357/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated357/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, η υπαγωγή των χρεών κάποιου προσώπου στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 προϋποθέτει τη διάγνωση ότι αυτό δεν μπορεί, βάσει των δυνάμεών του, να εξοφλήσει τα χρέη του και προς το Δημόσιο, με συνέπεια να μην παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 4§5 Συντάγματος, κατά την οποία η συνεισφορά των Ελλήνων στα δημόσια βάρη γίνεται χωρίς διακρίσεις και ανάλογα με τις δυνάμεις τους.
Full text
Απόφαση 357 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 357/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα α. από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, β. από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και γ. εν προκειμένω από τους Προϊσταμένους των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (ΔΟΥ) Αγίου Δημητρίου και Ηλιούπολης Αττικής και 2) Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον Περικλή Ζαλαχώρη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Σ., 2) Σ. Π. του Α., 3) Ε. Π. του Α., κατοίκων ..., 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2016 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4127/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13316/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 7-1-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο τα αναιρεσείοντα και η 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 5ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 6045, 6046, 6047/31.7.2020 και 6042/30.7.2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Γ. Α., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 7.1.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 11/2019 αιτήσεως για αναίρεση της 13316/2018 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (6.11.2020), επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο, δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, Α.
Π., Σ. Π., Ε. Π. και ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", αντίστοιχα, με κλήση προς συζήτηση προς αυτούς να παραστούν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως κατά την ορισθείσα παραπάνω δικάσιμο. Κατ' αυτήν, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
Συνεπώς, εφ' όσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 563 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ. και 23 παρ.2 εδ. γ' και δ' του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών" προκύπτει, ότι στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου υπάγονται:
α)αιτήσεις αναιρέσεως υπέρ του νόμου και β) αιτήσεις αναιρέσεως που παραπέμπονται σε αυτή για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της τακτικής Ολομέλειας. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για ορισμένους μόνο λόγους αναιρέσεως, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι πρόκειται για ζήτημα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο, για την ενότητα της νομολογίας.
Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' και β' και 2 περ. α' του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", όπως το άρθρο αυτό ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Φ.Ε.Κ. 94/Α/14.8.2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη της ισχύος του, "1. φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει το σύνολο των οφειλών των προσώπων της παραγράφου 1 προς τους ιδιώτες. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου περιλαμβάνονται επίσης: α) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνιακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν...........
Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α' ......... πρόσωπα, δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, με την από 11.7.2016 αίτησή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθ' ων, μεταξύ των οποίων και βεβαιωμένες οφειλές του προς τη Φορολογική Διοίκηση, ζήτησε τη διευθέτησή τους από το Δικαστήριο, με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση του ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία του, κατά το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε από το παραπάνω Δικαστήριο η υπ' αριθμ. 4127/2017 απόφασή του, με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε την από 24.11.2017 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 13316/2018 (ήδη προσβαλλομένη) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπησή της, έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και, μετά τη διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν, έγινε δεκτή η ένδικη αίτηση και ρυθμίστηκαν τα χρέη του αιτούντος, μεταξύ των οποίων και χρέη αυτού προς το Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού ύψους 2.107,99 ευρώ, που έχουν βεβαιωθεί από τις Δ.Ο.Υ.
Αγίου Δημητρίου και Ηλιουπόλεως, κατά τα έτη 2009, 2012 και 2013, προέρχονται από βεβαίωση φόρου εισοδήματος φυσικού προσώπου (χρημ. καταλ. …/….9.2009, …/….8.2012), εισφορές και τέλος επιτηδεύματος (χρημ. καταλ. …/….2.2012), τέλος ηλεκτροδοτούμενων ακινήτων (χρημ. καταλ. …/…..12.2012, …./….12.2013) και έξοδα διοικητικής εκτελέσεως (χρημ.
καταλ. …,…/….7.2013), σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 περ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως ήδη ισχύει, την οποία εφάρμοσε, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του εκ των καθ' ων Ελληνικού Δημοσίου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος ότι η εν λόγω διάταξη είναι ανεφάρμοστη, επειδή δεν είναι συμβατή με το Σύνταγμα.
Ειδικότερα, με την προσβαλλομένη απόφαση κρίθηκε ότι τα προαναφερόμενα χρέη του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Κατά τη γνώμη που το Δικαστήριο τούτο θεωρεί ορθότερη, η υπαγωγή με το άρθρο 1 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά το Ν. 4336/2015, στη ρύθμιση και των βεβαιωμένων οφειλών στη φορολογική διοίκηση, εφόσον συντρέχουν με οφειλές προς ιδιώτες, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 4§§1 και 5 του Συντάγματος.
Και τούτο διότι, κατά τα άρθρα 2, 5, 25 του Συντάγματος, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας και τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους μη διαθέτοντας σοβαρή αγοραστική δύναμη και δυνατότητα απεγκλωβισμού από την υπερχρέωση, δεν είναι σε θέση να σχεδιάσει τη συμμετοχή του στην οικονομική και κοινωνική ζωή, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν είναι σε θέση να καλύψει και τις απαραίτητες δαπάνες για τη διαβίωσή του.
Με το Ν. 3869/2010 δόθηκε η δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με βάση το εισόδημά τους ένα μέρος των χρεών τους και ρευστοποιηθεί η περιουσία τους, πλην της κύριας κατοικίας τους, για τη διάσωση της οποίας επίσης πρέπει να καταβληθεί σημαντικό τίμημα, που προσεγγίζει την πραγματική της αξίας.
Η δυνατότητα ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά, βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία, χωρίς διέξοδο και προοπτική, κατάσταση από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος.
Μια τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει, όμως, να εξυπηρετεί ευρύτερα και το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα (βλ. αιτιολογική έκθεση Ν. 3869/2010). Περαιτέρω, η δυνατότητα υπαγωγής πλέον των εν λόγω οφειλών (προς το Δημόσιο), οι οποίες αρχικά δεν υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, κρίθηκε επιβεβλημένη από το νομοθέτη, προκειμένου να επιτευχθεί ο προστατευτικός σκοπός των ρυθμίσεων του Ν. 3869/2010, που είναι η απαλλαγή του οφειλέτη (υπό προϋποθέσεις) από τα χρέη του και η επάνοδός του στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, καθώς τυχόν απαλλαγή από τα χρέη προς ιδιώτες με διατήρηση των μέχρι πρότινος εξαιρουμένων χρεών θα καθιστούσε άνευ ουσιαστικού αποτελέσματος τυχόν επιτυγχανόμενη απαλλαγή του οφειλέτη, ο οποίος θα εξακολουθούσε να βαρύνεται με τα εξαιρούμενα χρέη, αλλά και για να αποφευχθεί η δυσμενής διάκριση των ιδιωτών πιστωτών σε σχέση με το δημόσιο και τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίοι έτσι θα βαρύνονταν αποκλειστικά με το κόστος αντιμετώπισης της υπερχρέωσης των οφειλετών, ακόμη και στις περιπτώσεις που αυτή δημιουργήθηκε και λόγω χρεών τους προς το Δημόσιο ή τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.
Η δε εξαίρεση συγκεκριμένων απαιτήσεων από το πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν το Ν. 436/2005, είχε ως συνέπεια τη δημιουργία δανειστών δύο ταχυτήτων (ιδιωτών και δημοσίου ή οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης), καθώς οι πιστωτές που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι των υπολοίπων, διατηρώντας στο ακέραιο τις απαιτήσεις τους, χωρίς να υφίσταται αποχρών προς τούτο λόγος.
Επίσης, ουδόλως θίγεται με την εισαγωγή της ανωτέρω διάταξης η δυνατότητα εξυπηρέτησης δημόσιων σκοπών από την είσπραξη βεβαιωμένων φόρων, καθώς η είσπραξη των εν λόγω οφειλών είναι λίαν επισφαλής, αν όχι αδύνατη.
Συνεπώς, η είσπραξη έστω μέρους της οφειλής, με την υπαγωγή της στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, αποτελεί το μοναδικό τρόπο να αποκομίσει το Δημόσιο έσοδα από την εν λόγω οφειλή. Άλλωστε, ο υπερχρεωμένος οφειλέτης ακριβώς λόγω της ιδιότητάς του δε θα μπορούσε να ανταπεξέλθει ούτως ή άλλως στις υποχρεώσεις του έναντι αυτών, με συνέπεια τη συσσώρευση οφειλών έναντι του Δημοσίου μη δυνάμενων να εισπραχθούν και τη μη δυνατότητα εξυπηρέτησης των δημόσιων σκοπών.
Τέλος, η υπαγωγή των χρεών κάποιου προσώπου στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 προϋποθέτει τη διάγνωση ότι αυτό δεν μπορεί, βάσει των δυνάμεών του, να εξοφλήσει τα χρέη του και προς το Δημόσιο, με συνέπεια να μην παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 4§5 Συντάγματος, κατά την οποία η συνεισφορά των Ελλήνων στα δημόσια βάρη γίνεται χωρίς διακρίσεις και ανάλογα με τις δυνάμεις τους.
Περαιτέρω, το ότι η ως άνω ρύθμιση οδηγεί σε δυσμενή διάκριση όσων έχουν χρέη μόνο προς το Δημόσιο και σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, με συνέπεια να μην μπορούν να υπαχθούν στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, κατ' άρθρο 1§2 Ν. 3869/2010, σε αντίθεση με όσους έχουν χρέη και προς ιδιώτες, δικαιολογείται, όπως ήδη αναφέρθηκε, αφενός για να μην υπάρχει δυσμενής διάκριση των ιδιωτών πιστωτών σε βάρος του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α.
και των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, αφετέρου, ενδεχόμενη κρίση περί αντισυνταγματικότητάς της δεν θα οδηγούσε στη μη συμπερίληψη των χρεών προς το Δημόσιο κλπ. στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, αλλά στη μη εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 §2 Ν. 3869/2010, δηλαδή στην παραδοχή ότι στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 μπορούν να υπαχθούν και οφειλέτες, που έχουν ως μοναδικούς πιστωτές τους το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α.
και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης". Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., της ευθείας, δηλαδή, παραβιάσεως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως, με την οποία ενετάχθησαν στο νόμο 3869/2010 και οι βεβαιωμένες οφειλές προς την Φορολογική Διοίκηση, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, καθ' όσον η διάταξη αυτή είναι αντίθετη με τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), καθώς εισάγει ως προϋπόθεση για την απαλλαγή του πολίτη από φόρους τους οποίους υποχρεούται να καταβάλει, την ιδιότητα του αιτούντος την απαλλαγή από το φόρο ως οφειλέτη προς ιδιώτη πιστωτή, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα σε μία κατηγορία φορολογουμένων πολιτών και ειδικότερα σε εκείνους των οποίων οι οφειλές έναντι της Φορολογικής Διοικήσεως από φορολογία εισοδήματος (οφειλές προς Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία) συντρέχουν με οφειλές προς ιδιώτες πιστωτές, να ζητήσουν και να επιτύχουν ακόμη και την πλήρη διαγραφή των οφειλομένων από αυτούς φορολογικών επιβαρύνσεων, όπως αυτές προσδιορίστηκαν αντικειμενικώς με βάση το εισόδημά τους και την εξ αυτού φοροδοτική τους ικανότητα.
Τούτο δε διότι, δια της εντάξεως των φορολογικών οφειλών στις διατάξεις του ν. 3869/2010, επέρχεται απαλλαγή του φορολογουμένου - οφειλέτη από αυτές, δεδομένου ότι η κατά τον ανωτέρω νόμο ρύθμιση δεν αφορά στο σύνολο της οφειλής προς τη Δ.Ο.Υ. σε περισσότερες δόσεις και έως την πλήρη εξόφλησή της, αλλά μέρος αυτής (οφειλής) σε μερικότερες δόσεις και εν τέλει απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτής, και τούτο διότι κριτήρια για τη ρύθμιση των οφειλών, κατά το νόμο 3869/2010, συνιστούν η υφιστάμενη εισοδηματική - οικονομική και περιουσιακή κατάσταση του αιτούντος τη ρύθμιση.
Ωστόσο τα ανωτέρω κριτήρια έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό της φοροδοτικής ικανότητας του αιτούντος τη ρύθμιση και των φορολογικών οφειλών, η δε εκ νέου απαλλαγή του κατά το νόμο 3869/2010 και η εν τέλει μερική ή ολική διαγραφή των φορολογικών χρεών, οδηγεί σε ανόμοια μεταχείριση φορολογουμένων πολιτών με ίδια ή όμοια φοροδοτική ικανότητα, με συνέπεια η διάταξη αυτή να αντίκειται και στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, καθώς δεν επιβάλλει ενιαία φορολογική μεταχείριση σε πολίτες, οι οποίοι βρίσκονται στην αυτή προσωπική, οικογενειακή και εισοδηματική κατάσταση, αλλά θέτει αδικαιολογήτως όσους υπάγονται στην ανωτέρω διάταξη σε οικονομική κατάσταση ευνοϊκότερη από αυτήν των άλλων φορολογουμένων.
Κατόπιν τούτων ανακύπτει ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος, καθ' όσον τούτο αφορά όχι μόνο την παρούσα υπόθεση, αλλά και σε ικανό αριθμό συναφών υποθέσεων, για τις οποίες εκκρεμούν αιτήσεις αναιρέσεως με τον ίδιο λόγο.
Συνεπώς, πρέπει, κατά την ομόφωνη απόφαση των μελών του Δικαστηρίου τούτου, η υπόθεση να παραπεμφθεί, κατά τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ. και 23 παρ. 2 εδ. γ' και δ' του Οργανισμού των Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού η απόφαση περί παραπομπής είναι ομόφωνη, προκειμένου να κριθεί το νομικό αυτό ζήτημα που ανέκυψε, αν, δηλαδή, είναι ή όχι αντίθετη με τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α' του ν. 3869/2010.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό μοναδικό λόγο της από 7.1.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 11/2019 αιτήσεως για αναίρεση της 13316/2018 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ