Legislator Case Law & Legislation
355/2017 AI generated

355/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 355/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

355/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Keywords

AI generated
traffic offence traffic accident speeding violation extreme speeding offence driving while unfit to drive accident victim
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 355 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 355/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σιαμάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 28-11-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Λ., 2) Δ. συζ. Λ. Κ., κατοίκων ..., 3) Γ. Φ. του Α., 4) Β. Σ. του Ε., κατοίκων ..., 5) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και 6) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 5ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 6η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος, 2η, 3ος και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2010 κύρια αγωγή του Ε. Φ. του Χ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 18-3-2010 κύρια αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με τις από 21-2-2011 (αρ. εκθ. καταθ. .../2011 και .../2011) και 16-6-2011 (αρ. εκθ. καταθ. .../2011) πλαγιαστικές αγωγές τους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16465/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 7-3-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 23-6-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 195/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους τρίτο και έκτο λόγους αναιρέσεως και την απόρριψή της κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 16465/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ , γ’ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν οι πρώτος, δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατάθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 18-3-2016 κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 27-5-2016 και ακολούθως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (2-12-2016), με σχετικές επισημειώσεις στο πινάκιο.

Από τις .../15-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Μ. Γ. και τις .../12-12-2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Γρεβενών Δ. Ν. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (18-3-2016) επιδόθηκε νομίμως και εμπροσθέσμως με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση στους παραπάνω απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους.

Έτσι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, ισχύει ως κλήτευση γι αυτούς.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες.

Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε υπόθεση που έχει περάσει και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται και κατά της πρωτόδικης απόφασης 16465/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, καίτοι το Εφετείο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, είναι απαράδεκτη. Κατά τα λοιπά και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 195/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 Κ.Πολ.Δ.) Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 579 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος. Είναι "πράγματα" οι λόγοι της εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, που εκτιμάται ως αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από το 559 αριθ. 1), πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο αυτός διατύπωσε παράπονα κατά των παραδοχών της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης ως προς το κεφάλαιο αυτής περί των συνθηκών τέλεσης του ατυχήματος.

Σχετικά με το ζήτημα αυτό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Περαιτέρω όσον αφορά τις συνθήκες του ατυχήματος, την υπαιτιότητα για την πρόκληση αυτού και την νομιμοποίηση των διαδίκων έγιναν δεκτά, από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα ακόλουθα, ως προς τα οποία δεν υπάρχει λόγος έφεσης και συνεπώς δεν αποτελούν αντικείμενο έρευνας του παρόντος Δικαστηρίου:

Την 25-3-2005 και περί ώρα 23.52’ ο πρώτος εναγόμενος και των δύο κύριων αγωγών Χ. Κ., οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας, εξ ημισείας, του ίδιου και της δεύτερης εναγομένης - μητέρας του Δ. Κ., στα πίσω καθίσματα του οποίου επέβαιναν οι ενάγοντες Ε. Φ. και Χ. Κ., κινείτο στην Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Αθηνών με κατεύθυνση προς Αθήνα και στην αριστερή λωρίδα αυτής, προτιθέμενος, με στροφή αριστερά, να εισέλθει στην περιφερειακή οδό της Θεσσαλονίκης, για να κατευθυνθεί προς ....

Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο τρίτος εναγόμενος και με τις δύο αγωγές Γ. Φ., οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγομένης και των δύο αγωγών Β. Σ., από την οποία είχε προστηθεί στην οδήγησή του, κινείτο στην ίδια Εθνική Οδό και με αντίθετη, από αυτή, του πρώτου οδηγού κατεύθυνση, ήτοι προς Θεσσαλονίκη.

Όταν ο οδηγός Χ. Κ. έφθασε στην διασταύρωση της εθνικής οδού με την περιφερειακή οδό, όπου η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται, με φωτεινούς σηματοδότες, και ενώ στην πορεία του άναβε το ερυθρό σήμα αυτού, δεν διέκοψε την πορεία του, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του οχήματος, που οδηγούσε ο Γ.

Φ., ο οποίος, έχοντας πράσινη ένδειξη στο φωτεινό σηματοδότη της πορείας του, αλλά κινούμενος με ταχύτητα, μεγαλύτερη της επιτρεπομένης, στο σημείο εκείνο, εισήλθε στη διασταύρωση, με αποτέλεσμα, λόγω της επιδειχθείσας αυτής συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς και των δύο οδηγών, προσδιοριζόμενης σε ποσοστό 50%, για καθένα από αυτούς, να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα, και να τραυματισθούν οι επιβαίνοντες, στα πίσω καθίσματα του υπ’ αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ενάγοντες Ε. Φ. και Χ. Κ.". Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα των συνθηκών τέλεσης του ένδικου ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα των δύο οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, επειδή δεν επλήγη τούτο με λόγο εφέσεως. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος με το δεύτερο λόγο αυτής παραπονέθηκε κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης για το ζήτημα της συνυπαιτιότητάς του στην έκταση του τραυματισμού του, με το οποίο ασχολήθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και ακολούθως θα αναφερθεί και όχι για το κεφάλαιο αυτής, που αφορά τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος.

Επομένως το Εφετείο έλαβε υπόψη και δεν παρείδε το δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος και άρα ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 παρ. 1 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για την επί τη βάσει τούτων ανεύρεση της αληθούς εννοίας κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλείψεις ως προς την αιτιολογία ή αντιφάσεις αναφερόμενες στην ελάσσονα πρόταση και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας στον προσήκοντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 Α.Κ. προκύπτει ότι ουσιαστική προϋπόθεση της υποχρέωσης για αποζημίωση είναι η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδη συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας την οποία επέφερε και συντρέχει, όταν η παράνομη και κατά κανόνα υπαίτια πράξη η παράλειψη του αδικοπραγήσαντα από μόνη της ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Πότε συμβαίνει αυτό κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατά το άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη λαμβάνει υπόψη για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής αυτής έννοιας κατά την ερμηνεία των σχετικών για τις αδικοπραξίες διατάξεων και τα οποία, όπως προκύπτει από το άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ., δεν είναι αποδεικτικό μέσο.

Γι’ αυτό η πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη αδικοπραγήσαντα ήταν ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα υπόκειται μεν στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για τον λόγο που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδάφιο δεύτερο του Κ.Πολ.Δ., ήτοι για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα οποία αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, προκύπτει, ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν της.

Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., η κρίση όμως για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε, ως προς την συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην έκταση του τραυματισμού του που συνέβη κατά το ένδικο ατύχημα, τα εξής: "Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στο νοσοκομείο "...", όπου μεταφέρθηκε ο ενάγων Χ.

Κ., μετά το ατύχημα, διαπιστώθηκε ότι υπέστη υποσκληρίδιο λεπτό αιμάτωμα βρεγματοινιακά αριστερά επεκτεινόμενο στην αριστερή επιφάνεια του οπισθίου δρέπανου, ελαφρά πιεστικά φαινόμενα αριστεράς πλάγιας κοιλίας, χωρίς διάταση κοιλιακού συστήματος, χωρίς παρεκτόπιση μέσης γραμμής, αιμορραγικό υλικό εντός ινιακού κέρατος της δεξιάς πλάγιας κοιλίας, αιμοραγικό υλικό στις ρινικές χοάνες και στις ηθμοειδείς κυψέλες, θλαστικές αιμορραγικές εστίες στο πνευμονικό παρέγχυμα του κορυφαίου και οπισθίου βασικού τμήματος του αριστερού κάτω λοβού, σχάση τετράπλευρου λοβού ύπατος και αριστερού, οίδημα περιπυλαία συλλογή παρανεφρικά δεξιά, κάταγμα δεξιάς πτέρυγας ιερού οστού στο πρόσθιο τμήμα της αρθρικής επιφάνειας της δεξιάς ιερολαγονίου άρθρωσης αριστερού ηβικού οστού (άνω κλάδου) και δεξιού ηβικού οστού (κάτω κλάδου) σπειροειδές διατροχαντήριο - αποτροχαντήριο κάταγμα άνω ημίσεως δεξιού μηριαίου οστού, για την αντιμετώπιση των οποίων υποβλήθηκε σε αριστερή λοβεκτομή ήπατος και την 19-4-2005 σε οστεοσύνθεση χειρουργικώς του κατάγματος του ισχίου του δεξιού ποδιού.

Ο ενάγων εξήλθε από το νοσοκομείο την 28-4-2005, με σύσταση βάδισης χωρίς φόρτιση και πρόβλεψη για πιθανό διάστημα αποθεραπείας του αυτό των έξι μηνών. Από τα ως άνω δε μέλη του σώματος του ενάγοντος, που υπέστησαν τις ως άνω κακώσεις και το είδος αυτών, συνάγεται ότι ο ενάγων δεν έφερε ζώνη ασφαλείας κατά το ατύχημα (αρ. 12 παρ. 5 ΚΟΚ) κακώσεις οι οποίες κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας θα είχαν μετριασθεί ή περιορισθεί αν είχε κάνει χρήση αυτής.

Η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού του, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψή του αυτή, προσδιορίζεται σε ποσοστό 30%, δεκτής γενομένης μετά ταύτα ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμης σχετικής ένστασης των εναγομένων Γ. Φ. και Β. Σ. καθώς και των πλαγιαστικώς εναγομένων ασφαλιστικής εταιρείας "...

ΕΑΕΖΑΕ" και Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του ενάγοντος αυτού". Με την κρίση του αυτή ως προς την συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην έκταση του τραυματισμού του το Εφετείο, κατά την υπαγωγή των παραπάνω περιστατικών, που δέχθηκε, στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες που συγκροτούν την έννοια της αμέλειας, κατά τα άρθρα 914, 300 και 330 εδ.

β’ ΑΚ. Και τούτο διότι η παράλειψη χρήσης ζώνης ασφαλείας δεν συνδέεται αιτιωδώς προς τον τραυματισμό που επήλθε σ’ αυτόν τουλάχιστον αναφορικά με το κάταγμα δεξιάς πτέρυγας ιερού οστού στο πρόσθιο τμήμα της αρθρικής επιφάνειας της δεξιάς ιερολαγονίου άρθρωσης αριστερού ηβικού οστού (άνω κλάδου) και δεξιού ηβικού οστού (κάτω κλάδου), σπειροειδούς διατροχαντήριο - υποτροχαντήριο κάταγμα ημίσεως δεξιού μηριαίου οστού.

Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο ως προς το ίδιο ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην έκταση του τραυματισμού του διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, αφού δεν διευκρινίζει ποιες από τις ανωτέρω σωρευτικές κακώσεις συνδέονται αιτιωδώς με την παράλειψη χρήσεως ζώνης ασφαλείας, ενόψει του ότι συνέβησαν σ’ αυτόν κακώσεις και στα κάτω άκρα.

Έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην έκταση του τραυματισμού του, δηλαδή της ορθής υπαγωγής ή μη των περιστατικών που το Εφετείο δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ.

Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. έκτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το αναφερόμενο κεφάλαιο στους τρίτο και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης και τα συναρτώμενα με αυτό κεφάλαια αποζημίωσης, που επιδικάσθηκαν στον αναιρεσείοντα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4045/ 2015 στον καταθέσαντα. Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 195/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και ως προς του διαδίκους της προκείμενης δίκης.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ