Legislator Case Law & Legislation
356/2009 AI generated

356/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 356/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

356/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Keywords

AI generated
abandonment of employment termination of service posted workers detachment severance pay duration of incapacity annual leave
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 356 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 356/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2151/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-3-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 30-12-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η πληττόμενη 2151/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως απ` αυτή προκύπτει, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και δημοσιεύθηκε στις 23-9-2002, χωρίς να έχει επιδοθεί, όπως δεν αμφισβητείται. Η ένδικη αίτηση για την αναίρεση αυτής, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του πρωτόδικου δικαστηρίου την 28-3-2008, πριν δηλαδή περάσουν συνολικά έξι (6) έτη από την επομένη της δημοσιεύσεώς της. Επομένως έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 321, 553 παρ.1, 518 παρ.2, 564 παρ.3 και 144 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 1113/1986) και είναι παραδεκτή.

Επειδή, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Εξάλλου, από τα άρθρα 552 και 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά τα οποία αναίρεση επιτρέπεται κατά των τελεσιδίκων αποφάσεων των δικαστηρίων της ουσίας για τους περιοριστικά αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560 του ίδιου Κώδικα λόγους αναιρέσεως, σε συνδυασμό προς το άρθρο 562 παρ. 2 αυτού, κατά το οποίον είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός των αναφερόμενων εξαιρέσεων, προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται προβολή ενώπιον του Αρείου Πάγου ενστάσεων που στηρίζονται σε λόγους αποσβεστικούς της επιδίκου απαιτήσεως, είτε αυτοί γεννήθηκαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είτε προϋπήρχαν, αλλά δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, διότι ο Άρειος Πάγος δικάζει όχι την υπόθεση, αλλά την απόφαση και λαμβάνει ως βάση τη συζήτηση όπως αυτή διεξήχθη ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς την παρεμβολή στοιχείων για τα οποία δεν είχε κληθεί να κρίνει εκείνο.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε στις 16-1-2009, ήτοι μετά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ισχυρίζεται ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος έχει υποπέσει σε παραγραφή κατά τη διάρκεια της επιδικίας και ως εκ τούτου η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος αυτού.

Η ένσταση αυτή ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν μπορεί να προταθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, λόγω μη κατάθεσης των προτάσεων της αναιρεσίβλητης προ είκοσι ημερών, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Επειδή, κατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του αυτού Νόμου.

Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στην διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενος σ` αυτή όρους μειωμένης αποζημιώσεως. Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Αν όμως με τον Κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5/12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρ. 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με το θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε, η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.

Εξάλλου, όπως έχει κριθεί με την 42/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του Κανονισμού ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.

α' του Ν. 3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου που λύεται με την παραίτησή του πριν από την συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.

Ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε ως υπάλληλος της αναιρεσίβλητης την 10 Μαρτίου 1965 και εργάστηκε συνεχώς μέχρι την 24 Μαϊου 2001, οπότε με το βαθμό του Υποδιευθυντή και πραγματική υπηρεσία 36 ετών, αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του σε ηλικία 59,5 ετών, απευθύνοντας προς την εργοδότρια του την από 23-5-2001 δήλωση καταγγελίας συμβάσεως εργασίας, στην οποία δηλώνει ότι θα εργαστεί μέχρι 24-5-2001, ότι η δήλωση του αποτελεί μονομερή καταγγελία και επιφέρει τη λύση της εργασιακής της σύμβασης και ότι δεν εξαρτά το κύρος ή την ισχύ της καταγγελίας αυτής από οποιαδήποτε σύμπραξη ή συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης.

Με βάση τα παραπάνω και λαμβανομένου υπόψη ότι ο αναιρεσείων είναι γεννημένος το έτος 1941, κατά το χρόνο της αποχωρήσεως του από την εργοδότιδα δεν είχε συμπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος. Επομένως, η εκ μέρους του καταγγελία της συμβάσεως εργασίας προ της συμπληρώσεως του 62 έτους της ηλικίας του, κατέστησε την εργασιακή σύμβαση αορίστου χρόνου, αφού πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση της πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, δηλαδή η προβλεπόμενη από τον Οργανισμό της αναιρεσίβλητης δυνατότητα για μονομερή καταγγελία, που έκανε χρήση της ο αναιρεσείων υποβάλλοντας την πιο πάνω δήλωση του περί μονομερούς καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης.

Η σαφής, ρητή και κατηγορηματική αυτή δήλωση του ότι καταγγέλλει μονομερώς τη σύμβαση, χωρίς οποιαδήποτε εξάρτηση της λύσεως από τη συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης είναι προφανές ότι καθιστά άνευ αντικειμένου την ύπαρξη συγκατάθεσης αυτής εκ των υστέρων, η οποία πάντως δεν υπήρξε ούτε μεταγενεστέρως ως ρητή, σαφής και αναμφίβολη έστω και σιωπηρώς.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 του ν.3198/1955 αποζημίωση και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 33 του από 12-3-2001 Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και 8 εδ.

α' του ν. 3193/1955, και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η εκδίκαση της από άλλο δικαστή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2151/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που την εξέδωσε. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ