Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and lack of interest in lease dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's decision in a lease dispute. The appellant argued the lower court violated procedural rules and evidence evaluation standards, but the court found these grounds vague and lacking specific references to the contested decision or violated laws. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556, 558 of the Code of Civil Procedure; Articles 649, 650 of the Code of Civil Procedure; The appeal must specify the contested decision and violated laws, and the appellant must have a legal interest in the outcome, particularly in lease proceedings where evidence evaluation is discretionary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 356 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 356/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αγγελομάτη.
Της αναιρεσιβλήτου - καλούσας: Α. συζ. Μ. Κ., το γένος Γ. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κούλα. Και Της αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση: Β. συζ. Γ. Γ., κατοίκου ομοίως, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Σεπτεμβρίου 1999 τριτανακοπή της Α. Γ. (αναιρεσίβλητης-καλούσας), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 132/2002 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 13 Δεκεμβρίου 2002 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 518/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 6 Απριλίου 2005 κλήση της 1ης αναιρεσίβλητης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην της 2ης αναιρεσίβλητης, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανάγνωσε την από 4 Φεβρουαρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση με αριθμ. …2Δ και …4Δ/19.9.2005 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας Κ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της από 6.4.2005 κλήσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία επισπεύδει την συζήτηση της υπόθεσης, με πράξη κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Β. συζ. Γ. Γ.. Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης, παρά την απουσία της (576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος όχι δε και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία να βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ ΑΠ 24/1997). Είναι δε διάφορο το ζήτημα ότι στη συζήτηση του ενδίκου μέσου που άσκησε ένας εκ των αναγκαστικώς ομοδίκων είναι απαραίτητη η κλήτευση των υπολοίπων ομοδίκων, η οποία επιβάλλεται από το άρθρο 76 παρ. 3 ΚΠολΔ. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων κατά της οποίας επίσης στρεφόταν η τριτανακοπή και η έφεση της πρώτης τούτων, είναι απαράδεκτη, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται και ούτε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχεται σ' αυτή δυσμενής για τον αναιρεσείοντα και επωφελής για την άνω αναιρεσίβλητη διάταξη ή αιτιολογία.
ΙΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαγνωσθεί με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν η προβαλλόμενη αιτίαση θεμελιώνει τον επικαλούμενο εκ των αναφερομένων στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (αόριστος) χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, ή και σ' αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα: α) Για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη η οποία φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή της διάταξης αυτής, εάν δε το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας πρέπει να αναφέρεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία και φέρεται ότι συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 27/1998).
Β) Για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, θα πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πράγματα, ήτοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που παρότι προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα και ήσαν ουσιώδεις δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο και να μνημονεύεται το εκ της παραλείψεως αυτής σφάλμα του τελευταίου.
Γ) Για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία ήσαν τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ότι αυτά προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους από τον αναιρεσείοντα και τέλος ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και προσκομιδή αυτών.
Δ) Για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες θα πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως και να εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, ήτοι να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά της ανιαρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου με την οποία, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, μετά παραδοχή της έφεσης της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και απόρριψη της αντέφεσης του αναιρεσείοντος εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και γενομένης δεκτής της από 21.9.1999 τριτανακοπής της άνω αναιρεσίβλητης, ακυρώθηκε ως προς αυτή η με αριθμ. 222/1999 απόφαση του Μον.
Πρωτοδικείου Λαμίας που είχε εκδοθεί μεταξύ του αναιρεσείοντος και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίσθηκε η τριτανακόπτουσα, μισθώτρια του αναφερομένου μισθίου ακινήτου, προβάλλονται και οι αιτιάσεις ότι: α) παραβίασε τη διάταξη της παραγρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι παραβίασε τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία των κανόνων αυτών, ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, β) παραβίασε τις διατάξεις των παραγρ. 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν εκ μέρους του αναιρεσείοντος στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια διαδικασία καθώς και αποδεικτικά μέσα (αποδεικτικά έγγραφα) τα οποία επικαλέσθηκε και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης....ε) αβάσιμα και παρά το νόμο και χωρίς επαρκή αιτιολογία, άλλως με αιτιολογία μη νόμιμη και αβάσιμη, παρερμήνευσε τις αποδείξεις, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν τους ερμηνευτικούς κανόνες του δικαίου, άλλως δεν υπήγαγε τις αποδείξεις και τα πραγματικά γεγονότα σ' αυτούς και έτσι, όχι μόνο παρείδε τους λόγους της αντέφεσής του αλλά απέρριψε και την περί καταχρήσεως δικαιώματος ένσταση που ο αναιρεσείων νόμιμα και βάσιμα άσκησε και τα πραγματικά γεγονότα που τη θεμελιώνουν, απέδειξε.
Με τη διατύπωση και το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, αόριστοι και εντεύθεν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα είναι αόριστοι γιατί δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, σε σχέση με τον υπό στοιχείο(α) λόγο ποίες είναι οι παραδοχές της απόφασης και ποία διάταξη του ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκε, σε σχέση με τον υπό στοιχείο (β) λόγο κατά το μέρος αυτού που προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ποίους ειδικότερα αυτοτελείς ισχυρισμούς (πράγματα) του αναιρεσείοντος δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, κατά δε το μέρος αυτού που προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ποια ήσαν τα αποδεικτικά μέσα τα οποία παρά τη νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους από τον αναιρεσείοντα, δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο και σε σχέση με τον υπό στοιχείο (ε) λόγο, οι παραδοχές της απόφασης και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών.
Ο τελευταίος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά το μέρος αυτού που υπό την επίκληση της εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υπόθεσης πραγματικών περιστατικών (561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 649 παρ. 1 και 650 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (647 επ. ΚΠολΔ) το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, προβαίνει δε συνακολούθως στην εκτίμηση και αξιολόγησή τους χωρίς να δεσμεύεται από τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Επομένως ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ δεν έχει πεδίο εφαρμογής προκειμένου περί αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά την ειδική αυτή διαδικασία. Κατ' ακολοουθίαν αυτών ο υπό τα στοιχεία (γ) και (δ) ίδιος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών), παραβίασε τη διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, είναι, ανεξάρτητα από την αοριστία του, απορριπτέος ως απαράδεκτος για τον πιο πάνω λόγο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιερσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα της αντιμωλία δικαζόμενης πρώτης των αναιρεσιβλήτων (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.12.2002 αίτηση του Β. Κ. για αναίρεση της 132/2002 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης Α. συζ. Μ. Κ. τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ