357/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας ΠαπαΔημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated357/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 357 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 357/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας ΠαπαΔημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Θ. του Δ., κατοίκου δ.δ. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Πετρουλά - Πέτρου και Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Χ., κατοίκου δ.δ. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πλειώτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης.
Εκδόθηκε η απόφαση 14/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης ο ενάγων [και ήδη αναιρεσείων] με την από 27-10-2015 αγωγή του που κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπάρτης ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι την 5η Ιουνίου 2015 συνήλθε το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου ... για να αποφασίσει μεταξύ άλλων θεμάτων επί των υπ' αριθμ.
πρωτ. 5056/2015, 5057/2015 και 7589/2015 αιτήσεων του πατέρα του, Δ. Θ., προς τον Δήμο .... Ότι ο πατέρας του είχε προσκληθεί να παρευρεθεί στην ως άνω συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου, κατ' εφαρμογή του κανονισμού λειτουργίας του, στην οποία τελικά παρευρέθη ο ενάγων, εκπροσωπώντας αυτόν, δυνάμει έγγραφης εξουσιοδοτήσεώς του.
Ότι, όταν κατά την ως άνω συνεδρίαση ο εισηγητής δημοτικός σύμβουλος, Γ. Σ., πρότεινε την αναβολή της συζητήσεως, μέχρι την προσκόμιση στο ως άνω συμβούλιο γνωμοδότησης δικηγόρου επί των θεμάτων που αναγράφονταν στις ως άνω αιτήσεις του πατέρα του και θα κρίνονταν από το ως άνω δημοτικό συμβούλιο, πλην όμως ο εναγόμενος [και ήδη αναιρεσίβλητος], ως πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου ..., δεν του έδωσε τον λόγο, παρόλο που είχε εγγράφως ενημερωθεί ότι αυτός εκπροσωπούσε τον πατέρα του, προκειμένου να εκθέσει την άποψή του περί της μη αναγκαιότητας της αναβολής.
Επιπλέον, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο της με αριθμό πρωτοκόλλου ...78/1-7-2015 έγγραφης απαντήσεως του Δήμου ... που υπογράφει ο εναγόμενος στο με αριθμό πρωτοκόλλου ...78/22-6-2015 έγγραφο του ενάγοντος, το οποίο περιεχόμενο παρατίθεται αυτούσιο στην αγωγή, δηλώνει έλλειψη εκτίμησης προς αυτόν σχετικά με την ηθική ή κοινωνική του υπόληψη και στοιχειοθετεί τα αδικήματα της δυσφημήσεως (απλής και συκοφαντικής) και εξυβρίσεως.
Κατόπιν τούτων, επικαλούμενος αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου από την εναντίον του κατ' εξακολούθηση ως άνω συμπεριφορά, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Η αγωγή με το περιεχόμενο αυτό είναι φανερό ότι δεν έπρεπε να απευθυνθεί κατά του εναγομένου, εφόσον αυτός κατά το άρθρο 232 του ν.3852/2010 (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 124 του ν.4555/2018) δεν ευθύνεται σε αποζημίωση έναντι τρίτων για πράξεις που τελέστηκαν στα πλαίσια των υπηρεσιακών του καθηκόντων ως Προέδρου του δημοτικού συμβουλίου ενός οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, ωστόσο λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, από την έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, ούτε να προταθεί αυτεπαγγέλτως, καθόσον πρόκειται περί υποθέσεως που δικάστηκε κατά τις διατάξεις περί μικροδιαφορών και ρητά εξαιρείται από το νόμο.
Αλλ' ούτε και πλημμέλεια παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου μπορεί κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως να προταθεί γι' αυτό και ο τρίτος αλλά και ο τέταρτος (κατά το οικείο σκέλος του) λόγοι του ερευνωμένου ήδη δικογράφου της αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην απόφαση αυτή πλημμέλειες από τον αριθ. 1 του ως άνω άρθρου, είναι απαράδεκτοι.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που είναι ταυτόσημος με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.Α.Π.9/2016, Ολ.Α.Π.15/2006).
Εν προκειμένω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως τα εξής: "Την 5η Ιουνίου 2015 συνήλθε το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου ... για να αποφασίσει μεταξύ άλλων θεμάτων επί των υπ' αριθμ. πρωτ. 5056/2015, 5057/2015 και 7589/2015 αιτήσεων του πατέρα του ενάγοντος [ήδη αναιρεσείοντος] προς τον Δήμο ....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πατέρας, Δ. Θ., είχε προσκληθεί να παρευρεθεί στην ως άνω συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου, κατ' εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του από Ιουνίου 2011 κανονισμού λειτουργίας του Δημοτικού Συμβουλίου ..., στην οποία τελικά παρευρέθη ο ενάγων, ο οποίος εκπροσωπούσε τον πατέρα του, δυνάμει της από 4-6-2015 εξουσιοδότησης του τελευταίου.
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι όταν κατά την ως άνω συνεδρίαση ο εισηγητής δημοτικός σύμβουλος, Γ. Σ., πρότεινε την αναβολή της συζήτησης και λήψης απόφασης, μέχρι την προσκόμιση στο ως άνω συμβούλιο γνωμοδότησης δικηγόρου επί των θεμάτων που αναγράφονταν στις κρινόμενες από το δημοτικό συμβούλιο αιτήσεις του πατέρα του ενάγοντος και θα κρίνονταν από το ως άνω δημοτικό συμβούλιο, ο εναγόμενος, ως πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου ..., δεν του έδωσε τον λόγο, παρόλο που είχε, όπως προαναφέρθηκε, εγγράφως ενημερωθεί ότι εκπροσωπούσε τον πατέρα του στην ως άνω συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου, προκειμένου να εκθέσει την άποψη του περί της μη αναγκαιότητας της αναβολής.
Όμως, από την συνολική επισκόπηση του ισχύοντος ως άνω κανονισμού λειτουργίας του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ... δεν προκύπτει υποχρέωση του εκάστοτε Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ... και εν προκειμένω του εναγομένου, να δώσει τον λόγο σε πολίτη, ο οποίος παρευρίσκεται στην συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου, έστω και εάν έχει κληθεί να παρευρεθεί, διότι συζητείται υπόθεσή του.
Ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, όπως προκύπτει από τον ως άνω κανονισμό λειτουργίας απλώς "ενημερώνει τους ενδιαφερόμενους πολίτες για την συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, όταν στα θέματα της ημερήσιας διάταξης συμπεριλαμβάνονται αιτήσεις, αναφορές ή προτάσεις τους". Επιπλέον, στο άρθρο 6 του ως άνω Κανονισμού προβλέπονται τα εξής: "Ο Δήμαρχος, ο Πρόεδρος και τα υπόλοιπα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου καθώς και οι κατά τον νόμο συμμετέχοντες στις συζητήσεις μπορούν να επικαλεσθούν παρεμπίπτοντα ζητήματα που αφορούν ιδίως την τήρηση του παρόντος κανονισμού, την σειρά της ημερήσιας διάταξης, και την πρόταση για αναβολή της συζήτησης οποιουδήποτε θέματος.
Τα ίδια πρόσωπα μπορούν να επικαλεσθούν προσωπικό ζήτημα, όπως η μομφή σε βάρος τους ή η υβριστική εκδήλωση εναντίον τους κατά την διάρκεια της συνεδρίασης ή η απόδοση διαφορετικής γνώμης από εκείνη που εξέφρασαν. Ο επικαλούμενος οποιοδήποτε παρεμπίπτον ή προσωπικό ζήτημα οφείλει να το προσδιορίσει μέσα σε ένα λεπτό της ώρας και να το στηρίξει σε συγκεκριμένη διάταξη του παρόντος κανονισμού ή της νομοθεσίας, διαφορετικά ο Πρόεδρος απορρίπτει την επίκληση.
Για παρεμπίπτοντα και προσωπικά ζητήματα αποφαίνεται ο Πρόεδρος. Αν διατυπωθούν αντιρρήσεις αποφασίζει το Δημοτικό Συμβούλιο με ανάταση ή έγερση, χωρίς άλλη συζήτηση. Επίκληση παρεμπίπτοντος ή προσωπικού ζητήματος δεν επιτρέπεται μετά την έναρξη της ψηφοφορίας για κύριο ζήτημα". Από το ανωτέρω άρθρο συνάγεται ότι νομίμως εν προκειμένω ετέθη ως παρεμπίπτον το ζήτημα της αναβολής της συζήτησης των τριών ως άνω αιτήσεων του πατέρα του ενάγοντος από τον ως άνω εισηγητή δημοτικό σύμβουλο και αναβλήθηκε η συζήτηση και λήψη απόφασης επί αυτών για να προσκομισθεί εισήγηση νομικού, η οποία θα βοηθούσε τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ...
να αποφανθούν επί των κρινόμενων αιτήσεων του πατέρα του ενάγοντος. Επιπλέον, η ως άνω αναβολή της συζήτησης δεν αποτελεί δυσμενές διοικητικό μέτρο εις βάρος του ενάγοντος, όπως ορίζεται στο άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος, αφενός διότι η εισήγηση του ως άνω νομικού κρίθηκε απαραίτητη λόγω της πολυπλοκότητας του θέματος επί των αιτήσεων του πατέρα του ενάγοντος, με αποτέλεσμα ακόμη και να δινόταν ο λόγος στον ενάγοντα να εκφρασθεί περί της αναγκαιότητας ή μη της αναβολής, η γνώμη του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου ...
περί της αναγκαιότητας της προσκόμισης της νομικής γνωμοδότησης δεν θα άλλαζε, ώστε το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου ... σε κάθε περίπτωση θα ανέβαλλε την συζήτηση επί των κρινόμενων ως άνω αιτήσεων του πατέρα του ενάγοντος για να προσκομισθεί αυτή και αφετέρου διότι δεν λήφθηκε απόφαση επί της ουσίας επί των κρινόμενων ως άνω αιτήσεων.
Απόφαση επί της ουσίας έλαβε χώρα στην συνεδρίαση της 3ης Νοεμβρίου έτους 2015, κατά την οποία ο ενάγων, ως εκπρόσωπος του πατέρα του, ή ο ίδιος ο πατέρας του δεν παρέστησαν κατά την συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, στην οποία ελήφθη απόφαση επί των ως άνω υπ' αριθμ. …56/16-4-2015, …57/16-4-2015 και …89/8-5-2015 αιτήσεων του πατέρα του ενάγοντος.
Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση η απόφαση περί αναβολής της συζήτησης όπως και η μεταγενέστερη απόφαση περί οριστικής επίλυσης της διαφοράς έλαβαν χώρα μετά από τις ως άνω αναφερόμενες αιτήσεις του πατέρα του ενάγοντος προς τον Δήμο ..., στις οποίες αιτήσεις μπορούσε ο πατέρας του ενάγοντος να αναπτύξει τις απόψεις του, με αποτέλεσμα να μην απαιτείτο στην προκείμενη περίπτωση η ακρόαση του ενάγοντος, ως εκπροσώπου του πατέρα του, προ της εκδόσεως από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ...
της αναβλητικής ως άνω απόφασης του, με συνέπεια να μην έχει παραβιασθεί ούτε το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 1469/1995) ούτε και το άρθρο 6 παρ. 1 ΚΔΔιαδ, του οποίου το εύρος εφαρμογής συμπίπτει με εκείνο της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως (βλ. ΣτΕ 3222/2000, 452/2004, 1830/2011, 3811/2012).
Συνεπώς, ο εναγόμενος, ο οποίος ενεργούσε με την ιδιότητα του ως Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου ... και ο οποίος δεν έδωσε τον λόγο στο ενάγοντα προ της εκδόσεως της αναβλητικής ως άνω αποφάσεως κατά την συνεδρίαση της 5-6-2015 του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., η οποία κινήθηκε δυνάμει των ως άνω αναφερόμενων αιτήσεων του ενάγοντος, δεν παραβίασε ούτε το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος (βλ.
ΣτΕ 1469/1995) ούτε και το άρθρο 6 παρ. 1 ΚΔΔιαδ, του οποίου το εύρος εφαρμογής συμπίπτει με εκείνο της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως (βλ. ΣτΕ 3222/2000, 452/2004, 1830/2011, 3811/2012). Από τα ανωτέρω εκτεθέντα κρίνεται ότι δεν επήλθε ζημία του ενάγοντος από την απόφαση περί αναβολής, διότι ο εναγόμενος δεν τέλεσε παράνομη και υπαίτια πράξη κατά του ενάγοντος, ικανή να επιφέρει μη περιουσιακή ζημία σε αυτόν, ώστε να μπορεί να επιδικασθεί στον ενάγοντα εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη.
Επιπλέον, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η με αριθμό πρωτοκόλλου ...78/1-7-2015 έγγραφη απάντηση του εναγομένου στο με αριθμό πρωτοκόλλου ...78/22-6-2015 έγγραφο του ενάγοντος είναι εξυβριστική και συκοφαντική και προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται επί λέξει τα κάτωθι: Επί του από 22-6-2015 εγγράφου σας που έλαβε αρ.
πρωτ. ...78/22-6-2015, σας απαντούμε ότι: Α) δεν αποδεχόμαστε το κείμενο του εγγράφου σας, διότι φαίνεται ότι εσείς βρίσκεστε σε σύγχυση των γεγονότων και παραποιείτε σκόπιμα αυτά, αφού σας ενημερώσαμε ότι της απόφασης του Δ.Σ. είχε προηγηθεί απόφαση της Οικ. Επιτροπής, και συγκεκριμένα με την αρ. 120/4-6-2015 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής ορίστηκε ως δικηγόρος η Χρυσάνθη Κουλοχέρη για παροχή γνωμοδότησης επί των 3 αιτήσεων του κ.
Δ. Θ..
Β) δεν είναι υποχρεωτική αλλά δυνητική η πρόσκληση του πολίτη - δημότη, ιδιώτη κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. (αρθ. 69 παρ. 3 ν. 3852/2010 και αρθ. 5 παρ. 2 κανονισμού λειτουργίας Δημοτικού Συμβουλίου ...). Η προς τον ιδιώτη πρόσκληση για να παρευρεθεί στη συνεδρίαση του Δ.Σ. δεν σημαίνει ότι υποχρεωτικά πρέπει να σας δοθεί ο λόγος, όταν μάλιστα ο εισηγητής του θέματος που τον ενδιαφέρει εισηγείται την αναβολή της συζήτησής του.
Γ) δε νομιμοποιείστε, απευθυνόμενος προς το ΝΠΔΔ, να σχολιάζετε και αμφισβητείτε εγγράφως τις αποφάσεις και απόψεις του με τρόπο που φανερώνει εμφανή διάθεση άσκησης ελέγχου της Υπηρεσίας μας. Ο έλεγχος των αποφάσεων μας γίνεται όπως ο νόμος ορίζει, και όχι από σας.
Δ) δεν δικαιούστε να προβαίνετε με τα έγγραφα σας σε χαρακτηρισμούς σε βάρος μας, που θίγουν και προσβάλλουν τη προσωπικότητα μας και διαβάλλουν την Υπηρεσία μας σε τέτοιο βαθμό που να αποτελούν πλέον ποινικά αδικήματα, θέμα για το οποίο και ρητά επιφυλασσόμαστε.
Ε) τέλος παρατηρούμε ότι, το προς εμάς έγγραφο σας δεν έχει τη μορφή αίτησης για να αποφανθούμε περί αυτού, αλλά προβαίνετε μόνο σε απαράδεκτη κριτική των προσώπων μας και των αποφάσεων μας κατά τρόπο αφ' ενός ακατάληπτο αφού δεν προκύπτει από τον τρόπο διατύπωσης του συγκεκριμένη βούληση σας με συγκεκριμένο αίτημα, αφ' ετέρου καταχρηστικό αφού, παρότι σας δόθηκε με την αρ. πρωτ. 10463/19-6-15 απάντηση μας οριστική και πλήρως θεμελιωμένη απάντηση της Υπηρεσίας μας που εξαντλεί τις νόμιμες αρμοδιότητες και υποχρεώσεις μας επί των τεθέντων από σας ζητημάτων, εσείς επανέρχεστε και επιμένετε.
Συνεπώς συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του αρθ. 4 παρ. 3 ν. 2690/1999 όπως τροπ. αρ. 11 παρ. 3 ν. 3230/2004. Ο πρόεδρος του Δ.Σ. (υπογραφή και υπηρεσιακή σφραγίδα του Δήμου ...) Σ. Μ.". Από την επισκόπηση του ως άνω εγγράφου κρίνεται ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου έχουν διατυπωθεί με ουδέτερο, μη απειλητικό και αιτιολογημένο ύφος και δεν είναι, κατά την κοινή αντίληψη, ικανοί και πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή του ενάγοντος, ούτε με τους εν λόγω ισχυρισμούς δηλώνεται έλλειψη εκτίμησης προς αυτόν σχετικά με την ηθική ή κοινωνική του υπόληψη, προϋπόθεση απαραίτητη για την στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της δυσφήμησης (απλής και συκοφαντικής) ή εξύβρισης.
Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η με αριθμό πρωτοκόλλου ...68/22-7-2015 έγγραφη απάντηση του εναγομένου στην με αριθμό πρωτοκόλλου ...68/26-6-2015 έγγραφη αίτηση του ενάγοντος είναι εξυβριστική και συκοφαντική και προσβάλλει την τιμή και την υπόληψή του. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται επί λέξει τα κάτωθι:
Επί της από 26-6-2015 αίτησής σας που έλαβε αρ. πρωτ. ...68/26-6-2015, σας απαντούμε ότι: Α) δεν αποδεχόμαστε το κείμενο του εγγράφου σας επί της ουσίας, και επανέρχεστε σε ένα θέμα παρότι σας δόθηκε με το αρ. πρωτ. ...78/1-7-15 έγγραφό μας οριστική και πλήρως θεμελιωμένη απάντηση της Υπηρεσίας μας που εξαντλεί τις νόμιμες αρμοδιότητες και υποχρεώσεις μας επί των τεθέντων από σας ζητημάτων, δηλαδή επαναλαμβάνετε ένα θέμα κατά τρόπο καταχρηστικό.
Β) δεν νομιμοποιείστε, απευθυνόμενος προς το ΝΠΔΔ, να σχολιάζετε και αμφισβητείτε εγγράφως τις αποφάσεις και απόψεις του με τρόπο που φανερώνει εμφανή διάθεση άσκησης ελέγχου της Υπηρεσίας μας. Ο έλεγχος των αποφάσεών μας γίνεται όπως ο νόμος ορίζει, και όχι από σας.
Γ) δεν δικαιούστε να προβαίνετε με τα έγγραφα σας σε χαρακτηρισμούς σε βάρος μας, που θίγουν και προσβάλλουν τη προσωπικότητα μας και διαβάλλουν την Υπηρεσία μας σε τέτοιο βαθμό που να αποτελούν πλέον ποινικά αδικήματα, θέμα για το οποίο και ρητά επιφυλασσόμαστε.
Δ) τέλος, σας ενημερώνουμε ότι μπορείτε, σε ημερομηνία και ώρα που θα οριστεί με την γραμματέα του Δ.Σ. κα Μ. (τηλ. ...030), να επισκεφθείτε το Δημαρχείο ... για να σας επιδειχθούν τα έγγραφα που ζητάτε. Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. ... (υπογραφή και υπηρεσιακή σφραγίδα του Δήμου ...), Σ. Μ.". Από την επισκόπηση του ως άνω εγγράφου κρίνεται ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου έχουν διατυπωθεί με ουδέτερο, μη απειλητικό και αιτιολογημένο ύφος και δεν είναι, κατά την κοινή αντίληψη, ικανοί και πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή του ενάγοντος, ούτε με τους εν λόγω ισχυρισμούς δηλώνεται έλλειψη εκτίμησης προς αυτόν σχετικά με τη ηθική ή κοινωνική του υπόληψη, προϋπόθεση απαραίτητη για τη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της δυσφήμησης (απλής και συκοφαντικής) και εξύβρισης.
Επιπλέον, κρίνεται ότι για την επίδοση των ως άνω δύο εγγράφων στον εναγόμενο τηρήθηκαν όλες οι διατυπώσεις που επιβάλλει το άρθρο 284 παρ. 1 του Κώδικα περί Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδυασμό με τα άρθρα 122, 123, 124 παρ. 1 και 2, 125, 126 περ. α, 127 παρ. 1 και 129 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Ειρηνοδικείο Σπάρτης απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικάσαν δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, της μη στοιχειοθετήσεως παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου ως γενεσιουργού λόγου για την επιδίκαση της αιτουμένης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο δεύτερος και ο τέταρτος (κατά το οικείο σκέλος του) λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ., με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και ειδικότερα ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν τέλεσε ο αναιρεσίβλητος παράνομες και υπαίτιες πράξεις σε βάρος του, είναι απαράδεκτοι προεχόντως λόγω αοριστίας, και σε κάθε περίπτωση γιατί υπό το πρόσχημα της ανεπάρκειας των αιτιολογιών πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π. 469/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 5 περ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσία την ένδικη αγωγή του, χωρίς να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν με αυτήν, αλλά και με τις προτάσεις του ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα:
τον ισχυρισμό του περί εκπνοής της αποκλειστικής προθεσμίας των 30 ημερών από της καταθέσεως των αιτήσεων του πατέρα του, εντός των οποίων όφειλε να αποφανθεί το δημοτικό συμβούλιο, τον ισχυρισμό του περί τηλεφωνικής παρεμβάσεως του Συνηγόρου του Πολίτη προ της επίμαχης συνεδριάσεως, τον ισχυρισμό του περί αντικαταστάσεως με αδιαφανή διαδικασία της δικηγόρου Χρυσάνθης Κουλοχέρη με τον Ι.
Σ. και τον ισχυρισμό του περί του ότι στερήθηκε το δικαίωμα ακροάσεωςαπό το δημοτικό συμβούλιο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά πραγματικά επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεών του.
IV. Από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου, 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1959/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την ως άνω διάταξη του άρθρου 561 § 1, προβάλλει επί λέξει ότι: "υπάρχει παράβαση κανόνα δικαίου, έλλειψη νόμιμης βάσεως και ανεπάρκεια αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων που αφορούν το κρίσιμο ζήτημα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αντιδίκου, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα και βρίσκονται σε αντίθεση με το ότι η προσβαλλόμενη δεν διαπίστωσε ότι η συμπεριφορά του αντιδίκου απέναντι σε μένα ...
αποτελεί βαρύτατη προσβολή της τιμής και της υπολήψεώς μου". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις του δεν θεμελιώνουν κάποιον από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους, αλλά αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Σεπτεμβρίου 2017 αίτηση του Θ. Θ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σπάρτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ