356/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, εκ παραδρομής του δόθηκε εσφαλμένη ενημέρωση για την εισηγητική έκθεση του εισηγητή.
Legislator headnote
AI generated356/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 356 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 356/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη - Γαλάνη.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, εκ παραδρομής του δόθηκε εσφαλμένη ενημέρωση για την εισηγητική έκθεση του εισηγητή.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Ιουλίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5372/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6946/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 11 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 449 παρ. 2 του ΚΠολΔ, φωτοτυπίες εγγράφων έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τους βεβαιώνεται από πρόσωπο που είναι κατά το νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα. Εξάλλου, με το άρθρο 52 παρ. 1 και 2 του ν.δ 3026/1954 "περί του Κωδικός των Δικηγόρων", ορίζεται ότι "ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να εκδίδει επικυρωμένα υπ' αυτού αντίγραφα των παρ' αυτώ υπαρχόντων παντός είδους εγγράφων, ων υπεύθυνος περί της ακριβείας των" (παρ. 1) και ότι "τα τοιαύτα αντίγραφα έχουσι πλήρη ισχύν αντιπεφωνημένου αντιγράφου" (παρ. 2).
Κατά την έννοια δε του ίδιου άρθρου, το έγγραφο υπάρχει στο δικηγόρο αν αυτός το κατέχει, προσωρινά έστω, ανεξάρτητα από χρονική διάρκεια, όταν εκδίδει το αντίγραφο. Για το κύρος της επικύρωσης φωτοτυπίας, με βεβαίωση από δικηγόρο της ακρίβειας της, δεν είναι αναγκαία η πανηγυρική διατύπωση του γεγονότος της κατοχής στη σχετική έγγραφη βεβαιωτική πράξη του δικηγόρου, αλλά αρκεί να συνάγεται βεβαίωση και του γεγονότος αυτού από την όλη διατύπωση της πράξης.
Στη προκείμενη περίπτωση προς απόδειξη της πληρεξουσιότητας της δικηγόρου που εκπροσώπησε την αναιρεσίβλητη στη παρούσα δίκη Ιωάννας Αχουζαρίδη -Γαλάνη προσκομίζεται φωτοτυπία του υπ' αριθ. 84236/20-4-2005 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Παυλίνη με το οποίο παρέχεται η σχετική πληρεξουσιότητα από την αναιρεσίβλητη στην εν λόγω δικηγόρο, με την επ' αυτής (φωτοτυπίας ) από 15-09-2009 βεβαίωση της ίδιας δικηγόρου ότι αποτελεί ακριβές αντίγραφο.
Το έγγραφο τούτο, που εκτιμάται ως φωτοτυπικό αντίγραφο που έχει εκδοθεί από άλλο κεκυρωμένο αντίγραφο που εκδόθηκε από τον αρμόδιο συμβολαιογράφο και υπήρχε στη κατοχή της ανωτέρω δικηγόρου κατά το χρόνο της επικύρωσης, τούτου συναγομένου από την διατύπωση στη σχετική βεβαιωτική πράξη ότι αποτελεί ακριβές αντίγραφο, αφού το γεγονός τούτο προϋποθέτει την υλική ενέργεια παραβολής της φωτοτυπίας προς το επικυρωμένο αντίγραφο, είναι ισοδύναμο και προς το πρωτότυπο και έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ, επομένως τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα στις προτάσεις του είναι αβάσιμα.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι χωρίς απόδειξη το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στη θέση του στην Κεντρική Υπηρεσία της ενάγουσας μέσα στη νόμιμη προθεσμία και απολύθηκε παρά την ύπαρξη αποδείξεων που αποδεικνύουν το αντίθετο κατά τα ειδικότερα στον λόγο αναίρεσης εκτιθέμενα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι δεν πρόκειται για παραδοχή πραγμάτων κατά την προεκτεθείσα του όρου έννοια που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αλλά για επιχειρήματα από τις αποδείξεις. Αυτά δε πέραν και (ανεξάρτητα) του γεγονότος ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο στην επί της ουσίας κρίση του κατέληξε, ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, καθώς και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας που αποτελεί ένα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια αγαθά είναι, εκτός των άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν.
Από τις διατάξεις δε αυτές (των άρθρων 57 και 59 ΑΚ), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, προκύπτει, ότι επί προσβολής της προσωπικότητας η αξίωση ικανοποίησης για την ηθική βλάβη προϋποθέτει προσβολή των παραπάνω δικαιωμάτων, παράνομη και υπαίτια. Περαιτέρω και το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 ΑΚ), έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζόμενων σ' αυτό άϋλων αγαθών.
Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ προστασία, καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (που υπέστη από την προσβολή) που μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή χρηματικού ποσού. Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ συνάγεται, ότι, προς θεμελίωση αξίωσης προς προστασία της προσωπικότητας νομικού προσώπου, απαιτείται πράξη που επάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια των ανωτέρω εκφάνσεων της και που είναι παράνομη.
Είναι δε παράνομη η προσβολή, όταν υπάρχει διάταξη η οποία απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη που προσβάλλει κάποια έκφανση της προσωπικότητας και είναι αδιάφορο αν η απαγόρευση βρίσκεται στο αστικό ή ποινικό δίκαιο ή σε άλλους κανόνες δημοσίου δικαίου ή και ειδικούς νόμους. Ακόμη, από τα άρθρα 298, 299 και 932 του ΑΚ προκύπτει, ότι τα νομικά πρόσωπα δικαιούνται να αξιώσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αν υπέστησαν προσβολή που αναφέρεται στην πίστη, στην υπόληψη, στο μέλλον και γενικά στα αναγνωριζόμενα σε αυτά αγαθά από αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ.
Κατά την έννοια δε του άρθρου τούτου, προς θεμελίωση ευθύνης από αδικοπραξία απαιτείται, εκτός των άλλων, να προξενηθεί σε άλλον ζημία από υπαίτια ενέργεια ή παράλειψη του δράστη και η ζημία να είναι παράνομη. Παράνομη είναι η ζημία, όταν με την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη προσβάλλεται δικαίωμα εκείνου που υπέστη τη βλάβη το οποίο προστατεύεται από το νόμο ή και συμφέρον αυτού.
Έτι περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ συνάγεται, ότι παθητικό υποκείμενο των υπό τούτων προβλεπόμενων εγκλημάτων είναι το, υπό την έννοια του άρθρου 34 του ΑΚ, φυσικό πρόσωπο. Έτσι τα νομικά πρόσωπα (61 επ. ΑΚ) δεν μπορούν να είναι υποκείμενα των εν λόγω εγκλημάτων, εκτός αν ορίζεται αλλιώς από το νόμο όπως το άρθρο 364 του ΠΚ.
Τέλος, κατά το άρθρο 364 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ισχυρίζεται με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για ανώνυμη εταιρεία ορισμένο γεγονός που είναι σχετικό με τις επιχειρήσεις, την οικονομική κατάσταση ή γενικά τις εργασίες της ή με τα πρόσωπα που τη διοικούν ή τη διευθύνουν και που μπορεί να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία και γενικά στις επιχειρήσεις της, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.
Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου αν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά τη ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Η ενάγουσα είναι ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, η οποία έχει ιδρυθεί νόμιμα από το, έτος 1907 και λειτουργεί από τότε συνεχώς, αποτελεί δε έναν από τους μεγαλύτερους πιστοδοτικούς οργανισμούς στην Ελλάδα και διατηρεί και θυγατρικές εταιρείες στο εξωτερικό.
Το μέγεθος των ετησίων οικονομικών καταστάσεων της ενάγουσας είναι μεγάλο, οι υπηρεσίες που παρέχει στο κοινό είναι υψηλού επιπέδου, και διαθέτει αξιόλογα επαγγελματικά στελέχη με συνέπεια η περιουσία και η πίστη της στην αγορά να είναι αδιαμφισβήτητη. Κατά μήνα Ιουλίου του έτους 2001 στις εφημερίδες "...", και "..." εμφανίστηκαν δημοσιεύματα στα "οποία υπήρχαν ισχυρισμοί ότι στις υπηρεσίες της έχουν τελεστεί από ανώτατα στελέχη της κακουργήματα απιστίας προς το Δημόσιο, υπεξαιρέσεις, παραβάσεις καθήκοντος, απάτες, εξαπάτηση μετόχων, λογιστική εκτροπή δανείων, φοροδιαφυγή και άλλες παράνομες πράξεις.
Ειδικότερα στο φύλλο της 1.7.2001 της εφημερίδας "...", στην πρώτη σελίδα αυτού υπήρχε δημοσίευμα με τον τίτλο σε μεγάλα μαύρα έντονα γράμματα "Καταγγελία - βόμβα στελέχους της Εμπορικής Τράπεζας, -Έτσι έφαγαν τα λεφτά στη Σοφοκλέους, -Τι γινόταν στο ντίλινγκ ρουμ, - Συγκλονιστικές αποκαλύψεις στη "...", Φάκελλος -Φωτιά στα χέρια του Εισαγγελέα Δ.
Ασπρογέρακα". Σε σύντομο εισαγωγικό σημείωμα αναφέρεται ότι ο εναγόμενος - εκκαλών Χ, ανώτατο στέλεχος της Εμπορικής Τράπεζας, καταγγέλλει υπουργούς, διοικητές τραπεζών και άλλα στελέχη, τα οποία με τις ενέργειες τους οδήγησαν χιλιάδες επενδυτές σε οικονομική καταστροφή και ότι ο φάκελλος φωτιά βρίσκεται στα χέρια του Εισαγγελέα Δ.
Ασπρογέρακα, και αναμένεται να δοθούν απαντήσεις για κολοσσιαία ζητήματα που συγκλόνισαν την τελευταία πενταετία την Ελλάδα και γίνεται παραπομπή στις εσωτερικές σελίδες (8 και 9) για λεπτομέρειες. Δίπλα στον τίτλο και το σημείωμα υπήρχε και φωτογραφία του εναγομένου στο γραφείο του. Στο προαναφερόμενο εσωτερικό δισέλιδο υπήρχε ο τίτλος "Η ...
αποκαλύπτει το μεγάλο σκάνδαλο με τις μετοχές. Στοιχεία - φωτιά στον εισαγγελέα, - Έτσι στήθηκε η κομπίνα στην Εμπορική", καθώς και τρεις φωτογραφίες του εναγομένου, στη μια από τις οποίες (αριστερά επάνω) εικονίζεται με τους δύο δημοσιογράφους της εφημερίδας που υπογράφουν το ρεπορτάζ και έχει τραβηχτεί στο γραφείο του.
Στο κείμενο του δημοσιεύματος υπάρχουν αναφορές που υποδεικνύουν ότι οι πληροφορίες που περιέχονται σ' αυτό προέρχονται από τον εναγόμενο. 'Ετσι στην παράγραφο, που επιγράφεται "Πως χειραγωγήθηκε το ΧΑΑ" οι συντάκτες αναφέρουν ότι "ο πρώην διαχειριστής διαθεσίμων (treasurer) της Εμπορικής Τράπεζας Χ ισχυρίζεται ότι γνωρίζει και αποκαλύπτει αποκλειστικά στη ...
πώς χειραγωγήθηκε το Χρηματιστήριο, ποίοι συμμετείχαν στην οργάνωση του σχεδίου, ποίοι ήταν τα εκτελεστικά όργανα και ποιοι ήξεραν εξαρχής όσα επρόκειτο να συμβούν στο ΧΑΑ. Κατονομάζει μάλιστα ως συμμετέχοντες σε ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, σε υπεξαιρέσεις, αλλά και σε εξαπάτηση του Δημοσίου ονόματα με εξέχουσα θέση στην πολιτική, αλλά και στην οικονομική σκηνή της χώρας, ανθρώπους πέραν κάθε υποψίας.
Αποκαλύπτει πως ορισμένα από τα κορυφαία στελέχη της Εμπορικής Τράπεζας συμμετείχαν, σύμφωνα με τον ίδιο, στο κόλπο του αιώνα, όπως χαρακτηρίζεται από διαφόρους κύκλους η πορεία της Σοφοκλέους από την εκρηκτική άνοδό της στην αρχή του 1999 έως την απαξίωσή της στις ημέρες μας, με την πτώση να αγγίζει το - 60%" Από Το δημοσίευμα συνάγεται ευθέως ότι οι συντάκτες έχουν αντλήσει τις πληροφορίες από τον εναγόμενο και το συμπέρασμα επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι δημοσιεύεται φωτογραφία αυτού με τους συντάκτες της εφημερίδας στο γραφείο του, στοιχείο που αποδεικνύει την επαφή για να δοθούν οι πληροφορίες.
Και από άλλα σημεία του δημοσιεύματος όμως προκύπτει ότι τα αναγραφόμενα προέρχονται από πληροφορίες του εναγομένου προς τους συντάκτες της εφημερίδας. Έτσι στη συνέχεια οι συντάκτες σε διάφορες παραγράφους χρησιμοποιούν τις εκφράσεις ότι ο εναγόμενος "καταγγέλλει στη ...", "όπως δηλώνει στη ..." δήλοποιώντας την πηγή των πληροφοριών τους.
Ακολούθησαν και άλλα δημοσιεύματα τις αμέσως επόμενες ηέρες 2.7.2001, 3.7.2001, 4.7.2001, 5.7.2001,. 6.7.2001 και 7.7.2001, τα οποία με πηχιαίους τίτλους αναφέρονταν όλα στην ενάγουσα και στα εγκλήματα που, σύμφωνα με την καταγγελία του εναγομένου είχαν διαπράξει τα διευθυντικά στελέχη της εις βάρος του Δημοσίου και του επενδυτικού κοινού.
Ο ενάγων είχε πράγματι προβεί σε μηνυτήρια αναφορά (1.11.2000), η οποία συσχετίστηκε με δικογραφία που είχε ήδη σχηματιστεί, αφού είχε ασκηθεί ποινική δίωξη κατά στελεχών της ενάγουσας με βάση ερώτηση βουλευτή της νέας Δημοκρατίας για τα αδικήματα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας σε βάρος του Δημοσίου από την οποία το όφελος που πέτυχε ο δράστης και η ζημιά που προξενήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνουν το ποσόν των 50.000.000 δραχμών από κοινού και κατ' εξακολούθηση, της πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος τον Δημοσίου από την οποία το όφελος που πέτυχε ο δράστης και η ζημιά που προξενήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δραχμών και ηθικής αυτουργίας στην απάτη.
Μετά. την περάτωση της ανάκρισης που διενεργήθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 1786/2003 βούλευμά του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων στελεχών της ενάγουσας, διότι δεν πείστηκε ότι υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής αυτών από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν.
Στο μεταξύ οι εφημερίδες "..." και " ..." πείστηκαν νωρίτερα ότι όσα είχαν δημοσιεύσει στα προαναφερόμενα δημοσιεύματα δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια και με ανακοίνωση που έχει τον τίτλο "Η αλήθεια για την Εμπορική Τράπεζα" και δημοσιεύτηκε στην πρώτη στις 23.11.2002 και στη δεύτερη στις 24.11.2002 ανασκεύασαν τα δημοσιεύματα εξέφρασαν την λύπη τους και ζήτησαν συγνώμη.
Αποτέλεσμα της δημοσίευσης αυτής ήταν να γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, η οποία ήδη είχε κατατεθεί από το μήνα Σεπτέμβριο 2001, καθόσον αυτή στρέφεται κατά της ανώνυμης εκδοτικής εταιρίας που είναι ιδιοκτήτρια των εφημερίδων, του εκδότη και διευθυντή τους και των συντακτών των δημοσιευμάτων.
Η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία και ο αντιπρόεδρος αυτής ... υπέβαλλαν και μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση εναντίον του εναγομένου, του εκδότη των εφημερίδων και των συντακτών των δημοσιευμάτων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την 83169/2003 απόφασή του κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη για την ενάγουσα επειδή δέχθηκε ότι η έγκληση δεν είχε υποβληθεί νομότυπα, και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη επειδή ο άλλος εγκαλών ανακάλεσε ως προς τους υπεύθυνους των εφημερίδων, οι οποίοι είχαν κατά τα ανωτέρω ανασκευάσει τα δημοσιεύματα.
Επίσης, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη και για τον εναγόμενο κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 120 του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η ανάκληση της έγκλησης που έγινε για έναν από τους συμμέτοχους της πράξης έχει συνέπεια την παύση της ποινικής διώξεως και των υπολοίπων, αν και αυτοί διώκονται με έγκληση.
Τα δημοσιεύματα ήσαν ψευδή και δημιούργησαν σοβαρό πλήγμα στην αξιοπιστία και τη φήμη της ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας γεγονός που είχε ως συνέπεια και τη σοβαρή πτώση της μετοχής της. Η μάρτυρας της ενάγουσας, η όποια είναι υπάλληλος αυτής, καταθέτει ότι όσα αναφέρονται σ' αυτά είναι ανυπόστατα και ότι για ορισμένα θέματα πού θίγονται σ' αυτά (πιστοδοτήσεις ) έχει άμεση γνώση και για τα υπόλοιπα έχει ενημερωθεί από τους συναδέλφους της.
Επίσης καταθέτει ότι, ο επηρεασμός της κοινής γνώμης αρνητικά για την τράπεζα διατηρήθηκε για αρκετό διάστημα. Εξάλλου, καταθέτει, ότι ο ενάγων ο οποίος υπήρξε υπάλληλος της ενάγουσας και υπηρέτησε αρχικά στην κεντρική υπηρεσία, στη συνέχεια στο κατάστημα της ... και ακολούθως στην ..., είχε δημιουργήσει προβλήματα στις σχέσεις του με την τράπεζα και τους συναδέλφους του.
Η κατάθεση ενισχύεται από τη σχετική εσωτερική αλληλογραφία που προσκομίζεται από την ενάγουσα από την οποία προκύπτει ότι υπάρχουν οικονομικές διαφορές μεταξύ της τράπεζας και του εναγομένου από δάνειο που είχε λάβει στη ..., ότι επέδειξε υπεροπτική συμπεριφορά προς τους συναδέλφους του και στην ...
το έτος 1998 δημιούργησε προβλήματα, όταν οι υπηρεσίες της ενάγουσας δεν παρέτειναν τη σύμβαση για παραμονή του στο εκεί υποκατάστημα. Πράγματι, ο ενάγων αρνήθηκε να αποδεχθεί τη μη παράταση της θητείας του στην ..., εξακολουθούσε να εμφανίζεται στη θέση του, αρνιόταν να παραλάβει το έγγραφο της μη παράτασης, με συνέπεια να το επιδώσουν σ' αυτόν με δικαστικό επιμελητή, και κατέφυγε στα δικαστήρια της ...
ζητώντας προστασία. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (αριθ. υποθ. 595/1998 σε αντίγραφο), αφού άκουσε τα διάδικα μέρη έκρινε ότι η εργασιακή σχέση των μερών εγκαθιδρύθηκε δυνάμει γραπτής σύμβασης που συνομολογήθηκε στην ... στις 14.5.1980 και ότι ο εναγόμενος ήταν υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ στην Ελλάδα και γι' αυτό δέχθηκε ότι δεν είχε αρμοδιότητα να εξετάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση.
Τα διάδικα μέρη δεν αναφέρουν αν υπήρξε συνέχεια δικαστική για την εργασιακή σχέση, αποδεικνύεται όμως ότι ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε στη θέση στην κεντρική υπηρεσία μέσα στη νόμιμη προθεσμία και απολύθηκε. Η ενάγουσα εξάλλου προσκομίζει σχετικά έγγραφα (απόφαση δικαστηρίου και διαταγή πληρωμής) από τα οποία προκύπτει ότι κατέφυγε στη δικαιοσύνη για την είσπραξη τον δανείου που είχε χορηγηθεί στον εναγόμενο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η σχετική διαταγή πληρωμής εις βάρος του εναγομένου (6047/2001 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και η απόφαση για την απόδοση του δανείου (1832/2001 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) δημοσιεύονται το έτος 2001. Σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται παραπάνω αποδεικνύεται πλήρως ότι ο εναγόμενος έδωσε τις ψευδείς και συκοφαντικές πληροφορίες για δήθεν διάπραξη εγκληματικών πράξεων στις υπηρεσίες της ενάγουσας με την προσωπική επαφή που είχε με τους συντάκτες, σε χρόνο μάλιστα που ήταν σε εξέλιξη δικαστική διαμάχη του ιδίου με την ενάγουσα και δεν περιορίστηκε μόνο στην υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς στην Εισαγγελία Αθηνών όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απέρριψε την αγωγή.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητα της ενάγουσας τραπεζικής εταιρίας αφού υπέστη πλήγμα στην πίστη, τη φήμη, την υπόληψη και στα λοιπά άυλα αγαθά που αναγνωρίζει το δίκαιο στις τραπεζικές επιχειρήσεις, με συνέπεια τη δραματική μείωση της τιμής της μετοχής της. Επίσης αποδεικνύεται και η ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγομένου ο οποίος ευρισκόμενος σε αντιδικία με την ενάγουσα κινήθηκε από προσωπικά αίτια και προέβη σε καταγγελίες πράξεων που δεν είχαν συντελεστεί.
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου δικαιούται αυτή χρηματικής ικανοποίησης το ποσό της οποίας , ενόψει των περιγραφόμενων ανωτέρω συνθηκών του αδικήματος, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου, της κοινωνικής κατάστασης αυτού και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών ανέρχεται σε 35.000 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας κατά της με αριθ. 5372/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που είχε κρίνει διαφορετικά και είχε απορρίψει την αγωγή, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και δέχθηκε μερικά την αγωγή κατά το ανωτέρω ποσό. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις που εφάρμοσε ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους καθόσον με βάση τις ανωτέρω παραδοχές συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, αλλά ούτε και εκ πλαγίου καθόσον διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ και ο τρίτος λόγος κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου κατά το μέρος που υποστηρίζονται με αυτούς τ' αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου; 562 παρ.2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1 και 118 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται (βλ.
σχ. Ολ.ΑΠ 43/1990, Α.Π. 10/2008). Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που προβάλλεται κατ' εκτίμηση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι στις καταγγελίες προέβη στα πλαίσια της άσκησης των νομίμων καθηκόντων του, για τη διαφύλαξη δικαιώματος και από δεδικαιολόγημένο ενδιαφέρον πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται ο εξεταζόμενος λόγος προβλήθηκε και μάλιστα νόμιμα στο Εφετείο.
Παρεκτός του ότι ότι οι άνω παραδοχές του Εφετείου περί υπάρξεως άμεσου δόλου στο πρόσωπο του εναγομένου - αναιρεσείοντος δεν καταλείπουν έδαφος εφαρμογής της ΠΚ 367 παρ. 1 περ. γ' ενόψει της συνδρομής εν προκειμένω, πάντοτε κατά τις παραδοχές του Εφετείου, των προϋποθέσεων εφαρμογής της ΠΚ 364 παρ. 1, 3 και εντεύθεν της περιπτώσεως της παρ. 2 εδαφ.
α' της ίδιας διάταξης της ΠΚ 367. Τέλος οι ίδιοι ως άνω λόγοι (δεύτερος και τρίτος) κατά τα λοιπά μέρη τους είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό τα εκτιθεμένα στο λόγο αυτό περιστατικά δεν ιδρύεται κανένας από τους λόγους αναίρεσης που περιοριστικά ορίζονται στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 6946/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ