357/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 357 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated357/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 357 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 357 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 357/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1) Χ1 και 2) Χ2, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους Σταυρούλα Παπαβασιλείου.
Του αναιρεσιβλήτου : ........, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιορδάνης Νεστορίδης, που ανακάλεσε την από 13.12.2007 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06.05.1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 58/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8/2002 προδικαστική και 518/2002 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 03.06.2003 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 07.12.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οιανδήποτε μορφή της και η οποία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως το αίτημα ή η βάση της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί αιτήματος της αγωγής στο διατακτικό ή το αιτιολογικό με προσόντα διατακτικού. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, διότι άφησε αδίκαστη επιμέρους αίτηση της αγωγής για την επιδίκαση ποσού 2.925.000 δραχμών ως διαφυγόντων κερδών, κατά το μνημονευόμενο χρονικό διάστημα, εξαιτίας της κατά τρόπο παράνομο μη αποπεράτωσης από τον αναιρεσίβλητο του αναληφθέντος έργου στην επίδικη οικία και της εκ του λόγου τούτου αδυναμίας τους να την εκμισθώσουν σε τρίτο. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στην οποία παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, προβαίνει το Δικαστήριο τούτο, το Εφετείο δίκασε την αίτηση αυτή και την απέρριψε ως κατουσίαν αβάσιμη με την αιτιολογία, ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν πρόθεση εκμίσθωσης της επίδικης οικίας. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 2. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα, αποτελούντα δε πράγμα, ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί αυτόβουλης εκ μέρους του αναιρεσίβλητου αφαίρεσης των κουφωμάτων από την επίδικη οικία και κατακρατήσεώς τους, που προτάθηκε νομίμως με την αγωγή και ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό και τον απέρριψε εν μέρει ως κατουσίαν αβάσιμο. Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα πράγματα που προτάθηκαν και δεν υπέπεσε στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
3. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση, και συγκεκριμένα την υπ' αριθ. 3.671/1995 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, με την οποία ο αναιρεσίβλητος καταδικάσθηκε σε φυλάκιση σαράντα ημερών για την αυθαίρετη αφαίρεση από την επίδικη οικοδομή των αναφερόμενων σε αυτή θυρών και παραθύρων. Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, έλαβε υπόψη του και τα από τους διαδίκους "επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", μεταξύ των οποίων και την από τους αναιρεσείοντες προσκομισθείσα ως άνω ποινική απόφαση, πράγμα για το οποίο από το όλο περιεχόμενο και τις ειδικότερες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία.
4. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό η υπαγωγικό σφάλμα, και επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά πού δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής. Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως. Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την αγωγή τους κατά το μεγαλύτερο μέρος ως ουσιαστικά αβάσιμη (εν μέρει για τη θετική ζημία και ενόλω για τα διαφυγόντα κέρδη), υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, αφενός μεν διότι "η έλλειψη όλων των παντζουριών της οικίας, δύο εσωτερικών θυρών αυτής, μαζί με όλες τις υπόλοιπες παραλείψεις, που αναφέρονται στην αγωγή, οι οποίες οφείλονται στην υπαίτια καθυστέρηση και υπερημερία του αντιδίκου, καθώς και στη συρρέουσα αδικοπρακτική ευθύνη του, επέφεραν θετική και αποθετική ζημία, την οποία οφείλει να αποκαταστήσει ο αντίδικος, γεγονότα που δεν υπήγαγε η προσβαλλομένη στους κανόνες δικαίου", αφετέρου δε διότι η προσβαλλόμενη περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Όμως, για τις πλημμέλειες αυτές δεν αναφέρονται, ούτε η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα, ούτε το κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, ούτε περαιτέρω και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την κατά το μεγαλύτερο μέρος απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν υπήρξαν νομικές πλημμέλειες, που οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του.
Συνεπώς, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατό να ελεγχθούν και να στοιχειοθετηθούν οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, γι' αυτό και οι τέταρτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι αόριστοι και άρα απαράδεκτοι.
5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 15 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση. Εξάλλου, κατά μεν το εδαφ. α της διάταξης του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, κατά δε το εδαφ. β της ίδιας διάταξης, όσες αποφάσεις δεν κρίνουν οριστικά μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο, που τις εξέδωσε, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ο από την πρώτη τούτων (άρθρο 559 αριθ. 15) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης αποτελεί κύρωση του ως άνω εδαφ. α της δεύτερης των εν λόγω διατάξεων (άρθρο 309) και προϋποθέτει : α) ότι η ανακαλούμενη απόφαση είναι οριστική, και β) ότι και οι δύο αποφάσεις (ανακαλούσα και ανακαλούμενη) είναι του ίδιου δικαστηρίου. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 15 του ΚΠολΔ, διότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ανακάλεσε την εφεσιβληθείσα υπ' αριθ. 58/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που ήταν "καθόλα ορθή και τεκμηριωμένη", είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού οι φερόμενες ως ανακαλούσα και ανακαλούμενη αποφάσεις δεν είναι του ίδιου δικαστηρίου (Εφετείου).
6. Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της παραμορφώσεως εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, νοούνται αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 του ΚΠολΔ. Έτσι, δεν είναι έγγραφα με την έννοια αυτή τα διαδικαστικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και το δικόγραφο της εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του δικογράφου της από 18.2.1999 εφέσεως με το να μη δεχθεί γεγονότα που αναγράφονται σε αυτό σχετικά "με την αφαίρεση και την κατακράτηση των παντζουριών, αλλά προφανώς διαφορετικά". Όμως, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, το δικόγραφο της εφέσεως δεν είναι δεκτικό παραμορφώσεως κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
7. Επειδή, μετά ταύτα η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Ιουνίου 2003 αίτηση του Χ1 και της Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 518/2002 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ