Legislator Case Law & Legislation
356/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance contract invalidity, ruling facts and evidence assessment are non-appealable.

Case Number 356/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision rejecting her claim to annul an insurance contract. The appellant argued she failed to disclose pre-existing illnesses, while the court held that the lower court's evaluation of facts and evidence is not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to lack of legal interest and improper challenge to the court's factual findings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1, 577 §1, 577 §3, 495 §3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors, not the evaluation of facts or evidence by the court of first instance.

Keywords

AI generated
insurance contract annulment duty of disclosure pre-existing conditions appellate review limits evaluation of evidence legal interest civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 7, 27, 31, 32 of Law 2496/1997
577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 §19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 356 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 356/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Χ. του Δ.., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία, "G. Φ. Α. Ε. Α. Ε.", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία-Σοφία Βαρβαρήγου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2383/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2613/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/7/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 13-7-2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2613/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας-ενάγουσας, κατά της υπ' αριθ. 2383/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει κατ` ουσίαν την από 2-1-2015 αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας καταγγελίας ασφαλιστικής σύμβασης και αποζημίωσης, δέχθηκε αυτήν τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ για την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ., 7, 27, 31 και 32 Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 189 επ. του ΕμπΝ, προκύπτει, ότι με τη σύμβαση της ασφάλισης, ο ασφαλιστής υποχρεούται αντί ασφαλίστρου να αποζημιώσει τις απώλειες ή ζημίες, οι οποίες ενδέχεται να συμβούν στον ασφαλιζόμενο από ορισμένα τυχαία ή ανωτέρας βίας περιστατικά ή ασθένειες οι οποίες δεν υπήρχαν ή υπήρχαν αλλά ο ασφαλισμένος δικαιολογημένα αγνοούσε την ύπαρξή τους κατά τη σύναψη της σύμβασης.

Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του ως άνω Νόμου, η ασφαλιστική αποζημίωση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, όταν πραγματοποιηθεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ήτοι επέλθει η ζημία, προς κάλυψη της οποίας έχει συνομολογηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

Ειδικότερα, στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται, είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (ΑΠ 1957/2013, ΑΠ 1303/2009). Περαιτέρω, στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του άνω Ν. 2496/1997, που αναφέρονται στις νόμιμες προσυμβατικές ανακοινώσεις, ορίζονται τα εξής: "Κατά τη σύναψη της σύμβασης, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή".

Κατά δε την παρ. 6 του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω νόμου, "Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Ο λήπτης της απόφασης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του ασφαλιστή και του λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Στην περίπτωση ασφάλισης της υγείας, τέτοιο περιστατικό είναι εκείνο το οποίο επί τη βάσει των κανόνων της ιατρικής και της κοινής πείρας οδηγεί σε αυξημένη πιθανότητα προσβολής της ασφαλιζόμενης υγείας. Εάν η σύμβαση συναφθεί με βάση έντυπες ερωτήσεις του ασφαλιστή, τότε τα στοιχεία αυτά, για τα οποία τίθενται οι ερωτήσεις, τεκμαίρεται (νόμιμο τεκμήριο), ότι είναι τα κρίσιμα για τον ασφαλιστή ως προς την εκτίμηση του ασφαλιστέου κινδύνου και δεν μπορεί αυτός μεταγενέστερα να προβάλει τις αναφερόμενες στην ως άνω διάταξη υπό στοιχεία α`, β` και γ` πλημμέλειες.

Δηλαδή αυτά και μόνον θεωρούνται εκ του νόμου ότι είναι στον κύκλο των ζητημάτων και οι επ` αυτών απαντήσεις-πληροφορίες του λήπτη μπορεί να συνιστούν -κατά περίπτωση- αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου. Σε περίπτωση παράβασης από το λήπτη της ως άνω υποχρέωσής του από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση προκαλώντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος.

Για την ενεργοποίηση δηλαδή του ως άνω δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης απαιτείται δόλος του ασφαλισμένου, δηλαδή γνώση για το αποκρυβέν γεγονός και θέληση να το αποκρύψει, διότι ο νόμος θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 ΠΚ. Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Σημειώνεται ότι ειδικά στις ασφαλίσεις ζωής ή ασθενειών για τη θεμελίωση δικαιώματος καταγγελίας η αμέλεια δεν αρκεί, αλλά απαιτείται οπωσδήποτε πρόθεση, όπως εξάγεται από την παρ. 8 του ανωτέρω άρθρου (ΑΠ 1101/2010).

Βασική όμως προϋπόθεση είναι ότι το αποκρυβέν περιστατικό ή στοιχείο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου από τον ασφαλιστή, ασχέτως του αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε, δηλαδή δεν έχει σημασία, αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, αφού η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος, δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή τού ασφαλιστή.

Επομένως, δεν δίνει στον ασφαλιστή το δικαίωμα καταγγελίας οποιαδήποτε απόκρυψη, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους. Το ουσιώδες δεν κρίνεται υποκειμενικά κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής.

Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας (ΑΠ 627/2016).

Ωστόσο, αν ο ασφαλιστής, όπως έχει δικαίωμα, επιλέξει να υποβάλλει στον αιτούντα την ασφάλιση συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις σχετικά με τον υπό ανάληψη κίνδυνο, δεν μπορεί κατά τα άνω να επικαλεστεί παραβίαση ουσιωδών περαστικών του κινδύνου εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης αν πρόκειται για περιστατικό που δεν περιέχεται στο ερωτηματολόγιο.

Το νόημα του καθιερούμενου εν προκειμένω νόμιμου τεκμηρίου είναι ότι περιορίζει το εύρος των κρίσιμων περιστατικών στα όρια ακριβώς του ερωτηματολογίου. Αν το αποκρυβέν περιστατικό είναι μέσα στα όρια αυτά, δεν σημαίνει ότι χωρίς άλλο είναι και αντικειμενικά ουσιώδες κατά την ανωτέρω έννοια. Ο επικαλούμενος την απόκρυψη ασφαλιστής οφείλει να αποδείξει και τα δύο:

Και ότι για το περιστατικό υποβλήθηκε ερώτηση και ότι το αποκρυβέν είναι αντικειμενικά ουσιώδες (ΑΠ 529/2018, ΑΠ 755/2014). Σε περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ` αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων (διότι δεν προβλέπεται ρητώς), να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 1047/2019 ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 627/2016, ΑΠ 170/2015, ΑΠ 720/2007).

Η προβλεπόμενη ως άνω έκτακτη καταγγελία είναι μονομερής δήλωση βουλήσεως, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας και εν προκειμένω της ασφαλιστικής σύμβασης. Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθού απευθύνεται (λήπτη τη ασφάλισης) και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση, αφού επιφέρει τη λύση της ενοχής για το μέλλον.

Γενικότερα, η καταγγελία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας το σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν και εν προκειμένω κάποια συγκεκριμένη παραβίαση προσυμβατικής ανακοίνωσης. Αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικά (άρθρο 281 ΑΚ), οπότε είναι άκυρη.

Το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση (ΑΠ 529/2018).

ΙΙΙ. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν απεδείχθηκαν και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 531/2014).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, καθώς και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση (ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 1662/2009, ΑΠ 778/2009), στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020)ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 KΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1228/2019).

Εξάλλου, οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ` αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 1406/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά τα σχετικά σκέλη του, προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, με την επίκληση ότι, κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 3 §§ 1 και 6 ν. 2496/1997, η προσβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την προς απόκρουση της ένδικης αγωγής προταθείσα από την αναιρεσίβλητη-εναγομένη και στην ως άνω διάταξη της παρ. 6 θεμελιωθείσα, ένσταση καταγγελίας της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, λόγω της εκ μέρους της ενάγουσας-ασφαλισμένης-αναιρεσείουσας, παράβασης από δόλο κατά τη σύναψη αυτής, της κατά την § 1 του άρθρου 3 ν. 2496/1997 προβλεπόμενης υποχρέωσης αυτής (ασφαλισμένης) προς δήλωση στην αναιρεσίβλητη ασφαλίστρια "κάθε στοιχείου ή περιστατικού που γνωρίζει και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου", δεχθείσα, με ελλιπή αιτιολογία της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, την κατάφαση συνδρομής της δόλιας προαίρεσης της ενάγουσας-ασφαλισμένης, παρόλο που τα ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά ήταν ελλιπή :

α) ως προς την ύπαρξη του δόλου και β) ως προς το αντικειμενικά ουσιώδες του αποκρυβέντος γεγονότος (ασθένεια) για την εκτίμηση του κινδύνου. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Tον Ιανουάριο του έτους 2004, η εκκαλούσα-ενάγουσα είχε συνάψει με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "Ε.

Π. Α..Ε..Γ..Α.", την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ασφαλίσεως ζωής ασθένειας και ατυχήματος, με έναρξη ισχύος, τις 16.1.2004 και ημερομηνία λήξεως, τις 16.1.2007. Η ανωτέρω σύμβαση ακυρώθηκε στις 16.1.2007, όπως βεβαιώνεται με την από …βεβαίωση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Π. Α..Ε..Γ..Α.". Η εκκαλούσα- ενάγουσα, επιθυμώντας να ασφαλισθεί στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «Φ.

M. Ε. A..E..A..E», υπέβαλε, στην τελευταία, την υπ' αριθμ. ... έγγραφη αίτηση, με την οποία ζητούσε την ασφάλιση ζωής με διάφορες καλύψεις, επιπλέον, δε, ζητούσε να τεθεί, ως ειδικός όρος στο συμβόλαιο, που θα εκδιδόταν, ότι, το νέο αυτό συμβόλαιο θα ήταν συνέχεια του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που η εκκαλούσα-ενάγουσα είχε συνάψει με την ασφαλιστική Εταιρεία "Ε.

Π. Α..Ε.". Επιπλέον, η εν λόγω αίτηση περιείχε εκτενές ερωτηματολόγιο περί προϋπαρχουσών ασθενειών, στο οποίο, η εκκαλούσα - ενάγουσα απήντησε αρνητικά στο σύνολο των ερωτήσεων, ενώ, στο τέλος του εντύπου της αιτήσεως γινόταν μνεία του ότι σε περίπτωση, που, στο ασφαλιστήριο συμβόλαια, που θα εκδιδόταν και θα παρελάμβανε η εκκαλούσα-ενάγουσα, οι καλύψεις ήταν τροποποιημένες σε σχέση με τις περιλαμβανόμενες στην αίτησή της η ασφάλιση θα ίσχυε για το ασφαλιστήριο που θα εκδιδόταν, θεωρώντας (η εκκαλούσα - ενάγουσα) ισχυρή την τροποποίηση της αιτήσεώς της.

Ακολούθως, στις 15.1.2007, συνήφθη μεταξύ της εκκαλούσας-ενάγουσας και της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής ατυχημάτων και υγείας δωδεκαετούς διάρκειας ήτοι, / με έναρξη ισχύος τις 15.1.2007 και ημερομηνία λήξεως τις 15.1.2019, αντί του συμφωνηθέντος ασφαλίστρου, με απλή ασφάλιση θανάτου (..) για κεφάλαιο 10.000 ευρώ, ασφάλιση απαλλαγής πληρωμής ασφαλίστρων (…) και ασφάλιση <ΧΑΡΙΝ ΥΓΕΙΑΣ Π..PLUS> με ανώτατο όριο καλύψεως εξόδων νοσηλείας στην Ελλάδα το ποσό των 300.000 ευρώ, κατά περίπτωση νοσηλείας.

Σύμφωνα με τους ειδικούς όρους της εν λόγω συμβάσεως: Διευκρινίζεται, ότι η ημερομηνία έναρξης της συγκεκριμένης παροχής είναι η 15-1-2007. Διευκρινίζεται ότι, στο παρόν ασφαλιστήριο αναγνωρίζεται η κάλυψη των προϋπαρχουσών ασθενειών από την προσθήκη ... του ασφαλιστήριου .... Οι προ υπάρχουσες της ασφάλισης ασθένειας η σωματικής βλάβης καθώς κα, οι επιπλοκές τους, δεν καλύπτονται εφόσον ο ασφαλισμένος και εξαρτώμενα μέλη του γνώριζαν την ύπαρξη τους και δεν είχαν δηλωθεί αυτά κατά τη σύναψη της ασφάλισης.

Με τον παρόντα ειδικό όρο διευκρινίζεται ότι δεν θα ισχύει στη συγκεκριμένη προσθήκη η περίοδος αναμονής των 30 ημερών σε περίπτωση ασθένειας". Επιπλέον στο κεφάλαιο "ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ" του ίδιου ασφαλιστηρίου συμβολαίου προβλεπόταν ότι: "σωματικές βλάβες ή ασθένειες καθώς και οι επιπλοκές τους που υπήρχαν πριν την έναρξη ή την επαναφορά σε ισχύ αυτής της προσθήκης εξαιρούντο, από την υποχρέωση ασφαλιστικής αποζημιώσεως.

Ως ασθένεια, σύμφωνα με τους ειδικούς όρους του συμβολαίου οριζόταν, "κάθε πάθηση, που θα εκδηλωθεί για πρώτη φορά στον ασφαλισμένο μετά τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες από την έναρξη ισχύος της παρούσας προσθήκης", ενώ, περαιτέρω, ειδικώς για την κάλυψη της θεραπείας/επέμβασης παθήσεων μυοσκελετικού συστήματος συνεπεία ατυχήματος π ασθένειας προβλεπόταν δωδεκάμηνη αναμονή από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της προσθήκης.

Από το περιεχόμενο του ίδιου ασφαλιστήριου, καθίσταται, άλλωστε, σαφές ότι, δεν έγινε δεκτό το αίτημα της εκκαλούσας-ενάγουσας να αποτελέσει αυτό συνέχεια του συμβολαίου, που αυτή είχε συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία "Ε. Π. Α..Ε..Γ.Α". Δυνάμει της υπ' αριθμ. Κ3-5990/21.6.2007 αποφάσεως του Υπουργείου Ανάπτυξης, καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Ασφαλιστικών Εταιρειών, στις 21.6.2007 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ 6861/3.7.2007 η έγκριση της αποκτήσεως του συνόλου των μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "Φ.

M. Ε. Α.Ε.Α.Ε" από τη γαλλική εταιρεία με την επωνυμία "G. I. S.A", η οποία, μετά από τροποποίηση του καταστατικού της (που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. Κ3-8930/14.9.2007 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ 10684/17.9.2007), μετονομάσθηκε σε "G. Φ. Α. Ε. Α. Ε." (ήδη, εφεσίβλητη-εναγομένη). Στις 30.12.2013, η εκκαλούσα-ενάγουσα υπέβαλε στην εφεσίβλητη- εναγομένη την υπ' αριθμ.

…./ 30.12.2013 έγγραφη αίτηση, για σύναψη ασφαλίσεως ζωής με ιδιαίτερο αίτημα τη "μεταφορά στη συνέχεια χωρίς όρους από .... Η εν λόγω αίτηση περιείχε ερωτηματολόγιο περί προϋπαρχουσών ασθενειών, στο οποίο, η εκκαλούσα-ενάγουσα απήντησε αρνητικά στο σύνολο των ερωτήσεων. Επίσης στο τέλος του εγγράφου της αιτήσεως υπάρχει παράγραφος με την οποία ορίζεται ότι: <Ό συμβαλλόμενος (λήπτης της ασφάλισης) και ο Ασφαλισμένος. 2. ..συμφωνούμε ότι, αν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο που θα παραλάβουμε οι καλύψεις είναι τροποποιημένες σε σχέση με τις περιλαμβανόμενες στην αίτησή μας, η ασφάλιση ισχύει για το ασφαλιστήριο που θα εκδοθεί, θεωρώντας ισχυρή την τροποποίηση της αίτησής μας".

Ακολούθως, εξεδόθη από την εφεσίβλητη-εναγομένη το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με ημερομηνία ενάρξεως την 15.1.2014, ισόβιας διάρκειας, με ισόβια καταβολή ασφαλίστρων, νοσοκομειακή περίθαλψη-εξωνοσοκομειακή-ιατρική βοήθεια (..) και νοσοκομειακό πρόγραμμα (…) με απαλλαγή 4.000 ευρώ, ανώτατο όριο καλύψεως το ποσό του 1.000.000 ευρώ και θέση νοσηλείας "δίκλινος προβλεπόταν, δε, επιπλέον, η απεριόριστη κάλυψη των δαπανών νοσηλείας στην Ελλάδα.

Στο νέο αυτό ασφαλιστήριο συμβόλαιο και, συγκεκριμένα, στους ειδικούς όρους αυτού, γίνεται μνεία του ότι "η παρούσα νοσοκομειακή κάλυψη αποτελεί συνέχεια της νοσοκομειακής κάλυψης του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου", ενώ, στο κεφάλαιο "ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ" του ίδιου ασφαλιστηρίου συμβολαίου προβλέφθηκε ότι "σωματικές βλάβες η ασθένειες καθώς και οι επιπλοκές τους που υπήρχαν πριν την έναρξη ή την επαναφορά σε ισχύ αυτής της προσθήκης και ήταν γνωστές στον ασφαλισμένο ή ο ασφαλισμένος δικαιολογημένα αγνοού¬σε την ύπαρξή τους και δεν έχει παρέλθει διάστημα δύο (2) ετών από την έναρξη ή επαναφορά σε ισχύ αυτής της προσθήκης αποκλείουν την ασφαλιστική κάλυψη.

Τέλος, με ειδικό όρο της "Συμπληρωματικής κάλυψης νοσοκομειακής περίθαλψης και εξωνοσοκομειακής ιατρικής βοήθειας (...) (η συμπληρωματική αυτή κάλυψη αφορούσε, για την εκκαλούσα-ενάγουσα, μόνον την εξωνοσοκομειακή κάλυψη), ως "ασθένεια" οριζόταν: "κάθε αιφνίδια και απρόοπτη αλλοίωση της υγείας του ασφαλισμένου διαπιστωμένη από αρμόδιο ιατρό, η οποία εμποδίζει τις δραστηριότητες του ασφαλισμένου ή την ομαλή μετακίνησή του", ενώ, με ειδικό όρο του "Νοσοκομειακού Προγράμματα" (...), ως "ασθένεια" οριζόταν: "κάθε πάθηση, που θα εκδηλωθεί για πρώτη φορά στον ασφαλισμένο μετά τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες από την έναρξη ισχύος της παρούσας προσθήκης για νοσηλεία σε νοσηλευτικό ίδρυμα στην Ελλάδα" και, επιπλέον, προβλεπόταν δωδεκάμηνη αναμονή ισχύος της καλύψεως για θεραπεία/επέμβαση παθήσεων αρθρώσεων και σπονδυλικής στήλης (κακώσεις μηνίσκων, χιαστών, κήλες μεσοσπονδυλίων δίσκων κλπ), συνέπεια ατυχήματος ή ασθένειας.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι, το παραπάνω δεύτερο (υπ' αριθμ. ...) ασφαλιστήριο συμβόλαιο συνιστούσε νέα σύμβαση ασφαλίσεως και, όχι τροποποίηση της πρώτης (υπ' αριθμ. ...), όπως, αβασίμως, ισχυρίζεται η εκκαλούσα-ενάγουσα. Τούτο συνάγεται, τόσον, από το γεγονός ότι, για τη σύναψη της υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστικής συμβάσεως, η εφεσίβλητη-εναγομένη ζήτησε από την εκκαλούσα-ενάγουσα να υποβάλει νέα έγγραφη αίτηση ασφαλίσεως, όσον και από τη σύγκριση του περιεχομένου των δύο συμβάσεων, οι οποίες διαφοροποιούνται, μεταξύ τους, σε αρκετά και ουσιώδη σημεία, εις τρόπον, ώστε, να μην είναι δυνατή η παράλληλη ισχύς αυτών, ενώ, αν επρόκειτο για τροποποίηση της αρχικής συμβάσεως, δεν θα χρειαζόταν να γίνει ξεχωριστή μνεία στην δεύτερη σύμβαση του ότι: "η παρούσα νοσοκομειακή κάλυψη αποτελεί συνέχεια της νοσοκομειακής κάλυψης του υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιό". Δηλαδή, με την εκ μέρους της εκκαλούσας- ενάγουσας υποβολή της από 30.12.2013 αιτήσεως, η τελευταία πρότεινε και η εφεσίβλητη-εναγομένη αποδέχθηκε τη λύση της υπ' αριθμ. ... ασφαλιστικής συμβάσεως, οπότε αυτή λύθηκε συναινετικώς και συνήφθη νέα (υπ'αριθμ. ... ασφαλιστική σύμβαση). Το αίτημα, δε, που συμπεριέλαβε η εκκαλούσα-ενάγουσα στην υπ' αριθμ.

…30.12.2013 έγγραφη αίτησή της για "μεταφορά στη συνέχεια χωρίς όρους από ...", δεν έγινε δεκτό από την εφεσίβλητη-εναγομένη, όπως είχε η τελευταία δικαίωμα, με βάση την προεκτεθείσα τελευταία παράγραφο της έγγραφης αιτήσεως, παρά, μόνον, εν μέρει όσον αφορά τη συνέχεια της νοσοκομειακής καλύψεως, που προβλεπόταν στην πρώτη σύμβαση.

Ο όρος αυτός της νέας συμβάσεως είχε την έννοια, ερμηνευόμενος κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ότι οι ασθένειες, που τυχόν είχαν εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια ισχύος του αρχικού συμβολαίου, ήτοι, από τις 15.1.2007 και μέχρι τις 15.1.2014 (ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του δευτέρου συμβολαίου), δεν θα θεωρούντο προϋπάρχουσες του δευτέρου συμβολαίου ασθένειες.

Συνάγεται, δε, τούτο, από το ότι, το δεύτερο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, περιείχε γενικότερα ευνοϊκότερους για την εκκαλούσα-ενάγουσα όρους, ενώ, επιπλέον και η ίδια η εφεσίβλητη-εναγομένη επιβεβαίωσε, με τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι αυτή ήταν η αληθινή έννοια του παραπάνω όρου της συμβάσεως.

Στις 11.9.1014, η εκκαλούσα-ενάγουσα εισήχθη στο ιδιωτικό νοσοκομείο "...", όπου, στις 12.9.2014, υπεβλήθη σε επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής του δεξιού ισχίου, λόγω εκφυλιστικής οστεοαρθρίτιδας και παρέμεινε νοσηλευόμενη, μέχρι τις 16.9.2014, οπότε και εξήλθε. Η εκκαλούσα-ενάγουσα δαπάνησε, για αμοιβές των θεραπόντων ιατρών και νοσήλια, το συνολικό ποσό των 13.296,40 ευρώ, το οποίο αναλύεται και αποδεικνύεται, ως εξής:

α) για τη νοσηλεία στο νοσοκομείο "..." (δωμάτιο-τροφή από τις 11.9.2014 έως τις 16.9.2014) το ποσό των 5.607,32 ευρώ, πλέον ποσού 902,77 ευρώ, ως συμμετοχή επί της δαπάνης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., δηλαδή, ποσό 6.510,09 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 13% 846,31 ευρώ και, συνολικά, 7.356,40 ευρώ (όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομισμένη υπ' αριθμ. ... απόδειξη του ανωτέρω νοσοκομείου), β) για την αμοιβή του αναισθησιολόγου Χ..

Χ., κατά τη χειρουργική επέμβαση, το ποσό των 940 ευρώ (όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ' αριθμ.... απόδειξη του ανωτέρω Ιατρού) και γ) για την αμοιβή του χειρουργού Β.. Μ. για τη χειρουργική επέμβαση, το ποσό των 5.000 ευρώ (όπως προκύπτει

από την μετ' επικλήσεως προσκομιζομένη υπ αριθμ. ... απόδειξη του ανωτέρω Ιατρού). Μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο, η εκκαλούσα-ενάγουσα απευθύνθηκε στην εφεσίβλητη-εναγομένη, ζητώντας την απόδοση των ανωτέρω δαπανών, η τελευταία, όμως, μέσω της εταιρείας «M. G. Α..»Ε., η οποία διαμεσολαβεί μεταξύ των ασφαλιστικών εταιρειών και των ασφαλισμένων ασθενών και παρέχει σχετικές υπηρεσίες, τής απήντησε, δυνάμει του από 17.9.2014 εγγράφου, με τίτλο: "ΑΡΝΗΣΗ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΕΞΟΔΩΝ ΝΟΣΗΛΕΙΑΣ" ότι: "Το περιστατικό απορρίπτεται βάσει γενικών όρων συμβολαίου.

Μη δηλωθείσα προϋπάρχουσα πάθηση". Κατόπιν σχετικού αιτήματος του εκπροσώπου της εφεσίβλητης-εναγομένης, η εκκαλούσα- ενάγουσα διαβίβασε σε αυτόν, στις 18.9.2014, μεταξύ άλλων εγγράφων και τα βιβλιάρια υγείας της στα οποία, υπήρχαν εγγραφές για επισκέψεις στο ιατρείο και παραπομπή για εξετάσεις: για υπέρταση (επισκέψεις στο ιατρείο), στις 20.4.2001 και 4.5.2001, επανειλημμένες επισκέψεις από το 2001 για οστεοπόρωση, στις 1.6.2005 για οσφυαλγία και στις 25.5.2006 για πόνο στο ισχίο με αναγραφή "πιθανή ρευματοειδής αρθρίτιδα" για οστεοαρθρίτιδα ισχίων στις 16.1.2008 και οξεία οσφυαλγία στις 10.2008.

Είκοσι (20) ημέρες αργότερα, η εφεσίβλητη-εναγομένη, με την από 1.10.2014 εξώδικη καταγγελία, που κοινοποιήθηκε στην εκκαλούσα -ενάγουσα, στις 2.10.2014, όπως προκύπτει από την υπ αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Κ., κατήγγειλε την υπ' αρίθμ. ... σύμβαση ασφαλίσεως " για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 6 του Νόμου 2496/1997" όταν, δε, στη συνέχεια η εκκαλούσα ενάγουσα, με την από 10.11.2014 εξώδικη απάντηση-δήλωση- εξώδικη διαμαρτυρία, που επεδόθη στην εφεσίβλητη-εναγομένη, στις 13.11.2014, ζήτησε να θεωρηθεί η από 1.10.2014 καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως ως μη γενόμενη και επιπλέον να της καταβληθεί το ποσό των 13.296,40 ευρώ, η εφεσίβλητη-εναγομένη ουδόλως ανταποκρίθηκε.

Ως προς το έγκυρο ή μη της ως άνω καταγγελίας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα, κατά την υποβολή της από 11.1.2007 αιτήσεώς της, προς σύναψη της από 15.1.2007 αρχικής συμβάσεως ασφαλίσεως, συμπλήρωσε και υπέγραψε συγκεκριμένο έντυπο αιτήσεώς, με συνημμένο ερωτηματολόγιο περί του ιστορικού και κατάστασης υγείας της, στο οποίο, απήντησε αρνητικά σε όλες τις ερωτήσεις, που είχαν ως γενικό τίτλο: "Έχετε προσβληθεί ποτέ ή υποφέρετε από ασθένειες;", μεταξύ των οποίων και οι ερωτήσεις: "έχετε προσβληθεί ποτέ ή υποφέρετε από ασθένειες του μυοσκελετικού (οσφυαλγία- ισχιαλγία-αρθρίτιδες-δισκοπάθεια), καθώς και στην ερώτηση: "έχετε προσβληθεί ποτέ ή υποφέρετε από ασθένειες της καρδιάς ή του κυκλοφορικού συστήματος (στηθάγχη, έμφραγμα, φύσημα, υπέρταση κλπ).

Ομοίως κατά την υποβολή της από 30.12.2013 αιτήσεώς της προς σύναψη της νέας από 15.1.2014 συμβάσεως ασφαλίσεως στο σχετικό ερωτηματολόγιο, που συμπλήρωσε και αφορούσε και πάλι πληροφορίες για το ιστορικό και την κατάσταση της υγείας της και το οποίο (ερωτηματολόγιο) ήταν πανομοιότυπο με το ερωτηματολόγιο της πρώτης αιτήσεως έδωσε και πάλι αρνητική απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις επιπλέον, δε, απάντησε αρνητικά και στην για πρώτη φορά τιθέμενη ερώτηση "Έχετε υποβληθεί σε ιατρικό έλεγχο ή εξετάσεις για οποιονδήποτε λόγο;

Πότε; Ποιο το αποτέλεσμα;". Περαιτέρω, όπως βεβαιώνεται στο από 16.9.2014 ιατρικό σημείωμα του ιατρού, ορθοπεδικού-χειρουργού Β. Μ., που εγχείρησε την ενάγουσα : "η ασθενής ενεφάνισε ραγδαία επιδείνωση των συμπτωμάτων της κατά το τελευταίο εξάμηνο, και επί τη βάσει των αλλοιώσεων η έναρξη της νόσου τοποθετείται προ διετίας.

Στο έντυπο, όμως, της από 11.9.2014 προνοσηλευτικής εξετάσεως που συμπλήρωσε η εκκαλούσα-ενάγουσα, πριν υποβληθεί στην ανωτέρω χειρουργική επέμβαση και υπέβαλε στην προεκτεθείσα εταιρεία "Μ. G. Α.Ε" και, ειδικότερα, στο δεύτερο μέρος αυτής και στον τομέα: "περιγραφή συμπτωμάτων, δήλωσε τα εξής: "Άλγος δεξιού ισχίου από δεκαετίας με δυσχέρεια βάδισης.

Αποτυχία συντηρητικής αγωγής από έτους και η σύσταση για χειρουργική αντιμετώπιση. Μετά, όμως, από την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως ασφαλίσεως η εκκαλούσα-ενάγουσα απέστειλε, στις 13.11.2014, στην εφεσίβλητη - εναγομένη την από 10.11.2014 εξώδικη δήλωση, με την οποία ανεκάλεσε την ανωτέρω δήλωσή της, ως προς το χρόνο, που εκδηλώθηκε σε αυτήν η νόσος της οστεοαρθρίτιδας, εκθέτοντας ότι, η εν λόγω νόσος τής παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά, περί τον Σεπτέμβριο του 2012 (σημειωτέον ότι, ως χρόνο γνώσεως της ασθένειάς της εξέθετε στην αγωγή της η εκκαλούσα-ενάγουσα τον Αύγουστο του έτους 2012).

Δηλαδή, η ενάγουσα ομολόγησε εξωδίκως ότι, κατά το χρόνο υποβολής της από 30.12.2013 αιτήσεώς της προς σύναψη της νέας από 15.1.2014 ένδικης συμβάσεως ασφαλίσεως στο σχετικό ερωτηματολόγιο, που συμπλήρωσε και αφορούσε πληροφορίες για το ιστορικό και την κατάσταση της υγείας της έδωσε αρνητική απάντηση στην ερώτηση περί υπάρξεως ασθένειας μυοσκελετικής παρ' όλο, που γνώριζε ότι τής είχε, ήδη, εκδηλωθεί η ασθένεια της εκφυλιστικής οστεοαρθρίτιδας.

Την εξώδικη αυτή ομολογία της εκκαλούσας - ενάγουσας, που φέρει τον χαρακτήρα σύνθετης εξώδικης ομολογίας (άρθρο 353 του ΑΚ), την οποία επαναλαμβάνει η εκκαλούσα - ενάγουσα, με το εφετήριο, επικαλείται, με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και η εφεσίβλητη-εναγομένη.

Από τα ανωτέρω, προκύπτει, ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της υποβολής εκ μέρους της εκκαλούσας- ενάγουσας της από 30.12.2013 αιτήσεώς της, προς σύναψη της από 15.1.2014 συμβάσεως ασφαλίσεως, με την οποία, επιπλέον υπέγραφε κάτω από το κείμενο "Δηλώνω ότι διάβασα με προσοχή τις παραπάνω δηλώσεις μου, όπως αυτές καταγράφηκαν στην παρούσα αίτηση ασφάλισής μου.

Βεβαιώνω υπεύθυνα ότι αυτές είναι πλήρεις και αληθινές και δέχομαι να αποτελέσουν τη βάση για το ασφαλιστήριο που θα εκδοθεί, εάν κριθώ ασφαλίσιμος, για το είδος της ασφάλισης, τα ποσό και τις παροχές πού ζητούνται με τα κανονικά ασφάλιστρα του τιμολογίου και σύμφωνα με την πρακτική και τους κανόνες που εφαρμόζει η Εταιρία", (συμφωνήθηκε, δηλαδή, μεταξύ των διαδίκων, ότι, οι απαντήσεις, που έδωσε η ενάγουσα στο ως άνω ερωτηματολόγιο αφορούσαν την εκτίμηση του κινδύνου και ήταν ουσιώδους σημασίας για τη σύναψη του νέου ασφαλιστηρίου συμβολαίου), η εκκαλούσα-ενάγουσα, αληθώς μεν, απήντησε ότι, δεν είχε προσβληθεί από υπέρταση, καθώς, μόνες, οι δύο εγγραφές στο βιβλιάριο υγείας της για υπέρταση, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έλαβε σχετική φαρμακευτική αγωγή (δεδομένου ότι η υπέρταση απαιτεί χρόνια φαρμακευτική αγωγή) δεν αρκούν για να θεμελιώσουν την ύπαρξη ασθένειας υπέρτασης και, ως εκ τούτου, η ενάγουσα δεν θεώρησε αναγκαίο να απαντήσει θετικώς στην εν λόγω ερώτηση, από δόλο, όμως, δήλωσε αυτή, αναληθώς ότι, δεν είχε προσβληθεί ή υπέφερε οπό ασθένειες του μυοσκελετικού συστήματος.

Τούτο, διότι όπως η ίδια ομολογεί, αυτή γνώριζε, ήδη, από τον Σεπτέμβριο του έτους 2012, ότι τής είχε εκδηλωθεί η νόσος της εκφυλιστικής οστεοαρθρίτιδας και, παρ' όλα αυτά, εν γνώσει του γεγονότος αυτού, απήντησε αρνητικά στη σχετική ερώτηση του ερωτηματολογίου της εφεσίβλητης - εναγομένης. Ισχυρίζεται, βέβαια, η εκκαλούσα-ενάγουσα ότι, η ασθένεια της οστεοαρθρίτιδας δεν προϋπήρχε της πρώτης ως άνω ασφαλιστικής συμβάσεως, αλλά εμφανίσθηκε, για πρώτη φορά, μετά τη σύναψη αυτής, ήτοι, μετά το έτος 2007 και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση να τη δηλώσει, δεδομένου ότι, με τη δεύτερη σύμβαση είχε συμφωνηθεί ότι, οι ασθένειες, που είχαν εκδηλωθεί, κατά τη διάρκεια ισχύος του αρχικού συμβολαίου, ήτοι, από τις 15.1.2007 και μέχρι την έναρξη ισχύος του δευτέρου συμβολαίου, δεν θα θεωρούντο "προϋπάρχουσες ασθένειες εφόσον αφορά το τελευταίο.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις και, συγκεκριμένα: Α) στο ότι, όπως αυτή ισχυρίζεται, η δεύτερη ασφαλιστική σύμβαση (υπ' αριθμ. ...) αποτελούσε συνέχεια (τροποποίηση) της πρώτης (...), ενώ, όπως εκτέθηκε παραπάνω, η υπ' αριθμ. ... σύμβαση ήταν νέα, αυτοτελής σύμβαση, που συνήφθη μετά τη συναινετική λύση της πρώτης συμβάσεως και, επομένως, κρίσιμος χρόνος για τη γνώση της εκκαλούσας-ενάγουσας, ήταν αυτός της υποβολής της αιτήσεως για τη σύναψη της δεύτερης (νέας) αιτήσεως ασφαλίσεως, ήτοι, η 31.12.2013 και όχι η 15.1.2007.

Άλλωστε, εάν η πρώτη σύμβαση δεν είχε λυθεί, αλλά, απλώς τροποποιηθεί, μετά την εκ μέρους της εφεσίβλητης- εναγομένης καταγγελία της δεύτερης συμβάσεως, η εκκαλούσα-ενάγου σα θα είχε τη δυνατότητα να ζητήσει το ασφάλισμα, επικαλούμενη αυτήν (την πρώτη σύμβαση), η οποία είχε συμβατική λήξη την 15.1.2019 κάτι τέτοιο, όμως η εκκαλούσα-ενάγουσα ουδόλως ισχυρίσθηκε και β) στο ότι οι τυχόν εκδηλούμενες μεταξύ της 15.1.2007 και μέχρι την έναρξη ισχύος της δεύτερης συμβάσεως ασθένειες δεν θα θεωρούνταν "προϋπάρχουσες".

Ωστόσο, κατά τη συμπλήρωση της από 31.12.2013 αιτήσεως της, η εκκαλούσα- ενάγουσα δεν ήταν δυνατό να γνωρίζει εάν η εφεσίβλητη-εναγομένη θα αποδεχόταν την αίτησή της εν γένει και, ειδικότερα, ως προς το αίτημά της για "μεταφορά σε συνέχεια χωρίς όρους από την ... σύμβαση" αφού αυτό εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια της εφεσίβλητης-εναγομένης.

Ούτε, επίσης, ήταν δυνατόν να είναι βέβαιη ότι, η εφεσίβλητη-εναγομένη θα δεχόταν να τεθεί ο ως άνω ευνοϊκός για την ενάγουσα όρο περί "συνέχειας της νοσοκομειακής κάλυψης από το ..." συμβόλαιο, όρος, που, σε κάθε περίπτωση δεν είχε την έννοια της απαλλαγής της από τη νόμιμη υποχρέωσή της (άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου 2496/1997) για ειλικρινή δήλωση στην εφεσίβλητη-εναγομένη κάθε στοιχείου - περιστατικού, που γνώριζε, το οποίο ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κίνδυνου.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω ότι, η εφεσίβλητη-εναγομένη, εάν γνώριζε την ύπαρξη της ως άνω ασθένειας δεν θα προέβαινε στη σύναψη της δεύτερης συμβάσεως ασφαλίσεως ή θα ασφάλιζε την εκκαλούσα-ενάγουσα με επαχθέστερους όρους, καθόσον αυτά ήταν αντικειμενικώς κρίσιμα για την στάθμιση του κινδύνου, που αναλάμβανε για την έκδοση του νέου ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Θα ζητούσε δε από την εκκαλούσα -ενάγουσα, επιπλέον δικαιολογητικά για την αξιολόγηση της αιτήσεως της αιτήσεως της ή θα υπέβαλε αυτήν σε εξετάσεις, για να προσδιορισθεί επακριβώς ο κίνδυνος από την ασθένεια, που αντιμετωπίζει η τελευταία, ενώ είναι σαφές ότι η εφεσίβλητη - εναγόμενη δέχθηκε να θέσει τον ευνοϊκό για την εκκαλούσα- ενάγουσα όρο περί "συνέχειας της νοσοκομειακής καλύψεως από το ...

συμβόλαιο", βασιζόμενη στις αρνητικές απαντήσεις αυτής (της εκκαλούσας-ενάγουσας) στο ερωτηματολόγιο της δεύτερης αιτήσεώς της. Ορθώς επομένως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η καταγγελία της υπ' αριθμ. ... ασφαλιστικής συμβάσεως από την εφεσίβλητη-εναγομένη ήταν καθόλα έγκυρη και ισχυρή, με βάση τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 του ν. 2496/1997 και το άρθρο 4 της προσθήκης με τίτλο ..του υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστηρίου συμβολαίου και επέφερε την άμεση απαλλαγή της εφεσίβλητης-εναγομένης από την υποχρέωσή της, για καταβολή του ασφαλίσματος στην εκκαλούσα-ενάγουσα". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 7-9-2017 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 2383/2017 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως αποφανθείσα ως άνω οριστική απόφαση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε τις διατάξεις των παρ. 1 και 6 του άρθρου 3 του ν. 2496/1997 που εφάρμοσε, ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.

Ειδικότερα, με τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά (αφορώντα την προϋπάρχουσα ασθένεια της αναιρεσείουσας, αντικειμενικά ουσιώδη κατά την προαναφερθείσα στη μείζονα πρόταση της παρούσας (ΙΙ μέρος) έννοια και την οποία, ενώ γνώριζε η τελευταία παρέλειψε δολίως να θέσει υπόψη της αναιρεσίβλητης, καίτοι αποτελούσε περιεχόμενο αντίστοιχου ερωτηματολογίου), συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα της προς απόκρουση της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη-εναγομένη, προταθείσας και επί της ως άνω διάταξης θεμελιωθείσας ένστασης καταγγελίας της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, και στηρίζεται πλήρως το, απορριπτικό της αγωγής, διατακτικό της απόφασης.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997, με την προσήκουσα υπαγωγή των ανελέγκτως γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου της εφαρμοσθείσας διάταξης, αφού έκρινε ότι η αναιρεσείουσα-ασφαλισμένη γνώριζε πριν την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ότι έπασχε από ασθένειες του μυοσκελετικού συστήματος και δολίως απέκρυψε τις παθήσεις αυτές απαντώντας αρνητικά στο σχετικό ερωτηματολόγιο υγείας, δεχόμενη ταυτόχρονα όπως οι σχετικές απαντήσεις της να αποτελέσουν τη βάση για το ασφαλιστήριο που επρόκειτο να εκδοθεί, και ότι η αποκρυβείσα ως άνω ασθένεια ήταν αντικειμενικά ουσιώδης για την εκτίμηση του κινδύνου και έτσι δέχθηκε την ένσταση απαλλαγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας από την καταβολή του ασφαλίσματος, ενώ δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 33 αυτού, περί ακυρότητας κάθε συμφωνίας που περιορίζει τα δικαιώματα του ασφαλισμένου, εφόσον κατά τα άνω το Εφετείο δέχθηκε ότι η αποκρυβείσα ως άνω ασθένεια ήταν αντικειμενικά ουσιώδης για την εκτίμηση του κινδύνου.

Με τις ως άνω δε παραδοχές το Εφετείο, ορθά δέχτηκε ότι η παραπάνω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας συνιστά δόλο με σκοπό τη σύναψη της σύμβασης, αφού δέχθηκε ταυτόχρονα όπως οι σχετικές αναληθείς απαντήσεις της, αποτελέσουν τη βάση για το ασφαλιστήριο που επρόκειτο να εκδοθεί, και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από την καταβολή του ασφαλίσματος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997, την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ήτοι δέχθηκε με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία την κατάφαση συνδρομής των προς θεμελίωση της ως άνω ένστασης προβλεπόμενων προϋποθέσεων και ειδικότερα: α) την εκ μέρους της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, από δόλο παράβαση κατά τη σύναψη της ένδικης από 15-1-2014 (υπ' αριθμ. ...) νέας ασφαλιστικής σύμβασης, της από τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 του νόμου 2496/1997 επιβαλλόμενης υποχρέωσης αυτής (ασφαλισμένης) προς δήλωση στην αναιρεσίβλητη-εναγομένη-ασφαλίστρια, κάθε στοιχείου ή περιστατικού που γνωρίζει και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και συγκεκριμένα τις ασθένειες από τις οποίες έπασχε (ασθένειες του μυοσκελετικού συστήματος-οσφυαλγία - πόνοι στο ισχίο - ρευματοειδής αρθρίτιδα -οστεαρθρίτιδα) και τις εξαιτίας αυτών επισκέψεις της σε διάφορα ιατρεία, κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2005 και εντεύθεν, καθώς και το σκοπό της παράβασης της παραπάνω υποχρέωσης, συνιστάμενο στη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, με την υποστηρίζουσα τις παραδοχές αυτές αιτιολογία ότι: "...

Η ενάγουσα, κατά την υποβολή της από 11.1.2007 αιτήσεώς της, προς σύναψη της από 15.1.2007 αρχικής συμβάσεως ασφαλίσεως, συμπλήρωσε και υπέγραψε συγκεκριμένο έντυπο αιτήσεως, με συνημμένο ερωτηματολόγιο περί του ιστορικού και κατάστασης υγείας της, στο οποίο, απήντησε αρνητικά σε όλες τις ερωτήσεις, που είχαν ως γενικό τίτλο: "Εχετε προσβληθεί ποτέ ή υποφέρετε από ασθένειες;", μεταξύ των οποίων και οι ερωτήσεις: "έχετε προσβληθεί ποτέ ή υποφέρετε από ασθένειες του μυοσκελετικού (οσφυαλγία- ισχιαλγία-αρθρίτιδες-δισκοπάθεια), ...

κλπ". Ομοίως κατά την υποβολή της από 30.12.2013 αιτήσεώς της προς σύναψη της νέας από 15.1.2014 συμβάσεως ασφαλίσεως στο σχετικό ερωτηματολόγιο, που συμπλήρωσε και αφορούσε και πάλι πληροφορίες για το ιστορικό και την κατάσταση της υγείας της και το οποίο (ερωτηματολόγιο) ήταν πανομοιότυπο με το ερωτηματολόγιο της πρώτης αιτήσεως έδωσε και πάλι αρνητική απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις επιπλέον, δε, απάντησε αρνητικά και στην για πρώτη φορά τιθέμενη ερώτηση "Έχετε υποβληθεί σε ιατρικό έλεγχο ή εξετάσεις για οποιονδήποτε λόγο;

Πότε; Ποιο το αποτέλεσμα;". Περαιτέρω, όπως βεβαιώνεται στο από 16.9.2014 ιατρικό σημείωμα του ιατρού, ορθοπεδικού-χειρουργού Β. Μ., που εγχείρησε η ενάγουσα: "η ασθενής ενεφάνισε ραγδαία επιδείνωση των συμπτωμάτων της κατά το τελευταίο εξάμηνο, και επί τη βάσει των αλλοιώσεων η έναρξη της νόσου τοποθετείται προ διετίας.

Στο έντυπο, όμως, της από 11.9.2014 προνοσηλευτικής εξετάσεως που συμπλήρωσε η εκκαλούσα-ενάγουσα, πριν υποβληθεί στην ανωτέρω χειρουργική επέμβαση και υπέβαλε στην προεκτεθείσα εταιρεία "Μ. G. Α.Ε" και, ειδικότερα, στο δεύτερο μέρος αυτής και στον τομέα: "περιγραφή συμπτωμάτων, δήλωσε τα εξής: "Άλγος δεξιού ισχίου από δεκαετίας με δυσχέρεια βάδισης.

Αποτυχία συντηρητικής αγωγής από έτους και η σύσταση για χειρουργική αντιμετώπιση. ... Δηλαδή, η ενάγουσα ομολόγησε εξωδίκως ότι, κατά το χρόνο υποβολής της από 30.12^2013 αιτήσεώς της προς σύναψη της νέας από 15.1.2014 ένδικης συμβάσεως ασφαλίσεως στο σχετικό ερωτηματολόγιο, που συμπλήρωσε και αφορούσε πληροφορίες για το ιστορικό και την κατάσταση της υγείας της έδωσε αρνητική απάντηση στην ερώτηση περί υπάρξεως ασθένειας μυοσκελετικής παρ' όλο, που γνώριζε ότι της είχε, ήδη, εκδηλωθεί η ασθένεια της εκφυλιστικής οστεοαρθρίτιδας ...

Από τα ανωτέρω, προκύπτει, ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της υποβολής εκ μέρους της εκκαλούσας- εναγουσας της από 30.12.2013 αιτήσεώς της, προς σύναψη της από 15.1.2014 συμβάσεως ασφαλίσεως με την οποία, επιπλέον υπέγραφε κάτω από το κείμενο "Δηλώνω ότι διάβασα με προσοχή τις παραπάνω δηλώσεις μου, όπως αυτές καταγράφηκαν στην παρούσα αίτηση ασφάλισής μου.

Βεβαιώνω υπεύθυνα ότι αυτές είναι πλήρεις και αληθινές και δέχομαι να αποτελέσουν τη βάση για το ασφαλιστήριο που θα εκδοθεί, εάν κριθώ ασφαλίσιμος, για το είδος της ασφάλισης, τα ποσό και τις παροχές πού ζητούνται με τα κανονικά ασφάλιστρα του τιμολογίου και σύμφωνα με την πρακτική και τους κανόνες που εφαρμόζει η Εταιρία", (συμφωνήθηκε, δηλαδή, μεταξύ των δίαδίκων, ότι, οι απαντήσεις, που έδωσε η ενάγουσα στο ως άνω ερωτηματολόγιο αφορούσαν την εκτίμηση του κινδύνου και ήταν ουσιώδους σημασίας για τη σύναψη του νέου ασφαλιστηρίου συμβολαίου), η εκκαλούσα-ενάγουσα ...

από δόλο, όμως, δήλωσε αυτή, αναληθώς ότι, δεν είχε προσβληθεί ή υπέφερε οπό ασθένειες του μυοσκελετικού συστήματος. Τούτο, διότι όπως η ίδια ομολογεί, αυτή γνώριζε, ήδη, από τον Σεπτέμβριο του έτους 2012, ότι τής είχε εκδηλωθεί η νόσος της εκφυλιστικής οστεοαρθρίτιδας και, παρ' όλα αυτά, εν γνώσει του γεγονότος αυτού, απήντησε αρνητικά στη σχετική ερώτηση του ερωτηματολογίου της εφεσίβλητης- εναγομένης", και β) την αξιολόγηση των μη δηλωθέντων ως άνω (υπό στοιχ.

α') στοιχείων "ως αντικειμενικά ουσιωδών για την εκτίμηση του κινδύνου από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη), η οποία, αν τα εγνώριζε, δεν θα κατάρτιζε τη σύμβαση και εν πάση περιπτώσει δεν θα την κατάρτιζε με τους ίδιους αλλά με δυσμενέστερους για την αναιρεσείουσα-ενάγουσα όρους, με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή σαφή αιτιολογία ότι "...

Αποδείχθηκε, περαιτέρω ότι, η εφεσίβλητη-εναγομένη, εάν γνώριζε την ύπαρξη της ως άνω ασθένειας δεν θα προέβαινε στη σύναψη της δεύτερης συμβάσεως ασφαλίσεως ή θα ασφάλιζε την εκκαλούσα-ενάγουσα με επαχθέστερους όρους, καθόσον αυτά ήταν αντικειμενικώς κρίσιμα για την στάθμιση του κινδύνου, που αναλάμβανε για την έκδοση του νέου ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Θα ζητούσε δε από την εκκαλούσα-ενάγουσα, επιπλέον δικαιολογητικά, για την αξιολόγηση της αιτήσεως της ή θα υπέβαλε αυτήν σε εξετάσεις, για να προσδιορισθεί επακριβώς ο κίνδυνος από την ασθένεια, που αντιμετωπίζει η τελευταία". Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν βρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ κατά τα σχετικά σκέλη του, αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.

Περαιτέρω ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης προβαλλόμενος και ως παραβίαση από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού η αναιρεσίβλητη δεν πρόβαλε στη δίκη ότι οι απαντήσεις της ενάγουσας στο ερωτηματολόγιο συμφωνήθηκε να συνιστούν ουσιώδη περιστατικά για την εκτίμηση του κινδύνου, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των κατατεθεισών προτάσεων της αναιρεσίβλητης, αυτή σαφώς ισχυρίστηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους ότι οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο της αίτησης αποτελούσαν ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου.

IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 KΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο βάσει των παραδοχών του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος, ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο, βάσει των παραδοχών του, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και ως εκ τούτου την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλομΑΠ 26/2004, ΑΠ 290/2020, ΑΠ 874/2017, ΑΠ 71/2016, ΑΠ 1167/2015). Πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων, ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 854/2020, ΑΠ 896/2019, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 5/2010, ΑΠ 574/2010).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του KΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "σε κάθε περίπτωση, ο όρος του ασφαλιστηρίου, περί συνέχειας της νοσοκομειακής κάλυψης από το προγενέστερο με αριθ. ...

ασφαλιστήριο, δεν είχε την έννοια της απαλλαγής μου από την υποχρέωση για ειλικρινή δήλωση στην αναιρεσίβλητη κάθε στοιχείου που γνώριζα και ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου", προκύπτει ότι το Εφετείο, παρά το ότι διαπίστωσε κενό και ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, άσκησε δε ερμηνευτικό έργο σε σχέση με την αναζήτηση της συναφούς βούλησης των διαδίκων μερών, παράλειψε ωστόσο να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Από το πιο πάνω περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τις παραδοχές της οποίας: "Ούτε, επίσης, ήταν δυνατόν να είναι βέβαιη ότι, η εφεσίβλητη-εναγομένη θα δεχόταν να τεθεί ο ως άνω ευνοϊκός για την ενάγουσα όρος περί "συνέχειας της νοσοκομειακής κάλυψης από το ..." συμβόλαιο, όρος, που, σε κάθε περίπτωση δεν είχε την έννοια της απαλλαγής της από τη νόμιμη υποχρέωσή της (άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου 2496/1997) για ειλικρινή δήλωση στην εφεσίβλητη-εναγομένη κάθε στοιχείου- περιστατικού, που γνώριζε, το οποίο ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κίνδυνου", προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προβαίνει, είτε ευθέως είτε εμμέσως, σε διαπίστωση περί ύπαρξης κενού ή ασάφειας ως προς την έννοια του τεθέντος στη σύμβαση όρου περί "συνέχειας της νοσοκομειακής κάλυψης από το ..." συμβόλαιο, αλλά δέχεται σαφώς ότι η ενάγουσα, παράλληλα με τον εν λόγω όρο, είχε ταυτόχρονα και υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2496/1997, να δηλώσει στην αναιρεσίβλητη-εναγομένη, κάθε στοιχείο ή περιστατικό, που γνώριζε, το οποίο ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ήτοι δέχεται ανέλεγκτα την ταυτόχρονη ισχύ τόσο του ως άνω όρου όσο και των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 2496/1997, απορριπτομένου του τρίτου λόγου αναίρεσης κατά το παραπάνω πρώτο σκέλος αυτού ως αβάσιμου.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του παραπάνω τρίτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, ενώ προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αναφορικά με την έννοια του περιληφθέντος στην ... ασφαλιστική σύμβαση όρου για "μεταφορά στη συνέχεια χωρίς όρους από ...", συμβόλαιο, ακολούθως τους εφάρμοσε εσφαλμένα, γιατί κατέληξε σε εσφαλμένο-ελλιπές ερμηνευτικό πόρισμα.

Και συγκεκριμένα, ενώ κατ' αρχήν ορθά δέχθηκε ότι ο όρος αυτός είχε την έννοια ότι οι ασθένειες που τυχόν είχαν εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια ισχύος του πρώτου ασφαλιστηρίου, ήτοι από 15-1-2007 μέχρι την 15-1-2014, δεν θα θεωρούνται προϋπάρχουσες του δευτέρου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στη συνέχεια και κατά παράβαση των ίδιων ως άνω ερμηνευτικών διατάξεων, παρέλειψε να δεχθεί και ότι με το δεύτερο ασφαλιστήριο συμβόλαιο τροποποιήθηκε το πρώτο και η νοσοκομειακή κάλυψη άρχισε την 15-1-2007, με επακόλουθα η ίδια να μην έχει υποχρέωση δήλωσης των ασθενειών που εκδηλώθηκαν μετά την 15-1-2007.

Ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων, ώστε να διακριβωθεί σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (σφάλμα σχετικά με την καλή πίστη).

Σε κάθε δε περίπτωση η ως άνω επικαλούμενη ως ελλείπουσα ερμηνευτική εκδοχή, ήτοι αυτή της τροποποίησης της αρχικής σύμβασης, πλήττει απαραδέκτως την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας "περί τα πράγματα", αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, "... το παραπάνω δεύτερο (υπ' αριθμ. ...) ασφαλιστήριο συμβόλαιο συνιστούσε νέα σύμβαση ασφαλίσεως και, όχι τροποποίηση της πρώτης (υπ' αριθμ. ...), όπως, αβασίμως, ισχυρίζεται η εκκαλούσα-ενάγουσα", ήτοι πρόκειται για νέα ασφαλιστική σύμβαση και όχι για τροποποίηση της προηγούμενης.

V. Α'. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 2 και 5 του ν. 2496/1997 σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα, και ότι η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο (ασφαλιστήριο), που εκδίδεται και υπογράφεται, έστω και με μηχανικό μέσο από τον ασφαλιστή, το οποίο καθιερώνεται από το νόμο (άρθρο 2 του ν. 2496/1997 ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους, οι οποίοι τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης, και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στον λήπτη, μαζί με το ασφαλιστήριο, υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου (Ολ ΑΠ 9/2014, ΑΠ 1520/2018).

Β'. Εξάλλου, από τα άρθρα 68 και 556 KΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος που επικαλείται. Αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 KΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ.

αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 1207/2017, ΑΠ 33/2020, ΑΠ 1089/2019, ΑΠ 1556/2018).

Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 1207/2017 ΑΠ 125/2017, ΑΠ 763/2016). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 2 παρ. 5 του ν.2496/1997, σύμφωνα με το οποίο ο λήπτης της ασφάλισης δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους, οι οποίοι τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης, και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στον λήπτη, μαζί με το ασφαλιστήριο, υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι με το υπ' αριθμ. .../15-1-2014 ασφαλιστήριο, δεν έγινε δεκτό το αίτημα της αναιρεσείουσας για ασφάλιση με μεταφορά χωρίς όρους από το .../15-1-2007 προηγούμενο ασφαλιστήριο (οπότε οι εκδηλωθείσες ασθένειες μετά την 15-1-2007 θα καλύπτονταν από την ασφάλιση, χωρίς να έχει υποχρέωση για δήλωση αυτών ακόμη και αν ήταν γνωστές), δεν δέχεται ταυτόχρονα ότι τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία για την κατά παρέκκλιση της αίτησης έκδοση του ασφαλιστηρίου, ήτοι ότι έγινε η σχετική επισήμανση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου ούτε ότι της χορηγήθηκε έντυπο υπόδειγμα εναντίωσης, όπως επιτάσσει η ως άνω διάταξη.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό που αφορά τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 30.12.2013, η εκκαλούσα-ενάγουσα υπέβαλε στην εφεσίβλητη-εναγομένη την υπ' αριθμ. ... έγγραφη αίτηση, για σύναψη ασφαλίσεως ζωής με ιδιαίτερο αίτημα τη ''μεταφορά στη συνέχεια χωρίς όρους από ...''.

Η εν λόγω αίτηση περιείχε ερωτηματολόγιο περί προϋπαρχουσών ασθενειών, στο οποίο, η εκκαλούσα-ενάγουσα απήντησε αρνητικά στο σύνολο των ερωτήσεων. Επίσης στο τέλος του εγγράφου της αιτήσεως υπάρχει παράγραφος με την οποία ορίζεται ότι: «Ό συμβαλλόμενος (λήπτης της ασφάλισης) και ο Ασφαλισμένος. 2. ..συμφωνούμε ότι, αν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο που θα παραλάβουμε οι καλύψεις είναι τροποποιημένες σε σχέση με τις περιλαμβανόμενες στην αίτησή μας, η ασφάλιση ισχύει για το ασφαλιστήριο που θα εκδοθεί, θεωρώντας ισχυρή την τροποποίηση της αίτησής μας".

Ακολούθως, εξεδόθη από την εφεσίβλητη-εναγομένη το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με ημερομηνία ενάρξεως την 15.1.2014, ... Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι, το παραπάνω δεύτερο (υπ' αριθμ. ...) ασφαλιστήριο συμβόλαιο συνιστούσε νέα σύμβαση ασφαλίσεως και, όχι τροποποίηση της πρώτης (υπ' αριθμ. ...), όπως, αβασίμως, ισχυρίζεται η εκκαλούσα-ενάγουσα. ...

Δηλαδή, με την εκ μέρους της εκκαλούσας-ενάγουσας υποβολή της από 30.12.2013 αιτήσεως, η τελευταία πρότεινε και η εφεσίβλητη-εναγομένη αποδέχθηκε τη λύση της υπ' αριθμ. ... ασφαλιστικής συμβάσεως, οπότε αυτή λύθηκε συναινετικώς και συνήφθη νέα (υπ' αριθμ. ... ασφαλιστική σύμβαση). Το αίτημα, δε, που συμπεριέλαβε η εκκαλούσα-ενάγουσα στην υπ' αριθμ. ...

έγγραφη αίτησή της για ''μεταφορά στη συνέχεια χωρίς όρους από ...'', δεν έγινε δεκτό από την εφεσίβλητη-εναγομένη, όπως είχε η τελευταία δικαίωμα, με βάση την προεκτεθείσα τελευταία παράγραφο της έγγραφης αιτήσεως, παρά, μόνον, εν μέρει όσον αφορά τη συνέχεια της νοσοκομειακής καλύψεως, που προβλεπόταν στην πρώτη σύμβαση. ...

κατά τον κρίσιμο χρόνο της υποβολής εκ μέρους της εκκαλούσας- ενάγουσας της από 30.12.2013 αιτήσεώς της, προς σύναψη της από 15.1.2014 συμβάσεως ασφαλίσεως, με την οποία, επιπλέον υπέγραφε κάτω από το κείμενο ''Δηλώνω ότι διάβασα με προσοχή τις παραπάνω δηλώσεις μου, όπως αυτές καταγράφηκαν στην παρούσα αίτηση ασφάλισής μου.

Βεβαιώνω υπεύθυνα ότι αυτές είναι πλήρεις και αληθινές και δέχομαι να αποτελέσουν τη βάση για το ασφαλιστήριο που θα εκδοθεί, εάν κριθώ ασφαλίσιμος, για το είδος της ασφάλισης, τα ποσό και τις παροχές πού ζητούνται με τα κανονικά ασφάλιστρα του τιμολογίου και σύμφωνα με την πρακτική και τους κανόνες που εφαρμόζει η Εταιρία'', (συμφωνήθηκε, δηλαδή, μεταξύ των διαδίκων, ότι, οι απαντήσεις, που έδωσε η ενάγουσα στο ως άνω ερωτηματολόγιο αφορούσαν την εκτίμηση του κινδύνου και ήταν ουσιώδους σημασίας για τη σύναψη του νέου ασφαλιστηρίου συμβολαίου), η εκκαλούσα-ενάγουσα,...

από δόλο, όμως, δήλωσε αυτή, αναληθώς ότι, δεν είχε προσβληθεί ή υπέφερε οπό ασθένειες του μυοσκελετικού συστήματος. Τούτο, διότι όπως η ίδια ομολογεί, αυτή γνώριζε, ήδη, από τον Σεπτέμβριο του έτους 2012, ότι της είχε εκδηλωθεί η νόσος της εκφυλιστικής οστεοαρθρίτιδας και, παρ' όλα αυτά, εν γνώσει του γεγονότος αυτού, απήντησε αρνητικά στη σχετική ερώτηση του ερωτηματολογίου της εφεσίβλητης- εναγομένης. ...

η υπ' αριθμ. ... σύμβαση ήταν νέα, αυτοτελής σύμβαση, που συνήφθη μετά τη συναινετική λύση της πρώτης συμβάσεως και, επομένως, κρίσιμος χρόνος για τη γνώση της εκκαλούσας-ενάγουσας, ήταν αυτός της υποβολής της αιτήσεως για τη σύναψη της δεύτερης (νέας) αιτήσεως ασφαλίσεως, ήτοι, η 31.12.2013 και όχι η 15.1.2007. Άλλωστε, εάν η πρώτη σύμβαση δεν είχε λυθεί, αλλά, απλώς τροποποιηθεί, μετά την εκ μέρους της εφεσίβλητης- εναγομένης καταγγελία της δεύτερης συμβάσεως, η εκκαλούσα-ενάγουσα θα είχε τη δυνατότητα να ζητήσει το ασφάλισμα, επικαλούμενη αυτήν (την πρώτη σύμβαση), η οποία είχε συμβατική λήξη την 15.1.2019 κάτι τέτοιο, όμως η εκκαλούσα-ενάγουσα ουδόλως ισχυρίσθηκε και β) στο ότι οι τυχόν εκδηλούμενες μεταξύ της 15.1.2007 και μέχρι την έναρξη ισχύος της δεύτερης συμβάσεως ασθένειες δεν θα θεωρούνταν ''προϋπάρχουσες''.

Ωστόσο, κατά τη συμπλήρωση της από 31.12.2013 αιτήσεως της, η εκκαλούσα- ενάγουσα δεν ήταν δυνατό να γνωρίζει εάν η εφεσίβλητη-εναγομένη θα αποδεχόταν την αίτησή της εν γένει και, ειδικότερα, ως προς το αίτημά της για "μεταφορά σε συνέχεια χωρίς όρους από την ... σύμβαση" αφού αυτό εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια της εφεσίβλητης-εναγομένης.

Ούτε, επίσης, ήταν δυνατόν να είναι βέβαιη ότι, η εφεσίβλητη-εναγομένη θα δεχόταν να τεθεί ο ως άνω ευνοϊκός για την ενάγουσα όρο περί "συνέχειας της νοσοκομειακής κάλυψης από το ..." συμβόλαιο, όρος, που, σε κάθε περίπτωση δεν είχε την έννοια της απαλλαγής της από τη νόμιμη υποχρέωσή της (άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου 2496/1997) για ειλικρινή δήλωση στην εφεσίβλητη-εναγομένη κάθε στοιχείου-περιστατικού, που γνώριζε, το οποίο ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κίνδυνου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, και με επάλληλη αιτιολογία, τον ισχυρισμό της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, περί κάλυψης από την ασφάλιση και των ασθενειών που εκδηλώθηκαν μετά την 15-1-2007, έστω και αν ήταν γνωστές και δεν δηλώθηκαν, δεχόμενο ότι το υποβληθέν με την υπ' αριθμ. ... αίτηση της αναιρεσείουσας αίτημα για "μεταφορά στη συνέχεια χωρίς όρους από ...", (η αποδοχή του οποίου θα συνεπαγόταν την κάλυψη όλων των ασθενειών που εκδηλώθηκαν μετά την 15-1-2007), δεν έγινε δεκτό από την εφεσίβλητη-εναγομένη (όπως είχε η τελευταία δικαίωμα, με βάση τη γενομένη με την αίτηση τροποποίηση της σύμβασης) και επομένως η αναιρεσείουσα κατά το χρόνο υποβολής της ως άνω αίτησης είχε υποχρέωση να δηλώσει την ως άνω ασθένεια, την οποία γνώριζε τουλάχιστον από το Σεπτέμβριο του 2012, και σε κάθε περίπτωση, ήτοι ακόμη και αν θεωρηθεί ότι έγινε δεκτό το εν λόγω αίτημα, και πάλι η αναιρεσείουσα δεν απαλλασσόταν από τη νόμιμη υποχρέωσή της (άρθρ. 3 παρ. 1 ν. 2496/1997) για ειλικρινή δήλωση στην εναγομένη-αναιρεσίβλητη κάθε στοιχείου-περιστατικού, που γνώριζε, το οποίο ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κίνδυνου, όπως η εν λόγω ασθένεια.

Κατόπιν αυτών ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι όπως στην οικεία μείζονα σκέψη αναφέρθηκε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες κύριες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττεται πλέον επιτυχώς αναιρετικά, μετά την απόρριψη του τρίτου λόγου, η μία από αυτές και συγκεκριμένα η αιτιολογία περί της υποχρέωσης σε κάθε περίπτωση της αναιρεσείουσας για ειλικρινή δήλωση κάθε στοιχείου-περιστατικού, που γνώριζε, το οποίο ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κίνδυνου, που επιστηρίζει πλήρως και αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Ως εκ τούτου ο παραπάνω λόγος κρίνεται απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ενώ και οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να γίνει δεκτός ο αγωγικός ισχυρισμός της, ότι :

α) κρίσιμος χρόνος για τη γνώση των προϋπαρχουσών ασθενειών δεν ήταν η 31-12-2013, όπως αυτή δέχθηκε, αλλά η 15-1-2007, με αποτέλεσμα να μη έχει αυτή (αναιρεσείουσα) την υποχρέωση να δηλώσει την ένδικη ασθένεια που εκδηλώθηκε το Σεπτέμβριο του 2012, και β) ότι οι ασθένειες που είχαν εκδηλωθεί μετά την 15-1-2007 δεν συνιστούσαν ουσιώδη περιστατικά για την εκτίμηση του κινδύνου απαραδέκτως προβάλλονται γιατί με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα, καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις αναφέρονται ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς κατά τα άνω, αφού αναφέρεται πλήρως και σαφώς το τι αποδείχθηκε, ενώ δεν είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και το γιατί αποδείχθηκε.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-7-2020 αίτηση αναίρεσης της Ε. Χ. του Δ.., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2613/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ