Legislator Case Law & Legislation
356/2016 AI generated

356/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 356/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 356 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 356/2016

Legislator headnote

AI generated

356/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 356 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 356/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 356 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 356/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ο.Τ.Α. α' βαθμίδας "ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, διαδόχου του καταργηθέντος κατά τις διατάξεις του Ν. 3852/2010 "ΔΗΜΟΥ Ν.ΑΓΧΙΑΛΟΥ", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρούλα Τσακανίκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Γ. του Ι., 2 Γ. Δ. του Χ., 3 Χ. Δ. του Κ. και 4 Γ. Σ. του Σ., άπαντες κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Βούκουτου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2009 και αρ.κατ. 48/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμυρού. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 92/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείον με την από 12-6-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 3-2-2015 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικόλαου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12-6-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την εργατική διαδικασία υπ' αριθ. 92/2012 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 28-4-2010 έφεση του τότε Δήμου Ν. Αγχιάλου κατά της υπ' αριθ. 17/2010 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλμυρού η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του ενάγοντα και νυν αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), από τον ως αναιρεσείοντα πλέον Δήμο Βόλου, διαδόχου του τότε εκκαλούντος (ν. 3852/2010) είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης. Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α' ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ.1 και 2 τα ακόλουθα: "1.Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001.2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5. 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών. Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ. Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ. ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων. Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της. Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν.3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του". Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12- 2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...". Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, OTA και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών.[ΑΠ Ολομ. 16/2015].

Στην προκειμένη, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Με την ένδικη από 1-4-2009 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλμυρού Βόλου οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν ότι από 4-6-2002 είναι υπάλληλοι του (αρχικά) εναγομένου Δήμου Νέας Αγχιάλου (ΟΤΑ), στην θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος ο τώρα αναιρεσείων Δήμος Βόλου, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι μισθολογικά αρχικά στο καθεστώς του ν.2470/1997 και στην συνέχεια του ν. 3205/2003 και ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει σε κάθε έναν εξ αυτών το ποσό των 9.416, ως πρόσθετη μηνιαία ειδική παροχή του άρθ. 14§2 ν.3016/2002 (συνυπολογιζομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας), για το χρονικό διάστημα από 1-6-2005 μέχρι την άσκηση της αγωγής (έχοντας ασκήσει, κατά τα επίσης εκεί εκτιθεμενα, άλλη αγωγή για το προηγούμενο διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-5-2005), η οποία (παροχή), χορηγηγθείσα, κατά τα περαιτέρω στην αγωγή διαλαμβανόμενα, με πληθώρα ΚΥΑ σε ετερόκλητες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ., που υπάγονται στο ανωτέρω μισθολογικό καθεστώς, αδιακρίτως του είδους, των συνθηκών εργασίας και της υπηρεσιακής κατάστασης αυτών έχουσα προσλάβει το χαρακτήρα "μιάς γενικής, μη εξαρτώμενης από ουσιαστικές εργασιακές ιδιαιτερότητες αμοιβή, δηλαδή αύξηση των τακτικών μηνιαίων απολαβών των υπαλλήλων αυτού, ως αντιτίμου της παρεχόμενης εργασίας τους, εντός του ίδιου χρόνου απασχόλησης, λειτουργούσα αθροιστικά προς την ενιαία μισθολογική βάση του Ν. 2470/1997 και αποτελεί πλέον γενικό κανόνα για όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους που υπάγονται στις διατάξεις του Νόμου αυτού και προσαυξάνει τις αποδοχές τους, χωρίς άλλη προϋπόθεση και που, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν χορηγήθηκε και σε αυτούς, αν και συντρέχουν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις για την χορήγησή της, μη συμψηφιζομένη με το επίδομα ειδικής απασχόλησης και τα έξοδα κίνησης που λαμβάνουν, επικουρικά δε ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει τα ποσά αυτά ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις των άρθ.105 και 106 ΕισΝΑΚ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερα από έφεση του εναγομένου αναιρεσείοντος, με την προσβαλλομένη 92/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι υπηρετούσαν ως υπάλληλοι του εναγομένου Δήμου Ν. Αγχιάλου (στην θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος ο αναιρεσείων Δήμος Βόλου), καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 4-6-2002 έως 31-3-2009, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι στο μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων του Δημοσίου (ν.2470/1997 και 3205/2003), και συνεπώς δικαιούνται όλες τις σχετικές παροχές, που προβλέπονται και χορηγούνται με αυτούς, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης του άρθ. 14§2 ν.3016/2002, ανεξάρτητα από το δικαίωμα προς απόληψη άλλων ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών, που δικαιολογημένα καταβάλλονται σε αυτούς ως εργαζομένους στον εναγόμενο ΟΤΑ, ενόψει των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους, ότι παρά ταύτα οι ενάγοντες καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους δεν έλαβαν την επίδικη μισθολογική παροχή, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ., που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο, και ως εκ τούτου η μη χορήγησή της συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, δεδομένου ότι έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπηρετούντες σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της Δημόσιας Διοίκησης και νπδδ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχομένης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισης της εξαρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του ενιαίου μισθολογίου των ν.2470/1997 και 3205/2003, ότι κατά συνέπεια η εξαίρεση των εναγόντων από την απόληψη της παροχής αυτής, ενώ τελούν υπό τις ίδιες μισθολογικές συνθήκες, συνιστά, ως στερουμένη αιτιολογικού ερείσματος αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητά κατονομαζομένων δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασίας, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να εφαρμοσθεί και για τους ενάγοντες η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίσθηκε η ένδικη παροχή, εφόσον συντρέχει και ως προς αυτούς η μοναδική τιθέμενη προϋπόθεση για την καταβολή της, υπάγονται δηλ. στο μισθολογικό καθεστώς των ν.2470/1997 και 3205/2003, ενόψει του ότι δεν γίνεται μνεία, στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ.14§2 ν.3016/2002 ή στις σχετικές ΚΥΑ, ειδικής αιτιολόγησης της καταβολής της, συναρτωμένης με το είδος ή την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές ιδιαιτερότητες των ρητά κατονομαζομένων ως δικαιούχων αυτής, ότι λόγω παραγραφής των συναφών αξιώσεων των εναγόντων για τα έτη 2005 και 2006 δικαιούνται κατά τα λοιπά για την αιτία αυτή έκαστος το ποσό των 5.467€, όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την απόφαση του οποίου επικύρωσε, απορρίπτοντας την κατ' αυτής έφεση του εναγομένου. Με την κρίση αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί την αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη, κατά το εκληθέν μέρος της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2, 3 του Ν. 3205/2003. Και τούτο διότι η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ (απασχολουμένων με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου), ούτε έχει προσλάβει το χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών τους σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική τους βάση, ώστε κατ' εφαρμογή της ίδιας συνταγματικής αρχής να αξιώνεται κατά τούτο η επέκταση της και στους αναιρεσίβλητους, αλλ' αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό, και παρέχεται μόνο σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ και τούτο προς ενίσχυση των χαμηλόμισθων (προϋπόθεση η οποία δεν πληρούται στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, οι ενάγοντες ελάμβαναν κατά το επίδικο διάστημα τα προρρηθέντα επιδόματα). Ούτε άλλωστε από τη συνταγματική αρχή της ισότητας απέρρεε αξίωση χορήγησης της παροχής αυτής στους αναιρεσίβλητους εκ του ότι η επίδικη παροχή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών, με σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, που υπηρετούν σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης και σε ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος και το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, ούτε εκ του ότι στην ρηθείσα ΚΥΑ δεν γίνεται καμία ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της, αναγόμενη λ.χ στο είδος ή την ένταση ή τις εργασιακές ιδιαιτερότητες των δικαιούχων, που να δικαιολογούν την επιλεκτική καταβολή. Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε η εν λόγω ειδική παροχή χορηγείται μόνο υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις προς ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, η μη συνδρομή των οποίων αποκλείει τη χορήγηση της, ενώ, σε κάθε περίπτωση από την, κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών προς τη διοίκηση νόμων, χορήγηση της σε άλλες κατηγορίες μισθωτών, δεν θεμελιώνεται κατ' εφαρμογή της Συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, αξίωση καταβολής της. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, (παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου) να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος, που αφορούσε μόνο το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη καθόσον αφορά το από 1/3fr/2007 και μετέπειτα χρονικό διάστημα. Και τούτο διότι, στο δικάσαν ως εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της που ελάμβαναν κατά το επίδικο διάστημα τα προρρηθέντα επιδόματα). Ούτε άλλωστε από τη συνταγματική αρχή της ισότητας απέρρεε αξίωση χορήγησης της παροχής αυτής στους αναιρεσίβλητους εκ του ότι η επίδικη παροχή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών, με σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, που υπηρετούν σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης και σε ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος και το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, ούτε εκ του ότι στην ρηθείσα ΚΥΑ δεν γίνεται καμία ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της, αναγόμενη λ.χ στο είδος ή την ένταση ή τις εργασιακές ιδιαιτερότητες των δικαιούχων, που να δικαιολογούν την επιλεκτική καταβολή. Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε η εν λόγω ειδική παροχή χορηγείται μόνο υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις προς ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, η μη συνδρομή των οποίων αποκλείει τη χορήγηση της, ενώ, σε κάθε περίπτωση από την, κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών προς τη διοίκηση νόμων, χορήγηση της σε άλλες κατηγορίες μισθωτών, δεν θεμελιώνεται κατ' εφαρμογή της Συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, αξίωση καταβολής της. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, (παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου) να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται σης παρ. 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος, που αφορούσε μόνο το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη καθόσον αφορά το από 1/1/2007 και μετέπειτα χρονικό διάστημα. Και τούτο διότι, στο δικάσαν ως εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της που είχε γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων από το Ειρηνοδικείο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της κατά το μέρος αυτό, δηλαδή κατά την κύρια βάση της τη θεμελιούμενη στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη ίσης αξίας εργασία, σε συνδυασμό με τις ρηθείσες διατάξεις που προβλέπουν την ειδική παροχή των 176 ευρώ, ενώ ως προς το απορριφθέν ως παραγεγραμμένο μέρος της και την επικουρική βάσης της, την θεμελιούμενη σε αδικοπραξία των οργάνων του εναγομένου n που κρίθηκε μη νόμιμη, οι αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν έφεση, και κατά τα ανωτέρω η αγωγή, δεν μεταβιβάστηκε παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου (και ήδη τελεσιδίκησε). Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή, κατά το άνω μέρος της που είχε γίνει δεκτή και είχε το προεκτεθέν περιεχόμενο είναι μη νόμιμη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της, που αναφέρεται στη νομική αβασιμότητα της αγωγής, να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά το ως άνω μέρος με το οποίο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως νόμιμη για το μετά το από 1-1-2007 και μετέπειτα χρονικό διάστημα, και ν' απορριφθεί η αγωγή κατά τούτο ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν ολικά τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερείς (ΚπολΔ 179 εδαφ. τελευτ. όπως ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 92/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της εφέσεως.

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την 17/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμυρού κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Δικάζει επί της αγωγής κατά το μέρος που αναφέρεται στο από 1/1/2007 και μετέπειτα χρονικό διάστημα.

Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό. Συμψηφίζει ολικά τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ