Legislator Case Law & Legislation
355/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor status and vague damages claims due to lack of specific factual basis.

Case Number 355/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding her employment contract termination. The appellant argued she was an employee entitled to damages for moral harm due to the employer's unlawful conduct, but failed to specify the exact error or provide the factual basis for her claim. Consequently, the court rejected her arguments as unfounded, vague, and inadmissible, ordering her to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 of Law 2655/1953 and 560 of the Code of Civil Procedure; The distinction between worker and employee depends on the nature of work performed rather than contractual labels, and appeals must contain specific factual grounds for alleged errors, otherwise they are inadmissible.

Keywords

AI generated
labor status determination moral harm damages inadmissible appeal vague legal argument legal costs award employee vs worker contract termination

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 2655/1953
Article 10 of Law 3514/1928
Article 7 of Law 4558/1930
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 355 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 355/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Ό. Τ., το γένος Π. και Λ. Χ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μάλλιαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάρκου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-09-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1043/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 10229/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-11-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Με τη διάταξη του άρθρ. 10 του Ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 Π.Δ/μα, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρ. 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του Ν.Δ/τος 2655/1953, ορίζεται ότι: "Ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπο κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.

Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση εργασίας χαρακτηρισμό αυτού ή από τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι' αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.

Συνεπώς, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΟλΑΠ 295/1969, ΑΠ 661/2019, ΑΠ 1391/2018, ΑΠ 1114/2017, ΑΠ 1405/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται (όμοια της 559 αρ. 1 εδ.

α' ΚΠολΔ), αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006). Ο λόγος αυτός για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα δηλ.

ορισμένο άρθρο ορισμένου νόμου (ΟλΑΠ 18/2005), το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 32/1996), επί νομικών σφαλμάτων κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 120/2014), επί απορρίψεως δε αγωγής ή ισχυρισμού ως μη νομίμου πρέπει στο αναιρετήριο να περιλαμβάνονται το περιεχόμενο δηλ.

η ιστορική βάση της αγωγής ή του ισχυρισμού που είχε επικαλεστεί νομίμως και παραδεκτώς ο αναιρεσείων, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 699, 700/2011).

[Β] Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του (10229/2019), το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την από 20-09-2014 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ως παιδοκόμος υπάλληλος, ότι αυτή την απέλυσε και της κατέβαλε την αποζημίωση εργάτη αντί υπαλλήλου. Ζήτησε δε τη διαφορά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω αδικοπρακτικής προσβολής της προσωπικότητάς της από τη διαχειρίστρια αυτής. Και ότι η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως και μετά από εφέσεις που άσκησαν και τα δύο διάδικα μέρη, εκδόθηκε η εν λόγω (αναιρεσιβαλλόμενη) απόφασή του, η οποία, ως προς τα ζητήματα που ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη, δέχθηκε επί λέξει τα εξής:

«| […] Η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία διατηρεί οικοτροφείο ασυλικής μορφής απροσάρμοστων τέκνων με έδρα στη Νέα Κηφισιά Αττικής [...].

Η ενάγουσα προσελήφθη την 17-10-2002 από την εναγομένη, νομίμως εκπροσωπούμενη, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της παιδοκόμου με σύστημα πενθήμερης οκτάωρης απασχόλησης από 6:00 πμ έως 14:00 μμ ή από 14:00 μμ έως 22:00 μμ, αναλόγως του προγράμματος, αντί μεικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.287,74 ευρώ, στη δε έγγραφη σύμβαση αναγραφόταν ότι οι αποδοχές της θα καθορίζονταν σύμφωνα με τη συλλογική σύμβαση εργασίας που αφορά προσωπικό ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και συγκεκριμένα την κατηγορία που αφορά το διοικητικό προσωπικό γενικά. Έκτοτε η ενάγουσα παρείχε προσηκόντως και ανελλιπώς την εργασία της μέχρι την 05-08-2014.

Η εναγόμενη ήδη από το μήνα Ιούλιο του 2014 στα πλαίσια περιστολής των δαπανών της προέβη σε πρόταση προς το σύνολο των 22 εργαζομένων σ' αυτήν για μειώσεις στις αποδοχές αυτών. Η ενάγουσα αρνήθηκε οπότε η εναγομένη της επέδωσε καταγγελία της εν λόγω σύμβασης εργασίας, καταβάλλοντάς της ωστόσο την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην ειδικότητα του εργατοτεχνίτη, ήτοι ποσό 3.606,00 ευρώ.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η ενάγουσα απασχολείτο ως παιδοκόμος στο οικοτροφείο απροσάρμοστων τέκνων της εναγομένης όπου φιλοξενούνται πάσχοντες από βαρύτατη ανίατη νοητική αναπηρία ανήλικοι και ενήλικες, η πλειονότητα των οποίων αδυνατούσε να αρθρώσει λόγο και ειδικότερα ήταν επιφορτισμένη με τη φροντίδα τους κατά την τροφή, την ένδυση, τον ύπνο και την καθαριότητά τους, διαδικασίες δηλαδή που αφορούσαν αναγκαίες οργανικές τους λειτουργίες.

Απαιτούσαν μεν στοιχειώδη πνευματική επικοινωνία με τους ασθενείς προκειμένου να συνεργαστούν στην εκτέλεσή τους καθώς και διαμόρφωση σχέσεων ασφάλειας και εμπιστοσύνης, δεδομένης της αδυναμίας τους να προσαρμοστούν στα εξωτερικά ερεθίσματα και το περιβάλλον, πλην όμως τα καθήκοντα, που ανατέθηκαν στην ενάγουσα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν απαιτούσαν αυξημένη πνευματική προσπάθεια, η δε επιδειχθείσα εκ μέρους της ευθύνη και ευσυνειδησία στο καθήκον της, ως αποτέλεσμα της πολύχρονης εμπειρίας της στη διαχείριση ανάλογων περιστατικών, και η υποτυπώδης συναισθηματική επαφή που μπορεί να αναπτυχθεί με άτομα με Δ.Ν. <50, δεν αποτελούν στοιχεία που από μόνα τους υπερτερούν του σωματικού χαρακτήρα της παρεχόμενης εργασίας ούτε και την αναβαθμίζουν σε υπαλληλική.

Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα δε διέθετε πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στον τομέα της φροντίδας ασθενών με ειδικές ανάγκες ασφαλώς και δεν αποτελεί αποκλειστικό κριτήριο για την κρίση περί της φύσεως της απασχόλησής της, πλην όμως η κάλυψη μόλις της βασικής εκπαίδευσης και η επιμόρφωση με σεμινάριο στον τομέα παροχής πρώτων βοηθειών δεν αποτελεί εξιδιασμένη γνώση για την ανάπτυξη ιδιαίτερων τεχνικών για την προσέγγιση και την αποτελεσματική τους φροντίδα.

Η εναγομένη απασχολούσε συνολικά είκοσι δύο άτομα προσωπικό διαφόρων ειδικοτήτων, χωρίς βέβαια αυτές να προσδιορίζονται. Ωστόσο τούτο δεν αναιρεί το γεγονός ότι, ακόμη και αν εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, που απαιτείται να απασχολείται, παρακολουθεί την εκτέλεση κρίσιμων και αναγκαίων για τη διαβίωση των ασθενών εργασιών, απουσίαζε, προϋπόθεση που πάντως δεν αποδείχθηκε, δεν ερμηνεύεται ότι η ίδια ηδύνατο και επρόκειτο να αναπτύξει τέτοιες πρωτοβουλίες για το χειρισμό καταστάσεων σε περίπτωση που η υγεία των εν λόγω ασθενών μπορούσε να διατρέξει σοβαρό κίνδυνο (αναρρόφηση, τραυματισμοί, μολύνσεις κλπ) που καθιστούν υπέρτερο το πνευματικό στοιχείο της προσφερόμενης εργασίας.

Επίσης, όπως και στη σχετική νομική σκέψη αναφέρεται ανωτέρω, κρίσιμο για το χαρακτηρισμό μίας εργασιακής σύμβασης ως υπαλλήλου ή ως εργατοτεχνίτη δεν είναι πώς "ονομάστηκε" από τα συμβαλλόμενα μέρη, ούτε με ποια μορφή γνωστοποιήθηκε στο στάδιο της πρόσληψης ή στον πίνακα προσωπικού ή στον ασφαλιστικό φορέα, αλλά ποια πραγματικά προσφέρετο κατά το αντικειμενικό κριτήριο [...].

Αντιθέτως η ενάγουσα προσελήφθη χωρίς ειδικότητα προκειμένου να φροντίζει τις τρέχουσες ανάγκες μη αυτοεξυπηρετούμενων ατόμων με νοητική αναπηρία, η όποια δε πρωτοβουλία κλήθηκε και πέτυχε να επιδείξει περιορίζετο στην κάλυψη των αναγκών αυτών.

Κατόπιν αυτών, η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα βάσει της ειδικότητάς της ως εργατοτεχνίτριας, και ουδόλως υπαλλήλου, και της προϋπηρεσίας της των έντεκα συμπληρωμένων ετών λόγω καταγγελίας που της γνωστοποιήθηκε την 05-08-2014, χωρίς να απαιτείται προειδοποίηση, το ποσό των 3.606,00 ευρώ (μικτό ημερομίσθιο Χ 60 ημερομίσθιο [προϋπηρεσία 10-15 έτη] + 1/6 αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας), το οποίο και ήδη της καταβλήθηκε.

Συνεπώς ουδεμία διαφορά οφείλεται στην ενάγουσα για τους λόγους που επικαλείται.

Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Β. Β., ως διαχειρίστρια και εκπρόσωπος της εναγομένης, με την ανοχή της δε ως πληρεξούσια της τελευταίας, επέδειξε σε βάρος της προσβλητική και μειωτική συμπεριφορά με βάση φραστικό επεισόδιο που διαπίστωσαν τα όργανα της αστυνομίας, τα οποία επελήφθησαν κατόπιν κλήσης τους την 05-08-2014 και περί ώρα 16:25 μμ στο χώρο εργασίας της ενάγουσας, πριν την επίδοση σε αυτή της ένδικης καταγγελίας που συντελέστηκε την 17:00 μμ της ίδιας ημέρας, πλην όμως αυτό δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό μέσο πλην του καταγεγραμμένου γεγονότος από τις αστυνομικές αρχές, ενώ και αληθές υποτιθέμενο δε δύναται να γίνει λόγος για υποτίμηση της προσωπικότητας της ενάγουσας και προσβολής ενώπιον των υπολοίπων συναδέλφων της από συγκεκριμένη συμπεριφορά της προστηθείσης της εναγομένης. Έπρεπε, συνεπώς, να απορριφθεί η από 20-09-2014 αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν |».

Και με τις παραδοχές αυτές, η αναιρεσιβαλλόμενη, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης, απέρριψε την έφεση της ενάγουσας κατά το ουσιαστικό της μέρος και απέρριψε την αγωγή.

Το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ευθέως την ανωτέρω διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 10 του Ν. 3514/1928, την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έκανε δεκτά και υπό τα οποία έκρινε ότι η παρεχόμενη από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη εταιρία ήταν αυτή του εργάτη και όχι του υπαλλήλου, όπως ισχυριζόταν στην αγωγή της.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 10 Ν. 3514/1928, κρίνοντας ότι για το χαρακτηρισμό προσώπου ως ιδιωτικού υπαλλήλου απαιτείται εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού, στοιχεία τα οποία η αναιρεσείουσα δεν διέθετε κατά την εκτέλεση της εργασίας της στην αναιρεσίβλητη, η οποία παρεχόταν κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας ως επιφορτισμένη με τη φροντίδα των απροσάρμοστων τέκνων του οικοτροφείου ασυλικής μορφής που διατηρούσε η αναιρεσίβλητη, κατά την τροφή, την ένδυση, τον ύπνο και την καθαριότητά τους, καθήκοντα τα οποία δεν απαιτούσαν αυξημένη πνευματική προσπάθεια, η δε επιδειχθείσα εκ μέρους της ευθύνη και ευσυνειδησία στο καθήκον της, ως αποτέλεσμα της πολύχρονης εμπειρίας της στη διαχείριση ανάλογων περιστατικών δεν αποτελούν στοιχεία που από μόνα τους υπερτερούν του σωματικού χαρακτήρα της παρεχόμενης εργασίας της, επρόκειτο δηλαδή για παροχή εργασίας εργάτη που παρέχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ανεξαρτήτως του περιεχόμενου στη σύμβαση εργασίας χαρακτηρισμού αυτής ή του τρόπου της αμοιβής της.

Άλλωστε η αναιρεσείουσα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ουδεμία ιδιαίτερη κατάρτιση είχε, ούτε και διέθετε ιδιαίτερη εμπειρία, ούτε και γνώριζε πώς θα μπορούσε να αναπτύξει ιδιαίτερες τεχνικές για την προσέγγιση και την αποτελεσματική φροντίδα βαρέων περιστατικών νοητικώς αναπήρων, καθώς ήταν απόφοιτος της βασικής εκπαίδευσης και η επιμόρφωση με σεμινάριο στον τομέα παροχής πρώτων βοηθειών δεν της προσέδιδε τις ιδιαίτερες αυτές ικανότητες.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι καταχρηστική και γίνεται υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου, ο μισθωτός δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ωστόσο δεν προσδιορίζει το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα, ούτε και περιλαμβάνει στο αναιρετήριο την ιστορική βάση της αγωγής της, από την οποία τυχόν προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου αυτού αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στο περιεχόμενο της αγωγής. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και απαράδεκτος.

Τέλος με τον τρίτο λόγο αναίρεσης εκ των αριθμών 5 & 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της για ηθική βλάβη αναφορικά με την όλη αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της (αρ. 5). Και παράλληλα (αρ. 6) περιορίστηκε σε μια όλως ανεπαρκή αιτιολόγηση του ισχυρισμού της αυτού παραβλέποντας το σύνολό του. Ο ισχυρισμός της αυτός είναι απορριπτέος το μεν ως αλυσιτελής, αφού ισχυρίζεται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, στη συνέχεια, όμως, η ίδια δέχεται ότι το εφετείο τον έλαβε υπόψη, και περαιτέρω ως αόριστος, αφού δεν περιλαμβάνεται στο αναιρετήριο η ιστορική βάση της αγωγής, από την οποία τυχόν προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι, όπως προειπώθηκε, η αοριστία του λόγου αυτού αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στο περιεχόμενο της αγωγής. Επομένως και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-11-2019 και με αριθμό καταθέσεως 104521/155/28-11-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10229/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικάζοντος ως Εφετείου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ