 420/2017, ΑΠ 2056/2006).

Κατά συνέπεια μισθό δεν αποτελεί μόνο το πάγιο κατά μήνα ποσό, αλλά και το συμφωνούμενο ποσοστό επί της τιμής πώλησης των πωλουμένων ειδών, είτε από τον ίδιο το μισθωτό, είτε κατόπιν ενεργειών του (διευθυντή πωλήσεων κ.λπ.), εφόσον βέβαια το άνω ποσοστό (προμήθεια) καταβάλλεται από τον εργοδότη ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης από το μισθωτό εργασίας (ΑΠ 491/2019, 379/2006).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 και 5 παρ. 1 εδ. α του Ν. 3198/1955, η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί από τον εργοδότη στον μισθωτό για την έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθορίζεται με βάση τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης και των τακτικών αποδοχών του μισθωτού κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Ειδικώς δε η αποζημίωση του μισθωτού που αμείβεται με ποσοστά, καθορίζεται, κατά την παρ.2 εδ. α του ως άνω άρθρου 5 του Ν. 3198/1955, με βάση το μέσο όρο των αποδοχών αυτού κατά τους δύο τελευταίους μήνες πριν από την καταγγελία της σχέσης εργασίας. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η παραπάνω αποζημίωση απόλυσης του μισθωτού που αμείβεται με μισθό και ποσοστά υπολογίζεται αθροιστικά με βάση τις τακτικές αποδοχές (μισθός) του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και του μέσου όρου των αποδοχών σε ποσοστά του τελευταίου πριν από την απόλυση εργασιακού διμήνου (ΑΠ 491/2019, 284/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). 2.

Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ 561 αρ.2), δέχθηκε ανελέγκτως σε σχέση με τους ερευνώμενους λόγους τα ακόλουθα: Ότι η ενάγουσα είχε προσληφθεί την 1/9/2000 από τον Η. Μ., που διατηρούσε ατομική επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας κουφωμάτων αλουμινίου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως αρχιτέκτων - μηχανικός, με τα ειδικότερα καθήκοντα να προωθεί τα παραγόμενα προϊόντα του εργοδότη της στους πελάτες του, συνάπτοντας συμβάσεις με τους τελευταίους (παραγγελίες) για την αγορά και τοποθέτησή τους στις οικοδομές τους, αλλά και επιμελούμενη της εκτέλεσης των παραγγελιών και γενικότερα της ολοκλήρωσης των συναπτομένων συμβάσεων.

Ότι τον αρχικό εργοδότη της ενάγουσας διαδέχθηκε η εναγομένη, η οποία είχε το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και επιπλέον εμπορευόταν έπιπλα κουζίνας, ντουλάπες υπνοδωματίων και πόρτες και υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προκατόχου της, συνήψε δε μετά της ενάγουσας την από 1/6/2005 έγγραφη "Σύμβαση διαδοχής εργοδότη", με την οποία συμφωνήθηκε η συνέχιση της παροχής των υπηρεσιών της ενάγουσας με τις ίδιες συνθήκες ,όπως και προηγούμενα, στο υποκατάστημα της εναγομένης στη ..., επί της λεωφ. ...

αρ.30.Ότι η ενάγουσα παρέσχε τις υπηρεσίες της, τόσο στον αρχικό της εργοδότη, όσο και στη διάδοχο αυτού εναγομένη, επιμελούμενη του καταστήματος της ...ς, του οποίου ήταν υπεύθυνη (και το οποίο μάλιστα είχε εξεύρει και οργανώσει η ίδια), ασκώντας με ζήλο και επιτυχία τα καθήκοντά της και διαχειριζόμενη μεγάλα χρηματικά ποσά - καθ' όσον ενεργούσε εισπράξεις από πελάτες, πλήρωνε τις υποχρεώσεις του καταστήματος και το προσωπικό του, κρατούσε το ποσοστό της αμοιβής της (περί του οποίου κατωτέρω) και τα έξοδα βενζίνης του αυτοκινήτου που της είχε παραχωρηθεί από την εταιρία και ακολούθως απέδιδε το προκύπτον υπόλοιπο στο λογιστήριο της εναγομένης - χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα.

Ότι περί το Νοέμβριο του 2008, ο εκπρόσωπος της εναγομένης γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι θα διακόψει, μεταξύ άλλων, τη λειτουργία της εκθέσεως της επιχείρησης στην περιοχή της ...ς την 31/12/2008 και ότι θα προβεί σε απολύσεις του εκεί προσωπικού, εξαιρουμένης της ενάγουσας, η οποία, όπως της ανήγγειλε, θα συνέχιζε να παρέχει τις υπηρεσίες της στην έδρα της εναγομένης στις ..., πράγμα που αυτή αποδέχθηκε.

Ότι ακολούθησε η ενασχόληση της ενάγουσας με την επίβλεψη της εκκένωσης του καταστήματος της ...ς και της ελευθέρωσης του χώρου (αποξηλώσεις, μεταφορά εκθεσιακών προϊόντων κ.λ.π.), με ταυτόχρονη συνέχιση και των άλλων καθηκόντων της (παρακολούθηση της εκτέλεσης των τρεχουσών παραγγελιών). Ότι στις 24/12/2008 και ενόσω οι εργασίες εκκένωσης του ως άνω καταστήματος έβαιναν προς το τέλος τους, η ενάγουσα μετέβη στην έδρα της εναγομένης έχοντας στα χέρια της διάφορα έγγραφα του υποκαταστήματος, σφραγίδες, καθώς και το ευρισκόμενο στα χέρια της χρηματικό ποσό των 2.828 ευρώ.

Ότι εκεί διαπληκτίσθηκε με τον εκπρόσωπο της εναγομένης, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι το ποσό που θα έδει να παραδοθεί ήταν εκείνο των 16.000 ευρώ και την κατηγόρησε ότι υπεξήρεσε το επιπλέον. Ότι στη συνέχεια η ενάγουσα αποχώρησε από το σημείο εκείνο χωρίς να παραδώσει οτιδήποτε, ενώ τις αμέσως επόμενες ημέρες πληροφορήθηκε από πελάτες ότι τους ζητήθηκε από την εταιρία να απευθύνονται πλέον μόνο στην ίδια (εταιρία), διότι η ενάγουσα δεν είναι πλέον συνεργάτης της.

Ότι στις 29/12/2008, η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας ...ς, καταγγέλλοντας αντισυμβατική συμπεριφορά σε βάρος της, συνταγέντος του υπ' αριθμ. … /29-1-2008 Δελτίου Εργατικής Διαφοράς. Ότι ακολούθησε η από 24/12/2008 εξώδικη δήλωση της εναγομένης, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 31/12/2008, με την οποία αυτή κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της τελευταίας και της δήλωσε ότι συμψηφίζει την αποζημίωσή της, ύψους 13.358,16 ευρώ, με το παρανόμως παρακρατηθέν ποσό του ταμείου, ενώ κανένα ποσό αποζημίωσης δεν προσφέρθηκε.

Ότι, στις 21/1/2009, η εναγομένη προσέφερε, με νέα εξώδικη δήλωσή της, στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό των 13.358,16 ευρώ ως αποζημίωση, το οποίο η ενάγουσα δεν παρέλαβε, γι' αυτό και η εναγομένη προέβη σε δημοσία κατάθεσή του. Ότι η χωρήσασα στις 31/12/2008 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, ήταν άκυρη, εφόσον δεν προσφέρθηκε σε αυτή η νόμιμη αποζημίωση, δεδομένου ότι δεν επρόκειτο περί καταγγελίας συνεπεία υποβολής μηνύσεως ή απαγγελίας κατηγορίας (τέτοια μήνυση δεν αποδείχθηκε ότι υποβλήθηκε), ούτε, βέβαια, γνωστοποιήθηκε εγγράφως στην ενάγουσα ότι η απόλυση της γίνεται μετά από μήνυση.

Ότι και η μεταγενέστερη προσφορά της αποζημιώσεως εκ μέρους της εναγομένης, δεν θεράπευσε την ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά ούτε και δύναται να εκληφθεί ως νέα έγκυρη καταγγελία, καθ' όσον η αποζημίωση αυτή δεν ήταν η προσήκουσα. Ότι ειδικότερα, οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας κατά τον προηγούμενο της καταγγελίας μήνα, ανήρχοντο στο ποσό των 2.289,97 ευρώ.

Ότι πλέον του ποσού αυτού, η ενάγουσα ελάμβανε τακτικώς, με βάση συμφωνία με την εργοδότριά της, ποσοστό 3% επί των πωλήσεων που διενεργούντο με τη μεσολάβησή της. Ότι η τοιαύτη συμφωνία προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από τις ανεπίσημες δεκαπενθήμερες καταστάσεις ταμείου που συνέτασσε και παρέδιδε η ενάγουσα στο λογιστήριο της εναγομένης, οι οποίες περιελάμβαναν τόσο τις εισπράξεις του υποκαταστήματος της ...ς, του οποίου ήταν υπεύθυνη, όπως προελέχθη, η ενάγουσα, όσο και τα έξοδα αυτού, όπως, ενδεικτικώς, μισθοδοσία προσωπικού, πληρωμή συνεργατών, έξοδα βενζίνης του αυτοκινήτου που είχε παραχωρηθεί στην ενάγουσα και, τέλος, τα ποσοστά της τελευταίας και τον τρόπο υπολογισμού τους.

Ότι με δεδομένο ότι επί των αμειβομένων με σταθερό μισθό και ποσοστά η νόμιμη αποζημίωση υπολογίζεται α) επί των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και β) επί του μέσου όρου των αποδοχών από ποσοστά του τελευταίου προ της απολύσεως εργασιακού διμήνου, η αποζημίωση που θα έδει να λάβει η ενάγουσα (5 μηνιαίοι μισθοί, με βάση το συνολικό χρόνο απασχολήσεώς της) υπολογίζεται επί των ως άνω (τακτικών μηνιαίων αποδοχών) ύψους 2.289,97 ευρώ, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση και επιπλέον του μέσου όρου των ποσοστών που έλαβε κατά το τελευταίο δίμηνο (Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2008) συνολικού ύψους 2.353 ευρώ, ήτοι του ποσού των (2.353 ευρώ : 2 =) 1.176,50 ευρώ, πλην η ενάγουσα αιτείται το συνυπολογισμό του μικρότερου ποσού των 1.176 ευρώ.

Ότι η αποζημίωσή της ανέρχεται σε [(2.289,97 + 1.176 =) 3.465,97 Χ 5 + 1/6 =] 20.218,15 ευρώ, και όχι στο προσφερθέν σε αυτή σημαντικά μικρότερο ποσό των 13.358,16 ευρώ. Ότι, πέραν όμως των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η γενομένη καταγγελία ασκήθηκε και καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της εναγομένης εργοδότριας, καθ' όσον η τελευταία, επιθυμώντας να απαλλαγεί από την υψηλόμισθη ενάγουσα, μόλις η τελευταία ολοκλήρωνε την επίβλεψη των εργασιών εκκένωσης του υποκαταστήματος ...ς και την τακτοποίηση των πάσης φύσεως εκκρεμοτήτων από τη λειτουργία του, χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση, μεθόδευσε την τοιαύτη απόλυσή της προβάλλοντας την παράνομη ιδιοποίηση ικανού χρηματικού ποσού εκ μέρους της, ισχυρισμός όμως που ήταν προσχηματικός, καθ' όσον δεν επιβεβαιώθηκε.

Ότι η σχετική κρίση ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εναγομένη δεν υπέβαλε έγκληση κατά της ενάγουσας για υπεξαίρεση, και περαιτέρω από το ότι, λίγο χρονικό διάστημα αργότερα, αλλάζοντας τακτική, της προσέφερε την ελλιπή ως άνω αποζημίωση, κάτι που δεν θα έπραττε εάν είχε αποδεικτικά στοιχεία (: έγγραφα προς αντιπαραβολή) από τα οποία να προέκυπτε η υπεξαίρεση, αφού σε τέτοια περίπτωση είχε τη δυνατότητα, κατά τη διάταξη και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 ν. 3198/1955, να απαλλαγεί παντελώς της καταβολής αποζημίωσης.

Ότι οικονομοτεχνικοί, εξάλλου, λόγοι για τη συγκεκριμένη καταγγελία δεν υπήρχαν κατά το χρόνο που αυτή εχώρησε, δεδομένου ότι παρά την απόφαση της διοίκησης της εναγομένης για το κλείσιμο του υποκαταστήματος ...ς, είχε ήδη συμφωνηθεί προηγουμένως μεταξύ των διαδίκων, ανεξάρτητα αν η σχετική δήλωση του εκπροσώπου της εναγομένης ανταποκρινόταν στην πραγματική του βούληση, η ενάγουσα θα συνέχιζε να παρέχει την εργασία της σε άλλο χώρο, ήτοι στην έδρα της επιχείρησης, γεγονός που κατέθεσαν και μάρτυρες της εναγομένης σε ένορκες βεβαιώσεις τους που δόθηκαν στα πλαίσια προανάκρισης μετά από έγκληση της ενάγουσας για συκοφαντική δυσφήμιση. 'Ότι, εξάλλου, το κατά μήνα Δεκέμβριο του 2009 χωρήσαν γεγονός της λύσεως της εναγομένης και παύσης των εργασιών της, είναι κατά πολύ μεταγενέστερο της επιδίκου καταγγελίας, και βεβαίως δεν είναι ικανό να άρει αναδρομικώς την ακυρότητά της.

Ότι, τέλος, ακόμη και όταν η καταγγελία γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, ο εργοδότης δεν απαλλάσσεται από την καταβολή ολόκληρης της νόμιμης αποζημίωσης, που εν προκειμένω δεν εχώρησε. Επομένως, κατέληξε το Εφετείο ότι είναι αβάσιμοι οι διατυπούμενοι στους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της έφεσης ισχυρισμοί της εναγομένης περί νομιμότητας της καταγγελίας και έλλειψη καταχρηστικότητας αυτής, ενώ θα πρέπει να λεχθεί ότι, κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων αποδοχών της ενάγουσας, επί των οποίων υπολογίζεται η νόμιμη αποζημίωση, δεν συνυπολογίστηκαν από την εκκαλουμένη αμοιβές υπερωριών και έξοδα βενζίνης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, αλλά μόνον οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές της και ο μέσος όρος των προμηθειών του τελευταίου διμήνου, όπως και πιο πάνω αναλύεται.

Ότι ακύρου ούσης της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, η εναγομένη, μη αποδεχόμενη τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει να της καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για χρονικό διάστημα από την 1/1/2009 και για ένα έτος, ήτοι (12 μήνες πλέον 1 μισθού για δώρο Χριστουγέννων 2009 και ημίσεως μισθού για δώρο Πάσχα 2009 και επίδομα αδείας 2009, αντίστοιχα, ήτοι 14 μήνες Χ 3.465,97 ευρώ =) 48.523,58 ευρώ.

Με βάση τα περιστατικά αυτά και παράθεση διαφόρων επιχειρημάτων το Εφετείο δέχθηκε την ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως στις 31-12-2008 και της μη μεταγενέστερης προσήκουσας προσφοράς αυτής, απέρριψε την έφεση της εναγομένης, εδώ αναιρεσείουσας, και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις ως άνω με αρ.1 της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 του ν. 3198/1955, 648, 649, 653 του ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως περί προστασίας του ημερομισθίου που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955, ως προς τον τρόπο υπολογισμού της οφειλόμενης στην αναιρεσίβλητη αποζημιώσεως απολύσεως, αμειβόμενη με μικτό σύστημα (μισθό και ποσοστά επί των πωλήσεων) και με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες εξήγαγε το ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης συνολικού ύψους 20.218,15 ευρώ με βάση τα κατά την ανέλεγκτη κρίση του ποσά α) των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και β)του μέσου όρου των αποδοχών σε ποσοστά του τελευταίου προ της απολύσεως εργασιακού διμήνου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

3. Κατά το άρθρο 5 παρ.3 εδ. α` του ν. 3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη μόνον εφ` όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημιώσεως ορίζεται κατ` αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 εδ.

α` του ν. 3198/1955, η ημέρα της λύσεως της συμβάσεως, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημιώσεως, το δε υπόλοιπο δικαιούται να το καταβάλει σε τριμηνιαίες δόσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 2 παρ.1 εδ.

β` του ν. 3198/ 1955. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η καταβολή της αποζημιώσεως πρέπει να είναι πραγματική και ότι δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής. Σε περίπτωση αρνήσεως του μισθωτού να την εισπράξει, ο εργοδότης οφείλει να προβεί στη δημόσια κατάθεσή της, μέσα σε εύλογο χρόνο από την ατελεσφόρητη προσφορά, ώστε να αποτρέψει την ακυρότητα.

Ο προσδιορισμός του εύλογου χρόνου, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι συνάρτηση των κρατούντων συναλλακτικών ηθών (κατά κανόνα: ο απολύτως αναγκαίος χρόνος για τη συντέλεση των απαιτουμένων διατυπώσεων) και των συντρεχουσών σε κάθε περίπτωση περιστάσεων, όπως η συμπεριφορά του εργαζόμενου, που δικαιολογεί τη δημόσια κατάθεση ή τυχόν έκτακτες εξωτερικές συνθήκες. (ΑΠ 1338/2014, ΑΠ 105/2009).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ως και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993)., 4.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα, δεχόμενο ότι η γενόμενη καταγγελία στις 31/12/2008 είναι άκυρη διότι δεν προσφέρθηκε η αποζημίωση απολύσεως και ακολούθως ότι η μεταγενέστερη προσφορά της μη προσήκουσας ελλιπούς αποζημιώσεως δεν θεράπευσε την ακυρότητα της καταγγελίας, καθόσον σ' αυτήν η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε ως λόγο ακυρότητας της καταγγελίας τη μη καταβολή αποζημίωσης στις 31-12-2008, αλλά ότι η προσφερθείσα σ' αυτήν αποζημίωση απολύσεως εκ ποσού 13.358,16 ευρώ δεν ήταν πλήρης.

Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή της ότι η γενόμενη με την από 24-12-2008 εξώδικη δήλωση της εναγομένης - αναιρεσείουσας καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της που επιδόθηκε σ' αυτήν στις 31-12-2008, είναι άκυρη λόγω μη καταβολής αποζημίωσης απολύσεως εφόσον, κατά τα ιστορούμενα σ' αυτήν, η εναγομένη δεν της κατέβαλε την αποζημίωση απολύσεως ύψους 23.580,50 ευρώ, ότι η διαλαμβανόμενη στο ανωτέρω εξώδικο δήλωση περί συμψηφισμού της οφειλόμενης κατά την εκδοχή της εργοδότριας αποζημίωση απολύσεως με το δήθεν παρακρατηθέν και οφειλόμενο σ' αυτήν ποσό των 16.000 ευρώ από την αναιρεσίβλητη ενάγουσα είναι προσχηματική καθώς και ότι η με το από 21-1-2009 εξώδικο γενόμενη μεταγενέστερα προσφορά της αποζημίωσης απόλυσής της ύψους 13.358,16 ευρώ, δεν ήταν η προσήκουσα.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας την άνω αγωγή, δέχθηκε με την 2238/2010 απόφασή του ότι η από 31-12-2008 γενόμενη καταγγελία ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως. Το Εφετείο, δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του επί λέξει "ότι η χωρήσασα καταγγελία στις 31-12-2008 ήταν άκυρη λόγω μη προσφοράς της νόμιμης αποζημίωσης.

Όμως και ότι η μεταγενέστερη προσφορά στις 21-1-2009 της αποζημιώσεως εκ μέρους της εναγομένης δεν θεράπευσε την ακυρότητα της καταγγελίας καθ' όσον δεν ήταν η προσήκουσα αλλά ούτε και δύναται να εκληφθεί ως νέα έγκυρη καταγγελία". .Υπό τα διαλαμβανόμενα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα εφόσον στην ένδικη αγωγή ιστορούνταν με επάρκεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την πλήρη συγκρότηση της ιστορικής βάσης της αγωγής περί ακυρότητας της από 31-12-2008 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας λόγω μη προσφοράς και καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως κατά τον ανωτέρω χρόνο και της μη μεταγενέστερης προσήκουσας προσφοράς αυτής λόγω του ελλιπούς προσφερόμενου ποσού σε σχέση με το πράγματι οφειλόμενο.

Επομένως ο από τον αρ.8 του άρθρου 559ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τις διαλαμβανόμενες παραδοχές, όπως εκτίθενται ανωτέρω στον αρ.2 της παρούσας, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις ανωτέρω στον αρ.3 της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και με επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως στις 31-12-2008 και της μη μεταγενέστερης προσήκουσας προσφοράς αυτής και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του είναι αβάσιμα.

Παρατηρείται ότι η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η μεταγενέστερη προσφορά της αποζημίωσης "αλλά ούτε και δύναται να εκληφθεί ως νέα έγκυρη καταγγελία" είναι πλεοναστική, διαλαμβάνεται εκ περισσού και δεν δημιουργεί αντίφαση με τις λοιπές παραδοχές περί μη καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως στις 31-12-2008 και μη προσήκουσας μεταγενέστερης προσφοράς αυτής.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, από τους αρ.19 και 1 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 5. Στο άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν".

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. (Ολ.ΑΠ 2/2008, 14/2005).

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως έγγραφα (μισθοδοτικές καταστάσεις και σύμβαση εργασίας της οποίας άλλωστε γίνεται ειδική αναφορά) και επομένως ο κατά το πρώτο μέρος εκ του αριθ. 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος .Ακόμη, η κατά το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου της αιτήσεως αποδιδόμενη από τον αρ.19 του άρθρου 559ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια περί ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι, υπό την επίφαση της επίκλησης της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.(ΚΠολΔ561 αρ.1).

6. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 και 3 Ν. 3198/1955 και 288 ΑΚ, από τις οποίες η τελευταία ορίζει ότι οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, προκύπτει ότι η ελλιπής από τον εργοδότη καταβολή της δικαιούμενης από το μισθωτό αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας, εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως όταν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη ως προς την έκταση των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, βάσει των οποίων καθορίζεται το ύψος της αποζημιώσεως. Ο πραγματικός ισχυρισμός περί συγγνωστής πλάνης θεμελιώνει ένσταση του εναγομένου εργοδότη κατά της αγωγής με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας της ελλιπούς καταβολής της αποζημιώσεως (ΑΠ 511/2020, ΑΠ 90/2009, ΑΠ 673/2004).

Περαιτέρω, σε σχέση με τον ερευνώμενο πέμπτο λόγο της αιτήσεως, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι η αποζημίωση της ενάγουσας ανέρχεται σε [(2.289,97 + 1.176 =) 3.465,97 Χ 5 + 1/6 =] 20.218,15 ευρώ, και όχι στο προσφερθέν σε αυτή σημαντικά μικρότερο ποσό των 13.358,16 ευρώ Ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης περί συγγνωστής πλάνης της ως προς το ύψος της αποζημιώσεως, είναι ουσία αβάσιμος, καθ' όσον η εναγομένη, επιχείρηση με μεγάλο εύρος εργασιών και οργανωμένο λογιστήριο, η οποία απασχολούσε την ενάγουσα επί αρκετό χρόνο, τελούσε σε γνώση, δια των εκπροσώπων της, του γεγονότος ότι η ενάγουσα ελάμβανε εξ αρχής και σε σταθερή βάση, ποσοστά επί των πωλήσεων - που ανέρχονταν μάλιστα σε υψηλά ποσά μηνιαίως - και γνώριζε ότι αυτά συνυπολογίζονται με τις τακτικές αποδοχές της για την εξαγωγή του ποσού της αποζημιώσεως, ούτως ώστε να μην συγχωρείται πλάνη της περί αυτού. Με τις ανωτέρω παραδοχές με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ανωτέρω επαναφερθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τον τρίτο λόγο έφεσης, περί συγγνωστής πλάνης ισχυρισμό της εκκαλούσας και ο συναφής περί ανεπαρκών αιτιολογιών, μη άλλωστε προσδιορισθεισών, πέμπτος λόγος της αιτήσεως από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

7. Περαιτέρω, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, όταν απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό (ΟλΑΠ 25/1994, 182/2016, 25/2003, ΑΠ 145/2014, 799/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αιτιολογίες της οποίας παρατίθενται ανωτέρω στον αριθμό 2 της παρούσας, η κύρια αιτιολογία αυτής, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, είναι η ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως στις 31-12-2008 και της μη μεταγενέστερης προσήκουσας προσφοράς αυτής.

Οι ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ύστερα από την απόρριψη ως αβασίμων των κατά αυτών στρεφόμενων λόγων της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό αυτής. Παρέπεται, ως εκ τούτου, ότι οι λόγοι της αιτήσεως δεύτερος, έκτος και έβδομος, με τους οποίους πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης περί ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας ως καταχρηστικής και οι συνεχόμενες με αυτή παραδοχές περί μη συνδρομής οικονομικοτεχνικών λόγων είναι αλυσιτελείς, δεδομένου ότι το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην ανωτέρω μη πληττόμενη τελεσφόρως, κύρια αιτιολογία αυτής.

Επομένως οι λόγοι της αιτήσεως δεύτερος και έκτος από τους αρ.8 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και έβδομος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι.

8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-11-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 2232/2015 αποφάσεως του Εφετείου (Πολυμελούς) Αθηνών. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ