357/2017 · 357/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 357 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 357/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, ΓεώρÎ...
Full Text of the Judgment · 357/2017
Απόφαση 357 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 357/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)" και ήδη ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)", ως οιονεί καθολικός διάδοχος, δυνάμει του ν. 4387/2016, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αθανασάκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία, στην ως άνω από 12-1-2017 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες προτάσεις της, δήλωσε την ως άνω μεταβολή του αναιρεσείοντος.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Ι., 2) Ε. συζ. Δ. Κ., το γένος Ε. Τ., 3) Π. Κ. του Δ., κατοίκων ... και 4) Α. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Ποζιού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1851/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1887/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-9-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 1η-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 (άρθρα 12 του ν. 813/1978, 3 του ν. 2041/1992) "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3853/17-6-2010 και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση (όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια), όταν πρόκειται για σύμβαση μίσθωσης που ρυθμίζεται από αυτό, "ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από αυτή. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων (4) μηνών". Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στο μισθωτή εμπορικής και γενικά κάθε μίσθωσης που καλύπτεται, κατ' άρθρ. 1 του εν λόγω π.δ., από την προστασία αυτού, το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση (καταγγελία μεταμέλειας), εφόσον, αφενός μεν, η μίσθωση παραμένει ενεργός, αφετέρου δε, έχει παρέλθει διετία από την έναρξή της. Για το κύρος της καταγγελίας αρκεί η έγγραφη δήλωση του μισθωτή ότι λύνει τη μίσθωση χωρίς να απαιτείται η συνδρομή κάποιου λόγου που να δικαιολογεί τη μεταμέλειά του. Η καταγγελία αυτή τελεί υπό αναβλητική προθεσμία έξι μηνών και συνεπάγεται την υποχρέωση του μισθωτή να καταβάλει στον εκμισθωτή εφάπαξ αποζημίωση, από τέσσερα μηνιαία μισθώματα, υπολογιζόμενα κατά το χρόνο άσκησης της καταγγελίας (ΑΠ 927/2015, ΑΠ 1414/2012, ΑΠ 213/ 2012, ΑΠ 284/2010), ανεξάρτητα από τη ζημία του εκμισθωτή, ακόμη και αν ο τελευταίος εκμίσθωσε το μίσθιο αμέσως. Αν μετά την άσκηση της καταγγελίας ο μισθωτής αποδώσει αμέσως τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή, οφείλει και πάλι να καταβάλει στον τελευταίο το μέχρι την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας μίσθωμα των έξι μηνών και την αποζημίωση των τεσσάρων μηνών (ΑΠ 246/2011, ΑΠ 1673/2009). Η ίδια διάταξη, με την οποία παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει πρόωρα τη μίσθωση, υπό τις πιο πάνω προϋποθέσεις, εφαρμόζεται και στην περίπτωση που έχει λήξει ο συμβατικός ή νόμιμος χρόνος της μίσθωσης και αυτή τελεί σε αναγκαστική παράταση. Εξάλλου, η παραπάνω διάταξη αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου και, επομένως, τα προβλεπόμενα από αυτή δικαιώματα διέπονται από τη διάταξη του άρθρου 45 του π.δ. 34/1995, κατά την οποία "η παραίτηση οποιουδήποτε από τα μέρη από τα δικαιώματα του παρόντος, κατά την κατάρτιση της μίσθωσης, είναι άκυρη, εφόσον το παρόν δεν ορίζει διαφορετικά". Με την τελευταία αυτή διάταξη, ο νομοθέτης, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ευαισθησία και προς τους δύο συμβαλλομένους, υποδεικνύει ότι εξέρχονται από την εξουσία διάθεσής τους οι "κατά την κατάρτιση" της σύμβασης μισθώσεως συμφωνίες, με τις οποίες αυτοί (συμβαλλόμενοι) παραιτούνται από δικαιώματα που θεμελιώνονται στο π.δ. 34/1995. Αναφορικά με τα δικαιώματα, τα οποία προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 43 του ίδιου π.δ. 34/1995, ως παραίτηση νοείται και η συνομολόγηση όρου, ο οποίος διαφοροποιεί, με οποιονδήποτε τρόπο, την εφαρμογή της διάταξης αυτής, είτε τροποποιώντας τις προϋποθέσεις γένεσης του σχετικού δικαιώματος, είτε επιμηκύνοντας την εξάμηνη αναβλητική προθεσμία, είτε συνομολογώντας ποσό αποζημίωσης μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων. Η ακυρότητα, όμως, αυτή καταλαμβάνει την παραίτηση και τις πιο πάνω συμφωνίες, μόνο όταν αυτές γίνονται κατά την "κατάρτιση" της σύμβασης μισθώσεως, όπως σαφώς συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 45 του π.δ. 34/1995. Επομένως, η παραίτηση και οι εν λόγω συμφωνίες, που εμπεριέχουν παραίτηση, είναι έγκυρες και ισχυρές, εφόσον γίνονται μετά την κατάρτιση της σύμβασης μισθώσεως, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ και αποτελεί εκδήλωση της ιδιωτικής αυτονομίας. Συνακόλουθα, τέτοιες συμφωνίες, οι οποίες έγιναν κατά την κατάρτιση της σύμβασης μισθώσεως, είναι άκυρες, η ακυρότητα, όμως, δύναται να θεραπευθεί με την επανάληψή τους, μετά την κατάρτιση της σύμβασης (ΑΠ 927/2015, ΑΠ 213/2012). H διάταξη του άρθρ. 43 του π.δ. 34/95 τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3853/2010, ως προς τη δυνατότητα του μισθωτή να καταγγείλει την εμπορική μίσθωση λόγω μεταμέλειας, ενώ περιλήφθηκαν σ' αυτό και μεταβατικές διατάξεις. Ειδικότερα, με το άρθρο 17 ν. 3853/2010 "περί τροποποίησης όρων και αποτελεσμάτων καταγγελίας εμπορικής μίσθωσης από μισθωτή" ορίστηκαν τα εξής: "Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως, τα δε αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης" (παρ. 1). Το δικαίωμα καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 43 του π.δ. 34/95 έχει ο μισθωτής ακόμη και αν έχει παραιτηθεί από αυτό σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/95. Καταγγελία που έχει ήδη ασκηθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ενώ ο μισθωτής είχε παραιτηθεί νόμιμα από αυτό το δικαίωμα, θεωρείται έγκυρη, τα δε αποτελέσματά της επέρχονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, όχι, όμως, πριν τη δημοσίευση του νόμου. Ο μισθωτής υποχρεούται στην περίπτωση αυτή σε καταβολή αποζημίωσης ίση με το ποσόν ενός μισθώματος όπως αυτό ανερχόταν τρεις μήνες πριν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας (παρ. 2)... Οι παράγραφοι 2 και 3 ισχύουν για καταγγελίες που θα γίνουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012 και αφορούν μισθώσεις ακινήτων που έχουν συναφθεί πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου" (παρ. 4). Ήδη η προθεσμία της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 3853/2010 παρατάθηκε μέχρι τις 31.12.2013 με το άρθρο 6 της από 18.12.2012 Π.Ν.Π., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4128/2013. Από τις νέες αυτές διατάξεις, που εφαρμόζονται και στις μισθώσεις που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3853/2010, προκύπτει ότι, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο αλλά και παγκοσμίως, ο νομοθέτης προχώρησε σε τροποποιήσεις των διατάξεων, μεταξύ άλλων, και της εμπορικής νομοθεσίας. Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3853/2010 (ΦΕΚ 90/Α/17-6-2010), τροποποιήθηκε το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, που ρύθμιζε το δικαίωμα καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης εκ μέρους του μισθωτή λόγω μεταμέλειάς του. Με την τροποποίηση αυτή επήλθε σύντμηση τόσο του χρόνου που πρέπει να έχει μεσολαβήσει από την έναρξη της μισθωτικής σχέσης προκειμένου να γεννηθεί το δικαίωμα καταγγελίας (ένα έτος αντί για δύο) όσο και του χρόνου που πρέπει να μεσολαβήσει για την επέλευση των έννομων αποτελεσμάτων της (τρεις μήνες αντί για έξι). Επίσης, η οφειλόμενη στον εκμισθωτή αποζημίωση, λόγω της καταγγελίας από τον μισθωτή, περιορίστηκε στο ισόποσο ενός μηνιαίου μισθώματος αντί των τεσσάρων μισθωμάτων που ίσχυε μέχρι τότε. Ταυτόχρονα, με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, προβλέφθηκε ότι το προαναφερόμενο δικαίωμα καταγγελίας αναγνωρίζεται υπέρ του μισθωτή, ακόμη και αν έχει παραιτηθεί από αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995, δηλαδή με δήλωση ή συμφωνία μεταγενέστερη της κατάρτισης της μίσθωσης, αφού παραίτηση ταυτόχρονη με την κατάρτιση της μίσθωσης είναι αυτοδικαίως άκυρη, κατά τη σχετική πιο πάνω διάταξη (του άρθρου 45) που είναι αναγκαστικού δικαίου. Τέλος, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου 17 προβλέφθηκε ότι τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, ήτοι η καταγγελία της σύμβασης μισθώσεως από τον μισθωτή, ισχύει για όσες καταγγελίες γίνουν μέχρι τις 31.12.2012 (και ήδη πλέον μέχρι 31.12.2013) και αφορούν μισθώσεις που έχουν συναφθεί πριν από τη δημοσίευση του ν. 3853/2010. Η επέμβαση αυτή του νομοθέτη σε γεννημένες έννομες σχέσεις αιτιολογήθηκε, κατά την οικεία αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, για την ανάγκη διευκόλυνσης της επαναδιαπραγμάτευσης των μισθώσεων στο πλαίσιο της νέας οικονομικής συγκυρίας που έχει διαμορφωθεί (ΑΠ 1013/2015). Περαιτέρω, η προαναφερόμενη νέα ρύθμιση του άρθρου 43 π.δ. 34/1995 (που, να σημειωθεί, δεν έχει εφαρμογή στις μισθώσεις που καταρτίζονται μετά τις 28-2-2014, κατ' άρθρ. 13 παρ. 1 και 2α ν. 4242/2014) ισχύει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ (άρθρ. 2 ΑΚ), άρα ισχύει από 17-6-2010. Εξάλλου, από τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, που ορίζει ότι "ενοχές από οποιοδήποτε λόγο, που τα παραγωγικά τους αίτια συντελέστηκαν πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, διέπονται και μετά την εισαγωγή του από το έως τώρα δίκαιο, ιδίως ως προς τη γένεση, το περιεχόμενο, την έκταση, την ενέργεια και τα αποτελέσματα, την υπερημερία του οφειλέτη ή του δανειστή, το δικαίωμα υπαναχώρησης, την επίδραση στη σύμβαση της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, την αδυναμία παροχής, το πταίσμα και τα αποδεικτικά μέσα", συνάγεται γενικότερη αρχή, κατά την οποία ενοχή που τα παραγωγικά της αίτια συντελέστηκαν πριν από την εισαγωγή του νέου νόμου διέπεται και μετά την εισαγωγή του από το έως τώρα δίκαιο. Τούτο ισχύει και για την καταγγελία και, συνεπώς, οι καταγγελίες που έγιναν πριν από την ισχύ του ν. 3853/2010 διέπονται από το προηγούμενο νομικό καθεστώς και τα αποτελέσματά τους επέρχονται μετά πάροδο έξι (6) μηνών, ενώ ο μισθωτής οφείλει αποζημίωση τεσσάρων (4) μηνιαίων μισθωμάτων. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1887/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε), δέχθηκε τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη: "Με τον πρώτο λόγο της έφεσής του το ΙΚΑ ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995. Ειδικότερα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκε η ως άνω διάταξη (του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 3853/ 2010 και έγιναν ακολούθως δεκτά κατ' ουσία τα ως άνω ερειδόμενα σ'αυτήν κονδύλια, ενώ, έπρεπε να εφαρμοσθεί αυτή όπως τροποποιήθηκε με τον ως άνω νόμο που ίσχυε ήδη κατά το χρόνο επέλευσης (μετά 3μηνο) των αποτελεσμάτων της επιδοθείσας στις 28-5-2010 καταγγελίας του, οπότε και θα απορρίπτονταν τόσο το αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης, αφού (κατ' εφαρμογή της τροποποιηθείσας ως άνω διάταξης) αυτή είναι ισόποση ενός μόνον μηνιαίου μισθώματος, το οποίο είχε ήδη καταβάλει στους ενάγοντες, όσο και το κονδύλιο που αφορά στην καταβολή μισθωμάτων διαρκούσης της τρίμηνης (και όχι εξάμηνης) αναβλητικής προθεσμίας για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, τα οποία όμως αυτό (το εκκαλούν ΙKA), όπως υποστηρίζει, δεν υποχρεούται να καταβάλει στους συνεκμισθωτές, αφού, όπως συνομολογούν οι τελευταίοι στην αγωγή, παρέλαβαν αυθημερόν (στις 28-5-2010) το μίσθιο. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αμέσως πιο πάνω μείζονα πρόταση, ο λόγος αυτός της έφεσης, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος. Τούτο διότι στην κρινόμενη υπόθεση που η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ/τος έγγραφη καταγγελία του μισθωτή ΙKA έλαβε χώρα, όπως πράγματι συνομολογείται από τους διαδίκους, στις 28-5-2010, δηλαδή πριν από την ισχύ (στις 17-6-2010) του Ν. 3853/2010, τα αποτελέσματα και οι συνεπεία αυτής σχέσεις των διαδίκων διέπονται από την ως άνω διάταξη ως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τον προαναφερόμενο νόμο. Περαιτέρω, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση οι διάδικοι δεν επικαλούνται νεώτερη μεταξύ τους συμφωνία για λύση της μίσθωσης, σε εκτέλεση της οποίας παρέλαβαν οι συνεκμισθωτές το προσφερόμενο μίσθιο, αλλά αμφότεροι επικαλούνται καταγγελία εκ μέρους του μισθωτή (ΙΚΑ), το τελευταίο οφείλει τα έξι μισθώματα που αντιστοιχούν στο μετά την καταγγελία και μέχρι την, κατά νόμο, επέλευση των αποτελεσμάτων της χρονικό διάστημα, ακόμη και αν δεν χρησιμοποίησε το μίσθιο κατά το διάστημα αυτό λόγω της άμεσης παράδοσης-παραλαβής της χρήσης του από τους εκμισθωτές. Σημειώνεται ότι: α) δεν τυγχάνει εφαρμογής η επικαλούμενη από το εκκαλούν παράγραφος 2 του άρθρου 17 του Ν. 3853/2010, αφού με αυτή ρυθμίζεται η εκ μέρους του μισθωτή καταγγελία που έλαβε χώρα μετά από προηγούμενη παραίτησή του από το σχετικό δικαίωμα κατ' άρθρο 45 του 34/1995 π.δ., προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον προπαρατιθέμενο λόγο της από 17-1-2014 έφεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ" και ήδη Ν.Π.Δ.Δ. "Ε.Φ.Κ.Α." (άρθρ. 51 παρ. 1 ν. 4387/2016), που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, επικυρώνοντας, κατά τούτο, την πρωτόδικη 1851/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο, κατά ένα μέρος, την ένδικη, από 4-1-2011 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας, δεν παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, όπως αυτό ίσχυε πριν από την προαναφερόμενη τροποποίησή του, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του ν. 3853/ 2010 (που τροποποίησε, από 17-6-2010, το παραπάνω άρθρο 43), τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο μοναδικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον (η εκ μέρους του οποίου μίσθωση ακινήτου, προκειμένου να στεγάσει τα ιατρεία του και τις υγειονομικές του υπηρεσίες, καλύπτεται από την προστασία του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ. γ' π.δ. 34/1995) προσάπτει στην πληττόμενη εφετειακή απόφαση την αιτίαση, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική αυτή πλημμέλεια με το να δεχθεί ότι δεν εφαρμόζεται στην ερευνώμενη περίπτωση α) η νέα ρύθμιση του άρθρου 43 π.δ. 34/1995, όπως δηλαδή αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3853/ 2010, με την επίκληση ότι η επίμαχη καταγγελία που έγινε από το ίδιο (αναιρεσείον-μισθωτή), στις 28-5-2010, πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (17-6-2010), καταλαμβάνεται από τη διαφορετική, νέα, ρύθμιση του νόμου αυτού και β) η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του ίδιου νόμου, επικαλούμενο ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της η προηγούμενη παραίτηση του μισθωτή από το συναφές δικαίωμά του, ενώ εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝΑΚ. Επισημαίνεται ότι ο λόγος αυτός, κατά το υπό στοιχ. β' σκέλος του, στηρίζεται και σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, συνακόλουθα, είναι, επιπλέον, και αλυσιτελής, αφού αναφέρεται σε περιστατικό που δεν αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή αν ο μισθωτής παραιτήθηκε από το σχετικό του δικαίωμα, και που ήταν μάλιστα νομικά αδιάφορο, ενώ εκ περισσού διατυπώθηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπό τη μορφή "σημειώνεται ότι...", χωρίς να είναι αναγκαίο για τη θεμελίωση του δικαιώματος που αξιώνεται με την αγωγή και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο επαρκώς θεμελιώνεται στις παραδοχές που προεκτέθηκαν. Πάντως, το Εφετείο δεν ερμήνευσε την υπόψη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 ν. 3853/2010 με τον τρόπο που υπολαμβάνει το αναιρεσείον, αλλά απλώς μνημόνευσε ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται και σε μισθωτές που είχαν παραιτηθεί έγκυρα, δηλαδή μεταγενέστερα από το χρόνο έναρξης της μίσθωσης, από το δικαίωμά τους καταγγελίας, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όμως, στην εξεταζόμενη περίπτωση, ενώ για εκείνους τους μισθωτές που έχουν παραιτηθεί από το δικαίωμα αυτό κατά την κατάρτιση ή την έναρξη της μίσθωσης η ακυρότητα είναι δεδομένη. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. Θ ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Σεπτεμβρίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...18-9-2015 αίτηση του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ" και ήδη "ΕΦΚΑ" για αναίρεση της 1887/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ