357/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 357 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 357/2009
Legislator headnote
AI generated357/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 357 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 357/2009
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 357 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 357/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στρούζα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Δημητροπούλου. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1086/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7005/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-11-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 30-12-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το υπηρεσιακό καθεστώς του προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος διέπεται από τον Οργανισμό της, ο οποίος έχει κυρωθεί με το ν.δ. 213/73, έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β' 389/73) και έχει ισχύ νόμου. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρ.100 παρ. 1 εδάφ. α'- γ', 102, 103, 104 παρ. 1 εδάφ.
α', 106 παρ. 3 εδάφ. α', και 107 του Οργανισμού αυτού συνάγεται ότι οι προαγωγές από το βαθμό του Τμηματάρχη Α' στο βαθμό του υποδιευθυντή γίνονται, κατ' απόλυτη εκλογή, από το διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας, ύστερα από πρόταση του Διοικητή της. Το συμβούλιο αποφαίνεται, με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που ειδικότερα αναφέρονται στα άρ. 101-104 του Οργανισμού ΑΤΕ και είναι τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινόμενων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά, επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την αρχαιότητα, τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του διοικητικού.
συμβουλίου, ρητώς διατυπωμένες στο σχετικό πρακτικό, και κάθε, κατά την κρίση του συμβουλίου, χρήσιμο για την αξιολόγηση των κρινόμενων στοιχείο. Ως προακτέοι κατ` απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται οι υπάλληλοι εκείνοι που διακρίθηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και το χαρακτήρα τους και επέδειξαν, σε πολύ υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσόντα τα οποία συνεκτιμώνται με την αρχαιότητα, τόσο τη γενική (ΓΥΑ - χρόνο προλήψεως), όσο και την ειδική (ΕΥΑ - κατεχόμενου βαθμού), τις εκθέσεις και τη βαθμολογία τους, όπως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ποιότητας.
Η κρίση του διοικητικού Συμβουλίου ελέγχεται από τα δικαστήρια μόνο ως προς τη νομιμότητά της, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και ο έλεγχος της συμμόρφωσής του προς τις επιταγές του άρ. 281 ΑΚ, που εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε άσκηση δικαιώματος, είτε αυτό απορρέει από το δημόσιο είτε από το ιδιωτικό δίκαιο.
Έτσι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση που υποβάλλεται στη δικαστική κρίση αποδειχθεί ότι το διοικητικό συμβούλιο της ΑΤΕ παρέλειψε να προαγάγει υπάλληλο της, ο οποίος καταφανώς υπερείχε και έπρεπε, σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις, να προαχθεί, υπερβαίνοντας καταφανώς τα όρια που το άρ. 281 ΑΚ επιβάλλει στην άσκηση όλων των δικαιωμάτων, την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματός του, ως συλλογικού οργάνου κρίσεως, η απόφασή του είναι αντίθετη προς το νόμο (το άρ. 281 ΑΚ), θεωρείται άκυρη (ΑΚ 174, 180) και θα αναγνωριστεί δικαστικώς ότι ο υπάλληλος έπρεπε να προαχθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ως υπάλληλος της στις 30-9-1970, με το βαθμό του υπολογιστή (Επόπτη), μετά από επιτυχία του σε διενεργηθέντα διαγωνισμό στις 18-7-1970.
Προήχθη "κατ' απόλυτο εκλογή" στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' με αρχαιότητα από 31-12-1983 και μετατάχθηκε στον κλάδο των Οικονομικών Υπαλλήλων με την Ε.Δ. 109/1988 με τον πιο πάνω βαθμό και αρχαιότητα. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Γνωρίζει στοιχειωδώς την Αγγλική Γλώσσα, χωρίς να είναι κάτοχος πτυχίου, έχει παρακολουθήσει πέντε (5) σεμινάρια.
Υπηρέτησε σε θέσεις ευθύνης και συγκεκριμένα από 1-12-1973 μέχρι 14-8-1986 ως προϊστάμενος του γραφείου Υπηρεσίας Συνεταιρισμών του καταστήματος ......, από 18-8-1986 μέχρι 9-8-1994 ως προϊστάμενος του Γραφείου Υπηρεσίας Συνεταιρισμών του καταστήματος ......, από 10-8-1994 μέχρι τις κρίσιμες προαγωγές ως αναπληρωτής Προϊστάμενος της 10ης Επιθεώρησης Συνεταιρισμών ...... .
Στα φύλλα ποιότητας των ετών από 1984 έως 1999 χαρακτηρίζεται "Άριστος" με εξαίρεση το φύλλο ποιότητας 1994 που χαρακτηρίζεται "λίαν επαρκής" με 365 μονάδες, με παρατηρήσεις των κριτών ότι έχει αξιόλογη γενικότερη επιστημονική συγκρότηση, δυνατότητα να αναλάβει πιο υπεύθυνα καθήκοντα, αποδοτικότητα στην εργασία του και θετική συμβολή στον τομέα των καταθέσεων και της ρευστοποίησης.
Ουδέποτε τιμωρήθηκε ή διώχθηκε πειθαρχικά. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1996 για την πλήρωση 28, εκ των υφισταμένων 49 κενών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή του κλάδου Οικονομικών, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης μετά από πρόταση του Διοικητή της και μετά από σύγκριση όλων Τμηματαρχών Α' που διέθεταν τα απαιτούμενα από τον Κανονισμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με την 16/20-11-1996 απόφαση του προήγαγε και τους αναφερόμενους στην αγωγή ομοιοβάθμους συναδέλφους του αναιρεσιβλήτου, ενώ παρέλειψε τον ίδιο.
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχτηκε ότι σχετικά με τον προαχθέντα Α και πρώτο προτεινόμενο με την αγωγή προς σύγκριση, ως προς τον οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή με την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε ότι ο παραπάνω προσελήφθη στις 12-8-1970 με το βαθμό του γραφέα Δ' μετά από επιτυχία σε διενεργηθέντα διαγωνισμό στις 11-4-1970.
Μετατάχθηκε στον κλάδο των Οικονομικών Υπαλλήλων με το βαθμό του δοκίμου και με αρχαιότητα από 1-5-1972. Εξελίχθηκε διαδοχικά στην υπαλληλική ιεραρχία, προαχθείς "κατ' απόλυτη εκλογή" στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 28-11-1986. Είναι απόφοιτος Λυκείου, έχει παρακολουθήσει 8 σεμινάρια και έχει λάβει μέρος ως Εισηγητής σε δέκα σεμινάρια Εισαγωγικού Κύκλου Οικονομικών Υπαλλήλων.
Γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική και μέτρια τη Γαλλική γλώσσα. Υπηρέτησε μέχρι τις επίδικες προαγωγές σε θέσεις ευθύνης και συγκεκριμένα από 23-7-1979 μέχρι 30-9-1979 και από 1-1-1983 μέχρι 22-5-1983 ως προϊστάμενος του Γραφείου Καταθέσεων του Καταστήματος ......, από 1-10-1979 μέχρι 31-12-1982 ως προϊστάμενος του Γραφείου Γεωργικών Εφοδίων του καταστήματος ......, από 5-4-1984 μέχρι 2-9-1984 ως αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Επιμελητείας Κτιρίων της Διεύθυνσης, από 3-9-1984 μέχρι 27-1-1985 ως αναπληρωτής Προϊστάμενος Κίνησης Κεφαλαίων και Αξιών της Διεύθυνσης Τραπεζικών Εργασιών, από 28-7-1988 μέχρι 27-7-1988 ως αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Εφοδίων και Φαρμάκων της Υποδιεύθυνσης Προμηθειών, από 28-7-1988 μέχρι 6-3-1989 ως αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Λογαριασμών και Διαχείρισης Αποθηκών της υποδιεύθυνσης προμηθειών, από 7-3-1989 μέχρι 13-8-1995 ως Προϊστάμενος του πιο πάνω τμήματος Υποδιεύθυνσης και από 14-8-1995 μέχρι 19-11-1996 ως αναπληρωτής Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κεντρικού Καταστήματος με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή.
Από 31-8-1990 μέχρι 15-6-1995 δεν προσφέρει τραπεζική εργασία αλλά μόνιμα απασχολείται στο ΤΥΠΑΤΕ με απόφαση Διευθυντή της αναιρεσίβλητης ως εκλεγμένος Πρόεδρος, ενώ από 2-12-1994 μέχρι 6-6-1996 ήταν εκλεγμένος Πρόεδρος ΟΣΥΑΤΕ. Στα φύλλα ποιότητας για τα έτη από 1998 μέχρι 1992 χαρακτηρίζεται "Άριστος", για τα έτη 1993 και 1994 δεν έχουν συνταχθεί φύλλα ποιότητας, ενώ στο φύλλο ποιότητας του έτους 1995 χαρακτηρίζεται από τον Α' κριτή "Άριστος" και από τον Β' κριτή "Λίαν επαρκής".
Οι παρατηρήσεις των κριτών στα πιο πάνω φύλλα ποιότητας τον χαρακτηρίζουν ως "άριστο υπάλληλο που ανταποκρίνεται με πολλή επιτυχία στα καθήκοντα του, στέλεχος με πλούσια διοικητικά προσόντα και αυξημένες ικανότητες ανάληψης σοβαρών πρωτοβουλιών, μπορεί να ασκήσει με απόλυτη επιτυχία καθήκοντα σε ανώτερη θέση".
Από τη σύγκριση και αξιολόγηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του πιο πάνω προαχθέντος και εκείνων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι ο συγκρινόμενος υπερέχει κατά 48 ημέρες στη Γενική Υπηρεσιακή αρχαιότητα του αναιρεσιβλήτου, ενώ ο τελευταίος υπερέχει του συγκρινόμενου κατά τρία έτη ως προς την αρχαιότητα βαθμού (31-12-1983 ο αναιρεσίβλητος, 28-11-1986 ο συγκρινόμενος).
Όμως εφόσον η οι προαγωγές γίνονται κατ' απόλυτη εκλογή η σειρά εγγραφής στην επετηρίδα των προακτέων καθώς και η αρχαιότητα δεν διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο. Επίσης ο αναιρεσείων υπερέχει του συγκρινόμενου ως προς το τυπικό προσόν της κατοχής Πανεπιστημιακού τίτλου. Η υπεροχή όμως αυτή του αναιρεσείοντος έναντι του συγκρινόμενου αντισταθμίζεται με την υπεροχή του συγκρινόμενου:
α) ως προς το πρόσθετο ουσιαστικό προσόν της υπηρεσιακής επιμόρφωσης και της γνώσης ξένων γλωσσών και β) ως προς το αποφασιστικής σημασίας κριτήριο της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων από τον συγκρινόμενο, ο οποίος άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου, έστω και για μικρότερο από τον αναιρεσείοντα χρονικό διάστημα, σε επτά διαφορετικά τμήματα με αμιγώς τραπεζικό αντικείμενο, με αποτέλεσμα την απόκτηση πολύπλευρης γνώσης και εμπειρίας και την τοποθέτηση αυτού κατ' ανάθεση το τελευταίο πριν από τις επίδικες προαγωγές έτος στη θέση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Κεντρικού Καταστήματος δηλαδή σε άσκηση από τον συγκρινόμενο υψηλού βαθμού υπευθύνων καθηκόντων, σε αντίθεση με τον αναιρεσείοντα ο οποίος παρέμεινε μέχρι 10-8-1994 προϊστάμενος γραφείων Υπηρεσίας Συνεταιρισμών των Καταστημάτων ......
και Β καταστήματος ...... με απασχόληση σε ένα μόνο εξωτραπεζικό αντικείμενο, ενώ ο συγκρινόμενος ήδη από το 1984 ασκούσε ανώτερα καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος. Η απασχόληση του συγκρινόμενου στο ΤΥΠΑΤΕ με απόφαση της Διεύθυνσης της αναιρεσίβλητης ως εκλεγμένος Πρόεδρος και η απασχόληση του ως εκλεγμένου Προέδρου ΟΣΥΑΤΕ δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως αρνητικό εις βάρος του στοιχείο, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 20 της ΣΣ της ΟΤΟΕ του 1992 τα προαναφερόμενα καθήκοντα θεωρούνται ως ευδόκιμη υπηρεσία.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε ότι ο αναιρεσείων δεν υπερέχει καταφανώς του ως άνω συγκρινόμενου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς τον ως άνω συγκρινόμενο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, περιέλαβε δε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ως πράγματα των οποίων η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, πράγματα κατά την έννοια αυτή αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων πραγματικά περιστατικά.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή ενός λόγου της εφέσεως, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, αν δε κρίνεται αγωγή που έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται στις διατάξεις της πρωτοδίκου αποφάσεως που πλήττονται με αυτή, αλλ` εκτείνεται, κατ'εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων του άρθρων 12 και 13 του ίδιου Κώδικα, και στις βάσεις εκείνες που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλ' η αγωγή.
Εάν όμως το εφετείο, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, απορρίψει την αγωγή χωρίς να προβεί στην έρευνα των βάσεων αυτών, υποπίπτει τόσο στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, αφού δεν λαμβάνει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα ο αναιρεσείων με την από 29-10-2001 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρίστηκε ότι κατά τις αναφερόμενες προαγωγικές κρίσεις για το βαθμό του Υποδιευθυντή, η αναιρεσίβλητη κατά την άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος ενεργώντας παράνομα και κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, παρέλειψε να τον προαγάγει από 20-11-1996 στον ως άνω βαθμό, ενώ προήγαγε τους αναφερόμενους οκτώ ομοιόβαθμους συναδέλφους του, έναντι των οποίων ο ίδιος καταφανώς υπερείχε για τους λόγους που αναλυτικά εκθέτει για τον καθένα από αυτούς στην αγωγή και ζήτησε να αναγνωριστεί ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί από την ως άνω χρονολογία και να του επιδικαστεί το αναφερόμενο ποσό για διαφορές αποδοχών.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την υπ' αριθμ. 1086/2003 απόφαση του έκρινε ότι ο αναιρεσείων υπερείχε καταφανώς του πρώτου από τους προαχθέντες και προτεινόμενου προς σύγκριση Α και για το λόγο αυτό δέχτηκε την αγωγή χωρίς να προχωρήσει στην έρευνα των προσόντων των υπολοίπων προτεινομένων, αφού όπως αναφέρεται σ' αυτήν εφόσον κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων υπερέχει καταφανώς του πρώτου εκ των προτεινομένων, παρέλκει η έρευνα των προσόντων των υπολοίπων προτεινομένων προς σύγκριση.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση, η οποία με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή, δεδομένου ότι κατά την κρίση του Εφετείου ο αναιρεσείων δεν υπερείχε καταφανώς του πιο πάνω πρώτου συγκρινόμενου, αφού δε εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την αγωγή, χωρίς όμως να την ερευνήσει ως προς τους λοιπούς προτεινόμενους προς σύγκριση υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι ως προς αυτούς είχε απορριφθεί η αγωγή με την πρωτόδικη απόφαση.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα τα οποία νομίμως προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δεδομένου ότι παρέλειψε να ερευνήσει την αγωγή ως προς τις λοιπές βάσεις της είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7005/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ