Legislator Case Law & Legislation
357/2016 AI generated

357/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 357/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 357 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 357/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία ΚαρυστηναίÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 357 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 357/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Αρχικώς, 1. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δούκα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2. του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" ως καθολικού διαδόχου του ενταχθέντως κλάδου υγείας σε εντός του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως προς τους με α/α 3ο, 5ο, 8ο, 13ο, 17ο, 21ο, 26ο, 30ο, 32ο και 40ο των αναιρεσιβλήτων, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3. του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "1η ΔΥΠΕ Αττικής" (οιονεί εν μέρει καθολικού διαδόχου δυνάμει του ν. 4238/2014 του ν.π.δ.δ, ΕΟΠΠΥ ως προς τους 1ο και 14η των αναιρεσιβλήτων, και ο οποίος ΕΟΠΠΥ με την σειρά του είναι δυνάμει του ν. 3918/2011 διάδοχος του ν.π.δ.δ ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Ε. του Ε., 2) Κ. Γ. του Π., 3) Κ. Γ. του Κ., 4) Κ. Μ. του Π., 5) Π. Χ. του Π., 6) Π. Α. του Γ., 7) Σ. Σ. του Β., 8) Π. Δ. του Π., 9) Μ. Α. του Ι., 10) Λ. Α. του Β., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 11) Μ. Φ. του Τ., 12) Α. Φ. του Σ., 13) Β. Π. του Α., 14) Δ. Π. του Δ., 15) Κ. Β. του Γ., 16) Κ. Μ. του Α., 17) Ι. Ε. του Ι., 18) Κ. Κ. του Ν., 19) Κ. Τ. του Γ., 20) Κ. Γ. του Ν., 21) Α. Γ. του Κ., 22) Σ. Ν. του Δ., 23) Σ. Α. του Δ., 24) Χ. Α. του Κ., 25) Χ. Ε. του Σ., 26) Β. Π. του Θ., 27) Μ. Α. του Ε., 28) Π. Γ. του Γ., 29) Κ. Χ. του Ι., 30) Τ. Ι. του Ι., 31) Κ.-Β. Φ. του Ι., 32) Μ. Χ. του Θ., 33) Ά. Μ. του Γ., 34) Μ. Μ. του Μ., 35) Β. Χ. του Σ., 36) Μ. Κ. του Ι., 37) Π. Ν. του Δ., 38) Π. Μ. του Π., 39) Σ. Γ. του Α., 40) Δ. Ι. του Χ., 41) Μ. Γ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κωστούλα, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 2182/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου.

Την αναίρεση της απόφασης ζητεί το αρχικώς αναιρεσείον με την από 4-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Μαχαίρας, ανέγνωσε την από 11-1-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την με επίκληση προσκομιζόμενη ...25-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, Γ. Ν. Π., προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 25-1-2011, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για επόμενη δικάσιμο και εν συνεχεία μετά από αναβολές (15-11-2011, 14-15-2013, 21-1-2014, 3-22015) για τη σημερινή δικάσιμο, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην 10η αναιρεσίβλητη, Α. Λ., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως πρέπει να εξεταστεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση γι’ αυτή για την προκειμένη μετ’ αναβολή δικάσιμο, (άρθρ. 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 4-10-2006 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την εργατική διαδικασία υπ’ αριθ. 2182/2000 τελεσίδικη απόφαση του του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των εναγόντων και νυν αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Παρά το ότι δεν προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ότι εκδόθηκε θετική γνωμοδότηση του αρμόδιου Τμήματος του Ν.Σ.Κ. αναφορικά με το βάσιμο των λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εν τούτοις, ενόψει του ότι πρόκειται για υπόθεση στην οποία αντικείμενο της διαφοράς είναι περιοδικές παροχές, ο Άρειος Πάγος θα πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως, δεδομένου ότι και αν ακόμη είχε εκδοθεί μη θετική σχετική γνωμοδότηση θα έπρεπε μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως να έχει περιέλθει στο Δικαστήριο τούτο, εκτός της μη θετικής αυτής γνωμοδοτήσεως του αρμόδιου Τμήματος του Ν.Σ.Κ. σωρευτικώς, και έγκριση αυτής από τον αρμόδιο Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 12 παρ. 2 ν. 2298/1995, όπως η παράγραφος αυτή τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, και παρ. 3 εδ. β’ σε συνδυασμό με την 179/1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών - βλ. σχετ. Α.Σ.Δ. 32/1999), πράγματα όμως τα οποία επίσης δεν προκύπτουν από το φάκελο της δικογραφίας. ΓΑΕΔ 32/1999. ΑΠ 1111/20091.

Ειδική εκδήλωση της δεσμεύουσας και το νομοθέτη συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) αποτελεί το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β’ του Συντάγματος, το οποίο αφορά τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟΛ. Α.Π. 15/1997) και κατά το οποίο για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας οφείλεται ίση αμοιβή. Ο κανόνας, όμως, αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, (όρους απασχολήσεως και απολαυών). Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνει επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο επί μέρους μισθολογική παροχή, χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται (ΑΠ 796/2001, 544/2007). Εξ άλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 43 Ν. 1193/1981 ορίζεται ότι "εις τας επισκεπτρίας αδελφάς, τας αδελφάς νοσοκόμους και τας μαίας των κλάδων ΑΡ1, ΑΡ2 και ΑΡ3 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 30% επί μισθού των" (ΑΠ 788/1995). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, αφού εξέθεσαν ότι έχουν προσληφθεί ως ιατροί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)" και ότι, αμειβόμενοι βάσει των διατάξεων περί ενιαίου μισθολογίου, δεν λαμβάνουν το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (30% επί του βασικού μισθού), το οποίο χορηγείται, βάσει του άρθρου 43 του Ν. 1193/1981, (και) στις αδελφές νοσοκόμους που υπηρετούν στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, καίτοι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι προσφέρουν έργο μεγαλύτερης σημασίας και εργάζονται υπό το ίδιο τουλάχιστον ποσοστό ανθυγιεινότητας, όπως οι εν λόγω νοσοκόμοι, ζήτησαν, με βάση το ιστορικό αυτό και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο - αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει στον καθένα το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό ως οφειλόμενο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-1-1999, είναι νόμιμη και την δέχθηκε, κατά ένα μέρος, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Με την κρίση του αυτή το Πρωτοδικείο παραβίασε τον ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνα, ο οποίος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί στην ένδικη περίπτωση, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που είχαν διαφορετικό εργοδότη (ήτοι οι ενάγοντες ιατροί το ΙΚΑ και οι αδελφές νοσοκόμοι - υπάλληλοι του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών το Ελληνικό Δημόσιο) και παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ενόψει του διαφορετικού είδους της εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαβών. Ούτε μπορούσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη την συγκεκριμένη παροχή (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας), απομονούμενη από τα εκατέρωθεν σύνολα των αποδοχών τους.

Επομένως, το Πρωτοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αφού εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως νόμιμη (και εν μέρει κατ’ ουσία βάσιμη) ενώ αυτή ήταν μη νόμιμη και κατά της οποίας απόφασης δεν ασκήθηκε έφεση (βλ. το υπ’ αρ. 13912/2009 πιστοποιητικό πολιτικών ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών). Πρέπει λοιπόν κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 ν. 4139/2013: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση, για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και 2 μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Επομένως, εφόσον η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, να γίνει δεκτή η αναίρεση, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη. Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 179 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2182/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 1-2-1999 (αριθμ. καταθ. 463/1999) αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει την από 1-2-1999 αγωγή, ως μη νόμιμη. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ