Legislator Case Law & Legislation
357/2012 AI generated

357/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 357/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 357 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 357/2012

Legislator headnote

AI generated
357/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 357 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 357/2012 «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 357 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 357/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Σταματόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης δια του νόμιμου εκπροσώπου της Κωνσταντίνου Καπελώνη, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σκαρίπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 2004 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η 8760/2005 απόφασή του. Η ήδη αναιρεσείουσα κατέθεσε την από 20 Ιουλίου 2006 προσφυγή - αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5845/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 629/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το τέταρτο άρθρο του ν.1398/1983 ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ανέγερσης Νοσηλευτικών Μονάδων (ΔΕΠΑΝΟΜ)" η οποία σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, αποτελεί Δημόσια Επιχείρηση που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί για χάρη του δημόσιου συμφέροντος, διέπεται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Κατά το άρθρο 3 του νόμου αυτού (άρθρο τέταρτο), έχει ως σκοπό, εκτός των άλλων, την κατ' εντολή του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ολική ή μερική μελέτη, κατασκευή, επέκταση, συντήρηση, οργάνωση και εξοπλισμό κάθε είδους νοσηλευτικής μονάδας, καθώς και την ολική ή μερική μελέτη και κατασκευή των κτιριακών εγκαταστάσεων των τμημάτων ιατρικής των πανεπιστημίων. Στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ανωτέρω τέταρτου άρθρου ορίζεται, ότι " Η εκπόνηση των μελετών και η εκτέλεση των έργων της ΔΕΠΑΝΟΜ καθώς και οι συναφείς προμήθειες και εργασίες γίνονται κατ' εξαίρεση από κάθε κείμενη διάταξη σχετική με την ανάθεση μελετών και εκτέλεση δημόσιων έργων και τη διενέργεια κρατικών προμηθειών. Τα πλαίσια των διαδικασιών καθορίζονται σε κανονισμούς που εγκρίνονται απο τους εποπτεύοντες Υπουργούς και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Σε εκτέλεση της εξουσιοδότησης, που παρέχεται με το ανωτέρω άρθρο 3.2 εδ. β', εκδόθηκε ο κανονισμός εκπόνησης των μελετών, εκτέλεσης των έργων και συναφών προμηθειών και εργασιών της ΔΕΠΑΝΟΜ, ο οποίος εγκρίθηκε (σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του άνω τέταρτου άρθρου) με την κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών ΠΕΧΩΔΕ και Υγείας και Πρόνοιας υπό στοιχεία ΕΔ2α/04/62/Φ.13/1984 (ΦΕΚ 359 Β). Με το άρθρο 28 παρ, 2γ του ν. 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα της παρ. 1 περ. ια', ότι καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη, που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από το νόμο αυτό, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, διατηρήθηκε σε ισχύ το άρθρο 3.2 του τέταρτου άρθρου του ν. 1398/1983, που ορίζει τον τρόπο εκπόνησης μελετών και εκτέλεσης των έργων της ΔΕΠΑΝΟΜ. Περαιτέρω, στην παρ. 8 του ιδίου άρθρου 2 ν. 1418/1984, όπως παρακάτω ισχύει, ορίζεται, ότι με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, ΠΕΧΩΔΕ και του εκάστοτε αρμοδίου Υπουργού, είναι δυνατό έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των ανωτέρω φορέων (της παρ. 1 του άρθρου 14 ν. 2190/1994) να εξαιρούνται διατάξεων του νόμου αυτού (ν. 1418/1984). Σε εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η υπό στοιχεία Υ4α/9467/Φ 22/7-10-1994 (ΦΕΚ Β'774/1994) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ΠΕΧΩΔΕ, με την οποία εξαιρείται η ΔΕΠΑΝΟΜ από τις διατάξεις του ν. 1418/1984, και επομένως και από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του νόμου αυτού, που προβλέπουν τη διοικητική και δικαστική επίλυση των διαφορών, οι οποίες ανακύπτουν από την εκτέλεση δημόσιων έργων. Ακολούθως με το π.δ. 312/1999 η ΔΕΠΑΝΟΜ υπήχθη στις διατάξεις του ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός δημοσίων επιχειρήσεων - οργανισμών κλπ", μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία και ορίστηκε το καταστατικό της. Στο ως άνω π.δ. ορίζεται ότι "Η εταιρία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και για κοινή ωφέλεια κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία του κράτους, ασκουμένη από τον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας και τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ. Επ' αυτής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν. 2414/1996, του τέταρτου άρθρου του ν. 1398/1983, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και συμπληρωματικά οι διατάξεις του κωδ. ν. 2190/1920". Η εξαίρεση αυτή της ΔΕΠΑΝΟΜ από τις διατάξεις του ν.1418/1984 δεν ρυθμίσθηκε διαφορετικά με το ν. 2940/2001 "Αναπτυξιακά, φορολογικά και θεσμικά κίνητρα για τις επιχειρήσεις του κατασκευαστικού τομέα και άλλες διατάξεις", αφού οι διατάξεις αυτού δεν αναφέρονται στην παραπάνω ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 1418/1984 και επομένως εξακολουθεί και μετά το νόμο αυτόν να ισχύει. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις της νομοθεσίας των δημοσίων έργων δεν εφαρμόζονται στα έργα της ΔΕΠΑΝΟΜ και επομένως κάθε διαφορά που ανακύπτει κατά την εκτέλεση των έργων της ΔΕΠΑΝΟΜ υπόκειται στην διαδικασία των πολιτικών δικαστηρίων ως διαφορά ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1987), ενώ δεν υφίσταται η δυνατότητα εφαρμογής, εκτός των άλλων, και των διατάξεων των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/1984, με τις οποίες προβλέπεται, η ενδικοφανής προσφυγή σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του αναδόχου του έργου (άρθρο 12) και η προσφυγή προς ακύρωση των αποφάσεων του Δ.Σ. της ΔΕΠΑΝΟΜ εφόσον είναι επιβλαβείς για τον ανάδοχο του έργου, ή της άρνησης απαντήσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής επί αιτήσεων του αναδόχου (άρθρο 13). Εφόσον δε από την ισχύουσα νομοθεσία της ΔΕΠΑΝΟΜ και τις διατάξεις του καταστατικού της (π.δ. 312/1999), δεν προβλέπεται κάποια ακυρότητα των αποφάσεων του Δ.Σ. αυτής, προκειμένου να συντρέξει λόγος ακύρωσης μιας τέτοιας αποφάσεως, πρέπει να υφίστανται οι προϋποθέσεις του κωδ. ν. 2190/1920 ως προς την ακυρότητα αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζοντα συμπληρωματικά, προς τις διατάξεις από τις οποίες διέπεται η ΔΕΠΑΝΟΜ, κατά τα οριζόμενα στο νόμο 2414/1996. Τέτοιες δε ακυρότητες υπάρχουν επί ελαττωματικής ψήφου ή όταν η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου εκφεύγει της αρμοδιότητός του ή είναι καταχρηστική ή αντίκειται στο νόμο, στο καταστατικό ή στις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άνω νόμου (κωδ. ν. 2190/1920) και τις γενικές διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 180, 147 επ., 154, 176 ΑΚ), οπότε μπορεί να ζητηθεί, όχι η κήρυξη της ακυρότητας αυτής, αφού η άκυρη απόφαση, αδιαφόρως του λόγου της ακυρότητάς της, λογίζεται ως μη γενομένη, κατ' άρθρο 180 ΑΚ, και δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα, αλλά η αναγνώριση της ακυρότητας αυτής (άρθρο 70 ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών τις δίκης εγγράφων (άρθρων 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με τις προσφυγές-αγωγές επί των οποίων έκρινε η αναιρεσιβαλλομένη, η ενάγουσα-προσφεύγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία) ιστορούσε τα ακόλουθα: Α') Με την από 5-3-2004 προσφυγή της ότι με την από 15-6-1999 σύμβαση, που καταρτίσθηκε κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού μεταξύ της καθ' ής η προσφυγή (ήδη αναιρεσίβλητης) "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε." και της τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ", η οποία απορροφήθηκε ως προς τον τεχνικό της κλάδο και υποκαταστάθηκε από την προσφεύγουσα εταιρία ("ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε.") με την υπ' αριθ. Κ2-11205/12-9-2002 απόφαση του Υπουργού ανάπτυξης, η τελευταία ανέλαβε την κατασκευή του έργου "Νέο κτίριο εργαστηρίου και αναδιαρρύθμιση πτέρυγας ΑΧΕΠΑ στο ΠΓΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", αντί της αναφερομένης συμβατικής αμοιβής, το οποίο (έργο) ορίσθηκε να παραδοθεί σε δύο στάδια, το μεν πρώτο σε 18 μήνες και το δεύτερο σε 8 μήνες μετά την αποπεράτωση του πρώτου. Ότι, με νεότερη συμφωνία με την καθ' ής, προέβη κατ' εντολή της στη εκπόνηση μελέτης και στην εκτέλεση νέων εργασιών, τις οποίες η τελευταία ενέκρινε, παρατείνοντας συγχρόνως, την προθεσμία παραδόσεως του έργου εν τέλει, μέχρι τις 2-2-2003. Ότι, με την υπ' αριθ. 616/11-2-2004 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της καθ' ής επεβλήθη εις βάρος της (προσφεύγουσας) ποινική ρήτρα ύψους 4.402 ευρώ για κάθε ημέρα υπερβάσεως της τμηματικής προθεσμίας της 2-12-2003, επικαλούμενη τα οριζόμενα στην νομοθεσία και στο άρθρο 6 παρ. 6.7 της σύμβασης. Επικαλούμενη δε περαιτέρω, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην προσφυγή, ότι η καθυστέρηση παραδόσεως του έργου δεν οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, αλλά σε υπαιτιότητα της καθ' ής, και ότι το τελευταίο αυτό γεγονός της καθυστέρησης, από υπαιτιότητά της καθ' ής και όχι δική της, καθιστά καταχρηστική την άνω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, ζητεί να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 616/48/11-2-2004 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της καθ' ής με την οποία, της επιβλήθηκε η ως άνω ποινική ρήτρα. Β') Με την από 20-7-2006 προσφυγή-αγωγή της, ότι το προαναφερόμενο, ως άνω, έργο ολοκλήρωσε αυτή (αναιρεσείουσα) εμπροθέσμως στις 2-4-2005 , ότι, την αναφερόμενη ημεροχρονολογία, με το υπ' αριθ. 8939/16-12-2005 έγγραφό της, υπέβαλε στην ήδη αναιρεσίβλητη (καθ' ής η προσφυγή-εναγομένη "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε.") τον υπ' αριθ. 29 λογαριασμό του άνω έργου, τον οποίο, όμως, η τελευταία της επέστρεψε με την υπ' αριθ. 79921/27-3-2006 πράξη της, με την αιτιολογία ότι δεν ανακαλείται η επιβληθείσα σ' αυτήν (ενάγουσα) ποινική ρήτρα, καθότι αφορά υπέρβαση τμηματικής προθεσμίας και ότι, λόγω του επιβλαβούς για τα συμφέροντά της πράξης της καθ' ής άσκησε εμπρόθεσμα την υπ' αριθ. 9069/11-4-2006 ένστασής της, χωρίς όμως να εκδοθεί εντός τριών μηνών απόφαση από το διοικητικό συμβούλιο της καθ' ής, ώστε η ένστασή της να θεωρείται απορριφθείσα, σύμφωνα με το άρθρο 13.3 της μεταξύ τους συμβάσεως. Ζητεί δε κατόπιν αυτών, για τους ειδικότερα αναφερόμενους στην προσφυγή-αγωγή λόγους της ανακύψασας διαφωνίας μεταξύ αυτής και της καθ' ής, να ακυρωθούν: α) η τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη της υπ' αριθ. 9069/11-4-2006 ένστασής της και β) η υπ' αριθ. 79921/27-3-2006 απόφαση του Δ.Σ. της "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε." για επιστροφή του 29ου λογαριασμού του επίδικου έργου για ανασύνταξη σύμφωνα με τις διορθώσεις των οργάνων της και κάθε συναφής πράξη ή παράλειψη των οργάνων της, με σκοπό I) να κριθεί ότι η επιστροφή του λογαριασμού έγινε μη νόμιμα και ΙΙ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της αυτού, το ποσό του λογαριασμού, ύψους, 66.911,22 ευρώ. Με βάση το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα των ένδικων προσφυγών-αγωγών, τόσον η πρώτη (από 5-3-2004) με την οποία ζητείται η ακύρωση της υπ' αριθ. 616/11-2-2004 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της καθής ("ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε.") για την επιβληθείσα εις βάρος της προσφεύγουσας ποινική ρήτρα, λόγω καθυστέρησης παράδοσης του συμφωνηθέντος έργου, όσον και η δεύτερη (από 20-7-2006), κατά το μέρος που ζητείται η ακύρωση, α) της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης από το Δ.Σ. της καθής της υπ' αριθ. 9069/11-4-2006 ενστάσεώς της και β) της υπ' αριθ. 79921/27.3.2006 απόφασης του Δ.Σ. της καθής για επιστροφή του 29ου λογαριασμού του επίδικου έργου, είναι μη νόμιμες και απορριπτέες, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, οι διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του Ν. 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", με τις οποίες προβλέπονται τα ανωτέρω για την εκτέλεση δημόσιων έργων, δεν έχουν εφαρμογή και για τα δημόσια έργα η ανάθεση των οποίων γίνεται από την "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε.", ούτε και μπορούν να έχουν ανάλογη εφαρμογή, αφού, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, ρητώς εξαιρέθηκε η "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε." από όλες τις διατάξεις του Ν. 1418/1984. Περαιτέρω, υπό την εκδοχή, ότι με τις προσφυγές ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας των ανωτέρω αποφάσεων και πράξεων του Δ.Σ. της "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε.", αυτές είναι ομοίως μη νόμιμες, καθόσον δεν εκτίθενται στις προσφυγές αυτές περιστατικά που να θεμελιώνουν παραβάσεις με ποινή την ακυρότητα των αποφάσεων του Δ.Σ. της καθής, από τους νόμους 1398/1983 και 2190/1920, ούτε και από το καταστατικό της (π.δ. 312/1999), ενώ υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτές (προσφυγές) περιστατικά, περί ελλείψεως υπαιτιότητας της προσφεύγουσας στην εμπρόθεσμη παράδοση του επίδικου έργου και αντιθέτως, συντρέχουσας υπαιτιότητας της καθής στην καθυστέρηση παράδοσης αυτού, δεν θεμελιώνεται αντίθεση των άνω αποφάσεων και πράξεων στις διατάξεις των άρθρων 180, 147 επ. 154 και 174 ΑΚ, αλλά, στην μεν πρώτη περίπτωση συντρέχει λόγος άρσεως της υπερημερίας της πρώτης, που αποκλείει την κατάπτωση της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας (άρθρα 342,404 και 406 ΑΚ), στην δε δεύτερη, αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως, λόγω της οποίας παρέχονται στον εργολάβο τα δικαιώματα από τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ. Τέλος δε, υπό τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν θεμελιώνεται κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ως μη νόμιμες τις προσφυγές κατά τα ανωτέρω περί ακυρότητος των αποφάσεων και πράξεων του διοικητικού συμβουλίου της "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε." (αναιρεσίβλητης), αιτήματά τους, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενες αιτιάσεις, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 2104/2007, ΑΠ 2100/2007). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. το δικόγραφο της αγωγής, αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής, πρέπει να περιέχει, με ποινή απαραδέκτου, εξεταζομένου αυτεπαγγέλτως, πλην άλλων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, συντελούμενη με την έκθεση των παραγωγικών του αγωγικού δικαιώματος πραγματικών γεγονότων, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται εκ τούτου ως απαράδεκτη, της αοριστίας μη δυναμένης να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή από άλλο έγγραφο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 Α.Κ. συνάγεται ότι ο εργολάβος, όταν ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, οφείλει να επικαλεστεί στην αγωγή του, για το ορισμένο αυτής, τη σύμβαση μίσθωσης έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση που καταρτίσθηκε, το έργο που συμφωνήθηκε μ` αυτή να εκτελεστεί, την εκτέλεση και παράδοση ή προσφορά του έργου και την αμοιβή που συμφωνήθηκε, και αν αυτή έχει συμφωνηθεί κατά μονάδα των εργασιών που θα εκτελεσθούν, ποια είναι αυτή κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέσθηκαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 20-7-2006 αγωγής της αναιρεσείουσας-ενάγουσας αυτή εκθέτει, ότι με την από 15-6-1999 σύμβαση, που καταρτίσθηκε κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού μεταξύ της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ("ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε.") και της τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ", η οποία απορροφήθηκε ως προς τον τεχνικό της κλάδο και υποκαταστάθηκε από την ενάγουσα-αναιρεσείουσα εταιρία ("ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε.") με την υπ' αριθ. Κ2-11205/12-9-2002 απόφαση του Υπουργού ανάπτυξης, η τελευταία ανέλαβε την κατασκευή του έργου "Νέο κτίριο εργαστηρίου και αναδιαρρύθμιση πτέρυγας ΑΧΕΠΑ στο ΠΓΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", αντί της συνολικής συμβατικής αμοιβής των 1.140,000.000 δραχμών, το οποίο (έργο) ορίσθηκε να παραδοθεί σε δύο στάδια, το μεν πρώτο σε 18 μήνες και το δεύτερο σε 8 μήνες μετά την αποπεράτωση του πρώτου και εν τέλει μετά από νεώτερη συμφωνία την 2-12-2003. Η συμφωνηθείσα αμοιβή της θα καταβάλετο τμηματικά ανά μονάδα εκτελουμένης εργασίας για το τμήμα των εργασιών που είχαν εκτελεσθεί, μετά την υποβολή προς την ενάγουσα σχετικού λογαριασμού. Ότι υπέβαλε στην εναγομένη τον 29ο λογαριασμό στον οποίο αναφέρονται οι εκτελεσθείσες εργασίες του συγκεκριμένου τμήματος, πλην όμως η εναγομένη διαφώνησε και της επέστρεψε αυτόν προς ανασύνταξη, χωρίς να της καταβάλει μέρος του λογαριασμού αυτού που συνιστά αμοιβή της από τις εκτελεσθείσες εργασίες, ύψους 66.911,22 ευρώ, το οποίο παρακράτησε η εναγομένη (αναιρεσίβλητη), ως καταπεσούσα εις βάρος της (ενάγουσας-αναιρεσείουσας) ποινική ρήτρα, ποσόν το οποίο ζητεί να της καταβάλει νομιμοτόκως. Η αγωγή αυτή κατά το μέρος που στηρίζει το καταψηφιστικό αίτημά της, την επιδίκαση δηλαδή στην ενάγουσα του παραπάνω ποσού της αμοιβής της για την εκτέλεση του συγκεκριμένου τμήματος του έργου, είναι αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτήν, τα ως άνω, αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα, στοιχεία και συγκεκριμένα, σε τι συνίστανται οι εργασίες που εκτελέσθηκαν και περιλαμβάνονται στον υποβληθέντα στην εναγομένη 29ο λογαριασμό, ποιες είναι οι ποσότητές τους και ποια είναι η μονάδα μέτρησης κάθε εργασίας, καθώς και το ποσόν της συνολικής αμοιβής για το τμήμα αυτό του έργου, ενόψει του ότι με την αγωγή επιδιώκεται τμήμα μόνον της συνολικής αυτής αμοιβής, που καταλαμβάνει την παρακρατηθείσα από την εναγομένη ποινική ρήτρα, αμφισβητείται δε από την τελευταία ο παραπάνω λογαριασμός, λόγος άλλωστε για τον οποίο ζήτησε την ανασύνταξή του.

Συνεπώς, το Εφετείο, με το να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, κατά το παραπάνω καταψηφιστικό αίτημά της, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα αντιθέτως δε υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-11-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 629/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ