Legislator Case Law & Legislation
356/2011 AI generated

356/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 356/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 356 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 356/2011

Legislator headnote

AI generated

356/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 356 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 356/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 356 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 356/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ά. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδημητρόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Ιουλίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 318/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2363/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Ιουνίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 26 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί (πρώτος και τρίτος).

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ΣΤ 3789/4-7-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Π. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21-9-2009, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ να συζητηθεί η αναίρεση παρά την απουσία του.

Από το συνδυασμό των άρθρων 330 και 342 ΑΚ συνάγεται ότι ο οφειλέτης ευθύνεται όχι μόνον όταν υπαιτίως αθέτησε την υποχρέωσή του από την ενοχή, αλλά και όταν δεν αποδεικνύει ότι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα. Έτσι, το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξιώσεως, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσεως της υπερημερίας, αφού το πταίσμα τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επελεύσεως της. Ειδικότερα, στην περίπτωση της σύμβασης έργου, εάν το αίτημα της αγωγής του εργοδότη είναι η καταβολή αποζημιώσεως, λόγω της υπερημερίας του εργολάβου ως προς την εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου (άρθρο 686 ΑΚ) και την ενάσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος που του παρέχεται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 383 ΑΚ, μπορεί ο εργολάβος κατ' ένσταση να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η μη εκτέλεση της συμβάσεως οφείλεται σε γεγονός που δεν φέρει αυτός ευθύνη. Περαιτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αρ.8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, όταν η ένσταση του άρθρου 342 ΑΚ, κατά το οποίο "ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη", στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, δεν καθιστούν τον οφειλέτη υπερήμερο, καταλύοντας έτσι την αγωγική αξίωση, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η μη λήψη δε υπόψη των περιστατικών αυτών, ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην ένδικη από 6-7-2004 αγωγή που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει συμβάσεως έργου που καταρτίσθηκε το Μάϊο του 2000 μεταξύ αυτού και του ήδη αναιρεσείοντος ανέθεσε στον τελευταίο την εκπόνηση μελέτης, ως και τη διενέργεια των απαιτούμενων ενεργειών προς το σκοπό εκδόσεως και χορηγήσεως σ' αυτόν οικοδομικής άδειας για την ανέγερση επαγγελματικού κτιρίου (καταστήματος) σε οικόπεδό του στον Ασπρόπυργο Αττικής, όρισαν δε στη συμφωνία τους ότι η άδεια θα εκδοθεί εντός τριών-τεσσάρων μηνών. Ότι κατόπιν διαδοχικών παρατάσεων της ανωτέρω προθεσμίας και αφού αυτός (ενάγων-αναιρεσίβλητος) είχε καταβάλει σταδιακά στον εναγόμενο-αναιρεσείοντα (μηχανικό) το συνολικό ποσό των 13.500.000 δραχμών, ήδη 39.618,47 ευρώ, για αμοιβή και έξοδα έκδοσης της άδειας ως και προκαταβολής αγοράς οικοδομικών υλικών, ο τελευταίος κατέστη υπερήμερος, αφού μέχρι το Μάιο του έτους 2004 δεν είχε εκδώσει την άδεια, παριστάνοντας μάλιστα ψευδώς, ότι είχε προβεί σε όλες τις απαιτούμενες προς τούτο ενέργειες και αποδίδοντας την καθυστέρηση αυτή στους υπαλλήλους της αρμόδιας πολεοδομίας, ισχυριζόμενος περαιτέρω, ομοίως ψευδώς, ότι η έκδοση αυτής επίκειται άμεσα. Ενόψει της καθυστέρησης αυτής και δεδομένου ότι προσέβλεπε στην έκδοση της οικοδομικής άδειας προκειμένου να ανεγείρει το προαναφερόμενο κτίριο προς άσκηση σ' αυτό της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, τον Μάϊο του 2004 έταξε στον εναγόμενο εύλογη προθεσμία, προκειμένου να του χορηγήσει την άδεια, έως το τέλος του ίδιου μήνα, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι μετά την παρέλευση αυτής άπρακτης, δεν θα επιθυμεί πλέον την άδεια, αλλά θα προβεί σε δικαστική διεκδίκηση των καταβληθέντων χρημάτων του. Η προθεσμία αυτή παρήλθε πράγματι άπρακτη, και κατόπιν αυτού, λόγω της υπερημερίας του εναγομένου ζήτησε με την ένδικη αγωγή του, α') να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ως αποζημίωση, εκ της θετικής ζημίας που υπέστη από την υπερημερία του εναγομένου εργολάβου, το ποσό των 39.618,47 ευρώ και β') το ποσόν των 15.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, λόγω της αδικοπραξίας του εναγομένου, ο οποίος από το Μάϊο του 2000 έως και τον Μάϊο του 2004 του παρίστανε ψευδώς ότι είχε προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προς το σκοπό έκδοσης της οικοδομικής άδειας που του είχε αναθέσει, καθώς και ότι η έκδοση της οφείλεται σε ολιγωρία των υπαλλήλων της αρμόδιας πολεοδομίας, ενώ το αληθές ήταν ότι ο εναγόμενος δεν είχε προβεί σε καμιά ενέργεια, πείθοντας αυτόν να του καταβάλει σταδιακά το προαναφερόμενο ποσό, διαβεβαιώνοντάς τον κάθε φορά και πριν την καταβολή τους, ότι η έκδοση της άδειας επίκειται. Ο εναγόμενος (αναιρεσείων) ζήτησε πλην άλλων, την απόρριψη της αγωγής, προτείνοντας παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση, ισχυριζόμενος ότι για την καθυστέρηση έκδοσης της παραπάνω οικοδομικής άδειας δεν έχει καμιά ευθύνη, καθόσον απαραίτητη προϋπόθεση προς τούτο ήταν η σύμπραξη του ενάγοντος, ο οποίος δεν συνέπραξε προς τούτο και έτσι δεν περιήλθε ποτέ σε υπερημερία οφειλέτη, αλλά για την όποια καθυστέρηση στην έκδοση της οικοδομικής άδειας αποκλειστικός υπαίτιος είναι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, την ένσταση δε αυτή επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, που επιλήφθηκε κατόπιν εφέσεως του αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε: 1) Ότι τον Μάϊο του 2000 ο ενάγων απευθύνθηκε σ' αυτόν (εναγόμενο) και του ζήτησε να προβεί στην έκδοση της άνω οικοδομικής άδειας για την ανέγερση επαγγελματικού κτιρίου σε οικόπεδο του στον Ασπρόπυργο Αττικής, ήδη δε από τον Αύγουστο του 2000 τον ειδοποίησε να παραλάβει το σχετικό τοπογραφικό και να προβεί στη σχετική συμβολαιογραφική πράξη συστάσεως χώρων στάθμευσης, χωρίς την οποία δεν ήταν δυνατόν να κατατεθεί η σχετική αίτηση στην πολεοδομία για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, την πράξη όμως αυτή την προσκόμισε σ' αυτόν ο ενάγων στις 21-11-2000. 2) Ότι ακολούθως ζήτησε από τον ενάγοντα να του καταβάλει το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για την έκδοση της άδειας, ώστε να καταστεί εφικτή η κατάθεση στην Πολεοδομία της σχετικής αιτήσεως και του φακέλου, προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία έκδοσής της, πλην όμως ο ενάγων προέβη στις 29-6-2001, στην κατάθεση σε λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα του ποσού των 5.000.000 δραχμών, για έξοδα εκδόσεως της άδειας και "κλείσιμο των μπετών", αυτός δε αυθημερόν (29-6-2001) κατέθεσε τη σχετική αίτηση με όλες τις μελέτες και τα δικαιολογητικά για την έκδοση της άδειας και "έκλεισε" τα μπετά. 3) Ότι στις 25-7-2001 ο αρμόδιος φορέας ολοκλήρωσε τον έλεγχο των πολεοδομικών διατάξεων και διαβίβασε τον φάκελο στην Επιτροπή Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ), ενώ το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου 2001 κατέβαλε στην Πολεοδομία, για να προχωρήσει η έκδοση της άδειας, το ποσό των 4.000.000 δραχμών για έξοδα και αμοιβές και αμέσως μετά πλήρωσε στο Δήμο 1.500.000 δραχμές για τρεις θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτου. 4) Ότι τον ίδιο μήνα (Οκτώβριος 2001) ο ενάγων του ζήτησε να μετατραπούν οι άνω θέσεις σταθμεύσεως σε υπόγειες, αυτός δε του παρέδωσε αμέσως το σχετικό σχέδιο το οποίο είχε έτοιμο από το μήνα Αύγουστο του 2000, και αφού ο ενάγων προέβη στη σύνταξη της σχετικής τροποποιητικής συμβολαιογραφικής πράξης στις 7-11-2001 και την παρέδωσε σ' αυτόν, αμέσως την κατέθεσε στην αρμόδια υπηρεσία. 5) Ότι τον Απρίλιο του 2002 τον ενημέρωσε η ΕΠΑΕ, ότι, ενόψει των παραπάνω μετατροπών στις θέσεις σταθμεύσεως, λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσίαζε το κτίριο, δεν είχε ολοκληρώσει ακόμη τον έλεγχο, επειδή δε είχε παρέλθει ο χρόνος που προβλέπεται για την έκδοση οικοδομικής άδειας (εννέα μήνες), ζήτησε να υποβληθεί νέα αίτηση για να προχωρήσει η διαδικασία, προς τούτο δε ενημέρωσε αμέσως τον ενάγοντα, ο οποίος του δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την έκδοση της άδειας, αρνούμενος έκτοτε να του χορηγήσει τη σχετική εντολή προκειμένου να προβεί στην υπογραφή της σχετικής αιτήσεως, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς τούτο. 6) Ότι περί το τέλος Μαρτίου 2004 ο ενάγων του ζήτησε να προχωρήσουν την διαδικασία για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, και συμφώνησαν να μεταβούν στις 24-3-2004 στην Πολεοδομία Ελευσίνος για να υποβάλουν την νέα αίτηση προκειμένου να συνεχισθεί η διαδικασία έκδοσης της, πλην όμως ο ενάγων δεν προσήλθε, αν και μετέβη για το σκοπό αυτό στην άνω υπηρεσία εξουσιοδοτημένο απ' αυτόν (εναγόμενο) πρόσωπο. 7) Ότι την 21-7-2004 ο ενάγων του κοινοποίησε την ένδικη αγωγή, ενώ την επομένη ημέρα (22-7-2004) προσήλθε στην Πολεοδομία και υπέγραψε τη νέα αίτηση για τη συνέχιση της διαδικασίας εκδόσεως της άδειας, η οποία τελικά εκδόθηκε τον Μάϊο του 2005, την άδεια δε αυτή του προσέφερε στις 4-6-2005 με εξώδικη δήλωση, πλην όμως ο ενάγων δεν την παρέλαβε και κατόπιν αυτού την κατέθεσε σε συμβολαιογράφο, συνταγείσης προς τούτο σχετικής συμβολαιογραφικής πράξεως. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή, χωρίς όμως να λάβει υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούσαν τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (εναγομένου), ο οποίος έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού συνιστά καταλυτική της αγωγικής αξιώσεως ένσταση (άρθρο 342 ΑΚ), ως προς το αίτημα για αποζημίωση, και παράλληλα, το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών(άρθρα 914 επ., 932 ΑΚ). Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, καμιά εκτίμηση δεν γίνεται των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, τα οποία, στο σύνολο τους λαμβανόμενα υπόψη συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, αλλά ερευνάται μόνο το γεγονός του θανάτου της συζύγου του ενάγοντος, το οποίο δεν είχε προβληθεί από τον εναγόμενο ως περιστατικό προς θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού του, αλλά ως αιτίαση αναφορικά με την αδράνεια και τις αμφιταλαντεύσεις του ενάγοντος να συμπράξει έγκαιρα για την έκδοση της επίμαχης οικοδομικής άδειας, ερευνάται δε επίσης και η προσφορά εκ μέρους του εναγομένου προς τον ενάγοντα της οικοδομικής άδειας στις 24-6-2005, με την παραδοχή, ότι η προσφορά αυτή δεν έγινε εμπρόθεσμα και κατά τον προσήκοντα τρόπο και σε κάθε περίπτωση έγινε πολύ αργότερα από την άνω δήλωση του ενάγοντος προς απόκρουση της παροχής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ως προς την παραπάνω αιτίαση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2363/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2363/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ