356/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated356/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 356 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 356/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Η. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Σ. - Ε. Ν. του Α., κατοίκου ..., 4) α. Σ. συζ. Σ. Τ., το γένος Γ. Κ. και β. Σ. συζ. Ν. Φ., το γένος Γ. Κ., κατοίκων ..., 5) Θ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 6) Γ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 7) Χ. Ν. του Λ., κατοίκου ... και 8) Δ. Μ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 5ος, 7ος και 8ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σιντόρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας.
Εκδόθηκε η 45/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ’ ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Εφετείο Κερκύρας.
Εκδόθηκε η 104/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-1-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 6Α στο διάταγμα της 26-6/10-7-1944 ("Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου"), "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις...". Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που μνημονεύεται στην αρχή της παρούσας (16-12-2016), δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι τρίτος (Σ. - Ε.
Ν.), τέταρτη -με στοιχείο α’ - (Σ. συζ. Σ. Τ.), τέταρτη -με στοιχείο β’ -(Σ. συζ. Ν. Φ.) και έκτος (Γ. Η. Κ.) αναιρεσίβλητοι. Από τη ... /14-7-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας Ε. Σ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση, από 18-1-2016, αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση αυτών κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Σιντόρη, που τους είχε εκπροσωπήσει στο Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας, κατά την τελευταία, στις 8-5-2015, συζήτηση της υπόθεσης.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών (πρβλ. ΑΠ 212/ 2016, ΑΠ 1069/2015, ΑΠ 1016/2015).
Σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), α. Η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται με τις διατάξεις του παρόντος (παρ. 1). β. Αρμόδιο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης είναι το μονομελές πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτού... (παρ. 2).
γ. Το δικαστήριο αναγνωρίζει τους δικαιούχους της αποζημίωσης με βάση κάθε στοιχείο που προσκομίζουν οι διάδικοι ή που το εξετάζει αυτεπαγγέλτως... (παρ. 6). δ. Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Διάδικοι ή τρίτοι, που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και εάν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημίωσης ή αναζήτηση αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα πληρωμής... (παρ. 12).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, η οποία αποφαίνεται αμετάκλητα με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν στη διάθεση του δικαστηρίου, χωρίς να περιορίζεται στον κτηματολογικό πίνακα και στο αντίστοιχο κτηματολογικό διάγραμμα, αποτελεί δεδικασμένο, έναντι πάντων, για το ποιος είναι δικαιούχος για την είσπραξη της αποζημίωσης και, επιπροσθέτως, για το εμβαδόν των απαλλοτριωμένων ακινήτων και τον όγκο των επ’ αυτών κτισμάτων (ΑΠ Ολομ. 7/2013), τα οποία το δικαστήριο ερευνά ελεύθερα, χωρίς να περιορίζεται στο εμβαδόν και τον όγκο που αναγράφονται στα στοιχεία της κτηματογράφησης (κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα), ενώ το Μονομελές Πρωτοδικείο κατέστη αρμόδιο να αποφασίσει επί των θεμάτων αυτών οριστικά και αμετάκλητα.
Με βάση το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση και εκείνη από την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο οποίο, κατ’ άρθρ. 8 παρ. 1 εδάφ. α’ ν. 2882/2001, ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημίωσης, της κατά το άρθρο 18 παρ. 4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξούσιων δικηγόρων, που προσδιορίστηκαν δικαστικά, έχει καταθέσει την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου (και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων, υπέρ του οικείου δικηγορικού συλλόγου), είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 εδάφ.
α’ του ίδιου νόμου 2882/2001, να αποδώσει σε εκείνον που αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης το ποσό της αποζημίωσης που προκύπτει απ’ αυτές. Με την καταβολή της αποζημίωσης στον δικαιούχο που αναγνωρίστηκε δικαστικά, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση και ευθύνη απέναντι σε οποιονδήποτε τρίτο διεκδικητή ή δικαιούχο.
Ευθύνη απέναντι σε αυτούς έχει εκείνος που εισέπραξε την αποζημίωση (άρθρ. 8 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του νόμου αυτού, κάθε διαφορά σχετική με την απόδοση του ποσού που κατατέθηκε (η οποία, ως ιδιωτικού δικαίου, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων - ΑΕΔ 6/2001) λύεται οριστικά από το αρμόδιο δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, ήτοι, μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού, ως προς τις 1η και 2η παραγράφους του, με το άρθρο 76 παρ. 11 του ν. 4146/ 2013 (ΦΕΚ 90/Α/18-4-2013), το Μονομελές Εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριωμένη έκταση (ή το μεγαλύτερο μέρος της) με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
του ΚΠολΔ. Η απόφαση που εκδίδεται επ’ αυτής, η οποία τέμνει οριστικά τη διαφορά, χωρίς δικονομική δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισής της, υπόκειται στα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (ΑΠ 647/2014, ΑΠ 691/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 3 περ. 8 και 9 του από 30-12-1926/3-1-1927 "Περί συστάσεως και αποδόσεως παρακαταθηκών και καταθέσεων παρά τω Ταμείω Παρακαταθηκών και Δανείων" προκύπτει ότι το γραμμάτιο παρακαταθήκης εκδίδεται για συγκεκριμένη αιτία που αναφέρεται λεπτομερώς στο σώμα του, ενώ, στις περιπτώσεις παρακατάθεσης της αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση εκ μέρους του υπόχρεου προς πληρωμή, περιλαμβάνει επακριβώς την οφειλόμενη από τον φορέα της απαλλοτρίωσης και υπόχρεο προς πληρωμή παροχή (αποζημίωση), καθώς και τον αριθμό της δικαστικής απόφασης καθορισμού, είτε της προσωρινής είτε της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, με βάση την οποία γίνεται η συγκεκριμένη παρακατάθεση.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Στην κρινόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας, με την προσβαλλόμενη 104/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την... 1081181/3626/ Δ0010/21-7-2010 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για τη βελτίωση της οδού .....
στον πρώην Δήμο ... του Δήμου ... του Νομού Θεσπρωτίας. Προς τον ίδιο σκοπό συντάχθηκε και ο κτηματολογικός πίνακας καταμερισμού, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και παρόδιων ιδιοκτητών, της αποζημίωσης ακινήτων που είναι αναγκαία για να απαλλοτριωθούν για την εκτέλεση του ως άνω έργου, από το μήνα Αύγουστο 2009, νόμιμα θεωρημένες.
Στα πλαίσια της απαλλοτρίωσης αυτής, απαλλοτριώθηκαν και μέρη των ιδιοκτησιών των υπό στοιχείο (Α) εναγόντων, όπως αναλυτικά για τον καθένα αναφέρονται κατωτέρω. Στη συνέχεια και μετά από αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η 16/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία καθορίστηκε προσωρινά η αποζημίωση για τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες τους, ήτοι η αποζημίωση για το έδαφος, για τη μείωση της αξίας τμημάτων των ιδιοκτησιών τους που δεν περιλαμβάνει η απαλλοτρίωση και η αποζημίωση για τα επικείμενα.
Ακολούθησε, πάλι με αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και αντίθετες επ’ αυτής αιτήσεις των υπό στοιχείο (Α) εναγόντων, εκδόθηκε η 132/2013 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης σε οχτώ (8) ευρώ ανά τετρ. μέτρο για τα αγροτεμάχια και σε είκοσι (20) ευρώ ανά τετρ.
μέτρο για τα οικόπεδα, καθορίσθηκε δε επίσης η τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα επικείμενα. Το Ελληνικό Δημόσιο, σε συμμόρφωση προς την ως άνω 16/2012 απόφαση καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, προχώρησε στην παρακατάθεση της αποζημίωσης στο εναγόμενο Τ.Π. και Δ., με την έκδοση των .../09-12-2013 και .../21-12-2012 Γραμματίων παρακατάθεσης, συνέταξε δε και τους σχετικούς πίνακες παρακατάθεσης, τους οποίους απέστειλε στους ενδιαφερομένους (υπό στοιχείο (Α) ενάγοντες) και προς το Τ.Π.Δ. (εναγόμενο), προκειμένου να καταβληθεί στους ιδιοκτήτες η αποζημίωση αυτή.
Μετά την έκδοση της 132/2013 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας και λόγω της μεγάλης μείωσης της τιμής μονάδος αποζημιώσεως που προέκυψε από αυτή, το Ελληνικό Δημόσιο συνέταξε νέους πίνακες παρακατάθεσης με τις νέες τιμές μονάδος αποζημίωσης, τους οποίους απέστειλε στους ενδιαφερομένους και σύμφωνα με τους οποίους θα έπρεπε να αποδοθούν στον καθένα από αυτούς (υπό στοιχείο (Α) ενάγοντες) τα αντίστοιχα ποσά που αναφέρονται στους πίνακες αυτούς και στον υπό στοιχείο Β της αγωγής Δικηγορικό Σύλλογο Θεσπρωτίας, για τις ίδιες, το συνολικό ποσό των 6.101,37 ευρώ, που αντιστοιχεί στις ιδιοκτησίες των υπό στοιχείο (Α) της αγωγής εναγόντων, για την πληρωμή της αμοιβής των δικηγόρων που παρέστησαν, όπως στους πίνακες αυτούς αναφέρονται αναλυτικά.
Μετά ταύτα το Ελληνικό Δημόσιο, απέστειλε προς το εναγόμενο το με αριθμό πρωτοκόλλου .../01-10-2014 έγγραφό του, με το οποίο του δίδεται εντολή να καταβάλλει σε έκαστο δικαιούχο το ποσό που του αναλογεί και αναφέρεται στον νέο πίνακα παρακατάθεσης, καταδεικνύοντας σ’ αυτό (εναγόμενο) και τον τρόπο συμψηφισμού, ενόψει της διαφοράς μεταξύ της προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τις ως άνω 16/2012 και 132/2013 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και του Εφετείου Κέρκυρας, αντίστοιχα.
Παρά ταύτα όμως και ενώ το έργο, για το οποίο έγινε η ως άνω απαλλοτρίωση, ολοκληρώθηκε, το εναγόμενο δεν προχώρησε ακόμη στην εκκαθάριση και καταβολή της αποζημίωσης στους υπό στοιχείο (Α) της αγωγής ενάγοντες, καθώς και στην αποζημίωση του υπό το στοιχείο (Β) της αγωγής ενάγοντος Δικηγορικού Συλλόγου Θεσπρωτίας για αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων που παρέστησαν για λογαριασμό των υπό στοιχείο (Α) της αγωγής εναγόντων.
Οι αποζημιώσεις σ’ αυτούς ανέρχονται ως ακολούθως: Για τους υπό στοιχείο (Α) αγωγής ενάγοντες: 1) Στον πρώτο ενάγοντα Γ. Δ. του Γ., που έχει αναγνωρισθεί δικαιούχος με την 14/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, για τις ιδιοκτησίες με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ..., 1.953,00 ευρώ, 22.288,72 ευρώ και 7.079,28 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι σύνολο 31.321,00 ευρώ, έχει δε παραστεί στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κωνσταντίνου Σιντόρη. 2) Στον δεύτερο ενάγοντα Γ.
Η. του Δ., που έχει αναγνωρισθεί δικαιούχος με την 14/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, για την ιδιοκτησία με αριθμό ..., ποσό 7.690,56 ευρώ, έχει δε παραστεί στο Πρωτοδικείο και Εφετείο δια του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Κωνσταντίνου Σιντόρη. 3) Στον τρίτο ενάγοντα, Ν. Σ. - Ε. του Α., που έχει αναγνωρισθεί δικαιούχος με την 10/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, για την ιδιοκτησία με αριθμό ..., ποσό 943,28 ευρώ, έχει δε παραστεί στο Πρωτοδικείο και Εφετείο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Σιντόρη. 4) Στην υπό στοιχείο (4α) ενάγουσα Σ.
συζ. Σ. Τ., που έχει αναγνωρισθεί δικαιούχος με την 16/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, για την ιδιοκτησία με αριθμό ..., ποσό 2.186,08 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 1/3 της συνολικής αποζημίωσης, έχει δε παραστεί στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωσταντίνου Σιντόρη. 5) Στην υπό στοιχείο (4β) ενάγουσα Σ.
συζ. Ν. Φ., το γένος Γ. Κ., που έχει αναγνωρισθεί δικαιούχος με την 16/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, για την ιδιοκτησία με αριθμό ..., ποσό 4.372,16 ευρώ, που αντιστοιχεί στα 2/3 της συνολικής αποζημίωσης, έχει δε παραστεί στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Σιντόρη. 6) Στον πέμπτο ενάγοντα Θ.
Γ. του Ε., που αναγνωρίστηκε δικαιούχος με την 16/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, για την ιδιοκτησία με αριθμό ..., ποσό 3.145,68 ευρώ, έχει δε παραστεί στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κωνσταντίνου Σιντόρη. 7) Στον έκτο ενάγοντα Γ. Κ. του Η., που έχει αναγνωρισθεί δικαιούχος με την 16/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, για την ιδιοκτησία με αριθμό ..., ποσό 940,08 ευρώ, έχει δε παραστεί στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κωνσταντίνου Σιντόρη. 8) Στον έβδομο ενάγοντα Χ.
Ν. του Λ., που έχει αναγνωρισθεί δικαιούχος με την 17/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, για την ιδιοκτησία με αριθμό ..., ποσό 28.106,85 ευρώ, έχει δε παραστεί στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Σιντόρη. 9) Στον όγδοο ενάγοντα Δ. Μ., που έχει αναγνωρισθεί δικαιούχος με την 16/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, για την ιδιοκτησία με αριθμό ..., ποσό 7.712,80 ευρώ, έχει δε παραστεί στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Σιντόρη...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη, από 9-1-2015, αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η οποία, να σημειωθεί, είχε παραπεμφθεί σε αυτό ως καθ’ ύλην αρμόδιο, με την 45/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, ενώπιον του οποίου είχε προσδιοριστεί αρχικά. Κρίνοντας, έτσι, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, αφού δέχεται ότι το αναιρεσείον αρνείται, παρά και την εντολή που του δόθηκε από το υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης Ελληνικό Δημόσιο με το .../1-10-2014 (από προφανή παραδρομή στην πληττόμενη απόφαση και στο αναιρετήριο αναγράφεται "...") έγγραφο του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους που αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της σχετικής αποζημίωσης, όπως αυτή καθορίστηκε δικαστικά, τα αναφερόμενα για τον καθέναν χρηματικά ποσά, όπως αυτά αναγράφονται στον οικείο, νέο, πίνακα παρακατάθεσης αποζημιώσεως (και στα σχετικά δύο γραμμάτια παρακαταθήκης) που συντάχθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου σε συμμόρφωση ("εκτέλεση") της 132/2013 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας που προσδιόρισε οριστικά την τιμή μονάδας αποζημίωσης σε διαφορετικά, χαμηλότερα, ποσά.
Γι’ αυτό, είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις που προβάλλει το αναιρεσείον, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης, ότι, δηλαδή, ως προς τους τρίτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο των αναιρεσιβλήτων, δεν έχει παρακατατεθεί η οριστική αποζημίωση που αναλογεί στον καθέναν τους για τις απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες τους και ότι, εξαιτίας αυτού, δεν μπορούσε νόμιμα να τους αποδώσει την αποζημίωση από τα "αδιάθετα" υπόλοιπα ποσά της, μεγαλύτερης, προσωρινής αποζημίωσης, όπως αναφερόταν στη μη νόμιμη, κατά τούτο, όπως το αναιρεσείον υποστηρίζει, πιο πάνω εντολή του Ελληνικού Δημοσίου, στην οποία, όμως, κατά τη σχετική παραδοχή της πληττομένης, διαλαμβανόταν με σαφήνεια ποία αποζημίωση αναλογούσε σε κάθε δικαιούχο αναιρεσίβλητο, σύμφωνα και με τον νέο πίνακα παρακατάθεσης της αποζημίωσης.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Εξάλλου, ο αναφερόμενος στο άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, όπως προηγουμένως αναπτύχθηκε.
Δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης κ.λπ., καθώς και οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία (ΑΠ 545/2014, ΑΠ 1182/2012).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, από τους αριθμούς 8β’ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι αδυνατούσε να εκτελέσει τις δικαστικές αποφάσεις αναγνώρισης των αναιρεσιβλήτων ως δικαιούχων της αποζημίωσης και, σε κάθε περίπτωση, είχε εύλογη αμφιβολία ως προς τα δικαιούμενα πρόσωπα και το ύψος της αποζημίωσης που τους αναλογεί, όπως ισχυρίστηκε και με τις εφετειακές προτάσεις του, επικαλούμενο τα εξής: 1) με τη 14/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της επίμαχης αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων με κτηματολογικούς αριθμούς (ΚΠ), α) ο μεν πρώτος, των ΚΠ ..., ..., κατά το μέρος που αντιστοιχούν στα … (οι τρεις πρώτες) και ... (οι υπόλοιπες) κληροτεμάχια, ιδιοκτησίας του και β) ο δε δεύτερος, των ΚΠ ..., ...
και ..., κατά το μέρος που αντιστοιχούν στο … κληροτεμάχιο, ιδιοκτησίας του, χωρίς, όμως, να προσδιορίζεται η επακριβής έκταση κάθε επιμέρους απαλλοτριωμένου εδαφικού τμήματος και, ειδικότερα των ..., ..., αναφορικά με τον πρώτο και ..., αναφορικά με τον δεύτερο, που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη και 2) με τη 16/2012 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της εν λόγω αποζημίωσης α) οι υπό στοιχεία 4α και 4β αναιρεσίβλητες, για τμήμα της ΚΠ ...
ιδιοκτησίας και β) ο όγδοος αναιρεσίβλητος (του οποίου δεν αναφερόταν το πατρώνυμο στα τεχνικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης), για τμήμα της ΚΠ ... ιδιοκτησίας, χωρίς, όμως, να έχει γίνει αντιστοίχιση των τμημάτων αυτών με τους νέους αριθμούς ΚΠ που έπρεπε να λάβουν, λόγω της διάσπασης των αρχικών μεγαλύτερων ιδιοκτησιών, στις οποίες περιλαμβάνονταν, στα αντίστοιχα, διαιρετά, επιμέρους εδαφικά αυτά τμήματα.
O παρών λόγος είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, και ως προς τα δύο σκέλη του, διότι δεν αναφέρεται σε "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ’ αυτές πορίσματος που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση, 1) το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους παραπάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και, εκ του πράγματος, τους απέρριψε και 2) διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων, υποχρεώνοντας το αναιρεσείον να καταβάλει τη δικαιούμενη αποζημίωση στους αναιρεσιβλήτους (που έχουν αναγνωριστεί δικαιούχοι αυτής) για τις συγκεκριμένες, με τους αναγραφόμενους κτηματολογικούς αριθμούς, ιδιοκτησίες και για τα συγκεκριμένα ποσά, όπως οριζόταν στον νέο πίνακα παρακατάθεσης της (οριστικής) αποζημίωσης.
Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων [α) δικαστικών αποφάσεων αναγνώρισης των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων ως δικαιούχων της αποζημίωσης, εφόσον υπάρχει λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ - ΑΠ 1959/2007 και β) του "πίνακα παρακατάθεσης" της αποζημίωσης που έχει συνταχθεί "σε εκτέλεση της 132/2013 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας" (που προσδιόρισε οριστικά την αποζημίωση) και του προαναφερόμενου .../1-10-2014 εγγράφου του πιο πάνω Υπουργείου (Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων), που έχουν ενσωματωθεί στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής και, συνακόλουθα, αποτελούν πλέον περιεχόμενο αυτής], 1) οι ΚΠ ιδιοκτησίες ... (του πρώτου αναιρεσιβλήτου) και ... (του δεύτερου αναιρεσιβλήτου), που αποτελούν τμήματα των μνημονευόμενων κληροτεμαχίων τους, απαλλοτριώνονται εξολοκλήρου με το αναφερόμενο (και στον πίνακα παρακατάθεσης) εμβαδόν για την καθεμία, 2) η ΚΠ ...
ιδιοκτησία των 4α και 4β των αναιρεσιβλήτων αναγράφεται στον εν λόγω πίνακα με το εμβαδόν της και 3) το τμήμα της ΚΠ ιδιοκτησίας ..., που αφορά τον όγδοο αναιρεσίβλητο, αναγράφεται, με το εμβαδόν της, στον ίδιο πίνακα με ΚΠ 033047, όπως δηλαδή έγινε δεκτή η αγωγή ως προς τον όγδοο αναιρεσίβλητο, ενώ στο παραπάνω έγγραφο αναφέρεται ότι "...για τις ιδιοκτησίες που δεν έχετε αποδώσει σύμφωνα με τη... 16/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, παρακαλούμε να αποδώσετε σύμφωνα με τον συνημμένο πίνακα παρακατάθεσης οριστικής τιμής από το υπόλοιπο των γραμματίων Νο .../9-12-2013 και .../21-12-2012...", δηλαδή γίνεται μνεία των συγκεκριμένων γραμματίων παρακαταθήκης.
Κατά συνέπεια, ο κρινόμενος λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Αν όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός (ΑΠ 2/2016, ΑΠ 1704/2012, ΑΠ 319/2012). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με ζήτημα ύπαρξης ή μη ύπαρξης δεδικασμένου, από τη 16/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, αναφορικά με τα ποσοστά που δικαιούνται στην αποζημίωση οι 4α και 4β αναιρεσίβλητες, ως προς την ΚΠ ... ιδιοκτησία, υποχρεώνοντας, τελικά, το αναιρεσείον να τους καταβάλει ποσοστό 1/3 και 2/3, αντίστοιχα, του ποσού της αποζημίωσης, σύμφωνα και με το σχετικό αίτημα της αγωγής. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να επιδικάσει στις 4α και 4β αναιρεσίβλητες αποζημίωση, κατά τα ποσοστά αυτά, υπέπεσε στην επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, παραβιάζοντας το δεδικασμένο που απορρέει από την υπόψη 16/2012 απόφαση για το ζήτημα αυτό, επειδή με την εν λόγω απόφαση αυτές αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης κατά ποσοστό 2/3 και 1/3, αντίστοιχα.
Σύμφωνα με τα άρθρα 9 παρ. 1 ν. 1468/1984, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρ. 63 ν. 2214/1994 και 10 παρ. 2 ν. 2526/1997, σε συνδυασμό με το άρθρ. 21 του από 26-6/10-7-1944 διατάγματος "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 109 εδάφ. δ’ ΕισΝΑΚ, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν οφείλει τόκο υπερημερίας από την όχλησή του για την απόδοση της παρακαταθήκης, αλλά μόνο από την επίδοση της σχετικής αγωγής (ΑΕΔ 7/2011) με επιτόκιο 6% ετησίως (ΑΕΔ 25/2012), όπως ισχύει και για τις οφειλές του Δημοσίου και των λοιπών ΝΠΔΔ (άρθρ. 7 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ", που εξακολουθεί να ισχύει κατ’ άρθρ. 11 παρ. 1 ν. 4337/2015), όπως είναι και το αναιρεσείον Ταμείο.
Εξάλλου, κατά το άρθρ. 3 του π.δ της 30-12-1926/3-1-1927 "Περί συστάσεως και αποδόσεως παρακαταθηκών...", οι υποχρεωτικές παρακαταθήκες στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων διακρίνονται σε δικαστικές, εγγυοδοτικές και διοικητικές και οι δικαστικές "είτε εις μετρητά είτε αυτούσιοι ουδένα αποφέρουσιν εκ του Ταμείου τόκον εις τον δικαιούχον...".
Στις ενδεικτικά αναφερόμενες δικαστικές παρακαταθήκες περιλαμβάνονται και "αι εκ τιμήματος των χάριν δημοσίας ωφελείας απαλλοτριουμένων κτημάτων..." (άρθρ. 3 περ. 8). Με το άρθρ. 18 παρ. 3 του ίδιου π.δ/τος ορίζεται ακόμη ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είναι υποχρεωμένο να προβεί σε απόδοση στον δικαιούχο του ποσού που παρακατατέθηκε αμέσως μετά την υποβολή της σχετικής αίτησης με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή το αργότερο μέσα στην επόμενη εργάσιμη ημέρα, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις.
Τέλος, με το άρθρ. 1 παρ. 1 του από 19/20-11-1935 αν.ν. "Περί προσθήκης διατάξεών τινων εις τον Οργανισμόν του Τ.Π.Δ." ορίζεται ότι "εις ας περιπτώσεις κατά τον νόμον ο οφειλέτης προς απαλλαγήν των υποχρεώσεών του ενεργεί δικαστικήν παρακαταθήκην της οφειλής του, το Ταμείον, εφ’ όσον δεν αρθή κατά νόμιμον τρόπον το εν τω προσώπω του πιστωτού κώλυμα και εν γένει η περί του προσώπου του πιστωτού αμφιβολία, εναγόμενον δεν υποχρεούται εις πληρωμήν τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων".
Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν αποκλείεται γενικά η καταδίκη του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων σε καταβολή τόκων υπερημερίας και μπορεί έτσι αυτό, στο οποίο έχει κατατεθεί, κατά το άρθρ. 8 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η οφειλόμενη για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου αποζημίωση, να καταδικαστεί στην καταβολή τέτοιων τόκων, αν αρνηθεί την απόδοση της αποζημίωσης στον δικαιούχο που δικαστικά αναγνωρίστηκε, εφόσον, ως προς το πρόσωπο αυτού, δεν υπάρχει αμφιβολία (ΑΠ 256/2011).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσάπτεται, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, παρά το νόμο, υποχρέωσε το αναιρεσείον Ταμείο να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα ποσά της οφειλόμενης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση των ακινήτων τους αποζημίωσης, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, αν και το αναιρεσείον δεν αρνήθηκε αδικαιολόγητα την απόδοση της αποζημίωσης αυτής, αλλά, όπως είχε προβάλει και ενώπιον του Εφετείου Κέρκυρας, επειδή είχε εύλογη αμφιβολία ως προς την ασφαλή απόδοσή της που αναγόταν είτε στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων είτε στο ύψος της αποζημίωσης που έπρεπε να αποδοθεί είτε στον υπολογισμό της.
Όμως, εφόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε τελικά την ύπαρξη νόμιμου κωλύματος στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή σ’ αυτούς των ποσών της αποζημίωσης και γενικότερα την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς το πρόσωπό τους, ούτε ως προς το ύψος της αποδοτέας αποζημίωσης, ορθά επιδικάστηκαν σε βάρος του τόκοι επί των ποσών αυτών.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων πρώτου, δεύτερου, πέμπτου, έβδομου και όγδοου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένων, όμως, κατά τα άρθρα 63 παρ. 1 ν. 2214/1994 και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, 25 παρ. 1 ν. 4464/1965, όπως ισχύει, και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους υπόλοιπους αναιρεσιβλήτους, αφού αυτοί ερημοδίκησαν, ούτε, βέβαια, υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Ιανουαρίου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης …/20-1-2016 -εκ παραδρομής 2015- αίτηση του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για αναίρεση της 104/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων πρώτου, δεύτερου, πέμπτου, έβδομου και όγδοου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ