Legislator Case Law & Legislation
355/2015 AI generated

355/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 355/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3298/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/9/2014 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

355/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, σε συμμόρφωση προς την οποία εκδόθηκε το π.δ. 219/1991, "κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο μέρος, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της συμβάσεως, καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της. Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα (§1).

Keywords

AI generated
European Economic Interest Grouping withdrawal of debt enforcement forfeiture of shareholder rights non-implementation of the offending agreements voluntary withdrawal suspension of payments
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 355 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 355/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ & ΑΛΕΥΡΟΥ Α.Ε." (πρώην "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ & ΑΛΕΥΡΟΥ Α.Ε."), που εδρεύει στο Βοτανικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρεκλό και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Ε. Ο.Ε." που εδρεύει στο ΒΙ.ΠΕ. Αργοστολίου Κεφαλληνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3298/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/9/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 2/3/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ.2 του ΠΔ 219/1991 και 14 παρ.4 ν.3577/2007 προκύπτει ότι, ναι μεν δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή στις συμβάσεις "αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας των διατάξεων του Π.Δ.219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, όμως, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης είναι δυνατή η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Π.Δ/τος και στις συμβάσεις αυτές, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, δηλαδή του διανομέα και του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου, προσομοιάζει μ' αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει όταν οι εν λόγω επαγγελματίες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες μ' αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (4 παρ.1 Π.Δ.219/91) και ειδικότερα α)να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασης τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχο του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή, αναλόγως, των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιο τους.

Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γ1 αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη. (Ολ.ΑΠ 15 και 16/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, σε συμμόρφωση προς την οποία εκδόθηκε το π.δ. 219/1991, "κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο μέρος, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της συμβάσεως, καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της. Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα (§1).

Η παράγραφος 1 δεν παρεμποδίζει κράτος μέλος να ορίσει ότι η σύμβαση είναι έγκυρη μόνο αν καταρτισθεί εγγράφως" (§ 2). Με βάση την παρεχόμενη από τις διατάξεις αυτές της οδηγίας ευχέρεια ο έλληνας νομοθέτης, με το άρθρο 8 παρ. 1α του π.δ. 219/1991, κατά την αρχική διατύπωση του, όρισε τον έγγραφο τύπο ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του εν λόγω διατάγματος.

Με τη διάταξη του άρθρου 6 του Π.Δ. 312/1995, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 8 του Π.Δ. 219/1992, στην οποία ορίζεται πλέον ότι "1.α)Δια την εφαρμογή του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως, β) Κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της σύμβασης καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της.

Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα". Οι ρυθμίσεις αυτές ως προς τον τύπο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αντιφατικές, αφού με την πρώτη απαιτείται έγγραφος τύπος και με τη δεύτερη παρέχεται το δικαίωμα, από το οποίο μάλιστα τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν, να ζητήσει κάθε μέρος ενυπόγραφο έγγραφο με το περιεχόμενο της συμβάσεως και τις τροποποιήσεις της.

Ενόψει των ρυθμίσεων αυτών, ορθότερη είναι η άποψη ότι ή σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταρτίζεται ατύπως, το δε "ενυπόγραφο έγγραφο" που αναφέρει το άρθρο 8 παρ. 1 περ. β' του Π.Δ. 219/1991, δεν συνιστά συστατικό τύπο αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκολύνσεως των μερών, αναφορικά με το περιεχόμενο της συμβάσεως (ΑΠ 455/14, ΑΠ 1301/2006, 635/2004).

Ο ως άνω άτυπος χαρακτήρας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας συνεπάγεται επομένως, χωρίς αμφιβολία, ότι η μη εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και έγκυρη είναι και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος π.δ 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, το ίδιο δε ισχύει και επί της συμβάσεως διανομής κατά την ανάλογη εφαρμογή επ'αυτής του εν λόγω π.δ/τος.

Η τυχόν μη έγγραφη κατάρτιση της οικείας σύμβασης, ως μόνη συνέπεια μπορεί να έχει απλώς την πρόκληση αποδεικτικών δυσχερειών σε σχέση με το περιεχόμενο της συναφθείσας συμφωνίας και όχι την ακυρότητα της ή το ανεφάρμοστο των προστατευτικών υπέρ του εμπορικού αντιπροσώπου διατάξεων του π.δ 219/1991. (ΑΠ 1449/2014).

Η άποψη αυτή ενισχύεται άλλωστε και από τη νέα νομοθετική ρύθμιση της παρ. 3 στοιχ. α1 του άρθρου 14 του ν. 3557/2007, με την οποία αντικαταστάθηκε η περίπτωση α της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Π.Δ 219/1991 (που προέβλεπε τον έγγραφο τύπο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας για την εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος), που ρητώς ορίζει πλέον ότι "για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου", με παράλληλη διαγραφή από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 β' του π.δ. 219/1991 της φράσεως "δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα" (άρθρο 14 παρ.3β' του ν. 3555/2007) (ΑΠ 1670/2008, ΑΠ 455/14 αντιθ.

ΑΠ 1739/2009). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.1 του ως άνω π.δ. 219/1991 ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία, (κατά ποσό) δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδυνάμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιεικείας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Τις προαναφερόμενες ουσιαστικές προϋποθέσεις γέννεσης της απαίτησης του πρέπει να επικαλεσθεί, για το ορισμένο της αγωγής του, και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος - διανομέας (ΑΠ 139/0.) χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα του σχετικού αιτήματος ούτε η ονομαστική αναφορά των νέων πελατών που έφερε αυτός καθώς και των παλαιών (πελατών) των οποίων οι υποθέσεις παρουσίασαν σημαντική προαγωγή, ούτε η διάκριση αυτών σε νέους και παλαιούς ούτε τέλος το ποσό που εισέπραξε από καθένα από αυτούς (ΑΠ 176/2010).

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.

Κριτήρια, τέλος, για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλεια του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.

ΑΠ 16/2013, ΑΠ 246/14 ΑΠ 1419/2014, ΑΠ 1994/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Τέλος, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 1258/2013).

Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα oι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 14 παρ.4 ν. 3557/07 1 παρ.2, 8 και 9 ΠΔ 219/1991, έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την κατ'αυτής, από τα άρθρα 8 και 9 του ΠΔ 219/91, περί επιδίκασης αποζημίωσης πελατείας, αγωγή της αναιρεσίβλητης δεχθείσα, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, και με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ότι, χωρεί αναλογική εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ΠΔ 219/91 στην ατύπως, κατά το έτος 2006 καταρτισθείσα ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής α) παρά την ακυρότητα αυτής που απέρρεε από τη μη υποβολή της στον απαιτούμενο από τη διάταξη του αρθρ.8 παρ.1 ΠΔ 219/91, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το αρθρ.6 παρ.1 ΠΔ 312/95, έγγραφο τύπο και συνακόλουθα παρά το, για το λόγο αυτό, ανεφάρμοστο των διατάξεων του ΠΔ 219/91 (2ος λόγος) και β) (για την περίπτωση της εγκυρότητας της σύμβασης αυτής) παρά τη μη δυνατότητα εφαρμογής επ'αυτής ούτε ευθέως αλλά ούτε και αναλογικώς, ενόψει της μη συνδρομής για την τελευταία περίπτωση της απαραίτητης για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων των αριθ. 8 και 9 ΠΔ 219/91 προϋποθέσεως της ομοιότητας αυτής (σύμβασης διανομής) με τη ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις του ΠΔ 219/91 σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία (μη συνδρομή της ομοιότητας) απέκλειε την εφαρμογή, πλην άλλων, και της προβλέπουσας την επιδίκαση αποζημίωση πελατείας διάταξης του αρθρ. 9 παρ.2 ΠΔ 219/91 (1ος λόγος), την οποία, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής, προσδιόρισε με ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ανώτατο προβλεπόμενο σ'αυτήν όριο (λοιποί λόγοι).

Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ο μεν δεύτερος ως αβάσιμος νομικά καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη, η μη υποβολή της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής στον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 ΠΔ 219/91,όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ.1 ΠΔ 312/95, έγγραφο τύπο δεν συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, ενόψει του ότι ο έγγραφος τύπος, στον οποίο έπρεπε να υποβληθούν οι συμβάσεις που είχαν καταρτισθεί υπό την ισχύ του ΠΔ 219/91 μέχρι και το έτος 2007, οπότε και καταργήθηκε, με τη διάταξη του αρθρ. 14 παρ.3 ν. 3557/2007, η προβλέπουσα την τήρηση του εγγράφου τύπου ρύθμιση του αρθρ. 8 παρ.1 ΠΔ 219/91, δεν ήταν συστατικός αλλά αποδεικτικός της κατάρτισης αυτών (συμβάσεων) με αποτέλεσμα οι εν λόγω συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και η ένδικη, να μη πάσχουν ακυρότητα, ο δε πρώτος ως αβάσιμος ουσιαστικά αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι, αυτή, μετ'εκτίμηση του συνόλου των από τους διαδίκους νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ως προς την ουσία των κρίσιμων ως άνω ζητημάτων, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρεία, με έδρα το Αργοστόλι Κεφαλλονιάς, συνεστήθη την 1-1-2007 και το καταστατικό της δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας στις 11-1-2007, έχει δε σκοπό, μεταξύ άλλων, και την εμπορία ειδών παγωτού.

Στις αρχές Ιανουαρίου 2007 η ενάγουσα και η πρώτη εναγομένη, παραγωγός των παγωτών υπό τα σήματα "ΕΒΓΑ", συνήψαν, άτυπη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με διάρκεια μέχρι την 31-12-2007, η οποία ανανεωνόταν στις αρχές κάθε επόμενου έτους, μέχρι τις 31-12-2010, οπότε η πρώτη εναγομένη, εν όψει της επικείμενης εξαγοράς των στοιχείων του ενεργητικού της που αφορούν τον τομέα εμπορίας, διάθεσης και προώθησης παγωτού από την δεύτερη εναγόμενη, διέκοψε τη συνεργασία της με την ενάγουσα και δεν ανανέωσε τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης, καταγγέλλοντας έτσι ατύπως αυτήν.

Κατά τη διάρκεια της σύμβασης αυτής η ενάγουσα αγόραζε από την εναγομένη τα προϊόντα παραγωγής της (παγωτά), τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε σε τρίτους στην περιοχή του Νομού Κεφαλληνίας, καταρτίζοντας τις εν λόγω συμβάσεις πώλησης στο όνομα και για λογαριασμό της. Τα εμπορεύματα μεταφέρονταν με μέσα της πρώτης εναγομένης από την Αθήνα στην Κεφαλλονιά, όπου και αποθηκεύονταν στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας και η τελευταία τα διένειμε με δικά της μεταφορικά μέσα στα σημεία πώλησης (σούπερ μάρκετς, μίνι μάρκετς, περίπτερα, κυλικεία, ζαχαροπλαστεία κλπ).

Η διαφήμιση των προϊόντων γινόταν με δαπάνη της πρώτης εναγομένης. Η ενάγουσα λειτουργούσε ως ανεξάρτητη επιχειρηματίας, είχε οργανωμένο λογιστήριο με ένα λογιστή, μία υπάλληλο γραφείου και δύο οδηγούς, διατηρούσε δικές της εγκαταστάσεις, δικά της μεταφορικά μέσα, δηλαδή δύο επαγγελματικά φορτηγά αυτοκίνητα-ψυγεία στα οποία είχε αναγράψει το λογότυπο "ΕΒΓΑ" και λοιπό εξοπλισμό για την ασφαλή αποθήκευση και συντήρηση των προϊόντων που αγόραζε από την πρώτη εναγομένη, η οποία της είχε παραχωρήσει και δικό της ψυκτικό θάλαμο αλλά και ψυγεία με σύμβαση χρησιδανείου.

Τον επιχειρηματικό κίνδυνο από τη μεταπώληση των προϊόντων στους τρίτους έφερε η ενάγουσα, η οποία (είχε) υποχρέωση μη ανταγωνισμού, καθώς και αποστολής στην πρώτη εναγομένη μηνιαίων καταστάσεων πωλήσεων και πελατών. Έτσι η ενάγουσα λειτουργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της πρώτης εναγομένης, αφού η εμπορική της δραστηριότητα ήταν εξαρτημένη από το σύστημα διανομής της πρώτης εναγομένης, δεσμευόταν από τις τιμές που αυτή καθόριζε, είχε υποχρέωση να μην ασκεί εμπορική δραστηριότητα ανταγωνιστική προς αυτήν και το πελατολόγιο της ήταν εις γνώση της πρώτης εναγομένης.

Η αμοιβή της ενάγουσας για τη διανομή των συμβατικών προϊόντων στην καθορισθείσα γεωγραφική περιοχή υπολογιζόταν επί των αγορών σε τιμές χονδρικής προ ΦΠΑ και περιλάμβανε, για τα ατομικά και οικογενειακά παγωτά, α) βασική προμήθεια για κάλυψη μικτού κέρδους 10,55% επί τιμολογίου και β) έκπτωση για κάλυψη παροχών 16 % επί τιμολογίου και για το χύμα παγωτό α) βασική προμήθεια για κάλυψη μικτού κέρδους 12% επί τιμολογίου και έκπτωση για κάλυψη παροχών 8%.

Ειδικά για τις αλυσίδες Σούπερ Μάρκετ, οι συμφωνίες κλείνονταν απευθείας από την πρώτη εναγομένη και η ενάγουσα υποχρεούτο να τις εξυπηρετεί σύμφωνα με τους όρους που η πρώτη εναγομένη είχε συμφωνήσει. Επίσης, υπήρχαν συγκεκριμένοι λιανέμποροι, οι οποίοι υποδεικνύονταν από την πρώτη εναγομένη, και αποκαλούνταν "ειδικοί πελάτες", τους οποίους η ενάγουσα υποχρεούτο να εξυπηρετεί σύμφωνα με τους όρους που η πρώτη εναγομένη είχε προηγουμένως συμφωνήσει μαζί τους.

Η επιπλέον προμήθεια που η ενάγουσα δικαιούτο για τις πωλήσεις που θα πραγματοποιούσε στους ειδικούς πελάτες, ανερχόταν σε ποσοστό 3,8% επί της αξίας αγοράς των προϊόντων, υπολογιζόμενης σε τιμές χονδρικής προ ΦΠΑ, μετά την αφαίρεση της αξίας των ετήσιων επιστροφών, η οποία θα καταβαλλόταν με πιστωτικό τιμολόγιο τον 7° και τον 10° μήνα του έτους.

Οι παραπάνω οικονομικοί όροι περιλαμβάνονται, στο από 26-2-2007 παράρτημα που υπέγραψαν οι συμβληθείσες εταιρείες, τέτοια δε παραρτήματα υπογράφονταν στην αρχή κάθε έτους. Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα αποδεικνύεται ότι μεταξύ των παραπάνω διαδίκων εταιρειών υπήρξε και λειτούργησε σύμβαση αποκλειστικής διανομής, επί της οποίας εφαρμόζονται αναλογικά οι προαναφερθείσες διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 και μάλιστα αορίστου χρόνου, κατά τη διάρκεια της οποίας καταρτίζονταν μερικότερες διαδοχικές συμβάσεις, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, οι οποίοι εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά βάση και τροποποιούνταν σε ορισμένα μόνο σημεία τους και ιδίως στους στόχους πωλήσεων με βάση τους οποίους η ενάγουσα δικαιούτο πρόσθετης αμοιβής.

Η τροποποίηση του μεμονωμένου αυτού συμβατικού όρου δεν προσδίδει στις μερικότερες συμβάσεις αυτοτέλεια νέων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού, καθ! όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά τα λοιπά οι ίδιοι ουσιώδεις συμβατικοί όροι που περιέχονταν στην αρχική σύμβαση, απορριπτόμενου ως αβασίμου του έβδομου λόγου της από 30-4-2013 έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη επειδή δέχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση ήταν ενιαία σύμβαση που έληξε με καταγγελία και όχι σύμβαση ορισμένου χρόνου με διάρκεια μέχρι την 31-12-2010, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα.

Κατά την έναρξη της συνεργασίας η πρώτη εναγομένη παρέδωσε στην ενάγουσα κατάλογο με 130 ονόματα πελατών της, που είχε στη διάθεση της από τον προηγούμενο αποκλειστικό διανομέα της στην περιοχή, ενώ νέους λιανοπωλητές στην Κεφαλλονιά εύρισκε αποκλειστικά η ενάγουσα και όχι οι επιθεωρητές της εναγομένης που μετέβαιναν στο νησί από την Αθήνα και απλώς συνέβαλλαν στις διαπραγματεύσεις και στην επίτευξη συμφωνιών για την προμήθεια παγωτών "ΕΒΓΑ", με τους πελάτες που ανεύρισκε η ενάγουσα.

Κατά την έναρξη της συνεργασίας η ενάγουσα παρέλαβε από την πρώτη εναγομένη 130 πελάτες με τζίρο 400.000 ευρώ, ο οποίος το έτος 2007 ανήλθε σε 568.967,65 ευρώ, το έτος 2008 σε 660.584,45 ευρώ, το έτος 2009 σε 523.759,19 ευρώ και το έτος 2010 σε 420.962,50 ευρώ, ο δε αριθμός των πελατών αυξήθηκε σε 328, δηλαδή η ενάγουσα εισέφερε 198 νέους πελάτες, με τους οποίους συνετέλεσε στην αύξηση των πωλήσεων της πρώτης εναγομένης.

Ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι κατά το έτος 2010 ανηύρε η ίδια 37 νέους "ειδικούς πελάτες", με συνολικό τζίρο πωλήσεων 224.027 ευρώ είναι ανακριβής, αφού, από την αντιπαραβολή του καταλόγου των άνω πελατών με τον συνημμένο στην αγωγή κατάλογο των πελατών της ενάγουσας, προκύπτει ότι 24 από τους πελάτες αυτούς προϋπήρχαν και αγόραζαν τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης και κατά τα προηγούμενα έτη, επομένως δεν εισφέρθηκαν από αυτήν κατά το έτος 2010, ενώ άλλοι 3 πελάτες από τους αναφερόμενους στον κατάλογο της πρώτης εναγομένης δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο πελατών που παραθέτει η ενάγουσα.

Η διακοπή της συνεργασίας που συνιστά άτυπη καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής από την πρώτη εναγομένη οφείλεται στην εξαγορά από την δεύτερη του τομέα εμπορίας, διάθεσης και προώθησης παγωτού της πρώτης, καθώς συμπίπτει χρονικά με την έκδοση στις 13-1-2011 της υπ' αριθμ. 523Λ/Ι/2011 απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με την οποία επιτράπηκε η παραπάνω εξαγορά, η δε επικαλούμενη μείωση των πωλήσεων και των αντίστοιχων εισπράξεων της πρώτης εναγομένης κατά το έτος 2009 κατά ποσοστό 12,51% περίπου σε σχέση με το έτος 2008 και κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2010 κατά ποσοστό 7,94% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του έτους 2009 δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε υπαιτιότητα της ενάγουσας, αλλά στη συρρίκνωση της αγοράς παγωτού κατά τη διετία 2009-2010, στην εθνική και διεθνή οικονομική συγκυρία, στην ωριμότητα της αγοράς αλλά και στην.

αύξηση της αποδοτικότητας ανταγωνιστικών εταιρειών, σύμφωνα με όσα τόσο η πρώτη, όσο και η δεύτερη εναγομένη επικαλέσθηκαν ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού και αναφέρονται στην άνω απόφαση της, απορριπτόμενου ως αβασίμου του έβδομου λόγου της από 30-4-2013 έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο η εκκαλούσα επαναφέρει την προβληθείσα και πρωτοδίκως ένσταση της περί καταγγελίας της σύμβασης για σπουδαίο λόγο και δη λόγω της πτωτικής πορείας των πωλήσεων των προϊόντων της από υπαιτιότητα της ενάγουσας.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα προήγαγε σημαντικά τις πωλήσεις της πρώτης εναγομένης, τόσο με τους υπάρχοντες πελάτες, τους οποίους εξυπηρετούσε συστηματικά κατά τους όρους των προαναφερομένων παραρτημάτων, αλλά κυρίως με την εισφορά ικανού αριθμού νέων πελατών, τους οποίους προσέλκυσε με τις δικές της συνεχείς προσπάθειες και εμπορικές ενέργειες και η παραπάνω συνολική προσφορά της οφείλεται στην εκ μέρους της γνώση της αγοράς του παγωτού, δεδομένης της παλαιότερης εμπειρίας της από την προηγούμενη συνεργασία της με την εταιρεία "ΚΡΙ ΚΡΙ".

Μετά την καταγγελία της σύμβασης η πρώτη εναγομένη διατήρησε ουσιαστικά και εμπορικά οφέλη, αυξάνοντας την πελατεία της με τους προσωπικούς πελάτες που προσέλκυσε η ενάγουσα και αξιοποίησε μετά την καταγγελία της σύμβασης, με την παραχώρηση του πελατολογίου της στην δεύτερη ενάγουσα. Η φήμη των προϊόντων της πρώτης εναγομένης και οι διαφημιστικές της ενέργειες διευκόλυναν μεν την εργασία της ενάγουσας-διανομέως της, αφού είναι ευχερέστερη η προώθηση στην αγορά ενός καταξιωμένου στην αγορά προϊόντος σε σχέση με την προώθηση ενός άγνωστου προϊόντος, τούτο όμως δεν υποβαθμίζει την προσφορά της ενάγουσας, αφού τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης, τα οποία ανταγωνίζονταν τα ομοειδή προϊόντα άλλων εταιρειών με επίσης καταξιωμένα σήματα (π.χ. "ΔΕΛΤΑ", "Algida" "ΚΡΙ ΚΡΙ" κλπ), δεν θα μπορούσαν να πωληθούν από μόνο το γεγονός της καλής φήμης τους, χωρίς την επιτυχημένη δραστηριότητα της ενάγουσας.

Με βάση τα παραπάνω πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 για την επιδίκαση στην ενάγουσα αποζημίωσης πελατείας, απορριπτόμενου ως αβασίμου του τρίτου λόγου της από 30-4-2010 έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Η οφειλόμενη αποζημίωση πελατείας ανέρχεται σε ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που η ενάγουσα εισέπραξε κατά τη διάρκεια της σύμβασης, οι οποίες ανέρχονται, για το έτος 2007 σε 158.615,82 ευρώ, για το έτος 2008 σε 192.106,92 ευρώ, για το έτους 2009 σε 156.210,15 ευρώ και για το έτος 2010 σε 128.765,05 ευρώ και με βάση το μέσο όρο των παραπάνω ετησίων αμοιβών της η ενάγουσα δικαιούται, ως αποζημίωση πελατείας, το ποσό των (635.697,34 € : 4 έτη) 158.924,48 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ) κατέληξε στην ίδια κρίση και αναγνώρισε ισόποση αξίωση αποζημίωσης πελατείας της ενάγουσας, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως αβασίμων των τέταρτου, πέμπτου και έκτου λόγων της από 30-4-2013 έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, τις, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 παρ.4 ν.3577/2007 8 και 9 Π.Δ.219/ 1991, αναφορικά με τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα αφενός της αναλογικής εφαρμογής των περί εμπορικής αντιπροσωπείας διατάξεων και ιδίως αυτών του αρθρ.8 παρ.3 και 9 παρ.2 Π.Δ.219/1991 επί της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας ένδικης σύμβασης και αφετέρου της επιδίκασης της προβλεπομένης από την ως άνω διάταξη του αρθρ.9 παρ.2 ΠΔ 219/91 αποζημίωσης πελατείας δεχθείσα ως προς μεν το πρώτο ζήτημα τη συνδρομή της απαραίτητης για την εν λόγω αναλογική εφαρμογή προϋπόθεσης, της λειτουργίας, δηλαδή, της αναιρεσίβλητης διανομέως, στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης, ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της προμηθεύτριας αναιρεσείουσας με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή και πλήρη αιτιολογία της αποδειχθείσας συνδρομής χαρακτηριστικών τέτοιας λειτουργίας υπό την έννοια της ταύτισης, κατά τα ουσιώδη σημεία, της διαμεσολαβητικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης μ'αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου αφού κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλομένης "...η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) λειτουργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης

της πρώτης εναγομένης (αναιρεσείουσας) αφού η εμπορική της δραστηριότητα ήταν εξαρτημένη από το σύστημα διανομής της τελευταίας, δεσμεύονταν από τις τιμές που αυτή καθόριζε, είχε υποχρέωση να μην ασκεί εμπορική δραστηριότητα ανταγωνιστική προς αυτήν και το πελατολόγιο της ήταν εις γνώση της πρώτης εναγομένης" η συνδρομή των οποίων (χαρακτηριστικών) αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη, της αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του ως άνω ΠΔ 219/91 στην ένδικη σύμβαση, ως προς δε το δεύτερο ζήτημα (δεχθείσα) τη συνδρομή των αναγκαίων για την εν λόγω επιδίκαση προϋποθέσεων με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή και πλήρη αιτιολογία της αποδειχθείσας αφενός εισφοράς από την αναιρεσίβλητη νέων πελατών και της προώθησης σε σημαντικό βαθμό των υποθέσεων των παλαιών (πελατών) και αφετέρου της διατήρησης από την αναιρεσείουσα των, από τη συνεργασία της με την αναιρεσίβλητη ωφελημάτων, οι οποίες δικαιολογούν την επιδίκαση αποζημίωσης (πελατείας), στην οποία (επιδίκαση) και προέβη, καθορίζοντας αυτή με βάση τα κριτήρια του μεγέθους της πελατείας, που παρέμεινε στην αναιρεσείουσας και της αντίστοιχης ωφέλειας αυτής, στο ανώτατο προβλεπόμενο όριο του μέσου ετησίου όρου των εισπραχθεισών κατά τα πέντε τελευταία έτη της σύμβασης αμοιβών με την παράλληλη αιτιολόγηση ότι η καταβολή αυτής είναι δίκαιη, κρίση η οποία, αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 176/2010 ΑΠ 1449/2014), απορριπτόμενης, συνακολούθως, της περαιτέρω προβαλλόμενης, από το αρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίασης περί ευθείας άλλως εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης αυτής (9 παρ. 1 ΠΔ 219/91) αναφορικά με το ύψος της επιδικασθείσας αποζημίωσης ως απαράδεκτης (ΑΠ 246/14 ΑΠ 1999/2014).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελεί δε μέσο διασφαλίσεως του συζητητικού συστήματος (αρθρ.106 ΚΠολΔ) και της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Αποτελούν "πράγματα" και άρα αν δεν ληφθούν υπόψη ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, μεταξύ άλλων, η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά, περιστατικά συγκροτούντα ένσταση κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό (Ολ.ΑΠ 25/1995), τα προς θεμελίωση ουσιαστικών ή δικονομικών ενστάσεων ή αντενστάσεων (αρθρ.262, 338 ΚΠολΔ) περιστατικά, οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Ολ.ΑΠ 11/96).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (Ολ.

ΑΠ 472/1983). Το αίτημα αυτό είναι δυνατόν να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενισταμένου ή αντενιστάμενου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ή αντένστασης. (ΑΠ 1357/10, ΑΠ 496/07).

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ'εκτίμηση των προς θεμελίωση του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ.8 (και όχι 9) ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την απ'αυτήν, νομοτύπως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προβληθείσα, με τη διατύπωση ότι "η αντίδικος μας οφείλει σήμερα από την ένδικη σχέση, κατά κεφάλαιο το ποσό των 23389,49 ευρώ, του οποίου παραλείπει μέχρι σήμερα την εξόφληση" ένσταση συμψηφισμού προς την αγωγική απαίτηση της παραπάνω αμοιβαίας ομοειδούς και ληξιπροθέσμου ανταπαιτήσεώς της.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού ο, με την παραπάνω διατύπωση, προβληθείς ισχυρισμός, στον οποίο αφορά η προβαλλόμενη αιτίαση, έπασχε αοριστία, ως ενδεής της επικλήσεως των θεμελιωτικών της προτεινομένης σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεως πραγματικών περιστατικών μη δυνάμενος, για το λόγο αυτό να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας με αποτέλεσμα η σχετική παράλειψη του τελευταίου να μη μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.

Η διοίκηση αλλότριων, η οποία ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 730 έως 740 ΑΚ, είναι ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως εκ του νόμου μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υπόθεσης και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση, χωρίς να έχει δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση.

Η έννοια της γνήσιας διοίκησης αλλότριων δίδεται από τη διάταξη, της ΑΚ 730, κατά την οποία όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να την διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, ενώ αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υπόθεσης δεν λαμβάνεται υπόψη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή τα χρηστά ήθη.

Η γνήσια διοίκηση αλλότριων έχει δύο ειδικότερες μορφές, τη θεμιτή (ΑΚ 736) και την αθέμιτη (ΑΚ 737) με διάφορες έννομες συνέπειες για την κάθε μία των μορφών τούτων. Εξ άλλου, κατά την ΑΚ 739 εδ. α', όποιος γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση τη διοικεί σαν δική του, με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία, έχει τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλότριων.

Μη γνήσια ή νόθος, επομένως, κατά την τελευταία αυτή διάταξη, είναι η διαχείριση ξένης υπόθεσης από κάποιον (διοικητή) με τη γνώση ότι είναι ξένη σαν δική του. Στην περίπτωση αυτή κατά την ΑΚ 739 εδ. β', ο διοικητής έχει δικαίωμα να απαιτήσει δαπάνες μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως και εκείνος της γνήσιας πλην αθέμιτης διοίκησης αλλότριων κατά την ΑΚ 737 εδ.

β'. Έτσι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αθέμιτης ή μη γνήσιας διοίκησης αλλότριων πρέπει να ερευνάται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γέννηση της αξίωσης αδικαιολογήτου πλουτισμού, σύμφωνα με την ΑΚ 904 § 1 εδ. α', που ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια".

Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, για να γεννηθεί η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει να επέλθει μία περιουσιακή μεταβολή στις σχέσεις δικαιούχου και υπόχρεου σε "βάρος" της περιουσίας του δικαιούχου χωρίς νόμιμη αιτία, αρκεί ο πλουτισμός του λήπτη να είναι πραγματικός και συγκεκριμένος, ιδιότητες που έχουν ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του πλουτισμού που "επιβάλλεται" στο λήπτη χωρίς τη θέληση του.

Επιβαλλόμενος, εντεύθεν, πλουτισμός υπάρχει, όταν έχει υλοποιηθεί συγκεκριμένη πραγματική, κατ' αντικειμενική κρίση, αύξηση της περιουσίας ενός προσώπου (πλουτισμός), η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη θέληση του ή τα ενδιαφέροντα του. Κάτι τέτοιο, δηλαδή επιβαλλόμενος (ανεπιθύμητος) πλουτισμός μπορεί να συμβεί ειδικά στη διοίκηση αλλότριων μόνο στις περιπτώσεις της αθέμιτης (γνήσιας) διοίκησης (ΑΚ 737 εδ.

β') ή της μη γνήσιας (ΑΚ 739 εδ. β'), διότι στη γνήσια θεμιτή ο διοικητής ενεργεί προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, στοιχείο αντίθετο προς το εννοιολογικό περιεχόμενο του επιβαλλόμενου πλουτισμού (ΑΠ 784/2005).

Κατά το άρθρο 722 ΑΚ ο εντολέας οφείλει να αποδώσει στον εντολοδόχο οτιδήποτε αυτός δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής ή και εξ αφορμής αυτής. Η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί και επί εμπορικής αντιπροσωπείας, εφόσον η εν λόγω απόδοση υπαγορεύεται από το περιεχόμενο της συμβάσεως αντιπροσωπείας και την επί του άρθρου 288 ΑΚ στηριζομένη αρχή της καλόπιστου εκπληρώσεως της παροχής που διέπει οποιαδήποτε σύμβαση. (ΑΠ 1805/2007).

Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία κατ'εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 722, 730, 739 και 904 ΑΚ, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, προταθείσα, ένσταση συμψηφισμού της κατά της τελευταίας υφισταμένης αμοιβαίας, ομοειδούς και ληξιπρόθεσμου ανταπαιτήσεως αυτής (αναιρεσείουσας) ποσού 33.388 ευρώ, που αντιπροσωπεύει την ανάλογη συμμετοχή της πρώτης στην πραγματοποιηθείσα διαφημιστική δαπάνη προβολής των διατεθειμένων προϊόντων, την οποία (δαπάνη) κατέβαλε μεν εξ ολοκλήρου η ίδια (αναιρεσείουσα), ανάλογον όμως μέρος (από 33388 ευρώ) αυτής υποχρεούται να καταβάλλει η τελευταία "σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, άλλως περί διοικήσεως αλλότριων άλλως περί του αδικαιολογήτου πλουτισμού", δεχθείσα τη μη συνδρομή των προς εφαρμογή της επικληθεισών προϋποθέσεων παρόλο που τα εκτιθέμενα προς θεμελίωση της πραγματικά περιστατικά επέβαλαν την αντίθετη (περί της νομικής βασιμότητας) σχετική κρίση.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: " Με το δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου της ίδιας έφεσης, η πρώτη εναγομένη-εκκαλούσα παραδεκτώς επαναφέρει την προβληθείσα και πρωτοδίκως ένσταση συμψηφισμού του ποσού των 33.388 ευρώ, που ισχυρίζεται ότι της οφείλει η ενάγουσα για την ανάλογη συμμετοχή της στις δαπάνες διαφήμισης που κατέβαλε εξ ολοκλήρου η ίδια (πρώτη εναγομένη-εκκαλούσα) κατά τη διάρκεια της σύμβασης.

Η ένσταση αυτή, κατά το μέρος που επιχειρείται η θεμελίωση της στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, εφόσον η πρώτη εναγομένη-εκκαλούσα δεν επικαλείται συμφωνία της με την ενάγουσα περί επιρρίψεως στην τελευταία μέρους της δαπάνης διαφήμισης, ώστε να γεννάται κατ' αυτής αντίστοιχη απαίτηση της πρώτης εναγομένης-εκκαλούσας, κατά δε το μέρος που επιχειρείται η θεμελίωση της στις διατάξεις περί εντολής, οι οποίες εφαρμόζονται και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, επικουρικώς στις διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων και επικουρικώς στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, η ένσταση συμψηφισμού είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, διότι α) στις διατάξεις περί εντολής δεν προβλέπεται υποχρέωση του εντολοδόχου (εν προκειμένω της ενάγουσας διανομέως) να καταβάλει στον εντολέα (εν προκειμένω της πρώτης εναγομένης-παραγωγού) τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, β) οι διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων δεν ευρίσκουν πεδίο εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κυρία της υπόθεσης, ήτοι της προώθησης των παγωτών παραγωγής της στην αγορά, είναι η ίδια η πρώτη εναγομένη, η οποία και αποκομίζει όφελος από τη διαφήμιση τους, συνεπώς οι σχετικές δαπάνες αφορούν τη διοίκηση δικής της και όχι ξένης υπόθεσης και γ) η υποβολή της ενάγουσας σε δαπάνες διαφήμισης δεν αποτελούσε νομική ούτε συμβατική της υποχρέωση, την οποία οπωσδήποτε θα εκπλήρωνε αν η πρώτη εναγομένη δεν κατέβαλε τις εν λόγω δαπάνες, συνεπώς η ενάγουσα δεν κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη από την περιουσία της πρώτης εναγομένης με την εξοικονόμηση δαπανών διαφήμισης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε σιγή την παραπάνω ένσταση δεν έσφαλε, απορριπτόμενου ως αβασίμου του δεύτερου σκέλους του έβδομου λόγου της από 30-4-2013 έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα." Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις δεχθείσα τη μη συνδρομή των προς εφαρμογή αυτών απαιτουμένων προϋποθέσεων με ην υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία ότι η προταθείσα ένσταση δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στις περί εντολής διατάξεις, αφού αυτές εφαρμόζονται μεν αναλογικά στη ένδικη σύμβαση της αποκλειστικής διανομής προβλέπουν όμως μόνο την υποχρέωση του εντολέα, που στη ειδική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής ταυτίζεται με την αντιπροσωπευομένη - αναιρεσείουσα να καταβάλλει στον εντολοδόχο (διανομέα) τις απ'αυτόν γενόμενες για την εκτέλεση της εντολής δαπάνες και όχι το αντίστροφο, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ούτε στις περί διοικήσεως αλλότριων διατάξεις [είτε υπό τη μορφή της αθέμιτης γνήσιας (737 ΑΚ) είτε υπ'αυτή της μη γνήσιας (739 ΑΚ)] αφού αυτές προϋποθέτουν διοίκηση, από το διοικητή ξένης υποθέσεως είτε προς το συμφέρον και κατά την πραγματική ή την εικαζομένη θέληση του κυρίου είτε σαν δική του γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη, προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει στην ένδικη περίπτωση ενόψει του ότι η διενέργεια των επικαλουμένων δαπανών διαφήμισης έγινε από την αναιρεσείουσα, που είναι και η κυρία της υπόθεσης για την εξυπηρέτηση του σκοπού της προωθήσεως των προϊόντων της, δηλαδή αφορούν τη διοίκηση της δικής της και όχι ξένης υπόθεσης, αποκλειόμενης, συνακολούθως και της εφαρμογής των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι δυνατή μόνο στις περιπτώσεις της αθέμιτης γνήσιας διοικήσεως αλλότριων και της μη γνήσιας, οι οποίες δεν συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση.

Κατά ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου[αναιρετικού] λόγου προ έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορριπτει την, από 15-9-2014 και με αριθ. κατάθ. 692/2014, αίτηση αναιρέσεως της 3298/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατασσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικαζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ