Legislator Case Law & Legislation
355/2024 AI generated

Supreme Court allows interest claim on labor dispute while remanding principal debt to lower court.

Case Number 355/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor dispute judgment, specifically permitting the claim for interest from the filing date. The plaintiff argued for interest based on the initial lawsuit date, while the defendant contested the scope of the award. The court ruled that since the lower court lacked jurisdiction to adjudicate the interest claim after the appeal, it could directly order the payment of the interest amount without remanding the entire case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 178 and 183 of the Code of Civil Procedure; When a Supreme Court decision leaves no legal ground for further trial by the court of first instance regarding a specific claim, that court may directly adjudicate the claim without remanding the case.

Keywords

AI generated
labor dispute interest claim appeal procedure jurisdiction remand Supreme Court civil procedure legal ground

Cited Legislation

AI generated
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 2 item b of Law 3693/1957
Article 62 paragraph 3 item Theta of Law 4387/2016

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 355 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 355/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες

.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "... πρώην "... ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ι. Ζ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μ. - Μ. Τ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1827/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 14-6-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14 Ιουνίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η από 25-10-2019 (αριθ.κατ. ...) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της με αριθμό 1827/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας κατά την ίδια ως άνω διαδικασία επί της από 4-11-2014 (αριθμ. καταθ. ...) αγωγής του ενάγοντος κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος κατέστη το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "... (άρθρα 51 και 53 ν. 4387/2016 (Α 85) ήδη ΝΠΔΔ με την επωνυμία "... 43/28-2-2020) και ήδη αναιρεσείον.

Με την αγωγή του ο ενάγων εξέθετε ότι προσελήφθη την 6-9-1993 από τον Ο.Α.Ε.Ε. (πρώην Τ.Ε.Β.Ε.) αρχικά με σύμβαση μίσθωσης έργου για το χρονικό διάστημα από 6-9-1993 έως 5-9-1994 και ακολούθως δυνάμει δικαστικής απόφασης έως 6-11-1997 και με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου έως τις 21-2-2001. Ότι εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. ...

απόφαση του Διοικητή του Ο.Α.Ε.Ε. κατατάχθηκε σε προσωρινή θέση ειδικότητας Επιμελητών Εισπράξεων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και από 1-1-2007 κατατάχθηκε σε αντίστοιχη θέση Δ.Ε. Διαφόρων Ειδικοτήτων του ..., βάσει των διατάξεων του π. δ. 154/2006 και ότι εργάστηκε στο εναγόμενο μέχρι τις 11-8-2014, οπότε το τελευταίο κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του, κοινοποιώντας του την από 5-8-2014 και με αρ.

πρ. 331 απόφαση του Οργανισμού περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από 11-8-2014, λόγω της μη επιβεβαίωσης της γνησιότητας του τίτλου σπουδών του (απολυτηρίου λυκείου), που προσκόμισε κατά την πρόσληψη του. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, διότι δεν συνέτρεχε κανένας λόγος από τους προβλεπόμενους στο άρ.53 του π.δ. 410/1988, δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και ως καταχρηστική αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους.

Ότι λόγω της άκυρης απόλυσης του και υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα, το εναγόμενο προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητα του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, καταχωρισθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το αίτημα της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 11-8- 2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να τον απασχολεί στη θέση, με την ειδικότητα, τις αποδοχές και τους όρους που ίσχυαν πριν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης του, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 18.399,36 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την άκυρη απόλυση του έως και τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2015, άλλως δε στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι έγκυρη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ καθώς και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 3.957,50 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την προαναφερθείσα απόφαση με την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής για την καταβολή της αποζημίωσης, έκρινε την αγωγή νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, και απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή κατά την επικουρική της βάση και υποχρέωσε το εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον, ως οιονεί καθολικό διάδοχο του αρχικού εναγομένου Ο.Α.Ε.Ε, να καταβάλει στον ενάγοντα την προβλεπόμενη από το άρθρο 55 παρ. 1 π.δ 410/1988 αποζημίωση, την οποία καθόρισε στο ποσό των 11.978,75 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556 558, 564,παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Στο π.δ. 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ" (ΦΕΚ 191 Α'), στο Τμήμα Στ' με τον τίτλο "Λύση της σύμβασης εργασίας - Αποζημίωση", ορίζεται στο άρθρο 46 ότι "Η σύμβαση εργασίας λύεται:

α)...,β)....γ)....δ) Με την καταγγελία, ε)....", και στο άρθρο 53 ότι "Η σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο αποτελεί ιδίως: α) Η παράβαση του άρθρου 38 παρ. 1 περίπτ.α, κατά την οποία αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα, η έλλειψη πίστης και αφοσίωσης προς την πατρίδα και τα εθνικά ιδεώδη καθώς και η επιδίωξη με έργα ή λόγους της ανατροπής με βίαια μέσα του υφιστάμενου πολιτικού ή κοινωνικού καθεστώτος, β) η παράβαση καθήκοντος κατά τον ποινικό κώδικα ή άλλο ειδικό ποινικό νόμο, γ) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων για δεκαπέντε (15) τουλάχιστον κατά συνέχεια ημέρες, δ) Η παραβίαση απορρήτων της υπηρεσίας, ε) Η διάπραξη μέσα σε ένα έτος, από τότε που έχει τελεστεί αδίκημα, που τιμωρήθηκε τουλάχιστον με πρόστιμο ίσο με τις αποδοχές ενός μήνα, άλλου αδικήματος, που μπορεί να επισύρει την ίδια ποινή, στ) Η κατά σύστημα ανάρμοστη συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, ζ) Η σοβαρή απείθεια στις νόμιμες εντολές των προϊσταμένων." 2.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ίάρθρου αυτού, γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από την ανακοίνωση της απόφασης στον απασχολούμενο." Στο άρθρο 55 και στην παράγραφο 1 του ιδίου Προεδρικού Διατάγματος (410/1988) ορίζονται: 1.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού, η αποζημίωση λόγω απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία καθορίζεται ως εξής: α) Για το προσωπικό που έχει συνεχή υπηρεσία από ένα έτος μέχρι τρία έτη οι αποδοχές ενός μήνα, πάνω από τρία και μέχρι έξι έτη οι αποδοχές δύο μηνών, πάνω από έξι και μέχρι οκτώ έτη οι αποδοχές τριών μηνών και πάνω από οκτώ και μέχρι δέκα έτη οι αποδοχές τεσσάρων μηνών, β) Για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας μετά τα δέκα και μέχρι τριάντα έτη, η πιο πάνω αποζημίωση προσαυξάνεται με το ποσό των αποδοχών ενός μήνα. 2.

Ο υπολογισμός της αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. 2.Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, οι μηνιαίες αποδοχές δε λαμβάνονται υπόψη κατά το ποσό που υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό τριάντα (30). 3.

Στο προσωπικό του Κεφαλαίου αυτού που υπάγεται για τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου και απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49, 50 και 51, εφόσον κατά το χρόνο της απόλυσης δικαιούται σύνταξης από δική του υπηρεσία από το Δημόσιο, δεν καταβάλλεται η αποζημίωση που ορίζεται από την παράγραφο 1.

Στο προσωπικό αυτό που απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52 και 53, εφόσον κατά το χρόνο της απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης δικαιούται σύνταξης από δική του υπηρεσία, καταβάλλεται αποζημίωση ίση με το μισό αυτής που ορίζεται από την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, με εξαίρεση τις περιπτώσεις α', β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 53, για τις οποίες δεν οφείλεται καμιά αποζημίωση.

Από όλες τις προεκτεθείσες διατάξεις του π.δ. 410/1988, (ως ισχύει), που εφαρμόζονται και επί του αρχικού εναγομένου και του ήδη αναιρεσείοντος οιονεί καθολικού διαδόχου του, ως ΝΠΔΔ, συνάγεται: α) ότι για να είναι έγκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των πιο πάνω κατηγοριών υπαλλήλων, απαιτείται να συντρέχει σπουδαίος λόγος, β) ότι η καταγγελία γίνεται με απόφαση του οργάνου, που είναι αρμόδιο για την πρόσληψη, ύστερα από αιτιολογημένη, σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και γ) ότι η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από την ανακοίνωση της απόφασης στον απασχολούμενο.

Ότι επί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο, ο εργαζόμενος δικαιούται την προσδιοριζόμενη και υπολογιζόμενη ο κατά το άρθρο 55 παρ. 1 και 2 αποζημίωση (ΑΠ 1339/2018) κατά τις στην παρ. 3 αυτού διακρίσεις, ήτοι το προσωπικό που δεν υπάγεται για την χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου, κατά το χρόνο της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, δικαιούται κατ' αρχήν ολόκληρη την αποζημίωση του άρθ. 55 παρ.1, και μόνο κατ' εξαίρεση δικαιούται την μισή αποζημίωση, όταν κατά τον χρόνο της καταγγελίας δικαιούται σύνταξη από δική του υπηρεσία.

Προσέτι δε, αναφέρονται ρητά και περιοριστικά στην παρ.3 εδ. β' του ως άνω άρθρου 55, οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν καταβάλλεται καθόλου αποζημίωση και είναι οι προβλεπόμενες υπό στοιχεία α', β' και γ' του άρθ. 53 παρ.1, όπως προεκτέθηκαν (ΑΠ 1774/2012).

Συνεπώς στις λοιπές περιπτώσεις καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου του προσωπικού του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ για σπουδαίο λόγο, εκτός των ως άνω περιοριστικά αναφερομένων, καταβάλλεται η προαναφερόμενη κατά τις ως άνω διακρίσεις αποζημίωση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1575/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα "Πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τούς και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της Ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1357/2017). Συνακόλουθα η ευθεία ή η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή περί απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1575/2021,ΑΠ 109/2020).

Όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε, συνεκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο ενάγων, προσλήφθηκε την 6η-9-1993 από τον Ο.Α.Ε.Ε. (πρώην Τ.Ε.Β.Ε.) αρχικά με σύμβαση μίσθωσης έργου για το χρονικό διάστημα από 6-9-1993 έως 5-9-1994, και εν συνεχεία εργάστηκε δυνάμει δικαστικής απόφασης (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) έως την 6η-11-1997 και έως 21-2-2001, με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου.

Ότι με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Διοικητή του ... ο ενάγων κατατάχθηκε σε προσωρινή θέση ειδικότητας Επιμελητών Εισπράξεων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2839/2000, ενώ από 1-1-2007 κατατάχθηκε σε αντίστοιχη θέση Δ. Ε. Διαφόρων Ειδικοτήτων του ..., βάσει των διατάξεων του π.δ. 154/2006.

Κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, απασχολείτο στο εναγόμενο ως υπάλληλος ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων βαθμού Γ. Ότι κατόπιν διενεργουμένου ελέγχου από τις αρμόδιες υπηρεσίες για τη νομιμότητα πρόσληψης, μετάταξης και μετατροπής της εργασιακής σχέσης σε αορίστου χρόνου των υπαλλήλων και συγκεκριμένα όλων των πτυχίων, πιστοποιητικών και στοιχείων που σχετίζονται με την πρόσληψη, μετάταξη ή μετατροπή της εργασιακής σχέσης σε αορίστου, καθώς και όλων των δικαιολογητικών από τα οποία τεκμηριώνεται η νομιμότητα της υπαλληλικής σχέσης, διαπιστώθηκε ότι το πτυχίο που ο ενάγων είχε υποβάλει για τη σύναψη των άνω συμβάσεων μίσθωσης έργου, οι οποίες ακολούθως μετετράπησαν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και συγκεκριμένα το υπ' αρ.πρωτ.457/27-06-1988 απολυτήριο του ..., που είχε υποβληθεί από τον ενάγονται με την υπ' αρ. 14571/17-11-1997 αίτησή του προς το Τμήμα Λοιπού Προσωπικού του ΤΕΒΕ, ήταν πλαστό, όπως βεβαιώθηκε α) με το με αρ.

πρωτ. 241/27-5-2014 έγγραφο του ..., β) με το με αρ. πρωτ. 243/02-6-2014 έγγραφο του ίδιου ως άνω ... και γ) με το με αρ. πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Διοικητικών Θεμάτων του .... Ότι με το ίδιο πλαστό έγγραφο ο ενάγων πέτυχε τη σύναψη των προαναφερόμενων συμβάσεων μίσθωσης έργου με τον Οργανισμό και ακολούθως την μετατροπή αυτών σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι κατ' εφαρμογή του άρθ. 53 του π.δ. 410/1988, ο Διοικητής του ..., με την υπ' αρ. πρωτ. 331/5-8-2014 απόφασή του, κατόπιν και της σύμφωνης με αρ. 142/24-07-2014 αιτιολογημένης γνώμης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, προχώρησε στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος για σπουδαίο λόγο, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ.55 παρ. 3 εδ.

β' σε συνδυασμό με το αρθ. 53 παρ.1 του π.δ.410/1988, η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα με το με αρ. πρωτ. 332/5-8-2014 έγγραφο του εναγομένου και έκτοτε επήλθε η λύση της άνω σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Εν συνεχεία το Μονομελές Εφετείο δέχτηκε, ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος (ήτοι υποβολή πλαστού απολυτηρίου με στόχο την παράνομη πρόσληψη και την εξαπάτηση της Διοίκησης) για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από το εναγόμενο, εμπίπτων στη διάταξη του άρθρου 53 του π.δ. 410/1988 (όπου η αναφορά των περιπτώσεων των σπουδαίων λόγων είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική) και δεν πάσχει ακυρότητας, ούτε αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο κατήγγειλε καταχρηστικά την επίδικη σύμβαση εργασίας και ως εκ τούτου το εναγόμενο δεν κατέστη υπερήμερο, ως προς την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας του ενάγοντος και ο ενάγων να μην δικαιούται τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας, και απέρριψε την αγωγή στο σύνολο της κατά την κύρια βάση της, ως κατ' ουσία αβάσιμη, καθώς και το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, απορρίπτοντας αντίστοιχα και τους σχετικούς λόγους έφεσης του ενάγοντος.

Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ότι "...ο ενάγων δικαιούται την αποζημίωση που προβλέπεται από το άρθρο 55 παρ. 1 του ΠΔ 410/1988, αφού, οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν καταβάλλεται καθόλου αποζημίωση αναφέρονται ρητά και περιοριστικά στο άρθ. 55 παρ.4 (αληθώς 55 παρ. 3 εδ.β) του ΠΔ 410/1988, είναι δηλ.

οι προβλεπόμενες στις περιπτώσεις α, β και γ του άρθ. 53 παρ.1, σε καμμία εκ των οποίων δεν υπάγεται ο ενάγων. Έτσι, για συνολικό χρόνο υπηρεσίας στο εναγόμενο 23 ετών (βλ το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από το εναγόμενο από 18.03.2019 έγγραφο του ιδίου περί αποζημίωσης Π.Δ. 410/1988) η αποζημίωση που δικαιούται ο ενάγων ανέρχεται στο ποσό των 11.636,50 ευρώ (1.369 ευρώ μηνιαίες αποδοχές Χ 15 μήνες + 1/6 = 23.957,50 ευρώ Χ 50% = 11.978,75 ευρώ).

Κατόπιν των ως άνω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, όσον αφορά την επικουρική βάση της .... να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί κατ' ουσία η αγωγή, όσον αφορά την επικουρική βάση της.

Πρέπει, περαιτέρω, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσία, ως προς την επικουρική βάσης της και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.978,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής..." Το αναιρεσείον με τον πρώτο αναιρετικό λόγο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 53, και 55 του π.δ. 410/1988, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κρίνοντας ότι οι εξαιρούμενες από την καταβολή αποζημίωσης περιπτώσεις αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 55 παρ. 3 του π.δ. 410/1988 και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχτηκε ότι ο ενάγων δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 55 παρ.1 του ως άνω π.δ/τος και ότι η αγωγή είναι κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την επικουρική της βάση.

Επικουρικά δε το αναιρεσείον με τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 55 παρ.1 για τον υπολογισμό της επιδικασθείσας αποζημίωσης στο ποσό των 11.978,75 ευρώ αντί του ορθού 11.636,50 ευρώ.

Με την ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 55 παρ.1,2 και 3 του π.δ/τος 410/1988 και με πλήρεις, και επαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων, του οποίου η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε για σπουδαίο λόγο, δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 55 π.δ.410/1988, διότι δεν υπάγεται στις κατ' εξαίρεση περιπτώσεις μη καταβολής αποζημίωσης και δέχτηκε την επικουρική βάση της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Και τούτο, διότι, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, οι περιπτώσεις της μη καταβολής αποζημίωσης αναφέρονται ρητά και περιοριστικά στην ως άνω διάταξη του άρθρου 53 π.δ 410/1988 και αφορούν μόνο την καταγγελία της σύμβασης εργασίας για συγκεκριμένο σπουδαίο λόγο, αυτόν δηλαδή της παράβασης του άρθρου 38 παρ.1 περ.

α,' της παράβασης καθήκοντος και της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων για 15 τουλάχιστον συνεχείς ημέρες), για τις οποίες περιπτώσεις και μόνον το άρθρο 55 παρ. 3 εδ. β' ορίζει ότι δεν καταβάλλεται η αποζημίωση της παρ.1. Ως εκ τούτου η συγκεκριμένη εξαίρεση για μη καταβολή της αποζημίωσης δεν τυγχάνει εφαρμογής και σε άλλες περιπτώσεις καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο, όπως η προκείμενη περίπτωση, για την οποία αβάσιμα το ,αναιρεσείον υποστηρίζει το αντίθετο.

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στον ενάγοντα ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 11.978,75 ευρώ το οποίο ορθά εξάγεται από τον μαθηματικό υπολογισμό του ποσού των 1.369 ευρώ (μηνιαίες τακτικές αποδοχές) Χ 15 μήνες + 1/6 = 23.957,50 Χ 50%). Το αναγραφόμενο εκ παραδρομής αρχικά ποσό των 11.636,50 ευρώ, είναι λανθασμένο και εν συνεχεία αναγράφηκε το ορθό το οποίο και επιδικάστηκε και ο αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το ορθό είναι το αναγραφέν ποσό των 11.636,50 ευρώ είναι αβάσιμος.

Ακόμη το αναιρεσείον εξάγει το ως άνω αποτέλεσμα των 11.636,50 ευρώ, υπολογίζοντας τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των 1.369 ευρώ Χ 17 μήνες= 23;273 Χ 50% = 11.636.50 ευρώ. Ο υπολογισμός αυτός αν και είναι ορθός ως προς τους μήνες αποζημίωσης που δικαιούται ο ενάγων (17 και όχι 15 που υπολόγισε το Μονομελές Εφετείο), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 55 παρ.1 π.δ.410/1988 σε συνδυασμό με τα 23 έτη υπηρεσίας του είναι ελλιπής διότι δεν προστέθηκε η αναλογία των επιδομάτων εορτών και αδείας σε ποσοστό 1/6, που θα οδηγούσε στην αποζημίωση που πράγματι δικαιούται ο ενάγων και είναι μεγαλύτερη (13.575 ευρώ) από την επιδικασθείσα, πλην όμως ελλείψει άσκησης λόγου αναίρεσης αναφορικά με την προσαύξηση της αναλογίας των επιδομάτων εορτών και αδείας, δεν υπόκειται σε αναιρετική κρίση ο εκ της αιτίας αυτής εσφαλμένος υπολογισμός της.

Συνεπώς και ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το κύριο και το επικουρικό του σκέλος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 21 του κ.ν. της 26.6/10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου", που εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 109 εδ. δ' του ΕισΝΑΚ, "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 3Θ του ν. 4387/2016 με το άρθρο 51 του οποίου συστάθηκε το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", "ο Ε.Φ.Κ.Α. έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου, απαλλάσσεται δε από κάθε τέλος, φόρο, παράβολο και κράτηση για την παράστασή του και εκπροσώπησή του ενώπιον παντός Δικαστηρίου και Αρχής, καθώς και για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος και μέσου ή άλλης διαδικαστικής πράξης ενώπιον τούτων".

Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου υπολογίζεται σε ποσοστό 6% ετησίως και ότι η διάταξη αυτή του άρθρου 21 του κ.ν. της 26.6/10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου", εφαρμόζεται και για τον ΕΦΚΑ. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμάται, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 21 του από 26-6/10-7-1944 διατάγματος "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία ήταν εφαρμοστέα, που έχει ισχύ και για τον ΕΦΚΑ και έτσι το υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.978,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ έπρεπε να περιορίσει το ποσοστό του τόκου σε 6% ετησίως, Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές του και επιδίκασε το χρηματικό ποσό των 11.978,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ενώ έπρεπε να επιδικάσει τόκους όχι με το συνήθη τόκο υπερημερίας αλλά προς 6% ετησίως.

Επομένως, ο παραδεκτά προβαλλόμενος, αφού στηρίζεται σε σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 πφ. 2 περ. β" ΚΠολΔ), ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος, είναι βάσιμος και, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ως προς το λόγο αυτό και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό ...

απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την προαναφερθείσα διάταξη του περιορισμού του επιτοκίου της υπερημερίας σε ποσοστό 6% ετησίως, αλλά και κατά τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση ...".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι: "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με Την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Στην κρινόμενη περίπτωση, ενόψει του ότι το αίτημα του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής είναι βάσιμο, δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο αυτής, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί, κατά το μέρος αυτό, η από 4-11-2014 (αρ. κατ. ...) αγωγή και να υποχρεωθεί το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ "e-ΕΦΚΑ", ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικού εναγομένου ΝΠΔΔ ...

να καταβάλει στον ενάγοντα τόκους επί του επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μη αναιρούμενο μέρος της, ποσού των έντεκα χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (11.978,75) με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη όσο και για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων, κατά το άρθρο 22 παρ. 2 εδ.

βΛ του ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται και για το αναιρεσείον κατά το άρθρο 62 παρ. 3 περ. Θ του Ν. 4387/2016, όπως ισχύει (ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 259/2020), σε συνδ. με τα άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο του περιορισμού του επιτοκίου επιδικίας.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, ήτοι την από 4-11-2014 (αρ. κατ. ...) αγωγή κατά το μέρος αυτό.

Υποχρεώνει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, ως διάδοχο του αρχικά εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το επιδικασθέν (με την ως άνω με αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μη αναιρούμενο μέρος, ποσό των έντεκα χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (11.978,75) με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τη παρούσα δίκη, ως και τα δικαστικά έξοδα αυτών για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ