Legislator Case Law & Legislation
356/2022 AI generated

Supreme Court dismisses inadmissibility of appeal due to vague claim regarding res judicata violation.

Case Number 356/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor dispute judgment, finding the appeal admissible despite procedural defects in other grounds. The appellant argued that the lower court violated res judicata by failing to address specific wage calculation issues from a prior final decision. The court rejected this claim as inadmissible because the appellant failed to explicitly state in the appeal that the res judicata issue had been raised and rejected in the lower court proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on violation of res judicata is inadmissible if the specific claim regarding the prior decision's rejection of the res judicata argument is not explicitly stated in the appeal petition.

Keywords

AI generated
res judicata violation inadmissibility of appeal Code of Civil Procedure labor dispute explicit statement requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 356 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 356/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Λουκίας Μαστρανδρίκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ..., και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αρβανιτόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις εκπρόθεσμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την, από 29-4-2013, αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2432/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2595/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-5-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 1. Με την, από 19.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4817/443/20.5.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 2595/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 17-11-2014 και αριθ. κατάθ. 7902/2014, έφεσης της ηττηθείσας, πρωτοδίκως, εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...", ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της, υπ' αριθ. 2432/2014, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, επί της, από 29-4-2013, αγωγής του Κ.

Μ., ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 20-5-2019, πριν από κάθε κοινοποίηση και εντός της διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 30-5-2017 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 29-4-2013 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επικαλείται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταρτισθείσα στις 26.3.1993, δυνάμει της οποίας παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη εργοδότριά του και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στην εμπορία και επεξεργασία χαλυβουργικών προϊόντων και άλλων μορφών μετάλλου, στη λειτουργία της σωληνομηχανής, ως υπεύθυνος στο τμήμα συγκόλλησης του εργοστασίου της.

Ότι με την ιδιότητα αυτή εργάσθηκε συνεχώς στην εναγομένη μέχρι την 31-1-2008, οπότε η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως την εργασιακή του σύμβαση, καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 5.978 ευρώ. Ότι με την αναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η, από 31-1-2008, καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη ως καταχρηστική και υποχρεώθηκε η εναγομένη εταιρεία να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 31-1-2008 έως τις 31-12-2008.

Ότι ακολούθως ο ενάγων ζήτησε με την ένδικη αγωγή του να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, από 1-1-2009 έως και τις 29-4-2013, συνολικού ποσού 129.167,50 ευρώ, ήτοι ποσό 29.890 ευρώ για κάθε ένα των ετών 2009, 2010, 2011 και 2012, καθώς και το ποσό των 9.607,50 ευρώ για το έτος 2013, αφαιρουμένων των επιμέρους ποσών που ο ίδιος εισέπραξε, κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, από τρίτους εργοδότες, συνολικού ύψους 34.845,75 ευρώ, και έτσι τελικά ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για την ως άνω αιτία το συνολικό ποσό των 61.776,87 ευρώ και μετά από παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού του αιτήματος κατά τη συζήτηση και με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το ποσό των 60.775 ευρώ, νομιμοτόκως, όπως ειδικότερα αναλύεται στην ένδικη αγωγή.

Επί της αγωγής αυτής, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθ. 2432/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία τη δέχθηκε ως νόμιμη και βάσιμη στο σύνολο της και υποχρέωσε την εναγομένη και εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό των 60.775 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο (δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, μηνιαίες αποδοχές και επιδόματα αδείας) κατέστη απαιτητό.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η ως άνω, από 17.11.2014, έφεση της εναγομένης εταιρείας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθ. 2595/2017, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την, υπ' αριθ. 2432/2014, οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που προσβλήθηκε με την ως άνω έφεση της εναγομένης, κράτησε και δίκασε την, από 29.4.2013, αγωγή και αφού δέχθηκε αυτή εν μέρει, υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των δώδεκα χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (12.771,87), με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους παροχή κατέστη απαιτητή.

3. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 6/2019, Ολ ΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΟλΑΠ 47/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 444/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δύο πρώτους λόγους της ένδικης αίτησης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών:

α) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 7 εδ. α' ν. 2112/1920 και των άρθρων 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 ΑΚ περί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής του σχέσης, δεδομένου ότι προσδιόρισε και έκρινε το ύψος των αιτουμένων στην ένδικη αγωγή κονδυλίων του για αποδοχές υπερημερίας όχι με βάση τους προ της βλαπτικής μεταβολής των συνθηκών εργασίας του συνομολογημένους συμβατικούς και νόμιμους όρους, αλλά με βάση τους βλαπτικούς όρους -μείωση μισθού- που έθεσε μονομερώς η αναιρεσίβλητη εργοδότριά του εταιρεία, ενώ δεδομένης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασής του ως καταχρηστικής και μάλιστα με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εσφαλμένα κρίθηκαν τα οφειλόμενα σ' αυτόν κονδύλια με βάση τους οικονομοτεχνικούς λόγους που επέφεραν την ως άνω άκυρη καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης και όχι με βάση τους όρους της σύμβασης εργασίας του, ήτοι με βάση τον συμβατικό ή νόμιμο μισθό του κατά τον χρόνο της άκυρης καταγγελίας και β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, εν όψει του ότι δεν διέλαβε τα αναγκαία, για τη μεταβολή (μείωση) του μισθού του περιστατικά, ήτοι περί γνωστοποίησης από πλευράς της εργοδότριας σ' αυτόν της απόφασής της για μείωση του μισθού του και περί αποδοχής του ενάγοντος της μείωσης αυτής με σύναψη νέας (ρητής ή σιωπηρής) συμφωνίας τροποποιητικής της αρχικής σύμβασης.

Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του ύψους του ένδικου ημερομισθίου του, ούτε αιτιολογεί γιατί οι ένδικες αποδοχές υπερημερίας του υπολογίζονται με βάση τους λόγους που οδήγησαν στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και όχι με βάση τους όρους της σύμβασης εργασίας του.

Επίσης, για το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε και σε αντιφάσεις, καθώς καίτοι το Μονομελές Εφετείο παραδέχεται ότι καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα η αναιρεσίβλητη αρνιόταν εξακολουθητικά και αδικαιολόγητα να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσείοντος, αποφαίνεται ότι πρέπει να του καταβάλει τα αιτούμενα κονδύλια με βάση όχι το συμβατικό του ημερομίσθιο, αλλά με το μειωμένο ημερομίσθιο που ουδέποτε του γνωστοποίησε και ουδέποτε ο ίδιος συνομολόγησε και αποδέχθηκε, ρητά ή σιωπηρά.

4. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο και σχετικά με το επίμαχο θέμα του υπολογισμού του ύψους των οφειλομένων αποδοχών υπερημερίας στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα, για το ένδικο χρονικό διάστημα, τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε στις 26-3-1993 από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σε εκτέλεση της οποίας προσέφερε έκτοτε στο εργοστάσιο της τελευταίας στο ...

την υπό την συμφωνηθείσα ιδιότητα του χειριστή μηχανών σωλήνων εργασία του. Ότι στις 31-1-2008 η εναγομένη εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του για οικονομοτεχνικούς λόγους, πλην όμως η καταγγελία αυτή ήταν καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη, επειδή δεν τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα για την εγκυρότητά της αντικειμενικά κριτήρια, με αποτέλεσμα η εναγομένη να περιέλθει από 31-1-2008 σε κατάσταση υπερημερίας περί την αποδοχή των υπηρεσιών του, όπως τα ανωτέρω κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθμ. 5813/2012 (ήδη αμετάκλητη) απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκαν στον ενάγοντα και αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-2-2008 έως και 31-12-2008.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-2-2009 έως 29-04-2013, η εναγομένη αρνείτο εξακολουθητικά να επαναπασχολήσει τον ενάγοντα, χωρίς να αιτιολογεί την άρνηση επαναπασχόλησής του, και, επομένως, ουδέποτε ήρθη κατά το διάστημα αυτό η ως άνω τελεσιδίκως (και ήδη αμετακλήτως) αναγνωρισθείσα υπερημερία της, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του τελευταίου, υποχρεούμενη, εντεύθεν, σε καταβολή αποδοχών υπερημερίας του ανωτέρω διαστήματος ...

Ότι η εναγομένη εταιρεία από το έτος 2008 και εντεύθεν, ενόψει της συνεχούς αυξανόμενης συρρίκνωσης της παραγωγής της και προκειμένου να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα της επιχείρησής της, προέβη σε μείωση προσωπικού (από 208 σε 103) και μείωση μισθών, όπως εξάλλου κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την 5813/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία η από 31-1-2008 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους και συγκεκριμένα για να μειωθεί το κόστος της παραγωγής της εναγομένης.

Ενόψει τούτων, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος δεν θα μπορούσε να συνεχισθεί με τους ίδιους μισθολογικούς όρους και το ημερομίσθιό του κατά το επίδικο διάστημα θα ανέρχονταν στο ποσό των 53 ευρώ, όσο δηλαδή εκείνο του αντικαταστάτη του Σ. Μ.. Επομένως, οι αποδοχές υπερημερίας του από 1-1-2009 έως 29-4-2013 διαστήματος, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 80.162,50 ευρώ [(53 ευρώΧ25ημ)=1.325 ευρώ το μήνα Χ60,5 μήνες], οπότε, αφαιρουμένου του συνολικού ποσού των 67.390,63 ευρώ, που ο ενάγων εισέπραξε κατά το διάστημα αυτό από τρίτους εργοδότες, απομένει υπόλοιπο για την αιτία αυτή ύψους 12.771,87 ευρώ (=80.162,50-67.390,63).

5. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 648 και 656 ΑΚ, καθόσον εσφαλμένα υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ως αληθή στις διατάξεις των άρθρων αυτών, διέλαβε δε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ύψος του ημερομισθίου του ενάγοντος βάσει του οποίου θα υπολογισθούν οι αποδοχές υπερημερίας αυτού για το επίδικο χρονικό διάστημα, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, με την υπ' αριθμ. 5813/2012 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η ακυρότητα της από 31-1-2008 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, διότι η επιλογή προς απόλυση αυτού δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και γι' αυτό είναι άκυρη ως καταχρηστική και του επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-2-2008 έως 31-12-2008 με βάση το συμβατικό ημερομίσθιο που ελάμβανε κατά το χρόνο της καταγγελίας, ύψους 85,40 ευρώ, καθώς και του περιεχομένου της διάταξης του άρθρου 656 ΑΚ, κατά την έννοια της οποίας όσο διαρκεί η υπερημερία του εργοδότη έχει αυτός υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό όλες τις απολαβές που θα έπρεπε να του καταβάλει κατά το ίδιο διάστημα βάσει της εργατικής νομοθεσίας, συνάγεται ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο το κύρος της σύμβασης εργασίας, το είδος της συμφωνημένης και παρεχόμενης εργασίας και τα πραγματικά περιστατικά που διαμορφώνουν εκάστοτε το ύψος των αποδοχών, αφού και αυτά είναι αναγκαία στοιχεία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης από την οποία απορρέει το δεδικασμένο (ΑΠ 391/2011, ΑΠ 1695/2007, ΑΠ 1331/2001), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δέχθηκε ότι οι μισθοί υπερημερίας που πρέπει να επιδικασθούν στον ενάγοντα για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, από 1-1-2009 έως 29-4-2013, πρέπει να υπολογισθούν με ημερομίσθιο 53 ευρώ.

Περιέλαβε δε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού του ασαφείς αιτιολογίες ως προς τον υπολογισμό των αποδοχών υπερημερίας που δικαιούται ο αναιρεσείων για το διάστημα από 1-1-2009 έως 29-4-2013, καθόσον δεν διαλαμβάνει σ' αυτή γιατί δεν υπολογίζει τους μισθούς υπερημερίας βάσει του καταβαλλόμενου ημερομισθίου του ενάγοντος κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, όπως έκρινε με δύναμη δεδικασμένου η προαναφερόμενη απόφαση, και υπολογίζει αυτούς με το μειωμένο ημερομίσθιο του αντικαταστάτη του ενάγοντος Σ.

Μ., χωρίς περαιτέρω να αναφέρει αν αυτός είχε τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα με τον ενάγοντα, ο οποίος κρίθηκε με την 5813/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ότι είχε την ιδιότητα του χειριστή μηχανών σωλήνων και παρείχε τις υπηρεσίες του στη λειτουργία της σωληνομηχανής του εργοστασίου της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης, στηρίζονται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση περί μονομερούς βλαπτικής για τον αναιρεσείοντα μεταβολής των όρων εργασίας του από μέρους της αναιρεσίβλητης, κάτι το οποίο δεν ισχύει.

Αντίθετα, το Εφετείο προσδιόρισε το ύψος των αιτούμενων αποδοχών υπερημερίας του αναιρεσείοντος βάσει του ημερομισθίου του αντικαταστάτη του και όχι βάσει των αποδοχών που ελάμβανε αυτός κατά το χρόνο της καταγγελίας.

6. Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένα παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 945/2008, ΑΠ 509/2002).

Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ' αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το άρθρο 562§2 ΚΠολΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (Ολ ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 2/20Θ6, ΑΠ 1002/2005).

Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 1858/2005, ΑΠ 130/2004).

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι παραβίασε πλαγίως το δεδικασμένο, που παράγεται από την υπ' αριθμ. 5813/2012 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τα προδικαστικά της ζητήματα, αφού αφορά τους υπό την ίδια δικονομική θέση ίδιους διαδίκους, καθόσον η πληττόμενη απόφαση, ενώ δέχεται την ύπαρξη δεδικασμένου από την ανωτέρω απόφαση, παρόλα αυτά δεν κάνει κανένα λόγο για τον μη προσδιορισμό των αποδοχών υπερημερίας του επίδικου διαστήματος με το ημερομίσθιο του χρόνου της καταγγελίας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, ότι ο οικείος, περί δεδικασμένου, ισχυρισμός είχε προταθεί στο Εφετείο, από το ότι δε αυτός λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, δεν μπορεί, κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου. Ούτε, επίσης, επικαλείται ο αναιρεσείων αν προσκόμισε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την ανωτέρω απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο.? Επομένως, κατά παραδοχή των δύο πρώτων λόγων αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚπολΔ). Λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αυτών που γίνονται δεκτοί, παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 10, 8, 11 γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 2595/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ