Legislator Case Law & Legislation
356/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in insurance liability case due to insufficient evidence of income and benefit calculation errors.

Case Number 356/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a driver and an insurance company against a final judgment ordering them to pay compensation to a deceased insured's beneficiary. The beneficiary argued that the claimant failed to provide complete income data and accurately calculated the deceased's contribution to family support. The court found the original complaint contained all necessary elements and rejected the appeal's arguments as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on a complete and sufficient complaint containing all elements required to establish the right to compensation.

Keywords

AI generated
insurance liability death benefit insufficient evidence calculation error appeal dismissal civil procedure family support

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 paragraph 1b of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 356 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 356/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... ΑΕΓΑ" (πρώην "..."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Νταραντάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ασφαλιστικού οργανισμού κοινής ωφελείας με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στην Στουτγκάρδη Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Ταμπαλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 402/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3677/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 01-11-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. ...2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3677/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ.) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ).Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

2. Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το ενάγον, ήδη αναιρεσίβλητο, καθ' υποκατάσταση στα δικαιώματα λήπτριας ασφάλισης για ζημίες από αυτοκινητικό ατύχημα, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-02-2019 (ΓΑΚ. ...) αγωγή του, κατά του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, υπαίτιου του ατυχήματος, συνεπεία του οποίου υποχρεώθηκε τούτο και κατέβαλε αποζημίωση στην ασφαλισμένη του, και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ζητώντας να υποχρεωθεί να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρο, το ποσό των 28.946,30 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, άλλως εφάπαξ το ποσό των 14.201,05 ευρώ που κατέβαλε αυτό στην ασφαλισμένη του, με τους νόμιμους τόκους επιδικίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.

Επικουρικά, ζήτησε τα ως άνω ποσά με βάση σύμβαση σωρευτικής αναδοχή χρέους, ενώ ζήτησε να αναγνωρισθεί η έννομη σχέση που συνδέει αυτό και τη χήρα του ασφαλισμένου του στο πλαίσιο της κοινωνικής ασφάλισης, από την οποία απορρέει η υποχρέωσή του για καταβολή σύνταξης σε αυτήν, προς αποκατάσταση της διατροφής που στερήθηκε από το θάνατο του συζύγου της, ασφαλισμένου της, ποσά τα οποία μετά βεβαιότητος θα προκύψουν μελλοντικά.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 402/2020 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, η αγωγή. Επί της από 31-3-2020 (ΓΑΚ: ...) έφεσης που άσκησε κατά της ως άνω απόφασης το αναιρεσίβλητο, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3677/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε κατ'ουσίαν δεκτή η έφεση,εξαφανίσθηκε εν μέρει η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε από το ως άνω δικαστήριο και με την ανωτέρω απόφαση οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στο ενάγον-εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο , εις ολόκληρον έκαστος το συνολικό ποσό των 28.946,30 ευρώ , με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Κατά της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 01-11-2021 υπό κρίση αναίρεση.

3. Κατά το άρθρο 25 Α.Κ. οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη και αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Κατά δε το άρθρο 26 του ίδιου Κώδικα οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, όταν στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία υποκαθίσταται από τον νόμο φορέας κοινωνικής ασφάλισης ή αλλοδαπό δημόσιο ή τρίτος γενικά, που έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει και ικανοποίησε το δανειστή, η νόμιμη υποκατάσταση τούτου στα δικαιώματα του δανειστή, εάν δεν υπάρχει άλλη συμβατική δέσμευση της πολιτείας, διέπεται, όχι από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για νόμιμη εκχώρηση της απαίτησης, η δε αξίωση του τρίτου έχει άμεσο έρεισμα το νόμο και δεν απορρέει από την αδικοπραξία, αλλά από το δίκαιο που διέπει τη σχέση στην οποία στηρίζεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον τρίτο, δηλαδή το δίκαιο που διέπει τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης ή τη σχέση της δημόσιας υπηρεσίας με το δανειστή και γενικά τη σχέση η οποία στηρίζει την υποκατάσταση του τρίτου στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία.

Το δίκαιο αυτό θεωρούμενο ως Lex causae της υποκατάστασης θα εφαρμοστεί, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 19/1995, Α.Π. 684/2011). Η εφαρμογή όμως του δικαίου τούτου τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι δεν υπάρχει διμερής σύμβαση, με την οποία ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα. Τέτοια διμερής σύμβαση έχει συναφθεί μεταξύ Ελλάδος και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ειδικότερα, η από 28.3.1962 Ελληνογερμανική Σύμβαση περί Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 4259/1962 και απέκτησε ισχύ νόμου.

Κατά το άρθρο 53 του ανωτέρω ν.δ., όταν πρόκειται για αξίωση αποκατάστασης προκληθείσας βλάβης, για την οποία ο παθών δικαιούται, κατά τη νομοθεσία ενός των συμβαλλομένων μερών, να στραφεί κατά τρίτου υπόχρεου, ο τελευταίος υποκαθίσταται στην αξίωση του παθόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τον υπόχρεο.

Επομένως, εφόσον ασκείται αξίωση γερμανικού ασφαλιστικού φορέα είναι εφαρμοστέο το γερμανικό δίκαιο. Η ρύθμιση αυτή, η οποία επικαλύπτεται από το άρθρο 93 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους, που διακινούνται εντός της Κοινότητας, σύμφωνα με το οποίο: "Αν δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους χορηγούνται παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα τυχόν δικαιώματα του οφειλέτου φορέα έναντι του τρίτου, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας, ρυθμίζονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

α) όταν ο φορέας οφειλέτης υποκαθιστά, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ` αυτόν, τον δικαιούχο στα δικαιώματα, τα οποία αυτός έχει έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος, β) όταν ο φορέας οφειλέτης έχει άμεσο δικαίωμα έναντι του τρίτου, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό, τούτο έχει την έννοια ότι, εφόσον συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις του νόμου και ο ασφαλισμένος δικαιούται αποζημίωση από τον υπαίτιο για την προκληθείσα σε βάρος του ζημία, η απαίτηση αυτή του ασφαλισμένου μεταβιβάζεται στον ανωτέρω φορέα της ασφαλίσεως στο μέτρο, κατά το οποίο αυτός οφείλει να προβεί σε παροχές προς το δικαιούχο της αποζημίωσης.

Με την C-397/1996 απόφαση της Ολομέλειας (... AG), το ΔΕΚ ερμήνευσε την ως άνω πρόβλεψη του Κανονισμού ως κανόνα άρσεως συγκρούσεως νόμων, που επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει αγωγή αποζημιώσεως κατά του προκαλέσαντος τη ζημία, την υποχρέωση να εφαρμόσει τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας, όχι μόνο για να προσδιορίσει, αν ο φορέας αυτός υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα, αλλά και για να προσδιορίσει τη φύση και το περιεχόμενο των απαιτήσεων, στις οποίες υποκαθίσταται ο οφειλέτης φορέας.

Επομένως, τόσο ο υποκατασταθείς οφειλέτης φορέας, όσο και τα εθνικά δικαστήρια κάθε κράτους μέλους οφείλουν να εφαρμόζουν τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας. Από την άλλη το άρθρο 93 παρ. 1 στοιχ. α` του ως άνω Κανονισμού δεν αποβλέπει στο να τροποποιήσει τους κανόνες, βάσει των οποίων προσδιορίζεται, αν και κατά πόσο θεμελιώνεται η εξωσυμβατική ευθύνη του τρίτου, που προκάλεσε τη ζημία.

Το ζήτημα της ευθύνης του τρίτου εξακολουθεί να διέπεται από τους ουσιαστικούς κανόνες, που οφείλει καταρχήν να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε το θύμα ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, δηλαδή, καταρχήν, από τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία. Εντεύθεν προκύπτει ότι τα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, καθώς και οι προϋποθέσεις άσκησης αγωγής αποζημίωσης ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία, προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.

Στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 4(2) του πέμπτου βιβλίου του γερμανικού κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (SGB V) το αναιρεσίβλητο αποτελεί ως ΝΠΔΔ, ένα από τα προβλεπόμενα από το νόμο αυτοδιοικούμενα ασφαλιστικά ταμεία και αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης υγείας (Α.Π. 736/2019). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 116 του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων SGB/Χ ορίζεται ότι "...αξίωση αποζημίωσης που βασίζεται σε διάταξη νόμου, μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό φορέα ή τον φορέα κοινωνικής πρόνοιας, στο βαθμό, που αυτός εξαιτίας του ζημιογόνου γεγονότος υποχρεούται σε κοινωνικές παροχές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την αποκατάσταση της ζημίας αυτού του είδους και αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, για το οποίο ο ζημιώσας οφείλει να καταβάλει αποζημίωση.

Σε αυτές συγκαταλέγονται και οι εισφορές, που πρέπει να καταβληθούν για κοινωνικές παροχές...".Περαιτέρω, κατά το άρθρο 119 παρ.1 του ως άνω Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων -SGB/Χ ορίζεται ότι "...εφόσον η αξίωση αποζημιώσεως ενός υποκειμένου στην υποχρεωτική ασφάλιση ασφαλισμένου περιλαμβάνει και την αξίωση αποζημίωσης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό φορέα".

Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "αν ο ζημιωθείς ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένος κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος, οι εισπραχθείσες ασφαλιστικές εισφορές ή τμήματα εισφορών θεωρούνται ως υποχρεωτικές εισφορές της συνταξιοδοτικής ασφάλισης. Με τη μεταβίβαση της αξίωσης προς αποζημίωση των εισφορών ο ασφαλισμένος στην κοινωνική ασφάλιση δεν επιτρέπεται να βρεθεί σε χειρότερη θέση εκείνης στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε γίνει η μεταβίβαση".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Γερμανικού δικαίου, που εφαρμόζεται ως προς την αξίωση αυτοδίκαιης υποκατάστασης εκ του νόμου του Φορέα, προκύπτει ότι η υποκατάσταση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου, εφόσον βεβαίως του κατέβαλε παροχές, ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 116 του δέκατου βιβλίου του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (SGB Χ), που αφορά όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, άρα και το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο.

Η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου. Η αξίωση αποζημίωσης είναι άμεση και ευθεία κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση τρίτου. Για τα ποσά, που επέρχεται υποκατάσταση, ο ασφαλισμένος δεν νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά να ασκήσει αξίωση αποζημίωσης κατά του υπόχρεου. Η έκταση της υποκατάστασης συναρτάται από την υποχρέωση του φορέα να καταβάλει παροχές προς τον ασφαλισμένο του.

Το καθοριστικό γεγονός είναι ότι ο φορέας έχει εκ του νόμου την υποχρέωση να καταβάλλει παροχές και όχι πότε θα τις καταβάλει. Δεν πρόκειται δηλαδή για υποκατάσταση ως προς συγκεκριμένες παροχές. Αυτές μπορεί να καταβληθούν μέσα σε χρονικό διάστημα ακόμη και δεκαετιών. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 118 SGB Χ το Δικαστήριο, το οποίο καλείται να κρίνει μια υπόθεση ασφαλιστικής υποκατάστασης του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου ζημιώσαντος, δεσμεύεται από την απόφαση του φορέα για το ζήτημα, κατά πόσον είχε υποχρέωση να καταβάλει τις παροχές, τις οποίες κατέβαλε (ΑΠ 1906/24,Α.Π. 999/2021).

4. Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π. 49/2019, Α.Π. 199/2018, Α.Π. 147/2018, Α.Π. 349/2014). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει το σύννομο της αγωγής αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα πράγματι ο νόμος απαιτεί ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Η τυχόν περαιτέρω ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που ανάγεται στην παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία εξειδικεύουν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε το τελευταίο, ως λογικό επακόλουθό τους, να είναι σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμός 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 339/2020, Α.Π. 566/2018, Α.Π. 1592/2014, Α.Π. 320/2016, Α.Π. 1182/2012).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 999/2021).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 339/2020, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 198/2015).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει το σύννομο της αγωγής αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα πράγματι ο νόμος απαιτεί ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Η τυχόν περαιτέρω ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που ανάγεται στην παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία εξειδικεύουν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε το τελευταίο, ως λογικό επακόλουθό τους, να είναι σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμός 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 339/2020,ΑΠ 566/2018, ΑΠ 1592/2014, ΑΠ 320/2016, ΑΠ 1182/2012, ΑΠ 443/2011).

5. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, της στέρησης νομίμου βάσεως της, εφ'όσον περιέχει, κατά τις αιτιάσεις τους, εντελώς ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα αιτιώνται ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του,1] δεν εκθέτει ποιόν από τους τρείς λόγους εφέσεως έκανε δεκτό και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και 2] ότι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι έκανε δεκτό κάποιο σκέλος του 2ου λόγου εφέσεως που αφορούσε το νόμιμο της ένδικης αγωγής, δεν περιλαμβάνει κάποια υποτυπώδη σχετική αιτιολογία προς τούτο. Με βάση τις αιτιάσεις αυτές, όμως, οι οποίες δεν αφορούν σε κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για την ουσία της διαφοράς, δεν ιδρύεται ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης , ο οποίος είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος . Σε κάθε περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι το ενάγον επικαλέστηκε στην ιστορική βάση της αγωγής του, ότι σύμφωνα με το άρθρο 93 του Κανονισμού 1408/1971 του Συμβουλίου της ΕΟΚ (ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης), το άρθρο 53 του Νδ/τος 4259/1962 της διμερούς ελληνογερμανικής σύμβασης, τα άρθρα 15 και 25 του Κανονισμού της ΕΚ- Ρώμη

ΙΙ και αυτά, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 116 και 119 του Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης -SGB/X της Γερμανίας, οι οποίες αναγνωρίζονται από το Ελληνικό Δίκαιο με βάση την ελληνογερμανική σύμβαση, ο αναιρεσίβλητος Φορέας, υποκαθίσταται αυτοδικαίως εκ του νόμου στα δικαιώματα του άμεσα ασφαλισμένου του κατά τη στιγμή της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (τροχαίο δυστύχημα) ή σε περίπτωση θανάτου του, στα δικαιώματα των κληρονόμων του άμεσα ασφαλισμένου, που έλκουν τα δικαιώματά τους από αυτόν, όπως στην ένδικη υπόθεση η νόμιμη σύζυγος του θύματος, η οποία εκ του νόμου είχε δικαίωμα διατροφής έναντι του συζύγου της, όσο αυτός ζούσε, την οποία απώλεσε, εξαιτίας του θανάτου του στο τροχαίο δυστύχημα και ειδικότερα, ότι ο Φορέας υποκαθίσταται εκ του νόμου αυτοδικαίως στις παροχές, που έχει καταβάλει από την αιτία αυτή και ότι επομένως, νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί και να αξιώσει τις ανωτέρω παροχές κατά των προσώπων, που είναι υπόχρεοι κατά το Ελληνικό Δίκαιο για την αποκατάσταση της ζημίας, που επήλθε από την ασφαλιστική περίπτωση (τροχαίο δυστύχημα) και στην ένδικη υπόθεση κατά των αναιρεσειόντων, οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου.

Επίσης, γίνεται επίκληση στην αγωγή, ότι οι παροχές αυτές προς τη χήρα αποτελούν τη ζημία, που υπέστη ο αλλοδαπός Φορέας, η οποία προσδιορίστηκε με την απόφαση συνταξιοδότησης χηρείας και οφείλεται αποκλειστικά στο τροχαίο δυστύχημα λόγω της στέρησης των υπηρεσιών διατροφής του θύματος προς αυτήν. Επίσης, ότι, μετά την αυτοδίκαιη εκ του νόμου υποκατάσταση του αλλοδαπού Φορέα στην αξίωση του άμεσα ασφαλισμένου του ή των κληρονόμων αυτού, οι τελευταίοι (όπως στην ένδικη υπόθεση η νόμιμη σύζυγος του θύματος) παύουν αυτοδικαίως να είναι δικαιούχοι της αξίωσης αυτής, της οποίας πλέον μοναδικός δικαιούχος είναι ο Φορέας ο οποίος και δικαιούται να αξιώσει τις παροχές, που έχει καταβάλει στην χήρα του ασφαλισμένου του και αφορούν στη θετική ζημία, που έχει υποστεί.

Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούσαν την ιστορική βάση της αγωγής, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε κατά παραδοχή του σχετικού σκέλους του δευτέρου λόγου έφεσης, την ένδικη αγωγή ως νόμιμη, ως προς το καταψηφιστικό αίτημα της για την επιδίκαση του ποσού των 28.946,30 ευρώ, που υποχρεώθηκε να καταβάλει στη σύζυγο του θανόντος από το ένδικο τροχαίο ατύχημα ασφαλισμένου του στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 298,914,929 του ΑΚ, 93 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/1971, 116,119 του Κανονισμού Ασφαλιστικού Κώδικα, βιβλίο Χ, του γερμανικού δικαίου, στις οποίες ανέφερε ότι στηρίζεται η ένδικη αγωγή και ανέλυσε στην μείζονα σκέψη της και εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ, κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων του ελληνικού δικαίου των άρθρων 914 και 298 του Α.Κ και των διατάξεων του γερμανικού νόμου για την κοινωνική ασφάλιση (SGB) παράγραφοι 116 και 119, του άρθρου 93 παρ 1 του Κανονισμού {ΕΟΚ} 1408/1971, καθόσον, σύμφωνα με τις αιτιάσεις τους, αντί να ερευνήσει το Εφετείο, ποία ήταν η ζημία της συζύγου του ασφαλισμένου στον Γερμανικό φορέα, στα δικαιώματα τα οποία υποκαταστάθηκε αυτός μετά την προς αυτήν καταβολή συνταξιοδοτικών παροχών, έκρινε ότι το αποκαταστατέο δικαίωμα του Γερμανικού φορέα συνίσταται όχι στο ποσό της επελθούσης ζημίας, αλλά στα ποσά που κατέβαλε ο ίδιος και του επεδίκασε τα εν λόγω ποσά που ζητούσε με την αγωγή του, παρά το ότι σύμφωνα με τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ο οφειλέτης φορέας μπορεί να υποκατασταθεί μόνο στα προσδιορισθέντα με βάση τη νομοθεσία του τόπου που τελέστηκε η αδικοπραξία δικαιώματα και μία υποκατάσταση, όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 93 παρ 1 στοιχ α του Κανονισμού, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τη χορήγηση στον δικαιούχο των παροχών, πρόσθετων δικαιωμάτων έναντι τρίτων.

6. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικά με τα ερευνώμενα ζητήματα με τους συναφείς αναιρετικούς λόγους: "Στις 14-06-2014 και περί ώρα 07.15 ο Ι. Μ. κινείτο στο 1,2ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς Αγροσυκιά, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα. H οδός αυτή στην εν λόγω χιλιομετρική θέση έχει πλάτος 9 μέτρα, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία με ανωφέρεια και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 90 χιλ/ώρα. Κατά τον παραπάνω χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... I.X.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία κινούνταν σε ανώνυμη δημοτική οδό, η οποία διασταυρώνεται εκ δεξιών με την ανωτέρω επαρχιακή οδό σε σχέση με την.

πορεία των οχημάτων που κινούνταν επί της επαρχιακής οδού. Στη διασταύρωση των ανωτέρω οδών υπήρχε τοποθετημένη πινακίδα Κ-28δ, για τα οχήματα που κινούνταν επί της ανώνυμης δημοτικής οδού, με βάση την οποία οι κινούμενοι επί της ανώνυμης αυτής οδού οφείλουν να παραχωρήσουν προτεραιότητα στα κινούμενα επί της επαρχιακής οδού οχήματα.

Ο πρώτος εναγόμενος φθάνοντας στη συμβολή των ανωτέρω οδών, αντί να ακινητοποιήσει το όχημά του προ τής διασταύρωσης και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα επί της ανωτέρω επαρχιακής οδού οχήματα, εισήλθε στη διασταύρωση με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί το δίκυκλο που οδηγούσε ο Ι. Μ. με το όχημά του και να τραυματισθεί θανάσιμα ο τελευταίος ο οποίος υπέστη αυχενική και θωρακική κάκωση.

Με βάση με τα παραπάνω αποκλειστικά υπαίτιος για το θανάσιμο τραυματισμό του Ι. Μ. ήταν ο πρώτος εναγόμενος. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η υπ' αριθμ 115/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών η οποία εκδικάστηκε κατόπιν της από 19-9-2014 αγωγής της συζύγου του θανόντος, τέκνων του και αδελφών του κατά των εναγομένων της υπό κρίσης αγωγής.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών, που έως το έτος 2000, κατοικούσε στην Γερμανία μαζί με την σύζυγό του, Ε. Μ. και τα τέκνα του, ήταν ασφαλισμένος για συνταξιοδότηση, λόγω προηγούμενης απασχολήσεως του, ασφαλισμένος στον ενάγοντα, ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό φορέα, με αριθμό .... Το ποσό της σύνταξης που του κατέβαλλε ο εν λόγω συνταξιοδοτικός φορέας ανέρχονταν σε 996,82 ευρώ, μηνιαίως και δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε άλλα εισοδήματα.

Τα δε εισοδήματα της συζύγου του ανέρχονταν σε 726,17 ευρώ. Από το έτος 2000 κατοικούσε με την σύζυγό του στα Γιαννιτσά και οι βιοτικές τους ανάγκες ανέρχονταν σε 1.000,00 ευρώ, μηνιαίως και συνεπώς η υποχρέωση συνεισφοράς αυτού ανέρχονταν σε 600,00 ευρώ, μηνιαίως, της δε συζύγου του σε 400 ευρώ, μηνιαίως. Λόγω του θανάτου του ο ενάγων, βάσει της από 12-12-2014 απόφασης του χορήγησε στην σύζυγο του Ε.

Μ. , σύνταξη χηρείας.

Βάσει της απόφασης αυτής και της από 12-5-2016 απόφασής τον, κατέβαλε σύνταξη και ασφαλιστικές εισφορές στη σύζυγό τον Ε. Μ. προς κάλυψη της ζημίας της που υπέστη από τη στέρηση διατροφής λόγω τον θανάτου του ασφαλισμένου τον κατά το χρονικό διάστημα από τις 1-2-2016 έως τις 28-2-2019 και ειδικότερα κατέβαλε τα παρακάτω ποσά:

από 01.02.20Ι6 έως 29.02.2016 το ποσό των 620,84 ευρώ, από 01.03.2016 έως 30.06.2016 το ποσό των 620,84 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των(4μήνες Χ 620,84 ευρώ) 2.483,36 ευρώ, από 01.07.2016 έως 31.12.2016 το ποσό των 647,19 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των (6 μήνες X 647,84 ευρώ) 3.883,14 ευρώ, από 01.01.2017 έως 30.06.2017 το ποσό των 647,19 ευρώ μηνιαίως και. συνολικά το ποσό των(6 μήνες X 647,84 ευρώ) 3.883,14 ευρώ, από 01.07.2017 έως 30.06.2018 το ποσά των 659,52 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των (12 μήνες X 659,52 ευρώ) 7.914,24 ευρώ, από 01.07.2018 έως 31.12.2018 το ποσό των680,77 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των (6 μήνες X 680,77 ευρώ)4.084,62 ευρώ, από 01.01.2019 έως 28.02.2019 το ποσό των 680,77 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των (2 μήνες X 680,77 ευρώ) 1.361,54 ευρώ, από 01.02.2016 έως 29.02.2016 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση ασθενείας το ποσό των 45,32 ευρώ, από 01.03.2016έως 30.06.2016 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση ασθενείας μηνιαίως το ποσό των 45,32 ευρώ και συνολικά (4 μήνες X 45,32) 181,28 ευρώ, από 01.07.2016 έως 31.12.2016 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση ασθενείας μηνιαίως το ποσό των 47,25 ευρώ και συνολικά (6 μήνες X 47,25) 283,50 ευρώ, από 01.01.2017 έως 30.06.2017 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση ασθενείας μηνιαίως το ποσό των 47,25 ευρώ και συνολικά (6 μήνες X 47,25) 283,50 ευρώ, από 01.07.2017 έως 30.06.2018 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση ασθενείας μηνιαίως το ποσό των 48,15 εύρώ και συνολικά (12 μήνες X 48,15) 577,80 ευρώ, από 01.07.2018 έως 31.12.2018 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση ασθενείας μηνιαίως49,70 ευρώ και συνολικά {6 μήνες χ 49,70 ευρώ} 298,20 ευρώ, από 01-01-2019 έως 28-02-2019 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση ασθενείας μηνιαίως το ποσό των 54,47 ευρώ και συνολικά (2 μήνες X 54,47) 108,94 ευρώ και επίσης θα καταβάλλει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από 01.03.2O19 έως 30.06.2019 το ποσό των 680,77 ευρώ μηνιαίως για σύνταξη και συνολικά το ποσό των (4 μήνες X 680,77 ευρώ) 2.723,08 ευρώ και από 01.03.2019 έως 30.06.2019 για ασφαλιστικές εισφορές στην ασφάλιση ασθενείας μηνιαίως το ποσό των 53,45 ευρώ και συνολικά (4 μήνες X 53,45) 213,80 ευρώ.

Συνεπώς κατέβαλε και θα συνεχίσει να καταβάλλει έως τις 30-6-2019 το συνολικό ποσό των 28.946,30 ευρώ για την ανωτέρω αιτία. Ως προς το ποσό αυτό ο ενάγων υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στις αξιώσεις αποζημίωσης της χήρας του ασφαλισμένου της, Ε. Μ. σύμφωνα με τα άρθρα 116 και 119 τον Κοινωνικού Ασφαλιστικού Κώδικα βιβλίο X τον γερμανικού δικαίου, και συνεπώς ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ενώ οι εναγόμενοι νομιμοποιούνται παθητικά, απορριπτομένων ως αβάσιμων των σχετικών ισχυρισμών των εναγομένων.

Το δε γεγονός ότι ο ενάγων κατέβαλλε πριν το ατύχημα στον ασφαλισμένο την σύνταξη γήρατος, δεν ασκεί επιρροή στην βασιμότητα της αγωγής, καθώς η καταβολή της ανωτέρω σύνταξης χηρείας στην χήρα αυτού είναι απότοκος του, συνεπεία τον ατυχήματος, θανάτου τον ασφαλισμένου του και αποσκοπεί στην ανόρθωση της ζημίας αυτής από την στέρηση διατροφής, που θα τής παρείχε ο σύζυγός της, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων έως τις 30-6-2019, εάν δεν μεσολαβούσε το επίδικο ατύχημα, με βάση την ηλικία του (79 ετών κατά τον χρόνο τον ατυχήματος) και την καλή κατάσταση της υγείας του, που συνάγεται από το γεγονός ότι στην εν λόγω ηλικία ήταν ικανός να οδηγεί μοτοσικλέτα.

Επίσης και το γεγονός ότι η χήρα θα δικαιούτο σύνταξη γήρατος εάν ο σύζυγός της απεβίωνε λόγω γήρατος, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, καθώς μεσολάβησε ο θάνατος αυτού από το επίδικο ατύχημα και η υποκατάσταση του ενάγοντος στις αξιώσεις αποζημίωσης της χήρας του ασφαλισμένου της, όπως προαναφέρθηκε.

Να σημειωθεί δε ότι με την υπ'αριθμ. 712/2018 οριστική απόφαση τον πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του ήδη ενάγοντος κατά των ίδιων εναγομένων, η οποία αφορά απαιτήσεις αυτού, από σύνταξη χηρείας και ασφαλιστικές εισφορές για προηγούμενο χρονικό διάστημα, λόγω υποκατάστασής του στα δικαιώματα τον ασφαλισμένου της από αδικοπραξία και ειδικότερα υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε αυτόν εις ολόκληρον το ποσό των 14.201,05 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Η απόφαση αυτή δεν κατέστη τελεσίδικη και μάλιστα με την σύγχρονη με την εξόφληση από την δεύτερη εναγομένη "παραίτηση από τα ένδικα μέσα", όπως εσφαλμένως επικαλείται ο ενάγων, καθώς δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη παραίτηση, η οποία μάλιστα δεν αφορά τον πρώτο εναγόμενο.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη εν μέρει και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 28.946,30 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής....".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ερμήνευσε ορθά τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 914 του ΑΚ και των προαναφερόμενων διατάξεων του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης 116 και 119 του SGB, περί αυτοδίκαιης εκ του νόμου υποκατάστασης, που εφάρμοσε, στους οποίους υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία πληρούσαν το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ευθέως ως προς τον προσδιορισμό της ζημίας του ενάγοντα Φορέα και την ενεργητική νομιμοποίηση αυτού να την αξιώσει. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ως προς τον προσδιορισμό της ζημίας που υπέστη το αναιρεσίβλητο, για την επιδίκαση της θετικής ζημίας από παροχές σύνταξης χηρείας, τις οποίες έχει καταβάλει στην χήρα του άμεσα ασφαλισμένου του θύματος, εξαιτίας του τροχαίου δυστυχήματος. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι σύμφωνα με το άρθρο 93 του Κανονισμού 1408/1971 του Συμβουλίου της ΕΟΚ (ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης), το άρθρο 53 του Νδ/τος 4259/1962 της διμερούς ελληνογερμανικής σύμβασης, τα άρθρα 15 και 25 του Κανονισμού της ΕΚ- Ρώμη

ΙΙ και αυτά, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 116 και 119 του Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης -SGB της Γερμανίας, οι οποίες αναγνωρίζονται από το Ελληνικό Δίκαιο με βάση την ελληνογερμανική σύμβαση, ο αναιρεσίβλητος Φορέας, υποκαθίσταται αυτοδικαίως εκ του νόμου στα δικαιώματα του άμεσα ασφαλισμένου του κατά τη στιγμή της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (τροχαίο δυστύχημα) ή σε περίπτωση θανάτου του, στα δικαιώματα των κληρονόμων του άμεσα ασφαλισμένου, που έλκουν τα δικαιώματά τους από αυτόν, όπως στην ένδικη υπόθεση η νόμιμη σύζυγος του θύματος, η οποία εκ του νόμου είχε δικαίωμα διατροφής έναντι του συζύγου της, όσο αυτός ζούσε, την οποία απώλεσε, εξαιτίας του θανάτου του στο τροχαίο δυστύχημα και ειδικότερα, ότι ο Φορέας υποκαθίσταται εκ του νόμου αυτοδικαίως στις παροχές, που έχει καταβάλει από την αιτία αυτή και ότι επομένως, νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί και να αξιώσει τις ανωτέρω παροχές κατά των προσώπων, που είναι υπόχρεοι κατά το Ελληνικό Δίκαιο για την αποκατάσταση της ζημίας, που επήλθε από την ασφαλιστική περίπτωση (τροχαίο δυστύχημα) και στην ένδικη υπόθεση κατά των αναιρεσειόντων, οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου.

Επίσης, το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δέχθηκε ότι οι παροχές αυτές προς τη χήρα αποτελούν τη ζημία, που υπέστη ο αλλοδαπός Φορέας, η οποία προσδιορίστηκε με την απόφαση συνταξιοδότησης χηρείας και οφείλεται αποκλειστικά στο τροχαίο δυστύχημα λόγω της στέρησης των υπηρεσιών διατροφής του θύματος προς αυτήν και ότι μετά την αυτοδίκαιη εκ του νόμου υποκατάσταση του αλλοδαπού Φορέα στην αξίωση του άμεσα ασφαλισμένου του ή των κληρονόμων αυτού, οι τελευταίοι (όπως στην ένδικη υπόθεση η νόμιμη σύζυγος του θύματος) παύουν αυτοδικαίως να είναι δικαιούχοι της αξίωσης αυτής, της οποίας πλέον μοναδικός δικαιούχος είναι ο Φορέας και ότι συνεπεία αυτής της υποκατάστασης εκ του νόμου, ο Φορέας δικαιούται να αξιώσει τις παροχές, που έχει καταβάλει στην χήρα του ασφαλισμένου του, σύμφωνα με τα παραστατικά, που είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και αφορούσαν τη θετική ζημία, που είχε υποστεί.

Επομένως, όσα αντίθετα, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον 2ο αναιρετικό λόγο, για την ευθεία παραβίαση των εφαρμοσθέντων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. 7. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ., οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη τη υπό κρίση αγωγή λόγω, κατά τη δέουσα εκτίμηση του αναιρετικού αυτού λόγου, ποσοτικής αοριστίας της.

Ειδικότερα διότι ο αναιρεσίβλητος προέβη σε αόριστο υπολογισμό της σύνταξης χηρείας προς τον σύζυγο του θανόντα , με βάση την συνεισφορά της στην οικογένεια και των αναγκών διαβίωσης, επιπροσθέτως δε διότι δεν αναφέρεται η πηγή εισοδημάτων της συζύγου καθώς επίσης ότι ελλείπει παντελώς ο ακριβής υπολογισμός της σύνταξης που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος ασφαλιστικός φορέας στον θανόντα και ο τρόπος υπολογισμού των ποσών που κατέβαλε για το χρονικό διάστημα από 01-07-2014 έως 31-01-2016 και ότι στην ένδικη αγωγή ο αναιρεσίβλητος προέβη σε μία ελλιπή παράθεση των εισοδημάτων του θανόντος ασφαλισμένου του και της συζύγου του προ του ατυχήματος και σε αόριστο υπολογισμό της συνεισφοράς του θανόντος στο ποσό που ήταν αναγκαίο για την διατροφή του ζεύγους προ του θανάτου του.

Επιπλέον δε ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή, ποια ήταν η ζημία της συζύγου του θανόντος ασφαλισμένου, δηλαδή ποιο το αναγκαίο ποσό για τη διαβίωσή της μετά το θάνατο του συζύγου της λόγω του ατυχήματος και ποιο ποσό συνιστά ζημία της, δηλαδή το ποσό που θα συνεισέφερε ο ασφαλισμένος αναλογικά. Σε σχέση με τον αναιρετικό αυτό λόγο, από την επιτρεπτή επισκόπηση της αγωγής κατ' άρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι περιέχονται στην ιστορική της βάση με σαφήνεια και επάρκεια όλα τα στοιχεία, που θεμελιώνουν το δικαίωμα του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου Φορέα να επιδιώξει, δικαστικώς, να αναγνωριστεί το δικαίωμά του και αντίστοιχα η υποχρέωση καταβολής από τους αναιρεσείοντες-υπόχρεους προς αυτόν, ως καθ'υποκατάσταση της συζύγου του άμεσα ασφαλισμένου του, ο οποίος αποβίωσε σε τροχαίο δυστύχημα, της θετικής ζημίας, δηλαδή των παροχών που ήδη ο ενάγων Φορέας κατέβαλε, τις οποίες αναλυτικά παρέθετε στο αγωγικό δικόγραφο, ως απόρροια του τροχαίου δυστυχήματος, που αποτελεί την αιτία της καταβολής της σύνταξης χηρείας και εφόσον έχει καταβάλει αυτές προς αυτήν.

Στην ένδικη δε αγωγή, παρατίθενται με πληρότητα τα εισοδήματα εκάστου των συζύγων προ του ένδικου ατυχήματος, οι οικογενειακές ανάγκες τους, η αναλογία ενός εκάστου στις μηνιαίες βιοτικές τους ανάγκες καθώς επίσης και οι ανάγκες της συζύγου του αποβιώσαντος μετά το θάνατο αυτού.

Συνεπώς οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμες.

Συνεπώς, ορθά το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

8. Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν (άρθρα 176,180,183,189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01-11-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. ...2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3677/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ