Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling confirming private ownership of public land via usucapion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal challenging a lower court's confirmation of private ownership over public land acquired through usucapion. The State argued the appellate court lacked sufficient reasoning regarding the land's classification and the good faith of the claimants under Byzantine law. The court rejected this, ruling that the primary finding of ownership was independent and unaffected by the alleged procedural flaws.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 559(5)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate arguments challenging the reasoning of a lower court are inadmissible if they do not successfully undermine the primary factual basis supporting the operative part of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 355 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 355/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 18η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χήρας Δ. Α., το γένος Ν. και Ε. Σ., 2) Ν. Α. του Δ., 3) Π. Α. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Βογιατζή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2016 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 22-3-2018 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 433/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η 6/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου την από 2-3-2012 αγωγή με την οποία ζητούσαν ν'αναγνωριστεί η πλήρης κυριότητα του κληρονομουμένου δικαιοπαρόχου τους, Δ.
Α. επί του επιδίκου ακινήτου, να διαταχθεί η απόδοσή του σ'αυτούς και να διορθωθεί η ανακριβής εγγραφή στο κτηματολογικό βιβλίο του οικείου κτηματολιγικού γραφείου ώστε αντί του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, να αναγραφεί ως δικαιούχος πλήρους δικαιώματος κυριότητας ο ως άνω δικαιοπάροχός τους. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 3/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου με την οποία αφού απορρίφθηκε ως αόριστο το αίτημα περί αποδόσεως του επιδίκου ακινήτου, έγινε δεκτή η αγωγή ως νόμω και ουσία βάσιμη.
Κατά της οριστικής αυτής απόφασης το εναγόμενο άσκησε την από 28-2-2014 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 4/5.3.2014) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 45/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και ως κατ'ουσίαν βάσιμη η έφεση και εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κρατήθηκε από το ως άνω δικαστήριο η υπόθεση δικάσθηκε η αγωγή των εφεσιβλήτων, απορρίφθηκε αυτή ως αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 22-3-2018 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 433/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολο της η παραπάνω απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση με άλλη σύνθεση.
Το τελευταίο με την υπ'αριθμ., 6/2021 απόφασή του, έκανε δεκτή τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τη έφεση του Ελληνικού Δημοσίου που επανέφεραν με την από 4-12-2019 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 223/ 18-12-2019) κλήση τους οι εφεσίβλητοι- εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι. Κατά της αποφάσεως αυτής, το εναγόμενο εκαλλούν άσκησε την υπό κρίση από 14-7-2021 αίτηση αναίρεσης.
Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571,577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Επίσης κατά το άρθρο 559 αριθμ.1εδάφ.β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 314/2021, ΑΠ 601/2020, ΑΠ 148/2020). Εξάλλου, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2018 ΑΠ 811/2021, ΑΠ 272/2020).
Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 1182/2012).
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι λόγοι της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 25/2003, Α.Π 1018/2018).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση "...", εντός των εγκεκριμένων ορίων του οικισμού ... (προϋφιστάμενου του Ν.Δ. 17/7/1923), όπως αυτά καθορίστηκαν με την υπ' αριθμ, .../1939 απόφαση του τότε αρμόδιου Υπουργού Συγκοινωνιών και όπως η τελευταία τροποποιήθηκε εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. .../29.07.1964 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων και εντός του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου του Δήμου Γυθείου και ήδη Ανατολικής Μάνης Λακωνίας, εμβαδού 1.080 τ.μ., συνορευομένου κατά το μεν νομίμως μεταγραφέν υπ' αρ. .../22.09.1973 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ.
Α. (τίτλο κτήσεως του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Δ. Α.) ανατολικά με το υπ' αριθμ. πέντε (5) γεωτεμάχιο του από Ιουλίου 1973 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Δ. Π., ιδιοκτησίας κληρονόμων Δ. Δ. και Η. Δ., δυτικά με το υπ' αριθμ. τρία (3) γεωτεμάχιο του ανωτέρω τυπογραφικού, ιδιοκτησίας κληρονόμων Δ.
Δ. και Η. Δ., βόρεια με το υπόλοιπο υπ' αριθμ. τέσσερα (4) γεωτεμάχιο του ανωτέρω τοπογραφικού, ιδιοκτησίας διαφόρων ιδιοκτητών και νότια με τα υπ' αριθμ. δεκατρία (13) και πέντε (5) γεωτεμάχιο του ανωτέρω τυπογραφικού, ιδιοκτησίας κληρονόμων Δ. Δ. και Η. Δ., κατά δε το Εθνικό Κτηματολόγιο, βόρεια με ακίνητα υπό Κ.Α.Ε.Κ. ...
και ..., ανατολικά με δρόμο υπό Κ.Α.Ε.Κ. ..., νότια με δημοτικό δρόμο υπό Κ.Α.Ε.Κ. ... και δυτικά με δρόμο υπό Κ.Α.Ε.Κ. .... Το επίδικο αποτυπώνεται επίσης στο από Απριλίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Γ., οριζόμενο υπό τα σημεία 2, 6, 9, 10, 3, 2 και συνορεύον γύρω βόρεια σε πλευρά 2-6 μήκους μέτρων είκοσι τεσσάρων και πενήντα πέντε εκατοστών (24,55) με ιδιοκτησία υπό Κ.Α.Ε.Κ. ... (Άγνωστος, Γ.
Σ., Δ. Β., Ο. Ι. - Ι., Π. Ε.) και σε πλευρά 6-9 μήκους μέτρων είκοσι τριών και πενήντα τεσσάρων εκατοστών (23,54) με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου υπό Κ.Α.Ε.Κ. ..., ανατολικά σε πλευρά 9-10 μήκους μέτρων είκοσι πέντε και σαράντα οκτώ εκατοστών (25,48) με οδό ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου υπό Κ.Α.Ε.Κ, ..., νότια σε πλευρά 10-3 μήκους μέτρων σαράντα οκτώ και ενενήντα τριών εκατοστών (48,93) με δημοτική οδό υπό Κ.Α.Ε.Κ. ...
και δυτικά σε πλευρά 3-2 μήκους μέτρων δεκαεννέα και σαράντα επτά εκατοστών (19,47) με οδό ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου υπό Κ.Α.Ε.Κ. ....Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στους ενάγοντες, ως κληρονόμους εκ της από 21.05.2009 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 09.09.2009 Δ. Α. του Δημητρίου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. .../15.10.2010 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 30418/15.10.2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία κληρονομιά οι ενάγοντες αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ' αριθμ. .../16.09.2011 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.
συζύγου Γ. Χ., το γένος Α. Μ., νομίμως καταχωρηθείσας στα κτηματολογικά φύλλα του επιδίκου (βλ. το υπ'αριθμ. πρωτ. …/07.03.2012 πιστοποιητικό εγγραπτέας πράξης της Προϊστάμενης του Κτηματολογικού Γραφείου Γυθείου). Το παραπάνω κληρονομιαίο ακίνητο ο αποβιώσας, Δ. Δ. Α., το απέκτησε δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../22.09.1973 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ.
X. Α., από τους: 1) Μ. χήρα Π. Δ., το γένος Π. και Ε. Λ., 2) Π. Δ. του Π. και της Μ., 3) Ε. σύζυγο Κ. Π., το γένος Π. και Μ. Δ., 4) Σ. Δ. του Π. και Μ. 5) Ευδοκία σύζυγο Σωτηρίου Παπαϊωάννου, το γένος Π. και Μ. Δ., 6) Ισμήνη θυγατέρα Π. και της Μ. Δ., 7) Β. Δ. του Π. και Μ., 8) Α. θυγατέρα Π. και Μ. Δ., 9) Σταυρούλα σύζυγο Δημητρίου Γρήγορή, το γένος Π.
και της Μ. Δ., 10) Δ. Δ. του Π. και της Μ. και 11) Γ. Δ. του Π. και της Μ., απάντων κληρονομούν εξ αδιαθέτου του Π. Δ. του Σ.. Το πωληθέν ως άνω ακίνητο είναι το νότιο τμήμα του υπ' αριθμ. τέσσερα (4) μείζονος γεωτεμαχίου, που απεικονίζεται στο από Ιουλίου 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του Μηχανικού Δ. Π., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. .../17.09.1973 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γυθείου Θ.
I. Λ., κυριότητος των ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Π. Δ., το οποίο αποτελεί τμήμα ενιαίας εδαφικής εκτάσεως 231 στρεμμάτων στη θέση ... ... ανηκούσης στην οικογένεια Δ., ως κατωτέρω αναλυτικώς εκτεθεί. Τα ακίνητα αυτά αποτελούσαν αρχικώς τμήμα μείζονος ενιαίας εκτάσεως, εμβαδού 195 στρεμμάτων και μετά νεώτερη καταμέτρηση - που έγινε το έτος 1973 από τον τοπογράφο-μηχανικό Δ.
Π. και αποτυπώθηκε στο, προσαρτηθέν στο κατωτέρω αναφερόμενο νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθ. .../17.09.1973 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Γυθείου Θ. Λ., από μηνός Ιουλίου 1973 τοπογραφικό διάγραμμα διανομής του ως άνω τοπογράφου μηχανικού - 231 στρεμμάτων, εμφαινομένης με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΝΞΟΠΡΣΤΥΦΧΨΑ στο ως άνω σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ.
Π., γνωστής ως "κτήμα Δ.", κείμενης στην αυτή θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του τέως Δήμου Γυθείου, ήδη Ανατολικής Μάνης, η οποία (ως κατωτέρου θα αναλυθεί) ανήκε αρχικώς από αμνημονεύτων ετών και πάντως προ του 1821, στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του Τ. Ν. ή Δ. (κτήμα Δ.). Η ως άνω μείζων έκταση των 231 στρεμμάτων βρισκόταν από αμνημονεύτων χρόνων και πάντως πριν από το έτος 1821 στη νομή της οικογένειας Δ., δηλαδή στη νομή των δικαιοπαρόχων των εναγόντων (άμεσων, απώτερων και απωτάτων) και εν συνεχεία στη νομή των ίδιων των εναγόντων.
Συγκεκριμένα, απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων ήταν ο Τ. Ν. ή Δ., ο οποίος είχε λάβει ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821 και η ύπαρξη της οικογένειας του οποίου προκύπτει τουλάχιστον από το έτος 1809 και δη από σωζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό του έτους αυτού, που είχε συνταχθεί αναφορικά με τον έκτοτε υφιστάμενο εντός της εκτάσεως αυτής ανεμόμυλο που ανήκε στην οικογένεια Δ..
Επίσης, η ύπαρξη της οικογένειας προκύπτει και από αφιερωματική επιγραφή του έτους 1835 επί παλαιάς εικόνας του Αγίου …, που είναι τοποθετημένη εντός του κείμενου παραπλεύρως του Νεκροταφείου του ..., Ιερού Ναού του Αγίου …. Ο Τ. Ν. Δ. κληρονομήθηκε από το μόνο τέκνο αυτού, τον Γ. Ν. ή Δ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά του πατρός του με πρόθεση κληρονόμου, ασκώντας τις αναφερόμενες κατωτέρω εμφανείς πράξεις νομής επί όλης της εδαφικής εκτάσεως των 231 στρεμμάτοτν και απεβίωσε πριν από το έτος 1880 και ο οποίος με την υπ' αριθμ. .../22.05.1878 δημόσια διαθήκη του, συνταγείσα ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Γυθείου Γ.
Π., εγκατέστησε κληρονόμους του κατ' ισομοιρία τα δύο τέκνα του, Τ. Δ. του Γ. και Σ. Δ. του Γ., με την παραγγελία να διανείμουν όλη την περιουσία του σε δύο ίσα μερίδια και να λάβει ο καθένας από ένα. Ο ως άνω διαθέτης δεν μνημονεύει ειδικώς στη διαθήκη του την κληρονομιαία περιουσία του, πλην όμως αυτός κάνει ρητή αναφορά σε αυτήν (διαθήκη) για την τύχη ενός ανεμόμυλου, που βρίσκεται στο άκρο του χωρίου ...
πλησίον του Ναού του Αγίου … ορίζοντας σχετικώς: "...ούτος δε ο υιός του να κρατήση προς συντήρησίν του τον ανεμόμυλον όστις κείται εις το άκρον του χωρίου ... πλησίον του Ναού Αγίου …..., ο οποίος υπήρχε τουλάχιστον από το έτος 1809 μέχρι το έτος 1972, οπότε κατεδαφίσθηκε από την Σ. Μ. (S. M.) και περιλαμβανόταν σε τμήμα της ως άνω μείζονος εκτάσεως δίπλα στο Ναό του Αγίου … και το νεκροταφείο του ...
και συγκεκριμένα μεταξύ των υπ' αρ. 16 και 5α γεωτεμαχίων του από Ιουλίου 1973 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Δ. Π., πλησίον δηλ. του οικισμού του ..., το οποίο πωλήθηκε από τους κληρονόμους του Δ. Δ. στη Σ. Μ. (S.M.) το έτος 1972 με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. .../14.08.1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γυθείου Θ.
Λ., στο οποίο δε συμβόλαιο αναφέρεται ότι η πωληθείσα έκταση είναι αγρός (βοσκότοπος), κείμενος στην θέση ... της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου Γυθείου, ειδικώς ονομαζόμενη "...", εκτάσεως 1 στρέμματος περίπου, "μετά του εν αυτώ ερειπίου ανεμόμυλου". Ερείπια δε του ανωτέρω ανεμόμυλου στην ανωτέρω θέση εμφαίνονται και σε σχετική φωτογραφία εκ του ιδιωτικού αρχείου του Δ.
Δ. του Θ., ενός των κληρονόμων των ανωτέρω. Οι δια της δημοσίας διαθήκης του Γ. Δ. κληρονόμοι του και υιοί του, Τ. Δ. και Σ. Δ., υπεισήλθαν στην κληρονομιά του πατρός τους, ασκώντας τις αναφερόμενες κατωτέρω εμφανείς πράξεις νομής επί της ευρύτερης εκτάσεως των 231 στρεμμάτων με πρόθεση κληρονόμου και με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. .../11.05.1880 συμβόλαιο εξωδίκου διανομής του τότε συμβολαιογράφου Γυθείου Γ.
Π. αποδέχθηκαν τη διαθήκη του πατέρα τους καθ' όλες τις διατάξεις της και διένειμαν την κληρονομιαία εκ του πατρός τους περιουσία, στην οποία περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, και η ανωτέρω μείζονα έκταση, που κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο συμβόλαιο αυτό αποτελείτο από δύο "αγρούς", που αναφέρονται σε αυτό με τους αριθμούς 5 και 6, κείμενους στην θέση "..." του ορίου "..." και συγκεκριμένα εκ του με αριθμό 5 αγρού και συγκεκριμένα: "5) έτερον αγρόν εις θέσιν ...
του ανωτέρω ορίου, εκ στρεμμάτων εκατόν πεντηκοντα (150), συνορευόμενου γύρωθεν με ομοίους του Α. Δ., Π. Δ. και άμμον θαλάσσης" και εκ του με αριθμού 6 αγρού "6) έναν αγρόν εις την αυτή θέσιν και όριον ...), τοιχογυρισμένου, εκ στρεμμάτων τεσσαράκοντα (40), συνορευόμενου γύρωθεν με όμοιους των Β., Δ. και κήπους της επομένης οικίας...".
Πρέπει δε να επισημανθεί ότι, σύμφωνα την ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη διανομής, όλη η ως άνω έκταση στην θέση ..., υπ' αρ. 5 και 6 αγροί της ανωτέρω πράξεως, περιήλθαν στην μερίδα του ενός των αδερφών, ήτοι του Τ. Δ. του Γ., πλην όμως στην πράξη ουδέποτε τηρήθηκε η ανωτέρω συμφωνία, με συνέπεια τόσο ο Τ. Δ. και ο αδερφός του Σ.
Δ., όσο και οι δικοί τους διάδοχοι να συννέμονται όλη την έκταση των 231 στρεμμάτων από κοινού, κατά το αναλογούν εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο έκαστος θεωρώντας ότι είναι συγκύριοι αυτής κατά το αντίστοιχο εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο έκαστος. Οι Τ. και Σ. Δ. απεβίωσαν τα έτη 1884 και 1893, αντίστοιχα, και κληρονομήθηκαν, ο μεν πρώτος από τον υιό του Δ.
Δ. του Τ., ο οποίος υπεισήλθε στο 1/2 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω μείζονος έκτασης, με πρόθεση κληρονόμου, ασκώντας τις αναφερόμενες κατωτέρω εμφανείς πράξεις νομής, ο δε δεύτερος κληρονομήθηκε από τους υιούς του, Π. Δ. και Γ. Δ. του Σ., έκαστος των οποίων υπεισήλθε στο 1/4 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω μείζονος έκτασης, με πρόθεση κληρονόμων, ασκώντας τις αναφερόμενες κατωτέρω εμφανείς πράξεις νομής.
Ακολούθως ο Γ. Δ. του Σ. μεταβίβασε το κληρονομικό μερίδιο του 1/4 εξ αδιαιρέτου στον αδερφό του, Π. Σ. Δ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. .../06.04.1931 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Γυθείου Δ. Σ., και έτσι κατέστη ο τελευταίος συγκύριος της ως άνω έκτασης, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του λοιπού 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκοντος στον Δ.
Δ. του Τ.. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι και στο ανωτέρω συμβόλαιο γίνεται αναφορά περί της υπάρξεως ανεμόμυλου εντός της ευρύτερης εκτάσεως των 231 στρεμμάτων. Στη συνέχεια, το έτος 1933, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αρ. .../24.01.1933 πωλητηρίου συμβολαίου του ως άνω συμβολαιογράφου Γυθείου, Δ. Σ., ο Ι Δ. του Σ. (εγγονός του Π.
Δ.) αγόρασε από τον Δ. Δ. του Τ. το 1/4 εξ αδιαιρέτου εκ του συνολικού μεριδίου του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί της ανωτέρω εκτάσεως. Ενόψει των ανωτέρω μεταβιβάσεων, κατά την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα (23.02.1946) η ως άνω μείζων έκταση των 231 στρεμμάτων ανήκε κατά μεν ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου στον Π. Δ. του Σ., κατά δε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον Δ.
Δ. του Τ. και κατά το λοιπό ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου ανήκε στον Ιωάννη Δ. του Σπυρίδωνος (εγγονό του Π. Δ.). Περαιτέρω, το έτος 1953 (09.03.1953) απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο Π. Δ. του Σ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του, Μ. χήρα Π. Δ., το γένος Π. και Ε. Λ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, ήτοι κατά τα 2/16 ή 30/240 (ήτοι 1/4 των 2/4) εξ αδιαιρέτου και από τα δέκα τέκνα του, κατά το λοιπό ποσοστό των 3/4 εξ αδιαιρέτου, ήτοι από τους Π.
Δ., Ε. σύζυγο Κ. Π., Σ. Δ., Ε. σύζυγο Σ. Π., Ι.-Ι. Ο., Β. Δ., Α. Δ., Σ. σύζυγο Δ. Γ., Δ. Δ. και Γ. Δ., κατά ποσοστό 9/240 εξ αδιαιρέτου από καθένα εξ αυτών (τέκνων του). Την κληρονομιά του συζύγου και πατρός τους, αντίστοιχα, αποδέχθηκαν ρητώς όλοι οι ανωτέρω με τις νομίμως μεταγραφείσες υπ' αριθμ. .../17.09.1973 και .../09,11.1970 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Γυθείου Θ.
Ι. Λ.. Το έτος 1967 (13.08.1967) απεβίωσε ο Δ. Δ. του Τ., συγκύριος κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου της ως άνω μείζονος εκτάσεως, ο οποίος κατέλειπε την υπ' αριθμ. .../13.10.1964 δημόσια διαθήκη, συνταγείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Γυθείου Κ. Λ., νομίμως δημοσιευθείσα με το υπ' αριθμ. …/04.10.1967 πρακτικό του Πρωτοδικείου Γυθείου, με την οποία εγκατέστησε ως κληρονόμους του αφενός μεν τα τέκνα του, Θ.
Δ., Η. Δ. και Κ. Δ., σε καθένα των οποίων κατέλειπε την ψιλή κυριότητα, κατά ποσοστό 20/240 (1/4 συνολικώς) εξ αδιαιρέτου επί της ως άνω εκτάσεως, αφετέρου δε τη σύζυγό του, Μ. χήρα Δ. Δ., στην οποία κατέλειπε την ισόβια επικαρπία των 60/240 (1/4) εξ αδιαιρέτου. Εκ των εγκαταστάτων, οι μεν Κ. Δ., Θ. Δ. και Μ. χήρα Δ. Δ.. αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς, κατά τα ως άνω, κληρονομιά, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ' αριθμ. .../17.09.1973 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Γυθείου Θ.
I. Λ., ο δε Η. Δ. Δ.. αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά (ήτοι τα 20/240 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας), δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ' αριθμ. .../20.10.1969 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ.-Α.. Στη συνέχεια, ο Η. Δ. Δ.. δώρισε με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. .../20.10.1969 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Κ.-Α. στη Λ. θυγ. Δ. Δ., συζ. Α. Κ., τα 3/60, ή το 1/20 ή τα 12/240 ποσοστά εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας του όλου ακινήτου στη ... ..., που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, κατά τα προρρηθέντα. Στη συνέχεια, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθμ. .../15.03.1973 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Κ.- Α., όπως αυτό διορθώθηκε από το υπ' αριθμ, .../26.06.1973 διορθωτικό συμβόλαιο υπό τον τίτλο "Διόρθωσις συμβολαίου και κατάθεσις διαγράμματος εμφαίνοντος έκτασιν πωληθέντος ακινήτου" του συμβολαιογράφου Σκοπέλου, Β. Π., στο οποίο επισυνάφθηκε το από Ιουνίου 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.
Π. και δια του οποίου διορθώθηκε η αναφερόμενη στην ως άνω πράξη αποδοχής έκταση από 600 στρέμματα σε 231 στρέμματα, το οποίο επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, ο προαναφερόμενος Ι Δ. του Σ. πώλησε στον Η. Δ. του Δ., το 1/4 εξ αδιαιρέτου της ως άνω έκτασης, το οποίο είχε αγοράσει, όπως προαναφέρθηκε, από τον Δ. Δ. του Τ.. Κατόπιν των ανωτέρω μεταβιβάσεων συγκύριοι της όλης εκτάσεως των 231 στρεμμάτων ήταν οι κάτωθι: 1) Η Μ.
χήρα Π. Δ., το γένος Π. και Ε. Λ., κατά τα 30/240 ποσοστά εξ αδιαιρέτου, 2) Οι Δ. Π. Δ., Γ. Π. Δ., Σ. Π. Δ., Π. Π. Δ., Β. Π. Δ., Ε. Π. Δ., συζ. Κ. Π., Α. Π. Δ., Σ. Π. Δ., συζ. Δ. Γ., Ε. Π. Δ., συζ. Σ. Π. και Ι.-Ι. Π. Δ., συζ. Γ. Ο., κατά τα 9/240 ποσοστά εξ αδιαιρέτου έκαστος, 3) Ο Η. Δ. Δ. -αποβιωσάσης εν τω μεταξύ της επικαρπώτριας μητέρας του, Μ. χήρας Δ. Δ., κατά τα 68/240 ποσοστά εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας (8/240 ποσοστά εξ αδιαιρέτου, που του απέμειναν από τον πατέρα του, κατόπιν της μεταβιβάσεως των 12/240 ποσοστών στη Λ.
Δ. Δ., και 60/240 που είχε αγοράσει από τον Ιωάννη Δ. του Σπυρίδωνος, κατά τα ανωτέρω), 4) Οι Κ. Δ. Δ. και Θ. Δ. Δ.-αποβιωσάσης της επικαρπώτριας μητέρας τους, Μ. χήρας Δ. Δ. -, κατά τα 20/240 ποσοστά εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας έκαστος, 5) Η Λ. Δ. Δ., συζ. Α. Κ. - αποβιωσάσης της επικαρπώτριας μητέρας της, Μ. χήρας Δ. Δ.-, κατά τα 12/240 ποσοστά εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας.
Περαιτέρω, οι ανωτέρω συγκληρονόμοι του Π. Δ. του Σ., έχοντες το 1/2 εξ αδιαιρέτου των 231 στρεμμάτων και οι συγκληρονόμοι του Δ. Δ. του Τ., έχοντες το λοιπό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ως άνω εκτάσεως επιθυμούντες να ενεργήσουν μερική διανομή κατά τρόπον, ώστε οι κληρονόμοι του Π. Δ. να παραμείνουν μόνοι αυτοί σε μερικότερη κοινωνία στο ήμισυ της εκτάσεως των 231 στρεμμάτων και οι κληρονόμοι του Δ.
Δ. να παραμείνουν μόνοι αυτοί σε μερικότερη κοινωνία στο έτερο ήμισυ της ως άνω εκτάσεως αρχικώς, ανέθεσαν στον τοπογράφο μηχανικό, Δ. Π., να εκπονήσει τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της όλης έκτασης των 231 στρεμμάτων, δια του οποίου η μείζων έκταση των 231 στρεμμάτων να κατατμηθεί σε μερικότερα ακίνητα. Πράγματι ο τελευταίος συνέταξε το από Ιουλίου 1973 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Α, προσυπογραφέν από όλους τους συγκληρονόμους των Π.
και Δ. Δ., με το οποίο η ανωτέρω μείζων έκταση κατατμήθηκε σε 29 μερικότερα ακίνητα υπό τα αριθμητικά στοιχεία 1 έως 29. Εν συνεχεία, οι ως άνω κληρονόμοι των Π. και Δ. Δ. προέβησαν στην κατάρτιση του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../17.09.1973 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Γυθείου Θ. I. Λ. και το οποίο κατά την επισκόπηση αυτού σε συνδυασμό με το ανωτέρω τοπογραφικό ταυτίζεται πλήρως κατά θέση, έκταση και όρια με την προπεριγραφείσα έκταση, την οποία νέμονταν αδιαλείπτως ο Τ.
Ν. Δ. και οι εξ αυτού κληρονόμοι (κτήμα Δ.), στο οποίο (διανεμητήριο συμβόλαιο) επισυνάφθηκε και το ανωτέρω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα. Δυνάμει της ως άνω πράξεως διανομής οι κληρονόμοι του Π. Δ., ήτοι η Μ. χήρα Π. Δ. και τα δέκα τέκνα της, έλαβαν ως μερίδιο εκ του διανεμόμενου ακινήτου στην συγκυριότητά τους και δη η μεν πρώτη εξ αυτών κατά τα 30/120 εξ αδιαιρέτου, οι δε λοιποί δέκα κατά τα 9/120 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, τα ακίνητα με τους αριθμούς 2, 4, 6, 8, 10, 17, 19, 20, 22, 24, 26, 28, και 14 και εκ του υπ' αριθμ. 6α αγροτεμαχίου δύο τμήματα, συνολικής έκτασης 2.040 τ.μ.
του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος. Επομένως, βάσει της ως άνω πράξεως διανομής περιήλθε στην συγκυριότητα των κληρονόμων του Π. Δ., μεταξύ άλλων, και το υπ' αριθμόν τέσσερα (4) αγροτεμάχιο του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, έκτασης 7.190 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει, κατά το συμβόλαιο διανομής σε συνδυασμό με το ανωτέρω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, γύρωθεν βορείως με το υπ' αρ.
δέκα πέντε (15) ακίνητο του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, δυτικώς με το υπ' αρ. τρία (3) ακίνητο του ανωτέρω τυπογραφικού σχεδιαγράμματος, νοτίως εν μέρει με το υπ' αρ. δεκατρία (13) και εν μέρει με το υπ' αρ. πέντε (5) ακίνητα του ανωτέρω τοπογραφικού διαγράμματος και ανατολικώς με το υπ' αρ. πέντε (5) ακίνητο του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, μερικότερο δε τμήμα του οποίου είναι το επίδικο.
Συγκεκριμένα, οι κληρονόμοι του Π. Δ. του Σ. και δη: I) Μ. χήρα Π. Δ., το γένος Π. και Ε. Λ., 2) Π. Δ. του Π. και της Μ., 3) Ε. σύζυγος Κ. Π., το γένος Π. και Μ. Δ., 4) Σ. Δ. του Π. και Μ., 5) Ε. σύζυγος Σ. Π. το γένος Π. και Μ. Δ., 6) Ισμήνη θυγατέρα Π. και Μ. Δ., 7) Β. Δ. του Π. και Μ., 8) Α. θυγατέρα Π. και Μ. Δ., 9) Σ. σύζυγος Δ. Γ., το γένος Π. και Μ.
Δ., 10) Δ. Δ. του Π. και Μ. και 11) Γ. Δ. του Π. και Μ. μεταβίβασαν τμήμα του προπεριγραφέντος υπ' αρ. τέσσερα (4) αρχικού αγροτεμαχίου, εμβαδού 1.080 τ.μ., στον δικαιοπάροχο των εναγόντων, Δ. Α. του Δ., δυνάμει του προαναφερθέντος νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../22.09.1973 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ.
X. Α., και συνεπώς ο τελευταίος κατέστη κύριος του επιδίκου, καθόσον οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοι του Δ. Α. είχαν καταστεί κύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, καθ' όλη τη χρονική περίοδο τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα και πάντως από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και εντεύθεν μέχρι την 11η.09.1915, όλα τα προαναφερθέντα μέλη της οικογένειας Δ., ο καθένας από αυτούς, κατά το ανωτέρω αναφερόμενο αντίστοιχο διάστημα, ασκούσαν επί της ως άνω ευρύτερης εκτάσεως των 231 στρεμμάτων στην θέση "...", γνωστή ως "κτήμα Δ.", οριοθετούμενη ανατολικώς και νοτίως με θάλασσα, βορείως και βορειοδυτικώς με υφιστάμενο οικισμό ...
και δυτικώς με μανδρότοιχο, συνεχώς και αδιαλείπτως, όλες τις προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό της διακατοχικές πράξεις με διάνοια αληθινών συγκυριών, έκαστος κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του, με καλή πίστη, έχοντας δηλαδή την ειλικρινή πεποίθηση τόσο κατά την κτήση της νομής, όσο και καθ' όλο το χρονικό διάστημα ενασκήσεως της νομής από τους ίδιους, ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου προσώπου επ' αυτής και ειδικότερα του Ελληνικού Δημοσίου, αλλ' αντιθέτως η από αυτούς διακατεχόμενη εδαφική έκταση αποτελούσε ιδιοκτησία τους.
Συγκεκριμένα, τα προαναφερόμενα μέλη της οικογένειας του Τ. Ν., ή Δ. του οποίου η ύπαρξη αποτελεί αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός, τοπικό πασίδηλο στην ευρύτερη περιοχή του Γυθείου και όλης της Μάνης, και ο οποίος κατά την Ελληνική Επανάσταση, όντας οπλαρχηγός στρατιωτικού σώματος Μανιατών με το γιο του Γ.
Ν. ή Δ., χρησιμοποιούσε ολόκληρη την έκταση των 231 στρεμμάτων για την συντήρηση των στρατιωτών του-καλλιεργούσαν κυρίως με κριθάρι και λούπινα-ενόψει της ελλείψεως ιδιαίτερης καλλιεργητικής φροντίδας και της προσαρμοστικότητας αυτών σε εδάφη με λίγο χώμα όπως η ανωτέρω εδαφική έκταση-τα τμήματα της ως άνω έκτασης, που ήταν επιδεκτικά καλλιέργειας με αξίνες και εν μέρει με μικρό άροτρο, παραδεδεγμένο τρόπο καλλιέργειας σε όλη την περιοχή της Μάνης εξαιτίας του κατά κύριο λόγο πετρώδους εδάφους αυτής, εκμίσθωναν τα μη καλλιεργήσιμα τμήματα αυτής ως βοσκότοπους σε βοσκούς με αντάλλαγμα κυρίως τυρί, εντός της μείζονος εκτάσεως είχαν ανεγείρει πέτρινα μαντριά, για να παραχειμάζουν οι βοσκοί τα ποίμνιά τους, πέτρινα αλώνια και πέτρινους οικίσκους, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικοί χώροι αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, που παράγονταν από την ευρύτερη περιοχή και ως οικίες όσων εργάζονταν στην ανωτέρω εδαφική έκταση, εκμεταλλεύονταν τον προαναφερόμενο στην υπ' αρ. .../22.05.1878 δημόσια διαθήκη του Γ.
Ν. και .../24.01.1933 πωλητήριο συμβόλαιο ανεμόμυλο, που κατασκευάσθηκε το έτος 1809 εντός της μείζονος εκτάσεως, ο οποίος λειτουργούσε συνεχώς έκτοτε προκειμένου να αλέθουν το σιτάρι, προέβαιναν σε οριοθετήσεις της ευρύτερης (μείζονος) έκτασης και επόπτευαν την μείζονα έκταση, αποτρέποντας επεμβάσεις τρίτων σ' αυτήν.
Τα ανωτέρω επιρρωνύονται από το γεγονός, ότι ίχνη καλλιέργειας και εν γένει εκμετάλλευσης, όπως παλαιές αναβαθμίδες, "πεζούλες", που χρησίμευαν για την στήριξη του εδάφους των καλλιεργήσιμων τμημάτων της ως άνω εκτάσεως, καθώς και θεμέλια παλαιών οικίσκων, αποθηκευτικών χώρων, αλωνιών, διαχωριστικών μανδροτοίχων, ορνιθοτροφείου και μαντριών διαπιστώθηκαν σε όλη την μείζονα έκταση των 231 στρεμμάτων, όπως τούτο προκύπτει από το σκεπτικό των υπ' αρ. 1/1979 Ειρηνοδικείου Γυθείου (οριστική) και της ταυτάριθμης έκθεσης πρακτικών, όπου εμπεριέχεται και η θεώρηση της επίδικης έκτασης από τον Ειρηνοδίκη και 19/1979 Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου (τελεσίδικη) αποφάσεων, το οποίο σκεπτικό των ανωτέρω αποφάσεων βασίστηκε ιδίως στην αυτοψία των δικαστών, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, επί όλης σχεδόν της εδαφικής έκτασης των 231 στρεμμάτων, και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των τότε ανακοπτόντων και των μαρτύρων, δασικών υπαλλήλων και του τότε καθού Ελληνικού Δημοσίου, κατά τη συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γυθείου της από 17.10.1978 ανακοπής των κληρονόμων της οικογένειας Δ.
κατά του υπ' αριθ. πρωτ. .../1/27.09.1978 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του τότε Δασάρχη Γυθείου, το οποίο αφορούσε σε έκταση 194,578 στρεμμάτων στη θέση "...", η οποία περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ευρύτερης εκτάσεως των 231 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, όπως τούτο προκύπτει από το υπ' αριθμ, .../13.12.2011 πιστοποιητικό του Δασάρχη Γυθείου.
Σημειωτέον, ότι με τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις ακυρώθηκε το ανωτέρω πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής με το σκεπτικό ότι η εδαφική έκταση, από την οποία αποβλήθηκαν οι κληρονόμοι των Π. και Δ. Δ., αποτελούσε ιδιωτική έκταση, η οποία ανήκε πολύ πριν του έτους 1821 στην οικογένεια του Τ. Ν. ή Δ., τα μέλη της οποίας ανέκαθεν τη νέμονταν με τις προπεριγραφείσες εμφανείς πράξεις νομής με καλή πίστη και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ετών προ της 11ης.09.1915, συνυπολογιζομένου του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους -καθιστάμενοι, συνεπώς, κύριοι αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του β.ρ.δ..
Την ύπαρξη δε των ιχνών καλλιέργειας και γενικώς εκμετάλλευσης όλης της ανωτέρω εδαφικής περιοχής βεβαιώνει και ο τότε Επιθεωρητής Δασών Πελοποννήσου και Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με το υπ' αριθ. πρωτ. .../02.09.1978 έγγραφό του, αναφορικώς με τον χαρακτηρισμό της περιοχής, που αφορούσε το ως άνω εκδοθέν πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και ειδικότερα αναφέρει ότι μέρος της όλης έκτασης, 40 με 50 στρεμμάτων, παλαιότερα πιθανώς να καλλιεργείτο.
Εξάλλου, στο προαναφερθέν υπ' αρ. .../11.05.1880 συμβόλαιο διανομής του τότε συμβολαιογράφου Γυθείου Γ. Π. τα υπ' αρ. 5 και 6 ακίνητα, τα οποία κατά το διανεμητήριο περιέρχονταν στην αποκλειστική κυριότητα του Τ. Δ. του Γ., περιγράφονται ως αγροί και όχι ως χέρσα ή αγρίωμα, γεγονός που καταδεικνύει ότι κατά το χρόνο συντάξεως του ανωτέρω διανεμητηρίου η ευρύτερη περιοχή καλλιεργείτο.
Εκ των ανωτέρω δε καθίσταται σαφές ότι όλη η έκταση των 231 στρεμμάτων, λόγω της εδαφικής της μορφολογίας, ήταν δεκτική ανθρώπινης εξουσίασης. Πέραν των προαναφερομένων, τα μέλη της οικογένειας Δ. προέβησαν σε δωρεές τμημάτων της μείζονος έκτασης των 231 στρεμμάτων προς τον Δήμο Γυθείου και συγκεκριμένα το έτος 1916 έκταση τριών στρεμμάτων από την μείζονα έκταση των 231 στρεμμάτων δωρήθηκε από τον Δ.
Δ. του Τ. στην τότε Κοινότητα Μαυροβουνίου, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../16.01.1916 δωρητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Γυθείου Π. Μ., δωρεά την οποία αποδέχθηκε ο Πρόεδρος της Κοινότητας Μαυροβουνίου, Ν. Π., που εκπροσωπούσε την Κοινότητα δυνάμει της υπ'αριθ, …/15.01.1916 πράξης του κοινοτικού συμβουλίου, γεγονός που καταδεικνύει ότι η Κοινότητα Μαυροβουνίου αναγνώριζε ανεπιφύλακτα την οικογένεια Δ., ως ιδιοκτήτη της μείζονος αυτής έκτασης, ληφθέντος ιδίως υπόψη ότι εντός της δωρηθείσας εκτάσεως υπήρχε από πολλά έτη το νεκροταφείο του οικισμού του Μαυροβουνίου.
Με βάση τα προαναφερόμενα, όσον αφορά αρχικά στο χρονικό διάστημα από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και την 11η.09.1915, οι κατωτέρω απώτατοι δικαιοπάροχοι του αμέσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων, Δ. Α., ήτοι Τ. Ν., ή Δ., ο υιός του Γ. Ν. ή Δ., τα τέκνα αυτού, Τ. και Σ. Δ. του Γ. και τα δικά τους τέκνα Δ. Δ. του Τ. και Γ. και Π.
Δ. του Σ., ασκούσαν, υπεισερχόμενοι με πρόθεση κληρονόμου στην κληρονομιά των πατέρων τους, επί της μείζονος έκτασης των 231 στρεμμάτων, συνεχώς και ακωλύτως όλες τις προπεριγραφόμενες προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό της πράξεις νομής, έκαστος κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του- πλην των αρχικών δικαιοπαρόχων, Τ.
Ν. ή Δ. και τον γιο του Γ. Ν. ή Δ., οι οποίοι μόνοι νέμονταν όλη την ως άνω έκταση- με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου και δη του Ελληνικού Δημοσίου, αλλ' αντιθέτως ότι νέμονται δική τους εδαφική έκταση. Το γεγονός δε ότι οι προαναοερόμενοι δικαιοπάροχοι ενεργούσαν με καλή πίστη συνάγεται από το ότι, αφενός μεν ο Σ.
και ο Τ. Δ. στηρίζονταν στην προαναφερθείσα υπ' αριθ. .../1878 δημόσια διαθήκη του πατέρα τους, Γ. Ν. ή Δ., που αφορούσε και την ως άνω μείζονα έκταση, και για το λόγο αυτό προέβησαν στην κατάρτιση του υπ' αριθ. .../1880 συμβολαίου διανομής, όπου και χαρακτήρισαν την έκταση αυτή ως αγρό και όχι ως αγρίωμα ή ως χέρσο τόπο, έχοντας την πεποίθηση ότι αυτή ανήκει στην οικογένεια Δ., δεδομένου δε ότι τόσο οι ίδιοι όσο και ο ανιόντες αυτών νέμονταν την ευρύτερη έκταση ακωλύτως κατά τα προαναφερθέντα, αφετέρου δε οι ίδιοι αλλά και οι διάδοχοί τους, Δ., Γ.
και Π. Δ., συνέχισαν την άσκηση της νομής επί της ως άνω έκτασης, ως έπρατταν και οι δικοί τους δικαιοπάροχοι, χωρίς ποτέ να παρεμποδιστούν από κάποιον τρίτο, βασιζόμενοι στους προαναφερόμενους νόμιμους τίτλους και έχοντας έτσι και αυτοί την ειλικρινή πεποίθηση ότι το σύνολο της έκτασης στη θέση ... ανήκε ανέκαθεν στην οικογένειά τους και ότι δεν προσβάλλουν με την άσκηση των προπεριγραφομένων πράξεων νομής δικαίωμα τρίτου και δη του Ελληνικού Δημοσίου.
Εξάλλου, την πεποίθηση, ότι η ανωτέρω εδαφική έκταση ανήκε στην οικογένεια του Τ. Ν. ή Δ. και των κληρονόμων του, την είχαν και όλοι οι κάτοικοι του Μαυροβουνίου και του Γυθείου, χωρίς ουδέποτε να τεθεί υπό αμφισβήτηση το ιδιοκτησιακό καθεστώς από αυτούς ή από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν προέβαλλε ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της έκτασης αυτής.
Συνεπώς, με τη συμπλήρωση στο πρόσωπο των ανωτέρω αδιάλειπτης νομής με καλή πίστη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι την 11η.09.1915, με την προσμέτρηση στον χρόνο σύννομης τους και εκείνου των δικαιοπαρόχων τους, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, οι καθολικοί διάδοχοι του Τ.
Ν. ή Δ. υπεισέρχονταν στην νομή των δικαιοπαρόχων τους ατύπως με σαφή όμως πρόθεση να καταστούν οι ίδιοι κληρονόμοι κατά το αναλογούν σ' αυτούς κληρονομικό μερίδιο, ασκώντας προς τούτο τις προαναφερθείσες πράξεις νομής, αυτοί απέκτησαν σε κάθε περίπτωση με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του β.ρ.δ.
δικαίου, την κυριότητα ολόκληρης της μείζονος εκτάσεως των 231 στρεμμάτων, στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας Μαυροβουνίου και επομένως και του επίδικου ακινήτου, ως αδιάσπαστου μικρότερου εδαφικού τμήματος της ενιαίας μείζονος αυτής εκτάσεως, το οποίο έκτοτε ως ιδιωτική ιδιοκτησία κατέστη δεκτικό μεταβίβασης με παράγωγο τρόπο και συνέχισε να είναι δεκτικό χρησικτησίας και μετά την ως άνω ημερομηνία, μη εφαρμοζομένων επομένως των διατάξεων των άρθρων 215 του Ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τον Α.Ν. 1539/1938 και του άρθρου 16 του Α.Ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του Ν.Δ. 86/1969 και 2 και 4 του Α.Ν. 1539/1938, υπό την παραδοχή ότι το επίδικο κατά την έναρξη ισχύος των ανωτέρω νόμων ήταν δάσος, ή δασική έκταση ή χορτολιβαδική έκταση, περί αποκλειστικής νομής του Ελληνικού Δημοσίου και κατ' ακολουθίαν τούτου της αδυναμίας κτήσεως και ασκήσεως νομής κατά τα προαναφερθέντα στην μείζονα πρόταση.
Περαιτέρω, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι κατά την απελευθέρωση του Ελληνικού Έθνους από τον τουρκικό ζυγό η μείζονα έκταση των 231 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, περιήλθε στο Ελληνικό κράτος, υπό την ιδιότητα αυτού ως διαδόχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης της 9ης.07.1832 και τα από 3 Φεβρουάριου, 4-16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου-1 Ιουλίου του 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, ή ότι περιήλθε στο Ελληνικό κράτος ως κτήμα ανήκον σε Οθωμανούς, το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε και δήμευσε κατά τη διάρκεια του αγώνα ή ως κτήμα εγκαταλελειμμένο, κατά την υπογραφή των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς, οι οποίοι αποχώρησαν από τις χώρες, οι οποίες προσδιορίσθηκε να αποτελέσουν το Ελληνικό Κράτος και επομένως δεν δεσπόζονταν πλέον από αυτούς, λαμβανομένου δε και υπόψη ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι ο Τ.
Ν. Δ. είχε παρουσιάσει τους τυχόν υπάρχοντες νομίμους τίτλους ιδιοκτησίας του στη Γραμματεία Οικονομικών εντός της προβλεπομένης νόμιμης προθεσμίας, και πάλι και σε αυτήν την περίπτωση η τυχόν υπάρξασα κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου απωλέσθηκε, εφόσον τα προαναφερόμενα μέλη της οικογένειας Δ. με τις ως άνω αναφερόμενες πράξεις νομής και τους αναφερθέντες τρόπους διαδοχής κατείχαν και νέμονταν την μείζονα έκταση και επομένως και το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη για χρονικό διάστημα πλέον των τριάντα ετών μέχρι και την 11 η.09.1915, καθιστάμενοι κύριοι της έκτασης αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το β.ρ.δ., αδιαφόρως της μορφολογίας που εμφάνιζε η ως άνω έκταση (δάσος, δασική ή χορτολιβαόική έκταση) και συνεπώς οι σχετικοί ισχυρισμοί του εναγομένου περί περιελεύσεως του επιδίκου στην κυριότητά του δυνάμει των προαναφερθέντων συνθηκών και πρωτοκόλλων, τους οποίους επαναφέρει με το σχετικό τρίτο (υπό στοιχ.
α') λόγο της έφεσής του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η οικογένεια Δ. και μετά το 1915 συνέχιζε να νέμεται με καλή πίστη όλη την ευρύτερη περιοχή στην θέση ... με τις ανωτέρω πράξεις νομής με τη μόνη διαφορά ότι σταδιακά έπαυσε η καλλιέργεια αυτής, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Μετά δε το έτος 1945 τα μέλη της οικογένειας Δ., πέραν των ως άνω πράξεων νομής προέβησαν σε παραχώρηση χώρου μεταξύ του νεκροταφείου και του γερμανικού δρόμου για την κατασκευή χώρου παιδικής χαράς μεταξύ των ακινήτων υπ' αρ. 5 α και 16 στο από Ιουλίου 1973 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.
Π.. Παράλληλα, προέβησαν αυτοί στη διάνοιξη δρόμων και διαπλάτυνση των ήδη υφισταμένων, όπως ο καλούμενος "Γερμανικός" λόγω της διάνοιξής του υπό των Γερμανικών κατοχικών δυνάμεων, εμφαινόμενος στα προαναφερθέντα τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, στην σύνταξη τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων και σε μεταξύ τους μεταβιβάσεις τμημάτων της ευρύτερης έκτασης, μετά δε ιδίως τη διανομή της ως άνω έκτασης των 231 στρεμμάτων το έτος 1973 (δυνάμει του υπ' αρ. 6.403/17.09.1973 συμβολαίου διανομής) μεταβίβασαν διαδοχικά πολλά από τα διαιρετά τμήματα που δημιουργήθηκαν σε τρίτα άτομα, που προέβαιναν στη συνέχεια στην έκδοση οικοδομικών αδειών από τα αρμόδια Πολεοδομικά Γραφεία Σπάρτης και Γυθείου και στην ανέγερση οικοδομημάτων, χωρίς ουδέποτε να παρακωλυθούν από το εναγόμενο και τις υπηρεσίες του.
Εξάλλου, τόσο ο δικαιοπάροχος των εναγόντων από την κατάρτιση του ανωτέρω συμβολαίου αγοραπωλησίας από τους κληρονόμους του Π. Δ., όσο και οι ενάγοντες μετά τον θάνατο αυτού έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (02.03.2012) ασκούσαν αδιαλείπτως και ακωλύτως κάθε προσιδιάζουσα στην φύση και στον προορισμό του πράξη κατοχής διανοία κυρίου και ειδικότερα το επέβλεπαν, το οριοθετούσαν, το περιέφραξαν και το προστάτευαν από καταπατήσεις τρίτων με καλή πίστη, πιστεύοντας ειλικρινώς κατά την κτήση της νομής του επιδίκου ότι οι δικαιοπάροχοί τους είναι οι αληθείς κύριοι της μεταβιβασθείσας έκτασης και επομένως ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με την κατάρτιση του ως άνω τίτλου.
Εκ της ανωτέρω δε αδιάλειπτης ασκήσεως διακατοχικών πράξεων διανοία κυρίου από τους ανωτέρω δικαιοπαρόχους των εναγόντων επί της μείζονος εκτάσεως των 231 στρεμμάτων τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα και εντεύθεν έως την άσκηση της ένδικης αγωγής σαφώς αποδεικνύεται ότι ουδέποτε η εδαφική έκταση, που περιλαμβάνει το επίδικο, ήταν ή κατέστη αδέσποτη κατά την έννοια του άρθρου 16 του β.δ. 21.6/10.07.1837, όπως τούτο επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού, αφού δεν αποδείχθηκε ούτε ότι κατά την έναρξη ισχύος του ανώτεροι βασιλικού διατάγματος (10.07.1837) η ευρύτερη έκταση ήταν αδέσποτη, ούτε ότι ουδείς των δικαιοπαρόχων των εναγόντων ουδέποτε εκδήλωσε σαφή βούληση να εγκαταλείψουν τη νομή της ευρύτερης έκτασης των 231 στρεμμάτων, συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου, ώστε αυτή, εν όλω ή εν μέρει να καταστεί αδέσποτη και συνεπώς η ένσταση του εναγομένου περί κτήσεως της κυριότητος της επίδικης εδαφικής έκτασης από το Ελληνικό Δημόσιο, ως αδέσποτο, την οποία επαναφέρει με τον σχετικό τρίτο (υπό στοιχ.(γ') λόγο της έφεσής του, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν.
Επιπροσθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε μετά το έτος 1915 κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία στη μείζονα έκταση των 231 στρεμμάτων και ιδίως στο επίδικο ακίνητο, καθόσον το εναγόμενο ουδόλως απέδειξε την άσκηση πράξεων νομής επ' αυτού δια των οργάνων του για το απαιτούμενο εκ του νόμου χρονικό διάστημα έως και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.
Το γεγονός δε ότι σε βάρος των κληρονόμων του Π. Δ. και του Δ. Δ. του Τ. εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../1/1978 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του τότε Δασάρχη Γυθείου για έκταση 194,578 στρεμμάτων στη θέση ..., για το λόγο ότι αυτοί είχαν καταλάβει δημόσια δασική έκταση, δεν αναιρεί τα προαναφερόμενα, καθόσον το πρωτόκολλο αυτό έχει ακυρωθεί τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 19/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, που εκδόθηκε επί εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 1/1979 απόφασης του Ειρηνοδικείου Γυθείου, που είχε εκδοθεί επί της από 17/10/1978 ανακοπής των κληρονόμων του Δημητρίου και του Π.
Δ., η οποία έκρινε ότι η ως άνω έκταση των 194,578 στρεμμάτων δεν είναι δημόσια έκταση και πάντως το εναγόμενο δεν προέβη σε ουδεμία άλλη εξώδικη ή δικαστική ενέργεια επί του συνόλου ή μέρους της εδαφικής έκτασης των 231 στρεμμάτων. Στην έκταση δε αυτή περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, όπως τούτο προκύπτει σαφώς και από το υπ' αριθ.
πρωτ. .../13.12.2011 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών Λακωνίας, Δασαρχείο Γυθείου, σύμφωνα με το οποίο βεβαιώνεται, ότι το με αριθμό ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο, ήτοι το επίδικο ακίνητο, βρίσκεται στην περιοχή για την οποία είχε εκδοθεί το ως άνω υπ' αρ. .../1/27.09.1978 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, το οποίο τελεσιδίκως ακυρώθηκε με την ως άνω υπ' αρ. 19/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και εμπεριέχεται εντός αυτού.
Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, αφότου η ευρύτερη έκταση των 231 στρεμμάτων κατέστη ιδιωτική, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 215 του Ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τον Α.Ν. 1539/1938 και του άρθρου 16 του Α.Ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του Ν.Δ. 86/1969 και 2 και 4 του Α.Ν. 1539/1938, περί πλασματικής νομής του Ελληνικού Δημοσίου υπό την παραδοχή ότι το επίδικο κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος των ανωτέρω νόμων ήταν δάσος ή χορτολιβαδική έκταση.
Ενόψει δε των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η μείζων έκταση των 231 στρεμμάτων ή το επίδικο ακίνητο περιήλθε στο εναγόμενο με έκτακτη χρησικτησία μετά το έτος 1915 και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, τον οποίο επαναφέρει με τον σχετικό τρίτο (υπό στοιχ δ') λόγο της έφεσής του.
Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. ... απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΧΕ διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Γυθείου, ενώ με την υπ' αριθ. ... απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ίδιου ως άνω Οργανισμού ορίσθηκε ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή του Γυθείου η 17η.03.2005.
Κατά δε τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής του Γυθείου το αναφερόμενο ως άνω ακίνητο, κατά τη μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογίκά βιβλία με ΚΑΕΚ ..., με έκταση 1.081 τ.μ, και με φερόμενο δικαιούχο δικαιώματος πλήρους κυριότητας το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν υποβολής από το τελευταίο της από 16.09.2002 δηλώσεως του ν. 2308/1995 περί εγγραφής αυτού ως δικαιούχου πλήρους δικαιώματος, ευρύτερης εδαφικής έκτασης 13.517,5 στρεμμάτων, συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου, και εν συνεχεία της υπ' αρ.
πρωτ. 98/11.02.2003 ενστάσεως αυτού, με την αιτιολογία ότι το επίδικο αποτελεί δάσος, βάσει των προσκομιζομένων αεροφωτογραφιών και ενόψει του τότε ισχύοντος-και ήδη δυνάμει του άρθρου 67 του Ν.4042/2012, ΦΕΚ Α 24/13.02.2012, μη ισχύοντος επί των εδαφικών εκτάσεων κειμένων στην περιφέρεια του Δήμου Ανατολικής Μάνης- τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων του αρθρ. 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 έγινε η ανωτέρω ένσταση δεκτή.
Όμως, από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δάσος ή ότι έφερε το χαρακτήρα δασικής έκτασης πριν το έτος 1915 ή ότι είχε τη μορφή ιδιωτικού δάσους ή ότι χρησιμοποιείτο ως βοσκότοπος ή ως χορτολιβαδική έκταση κατά την έννοια των β.δ. 3/15.12,1833 και 17/29,11.1836. Αντίθετα σε όλα τα συμβόλαια ή έγγραφα που υπάρχουν πριν το έτος 1915, η μείζων έκταση αρχικά των 195 στρεμμάτων και κατά νεότερη καταμέτρηση των 231 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, αναφέρεται ως "αγρός", τα δε προσκομιζόμενα από το εναγόμενο στοιχεία αφορούν το χρονικό διάστημα μετά το έτος 1945.
Η δε λήψη αεροφωτογραφιών τα έτη 1945 και 1998 δεν μπορεί να αναιρέσει την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων στο επίδικο, καθόσον είναι αποσπασματικές στη διαδρομή του χρόνου και ως εκ τούτου δεν καταδεικνύουν συνεχή και αδιάλειπτη άσκηση εκ μέρους του εναγομένου διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου.
Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του εναγομένου, που περιέχεται στον τρίτο (υπό στοιχ. α') λόγο της έφεσής του, ότι από τις προσκομιζόμενες από αυτό αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1998 προκύπτει ότι όλη η έκταση τιον 231 στρεμμάτων ήδη κατά το έτος 1945 έφερε την μορφή δάσους ή δασικής έκτασης, κατ' αρθρ. 3 παρ. 1 έως 3 του ν. 998/1979, με ποσοστό δασοκαλύψεως άνω του 40% και η εικόνα αυτή παρέμεινε αναλλοίωτη έως το 1998 τουλάχιστον, οπότε εμφαίνεται το επίδικο να έχει δασοκάλυψη 60%, αποτελούμενη από σχίνο, πουρνάρι και ασπάλαθο, είναι νομικώς αλυσιτελής καθόσον :
α) το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων του αρθρ. 62 παρ. 1 του ν, 998/1979 δεν ισχύει επί εδαφικών εκτάσεων κειμένων εντός των ορίων του Δήμου Ανατολικής Μάνης, δυνάμει του άρθρου 67 του Ν.4042/2012, ΦΕΚ Α 24/13.02.2012, όπως το επίδικο και η μείζων έκταση των 231 στρεμμάτων, β) Σε κάθε περίπτωση και υπό την παραδοχή ότι η επίδικη έκταση εμφάνιζε την μορφή δάσους, δασικής, ή χορτολιβαδικής έκτασης, κατά την περιέλευση αυτής στο Ελληνικό Κράτος δυνάμει των προαναφερομένων Συμβάσεων και Πρωτοκόλλων και κατά την έναρξη ισχύος του β.δ.
από 16 Νοεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών", ουδεμία αυτό επιρροή ασκεί, αφού το Ελληνικό Δημόσιο έχει απολέσει σε κάθε περίπτωση την κυριότητα του επιδίκου με την συμπλήρωση στο πρόσωπο των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων της αδιάλειπτης και καλόπιστης υπερτριακονταετούς νομής έως την 11η. 09.1915, καθιστάμενων επομένως αυτών κυρίων του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το τότε ισχύον β,ρ.δ.
δίκαιο, κατά τα προεκτεθέντα. Ο ειδικότερος δε ισχυρισμός του εναγόμενου, που επαναφέρεται με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, και δη ότι οι ενάγοντες δεν κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, λόγω του ότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας νόμιμες διατυπώσεις των άρθρων 60 παρ. 1 και 280 παρ. 3 του ν.δ. 86/1969 στα προαναφερθέντα συμβόλαια διανομής των κληρονόμων των Π.
και Δ. Δ., αλλά και στο ίδιο το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων και συνεπώς αυτά είναι απολύτως άκυρα κατ' αρθ. 174 Α.Κ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, και υπό την παραδοχή ότι το επίδικο βρίσκεται εντός δασικής έκτασης, ήτοι εντός αυτού φύετο δασική βλάστηση, υφιστάμενης αυτής από το έτος 1945 και εντεύθεν-γεγονός που σύμφωνα με τα ανωτέρω αποκλείστηκε', όπως διατείνεται το εναγόμενο, εφόσον το επίδικο, όπως προεκτέθηκε, βρίσκεται στη θέση ..., η οποία κείται εντός των εγκεκριμένων ορίων του οικισμού ... [προϋφισταμένου του Ν.Δ. 17/7/1923], όπως αυτά καθορίσθηκαν με την υπ' αρ. .../1939 απόφαση του τότε αρμοδίου Υπουργού Συγκοινωνιών και όπως η τελευταία τροποποιήθηκε εν συνεχεία με την υπ' αρ. .../29.07.1964 απόφαση του αρμοδίου Υπουργού Δημοσίων Έργων και εντός του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου της δημοτικής κοινότητας Γυθείου του Δήμου Ανατολικής Μάνης Λακωνίας, αυτό δεν θεωρείται δάσος ή δασική έκταση και συνακόλουθα δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, σύμφωνα με τα αρθρ. 3 παρ. 6 περιπτ.
ε) του ν. 998/3979, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 7 παρ. 15 του Ν.4164/2013, ΦΕΚ Α 156/9.07.2013, και αρ. 21 παρ. 2 του ν. 3208/2003, ΦΕΚ Α303/24.12.2003........
Συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα, η αρχική εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ως δικαιούχου δικαιώματος πλήρους κυριότητας αυτού, είναι ανακριβής, αφού ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, ήταν κατά τον χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου (17.03.2005) στην περιοχή του Γυθείου αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου.
Κατόπιν των ανωτέρω, η από 02.03.2012 αγωγή των ήδη εφεσίβλητων έπρεπε να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να αναγνωρισθεί ότι ο Δ. Α. του Δ. ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου κατά την έναρξη του Κτηματολογίου στην περιοχή του Γυθείου (17.03.2005) και να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Γυθείου, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., να αναγραφεί, αντί του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ως δικαιούχος δικαιώματος πλήρους κυριότητας, κατά την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου στην περιοχή του Γυθείου, ο Δ.
Α. του Δ., με τίτλο κτήσεως αυτού το υπ' αριθμ. .../22.09.1973 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Α., μεταγεγραμμένο στον τόμο ... και με αύξ. αρ. … ων Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γυθείου, Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, απορριπτομένων ως αβάσιμων των σχετικών λόγων της έφεσης του εναγομένου- εκκαλούντος, που υποστηρίζουν τα αντίθετα.
Κατ' ακολουθίαν και μη υφισταμένου άλλου λόγου έφεσης με τον οποίο να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση "...", εντός των εγκεκριμένων ορίων του οικισμού ...
και εντός του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου του Δήμου Γυθείου και ήδη Ανατολικής Μάνης Λακωνίας, εμβαδού 1.080 τ,μ. Αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου με αριθμ. 4 γεωτεμαχίου επιφανείας 7.190 τ.μ που αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης ενιαίας έκτασης, εμβαδού μετά νεότερη καταμέτρηση, κατά το έτος 1973, 231 στρεμμάτων, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα των εναγόντων κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εκ κληρονομίας, την οποία νομίμως αποδέχθηκαν δυνάμει της αναφερόμενης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, νομίμως καταχωρηθείσας στα κτηματολογικά φύλλα του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, δυνάμει της από 21-5-2009 ιδιόγραφης διαθήκης που δημοσιεύθηκε νόμιμα του Δ.
Α. του Δημητρίου. Ο τελευταίος απέκτησε το επίδικο, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../22.09.1973 συμβολαίου από τους αναφερόμενους αληθείς συγκυρίους αυτού: 1) Μ. χήρα Π. Δ., το γένος Π. και Ε. Λ., 2) Π. Δ. του Π. και Μ., 3) Ε. σύζυγο Κ. Π., το γένος Π. και Μ. Δ., 4) Σ. Δ. του Π. και Μ. 5) Ευδοκία σύζυγο Σωτηρίου Παπαϊωάννου, το γένος Π.
και Μ. Δ., 6) Ισμήνη θυγατέρα Π. και Μ. Δ., 7) Β. Δ. του Π. και Μ., 8) Α. θυγατέρα Π. και Μ. Δ., 9) Σταυρούλα σύζυγο Δημητρίου Γρήγορή, το γένος Π. και Μ. Δ., 10) Δ. Δ. του Π. και Μ. και 11) Γ. Δ. του Π. και Μ., απάντων κληρονόμων εξ αδιαθέτου του Π. Δ. του Σ.. Ότι το πωληθέν ως άνω ακίνητο, αποτελούσε τμήμα ενιαίας αγροτικής εδαφικής εκτάσεως 231 στρεμμάτων στη θέση ... ...
ανηκούσης στην οικογένεια Δ., γνωστό ως "κτήμα Δ.", το οποίο ανήκε αρχικώς από αμνημονεύτων ετών και πάντως προ του 1821, στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του Τ. Ν. ή Δ. (κτήμα Δ.), ο οποίος κληρονομήθηκε από το μοναδικό τέκνο του Γ. Ν. ή Δ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά του πατέρα του με πρόθεση κληρονόμου, ασκώντας τις λεπτομερώς αναφερόμενες εμφανείς πράξεις νομής σε ολόκληρη την έκταση των 231 στρεμμάτων.
Ότι κατόπιν των αναλυτικά αναφερόμενων καθολικών και ειδικών διαδοχών συγκύριοι της έκτασης των 231 στρεμμάτων κατέστησαν τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβανόμενα πρόσωπα, κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου το καθένα. Ότι οι συγκληρονόμοι του Π. Δ. του Σ. και του Δ. Δ. του Τ., με το .../1973 διανεμητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα κατέτμησαν την έκταση αυτή σε 29 μερικότερα ακίνητα, από τα οποία οι κληρονόμοι του Π.
Δ. έλαβαν τα με αριθμούς 2, 4, 6, 8, 10, 17, 19, 20, 22, 24, 26, 28 και 14, συνολικής έκτασης 88.955 τ.μ., κατά ποσοστό 30/210 εξ αδιαιρέτου η σύζυγος του και κατά ποσοστό 9/120 εξ αδιαιρέτου καθένα από τα δέκα τέκνα του, οι δε κληρονόμοι του Δ. Δ. έλαβαν τα λοιπά ακίνητα. Επομένως, βάσει της ως άνω πράξεως διανομής περιήλθε στην συγκυριότητα των κληρονόμων του Π.
Δ., μεταξύ άλλων, και το υπ' αριθμόν τέσσερα (4) αγροτεμάχιο του ανωτέρω τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, έκτασης 7.190 τ.μ., μερικότερο τμήμα του οποίου είναι το επίδικο, το οποίο μεταβιβάσθηκε σύμφωνα με όσα προαναφέρθησαν στον δικαιοπάροχο των εναγόντων Δ. Α.. Ότι, όλοι οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα και, πάντως, από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης μέχρι την 11/9/1915, αλλά και έκτοτε μέχρι το έτος 1973 ασκούσαν επί της ευρύτερης έκτασης των 231 στρεμμάτων (εντός της οποίας βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο του δικαιοπαρόχου των εναγόντων) συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό της, διακατοχικές πράξεις που αναφέρονται με διάνοια αληθινών συγκυρίων, καθένας κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του και με καλή πίστη, έχοντας την πεποίθηση ότι, τόσο κατά την κτήση της νομής, όσο και καθόλο το διάστημα ενάσκησης αυτής από τους ίδιους, δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων και δη του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και ότι η διακατεχόμενη από αυτούς έκταση αποτελεί ιδιοκτησία τους, με αποτέλεσμα να καταστούν συγκύριοι αυτής και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ, και συνεπώς και του επιδίκου, το οποίο ως ιδιωτική ιδιοκτησία κατέστη μετά την 11/9/1915 δεκτικό μεταβίβασης με παράγωγο τρόπο, αλλά και χρησικτησίας μετά την ανωτέρω ημερομηνία, ενόψει του ότι τα αναφερόμενα μέλη της οικογένειας Δ.
είχαν συμπληρώσει μέχρι την 11/9/1915 τριακονταετή άσκηση καλόπιστης νομής στην παραπάνω έκταση και είχαν καταστεί κύριοι αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ. Ότι και μετά την ανωτέρω ημερομηνία οι δικαιοπάροχοι του Δ. Α., ασκούσαν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας συνεχώς και αδιατάρακτα τις ίδιες πράξεις νομής στην ευρύτερη έκταση και, στη συνέχεια, στα τμήματα αυτής που διαιρέθηκαν, καθένας κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του, εκδηλώνοντας τη βούληση να το νέμονται σαν αληθινοί κύριοι και με καλή πίστη, βασιζόμενοι στην ύπαρξη των τίτλων τους (διαθήκες, συμβόλαια πώλησης, δωρεάς, διανομής), προσμετρώντας και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.
Ότι, συνεπώς, ο ως άνω δικαιοπάροχος των εναγόντων απέκτησε κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, το οποίο είχε καταστεί ιδιωτικό κατά την 11/9/1915, όχι μόνο με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία). Ότι, όμως, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης το πιο πάνω ακίνητο καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (ως δάσος).
Ότι η πιο πάνω εγγραφή είναι εσφαλμένη, διότι ουδόλως αποδείχτηκε ότι αυτό αποτελούσε δάσος ή δασική έκταση πριν από το έτος 1915, ή ότι είχε την μορφή ιδιωτικού δάσους ή βοσκότοπου ή χορτολιβαδικής έκτασης κατά την έννοια του ΒΔ 3/15.12.1833 και 17/29.11.1836, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι η ευρύτερη έκταση των 231 στρεμμάτων εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο ήταν αγρός.
Ούτε περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την ευρύτερη αυτή έκταση, μετά το έτος 1915 με έκτακτη χρησικτησία, ούτε ως αδέσποτο. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη αγωγή των εναγόντων, αναγνώρισε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Δ. Α. ήταν κύριος του επιδίκου κατά την έναρξη του Κτηματολογίου στην περιοχή του Γυθείου (17-3-2005), απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Γυθείου, ώστε να εμφαίνεται, ότι ο ως άνω διακιοπάροχος των εναγόντων ήταν κύριος του επιδίκου κατά την έναρξη του Κτηματολογίου, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με τον τέταρτο λόγο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πρώτο σκέλος του, για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα: α. για ανεπαρκή άλλως αντιφατική αιτιολογία σχετικά με το χαρακτηρισμό του επιδίκου ως αγρού και όχι ως δασικής έκτασης μετά το έτος 1945 ως τμήμα ευρύτερης δασικής βλάστησης που το περιβάλει και β.
για έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με τη μεταβολή του εμβαδού της ευρύτερης έκτασης που κατείχαν οι δικαιοπάροχοι του Δ. Α. (δικαιοπαρόχου των εναγόντων), μετά από νεώτερη καταμέτρηση και κατά το δεύτερο σκέλος του για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η ευρύτερη έκταση ήταν 231 στρέμματα και όχι 190 στρέμματα, όπως οι τίτλοι πριν το 1973 ανέφεραν.
Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο σκέλη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, με το πρόσχημα των κατά τα ως άνω επικαλουμένων παραβάσεων πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αφού τα όσα διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, για την θεμελίωσή του, συνιστούν την κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, εκτίμηση των αποδείξεων, για τη συναγωγή του επιθυμητού σ' αυτό πορίσματος, ενώ επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι η μεταβολή του εμβαδού της μείζονος έκτασης, δεν αφορά σε ισχυρισμό με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνει στη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος.
Περαιτέρω, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμό 19 Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο για έλλειψη αιτιολογίας, ενδοιαστική και ανεπαρκή αιτιολογία, επικαλούμενο ότι στην επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, αναφορικά με τον υποθετικό χαρακτήρα του επιδίκου ως δασικής έκτασης και την επ' αυτής κτήση κυριότητας των δικαιοπαρόχων του Δ.
Α. (δικαιοπαρόχου των εναγόντων) με έκτακτη χρησικτησία μέχρι το έτος 1915, δεν διαλαμβάνονται πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων αυτού, που να προσιδιάζουν σε δασική έκταση, περιέχεται ενδοιασμός σε σχέση με την κύρια αιτιολογία ως προς το χαρακτήρα της ευρύτερης έκτασης στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο, εάν δηλαδή πρόκειται για αγροτική ή δασική και δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν την καλή πίστη των δικαιοπαρόχων του Δ.
Α., που απαιτείτο με βάση το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, προκειμένου να αποκτήσει κανείς κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου. Επίσης, με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθμ. 1εδάφ.β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο ότι κατά την ερμηνεία της αόριστης έννοιας της καλής πίστης δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, άλλως εσφαλμένα τα εφάρμοσε ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, σχετικά με πράξεις νομής που δεν προσιδιάζουν σε δασική έκταση.
Οι λόγοι αυτοί που προσβάλλουν την άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αλυσιτελείς, δεδομένου ότι δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και συνίσταται στο ότι η ευρύτερη έκταση των 231 στρεμμάτων (εντός της οποίας βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο) ήταν αγρός, επί του οποίου ο δικαιοπάροχος των εναγόντων απέκτησε κυριότητα, τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία).
Επομένως, οι εν λόγω προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ως άνω μη πληττόμενη επιτυχώς κύρια αιτιολογία. Κατ` ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί η από 14-7-2021 κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 6/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-7-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 6/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ