Legislator Case Law & Legislation
357/2020 AI generated

357/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 357/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 357 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

357/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 357 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
status of civil servants public official change of profession prosecutor withdrawal dismissal of civil servant journalist access to files
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 357 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 357/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρασταθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 383/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2015 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 2/1/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμό 2513 Δ/1 Αυγούστου 2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Κ. Χ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 2.1.2018 και με αριθ. κατάθ. 15/7/4.1.2018 αίτησης αναίρεσης της με αριθ. 2/5.1.2015 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου ..., με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 28ης Ιανουαρίου 2020, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο (άρθ. 126 παρ.1 περ. α του ΚΠολΔ). Εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού. Με την κρινόμενη από 2.1.2018 και με αριθ. κατάθεσης 15/7/4.1.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2/5.1.2015 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου .... Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 21.12.2010 και με αριθ. κατ. 10559/23.12.2010 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 383/8.2.2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή, ως κατ' ουσία βάσιμη, η από 12.6.2008 και υπ' αριθ. κατ. 126372/3203/24.6.2008 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σε αυτόν το ισόποσο σε ευρώ ποσό των 17.280 δολαρίων ΗΠΑ, με βάση την ισοτιμία των πιο πάνω νομισμάτων στις 24.2.2004, με το νόμιμο τόκο από 27.2.2004, ως προσαύξηση ποσοστού 20% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνες στέγασης και για τη χρονική περίοδο από 1.3.2002 έως 30.6.2003, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ενάγων, δημοσιογράφος, απασχολείτο ως ειδικός επιστήμονας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στο Γραφείο Τύπου .... Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της κατά νόμο τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 όπως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με την παράγραφο 4 του άρθρου 135 του Κώδικα Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2594/1998 (ΦΕΚ Α 62), ορίζεται ότι "προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα, ανεξαρτήτως των αποδοχών που αναφέρονται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου, και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση", ενώ με την παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "το κατά την προηγούμενη παράγραφο επίδομα καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, λαμβανομένων υπόψη των πινάκων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κόστος της ζωής στις πρωτεύουσες όλου του κόσμου. Για τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια υπουργική απόφαση σε ποσοστό επ' αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Η ως άνω υπουργική απόφαση μπορεί να έχει και αναδρομική ισχύ". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 506/1976 "Περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών" (ΦΕΚ Α 354), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 21 του Ν.1586/1986 και πριν την κατάργηση των παρ. 1 έως 7 του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 3166/2003, ορίζεται ότι "το μόνιμο και με θητεία προσωπικό, πλην των δακτυλογράφων και κλητήρων, καθώς και οι προϊστάμενοι με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου των γραφείων Τύπου εξωτερικού, δικαιούνται το ειδικό επίδομα αλλοδαπής της χώρας στην οποία υπηρετούν που χορηγείται κάθε φορά στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετούν στο εξωτερικό. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγουμένου εδαφίου η αντιστοιχία των βαθμών των υπαλλήλων των Γραφείων Τύπου εξωτερικού προς τους βαθμούς των υπαλλήλων του διπλωματικού κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών καθορίζεται με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου". Η τελευταία φράση "με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου" αντικαταστάθηκε με τη φράση "με κοινή απόφαση των Υπουργών Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών" με το άρθρο 1 παρ. 49 του Ν. 2412/1996 "Μεταφορά αρμοδιοτήτων από το Υπουργικό Συμβούλιο σε άλλα κυβερνητικά όργανα" (ΦΕΚ Α 123). Σε εκτέλεση του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.506/1976 εκδόθηκε η 481/23.11.1994 ΠΥΣ, η οποία καθόρισε την αντιστοιχία των βαθμών των υπαλλήλων των Γραφείων Τύπου Εξωτερικού προς τους βαθμούς των υπαλλήλων του διπλωματικού κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών και όρισε ότι ο Ακόλουθος Τύπου αντιστοιχεί σε Ακόλουθο Πρεσβείας. Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 19 του ΠΔ/τος 258/1993 "περί Οργανισμού της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφορικών του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως" (ΦΕΚ Α 112) ρυθμίσθηκαν θέματα στελέχωσης των Γραφείων Τύπου Εξωτερικού με προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών και ορίσθηκε στην παρ. 8 αυτής ότι οι υπάλληλοι του κλάδου ΠΕ 2 Τύπου ή ΠΕ 1 Διοικητικού ή ΠΕ 4 Διερμηνέων ή δημοσιογράφοι ή ειδικοί επιστήμονες που υπηρετούν στα Γραφεία Τύπου του Εξωτερικού, [στα οποία περιλαμβάνεται ως Γραφείο Τύπου Β' Τάξης - μετά την αναβάθμισή του με το 112/1998 Π.Δ/μα (ΦΕΚ Α 99) - και το Γραφείο Τύπου στο ... της ...ς κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του εν λόγω Π. Διατάγματος], κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στο εξωτερικό, φέρουν τον τίτλο (πλην των Προϊσταμένων των Γραφείων Α', Β' και Γ' τάξης που φέρουν άλλο τίτλο) του Ακόλουθου Τύπου. Περαιτέρω με την υπ` αριθμ. 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 Κοινή Απόφαση του Υφυπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ Β` 390), που εκδόθηκε, κατ` εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου 135 του Ν. 2594/1998, επανακαθορίστηκε από 1.1.2001 το επίδομα αλλοδαπής του προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών για τους υπηρετούντες στις Διπλωματικές και Προξενικές Αρχές και ορίστηκε για τους υπηρετούντες με πρεσβευτικό βαθμό στην ... και για το επίδικο χρονικό διάστημα σε 5.400 δολάρια ΗΠΑ (USD), ενώ με την παρ. (Γ) αυτής ορίσθηκε ότι "στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Πρέσβη". Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Ν. 3166/2003 "Οργάνωση και λειτουργία των γραφείων τύπου και επικοινωνίας του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης..." (ΦΕΚ Α 178), η ισχύς του οποίου άρχισε από 2.7.2003, ορίσθηκε ότι το κάθε κατηγορίας προσωπικό του Υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ, που υπηρετεί σε Γραφεία Τύπου και Επικοινωνίας στο εξωτερικό, δικαιούται του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή της χώρας στην οποία υπηρετεί, που είναι ανάλογο με το χορηγούμενο στους υπαλλήλους του Διπλωματικού Κλάδου, ενώ με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή προσαυξάνεται για την κάλυψη των δαπανών στέγασης και οικογενειακών βαρών στην αλλοδαπή, αναλόγως, σύμφωνα με το ποσοστά που ορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες αποφάσεις για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι και για το διάστημα πριν τις 3 Ιουλίου 2003, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 3166/2003, οι υπάλληλοι που υπηρετούν στα Γραφεία Τύπου του Εξωτερικού δικαιούνται το καταβαλλόμενο εκάστοτε στους διπλωματικούς υπαλλήλους επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής σε όση έκταση, κατά ποσό και προσαυξήσεις λαμβάνουν αυτό οι Διπλωματικοί υπάλληλοι που αντιστοιχούν με εκείνους ως προς το βαθμό και υπηρετούν στην ίδια ξένη χώρα.

Συνεπώς δικαιούνται και της προσαύξησης για την κάλυψη των δαπανών στέγασης, που δεν αποτελεί ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του καταβαλλόμενου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, χωρίς διάκριση αυτών σε μονίμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Η ερμηνεία αυτή προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 17 του Ν. 3166/2003. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 506/1976 που ορίζει ότι "Για τις δακτυλογράφους, τους κλητήρες και το λοιπό προσωπικό με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου που υπηρετεί στα Γραφεία Τύπου Εξωτερικού με οποιοδήποτε τρόπο, το επίδομα αλλοδαπής καθορίζεται κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Εργασίας", καθόσον η διάταξη αυτή αναφέρεται σε άλλη κατηγορία υπαλλήλων του Υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ και όχι στους δημοσιογράφους με βαθμό Ακολούθου Τύπου, που αντιστοιχούν στο βαθμό Ακολούθου Πρεσβείας (ΑΠ 1035/2008, ΑΠ 189/2008, ΑΠ 2024/2007, σχετ. ΑΠ 315/1999). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (δημοσιογράφος) [ήδη αναιρεσίβλητος] την 28.12.1995, δυνάμει της υπ' αριθ. 24080/2/6145 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, προσλήφθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο [ήδη αναιρεσείον] με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας τριών ετών ως ειδικός επιστήμονας, ενώ με την υπ' αριθμ. 25667/2/4768/18.12.1998 απόφαση του Γεν. Γραμματέα Ενημέρωσης η ως άνω σύμβαση μετετράπη σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Με την υπ' αριθ. 3579/Ζ/613/15.2.2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, ο ενάγων τοποθετήθηκε ως ειδικός επιστήμονας στο Γραφείο Τύπου ... για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών και ανέλαβε υπηρεσία από 9.3.2000. Η ανωτέρω τοποθέτηση ήρθη με την υπ' αριθ. 16730/Ζ/2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Ενημέρωσης και επανήλθε στην Κεντρική Υπηρεσία. Με την υπ' αρ. 21763/Ζ/4185/9.10.2003 απόφαση της Γενικής Διευθύντριας του Υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ ο ενάγων μετήχθη σε κενή οργανική θέση δημοσιογράφου με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου". Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού διέλαβε ακολούθως στην αιτιολογία του το περιεχόμενο των προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 6 παρ.2 και 3 του Ν. 506/1976, όπως ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 21 του Ν. 1586/1986 και πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 29 του Ν. 3166/2003, του άρθρου 135 παρ.4 και 5 του Ν. 2594/1998, της με αριθ. 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 Κ.Υ.Α. και τέλος του άρθρου 17 παρ. 2 του Ν. 3166/2003 έκρινε, ότι ο ενάγων, δημοσιογράφος, ο οποίος εργαζόταν ως ειδικός επιστήμονας στο Γραφείο Τύπου στο ... δικαιούται να λάβει την προσαύξηση, κατά ποσοστό 20% επί του επιδόματος του πρέσβη, για την κάλυψη των αναγκών στέγασης, ανερχόμενο για την χρονική περίοδο από 1.3.2002 έως 30.6.2003 στο συνολικό ποσό των 17.280 δολαρίων ΗΠΑ, "...δεδομένου μάλιστα ότι για το χρονικό διάστημα από 15.3.2000 έως 31.12.2001 το εναγόμενο με την υπ' αρ. 2803/Ζ/10.2.2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Ενημέρωσης είχε εγκρίνει την καταβολή στον ενάγοντα ποσού 22.526,61 δολαρίων ΗΠΑ με τη νόμιμη ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά την ημέρα εξόφλησης, ως προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για την κάλυψη των δαπανών στέγασης, αποδεχόμενο κατ' αυτό τον τρόπο ότι ο ενάγων εδικαιούτο το επίδομα αυτό". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τους περί του αντιθέτου λόγους της από 22.10.2010 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως αποφανθείσα με αριθ. 383/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την από 12.6.2008 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για το διάστημα από 1.3.2002 έως 30.6.2003, ενώ είχε απορρίψει αυτήν για το προηγούμενο διάστημα από 1.1.2002 έως 28.2.2002 ως παραγεγραμμένη. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις, ενώ δεν στηρίχθηκε στη διάταξη του άρθρου 17 του Ν. 3166/2003, της οποίας η ισχύς, όπως άλλωστε διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, άρχισε από τις 3.7.2003, ήτοι σε μεταγενέστερο του επίδικου χρόνου, προκειμένου ν' αποφανθεί περί της νομιμότητας της αγωγής, αλλά στις προαναφερθείσες λοιπές διατάξεις, την δε διάταξη αυτή (άρθ. 17 του Ν. 3166/2003) επικαλέσθηκε ως νομικό επιχείρημα. Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν` απορριφθεί. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος Ελληνικού Δημοσίου δεν τίθεται στην ένδικη υπόθεση, διότι ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.1.2018 και με αριθ. κατάθ. 15/7/2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 2/5.1.2015 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου ....

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ