Legislator Case Law & Legislation
355/2012 AI generated

355/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 355/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 355 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 355/2012

Legislator headnote

AI generated

355/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 355 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 355/2012

Keywords

AI generated
insufficient amount excessive invoicing unpaid licensing royalties subcontractor payment unpaid customs duties unpaid import duties
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 355 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 355/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κόντη.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Φόρτωμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.1.2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 133/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1.10.2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 31 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 1.10.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 133/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρ. 635 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 133/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 16.11.2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 92/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 29.1.2007 ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακυρώθηκε η υπ' αριθ. 15/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που εκδόθηκε ύστερα από αίτηση του αντιδίκου της και την υποχρέωσε να καταβάλει σ' αυτόν νομιμοτόκως το ποσό των 32.500 ευρώ με βάση δύο συναλλαγματικές δικής της αποδοχής και έκδοσης του αντιδίκου της. 2. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432επ. ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 832/2009, 1627/2010). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 194/2005). Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μην αναγνώσει κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης μέρος του από 21.12.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και έτσι κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι δύο συναλλαγματικές έκδοσης του αναιρεσείοντος και αποδοχής της αναιρεσίβλητης, με βάση τις οποίες εκδόθηκε στη συνέχεια σε βάρος της η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ήταν πλήρως εξοφλημένες με την καταβολή απ' αυτή στον αναιρεσείοντα του συνολικού ποσού των 130.683,34 ευρώ, στο οποίο εμπεριέχεται και το ποσό των 23.283,34 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αναγραφόμενη στο υπ' αριθ. .../21.12.2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ερέτριας Μαρίας Μανή-Χαμάκου αντικειμενική αξία του πωληθέντος με το συμβόλαιο αυτό από τον αναιρεσείοντα στην αναιρεσίβλητη ακινήτου, ενώ αν το Εφετείο είχε αναγνώσει στο σύνολό του το παραπάνω κρίσιμο έγγραφο, με το οποίο η αναιρεσίβλητη αναγνώρισε ότι όφειλε ολόκληρο το ποσό του πραγματικού τιμήματος πώλησης του ακινήτου, ύψους 70.000 ευρώ, καθώς και 55.000 ευρώ που θα κατέβαλλε τμηματικά στον αναιρεσείοντα ως αμοιβή και κόστος κατασκευής απ' αυτόν οικοδομής στο ακίνητο, δηλαδή συνολικά 125.000 ευρώ, θα είχε δεχθεί ότι είναι εικονική η περιεχόμενη στο ως άνω συμβόλαιο δήλωση ότι το ποσό των 23.283,34 ευρώ καταβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα πριν ήδη από την κατάρτιση του συμβολαίου αυτού και συνεπώς το Εφετείο θα είχε ακολούθως δεχθεί ότι παρέμεναν ανεξόφλητες οι παραπάνω συναλλαγματικές που αποδέχθηκε η αναιρεσίβλητη προς εξασφάλιση της καταβολής απ' αυτή του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης του ως άνω ακινήτου. Ειδικότερα ο αναιρεσείων θεωρεί ότι από το από 21.12.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων δεν αναγνώσθηκε πράγματι από το Εφετείο η ακόλουθη περικοπή: "ανέρχεται (η ολική τιμή της αγοράς του οικοπέδου και των εργασιών κατασκευής σ' αυτό της οικοδομής) στο συνολικό ποσό των 125.000 ευρώ, το οποίο η δευτέρα συμβαλλομένη αγοράστρια θα εξοφλεί τμηματικά κατά το στάδιο των εργασιών της κατοικίας και όπως γίνεται η αποδέσμευση του δανείου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων". Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../21.12.2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ερέτριας Μαρίας συζ. Ευάγγελου Μανή ο καθ' ου η ανακοπή (αναιρεσείων), ενεργώντας ως πληρεξούσιος των κατοίκων Βελγίου α) L. L. και β) M. C. συζ. L. L., μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην ανακόπτουσα (αναιρεσίβλητη) την κυριότητα, νομή και κατοχή των 375,01/1000 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού κειμένου στη θέση ΚΟΥΚΗ της Ερέτριας, έκτασης 4101,08 τ.μ. Τα παραπάνω ποσοστά αντιστοιχούσαν στη μέλλουσα να ανεγερθεί υπό στοιχεία Δ1 οριζόντια ιδιοκτησία (μαιζονέτα), η οποία θα αποτελείτο από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο ... δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας με αριθμό .../5.4.2004 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Το τίμημα της πωλήσεως συμφωνήθηκε σε 23.283.34 ευρώ, που πληρώθηκε και έλαβε ο καθ' ου από την ανακόπτουσα σε μετρητά πριν από τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου, όπως ομολόγησαν οι συμβαλλόμενοι ενώπιον της συμβολαιογράφου και μνημονεύεται σ' αυτό. Ο ισχυρισμός του καθ' ου ότι η αναφορά στο ως άνω συμβόλαιο της είσπραξης απ' αυτόν του ως άνω ποσού είναι εικονική και έγινε φαινομενικά μόνον προκειμένου η ανακόπτουσα να μπορέσει να λάβει δάνειο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος. Την ίδια ως άνω ημερομηνία καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων και το από 21.12.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό. Σ' αυτό, αφού ιστορείται ότι ο καθ' ου μεταβίβασε στην ανακόπτουσα με το ως άνω συμβόλαιο την ανωτέρω οριζόντια ιδιοκτησία, αναφέρεται στη συνέχεια ότι αυτός αναλαμβάνει την υποχρέωση να κατασκευάσει την οικοδομή στην ως άνω ιδιοκτησία μέχρι και τα επιχρίσματα και ότι η ολική τιμή της αγοράς του οικοπέδου και των εργασιών κατασκευής της οικοδομής ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 125.000 ευρώ, από τα οποία 70.000 ευρώ αντιστοιχούν στην αξία του οικοπέδου και τα υπόλοιπα 55.000 ευρώ στις εργασίες κατασκευής της οικοδομής μέχρι το άνω στάδιο (επιχρίσματα). Επίσης αναφέρεται σ' αυτό ότι για την εξασφάλιση της καταβολής του τιμήματος του οικοπέδου ο πωλητής-καθ' ου η ανακοπή δέχθηκε να λάβει τέσσερις συναλλαγματικές ποσού 17.500 ευρώ η καθεμία, τις οποίες η ανακόπτουσα θα εξοφλούσε ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών της οικοδομής. Η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι οι συναλλαγματικές αυτές ήταν λευκές κατά τα λοιπά στοιχεία τους (εκτός από το ποσό και την ημερομηνία αποδοχής που ήταν 21.12.2004). Κατόπιν των ανωτέρω το συνολικό ποσό που όφειλε η ανακόπτουσα στον καθ' ου από την ανωτέρω συναλλαγή ανερχόταν σε 125.000 ευρώ. Προς εξόφλησή του αυτή κατέβαλε μέσω του τραπεζικού λογαριασμού του στην Αγροτική Τράπεζα σταδιακά από 7.4.2005 έως 23.5.2005 το συνολικό ποσό των 107.400 ευρώ, όπως αυτό δεν αμφισβητείται. Στο ποσό δε αυτό, αν προστεθεί και αυτό των 23.283,34 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε κατά την κατάρτιση του άνω συμβολαίου, η ανακόπτουσα έχει καταβάλει συνολικά στον καθ' ου 130.683,34 ευρώ, δηλαδή κατέβαλε επιπλέον του οφειλόμενου ποσού. Παρόλα αυτά ο καθ' ου με βάση τις δυο από τις ανωτέρω τέσσερις συναλλαγματικές, που είχε αποδεχθεί η ανακόπτουσα με ημερομηνία έκδοσης και αποδοχής 21.12.2004 και λήξης 20.8.2006, ποσού 17.500 ευρώ της καθεμιάς, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 15/2007 διαταγή του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα να του καταβάλει 32.500 ευρώ (μετ' αφαίρεση 2.500 ευρώ που ο καθ' ου ισχυρίζεται ότι αυτή του κατέβαλε), πλέον τόκων και εξόδων. Όμως εφόσον η ανακόπτουσα έχει εξοφλήσει το συμφωνημένο τίμημα, αυτή δεν οφείλει το ως άνω ποσό με βάση τις ως άνω συναλλαγματικές, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Άλλωστε και ο ίδιος ο καθ' ου η ανακοπή παραδέχεται ότι το οφειλόμενο από την ανακόπτουσα ποσό ανέρχεται σε 17.600 ευρώ και όχι στο αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ποσό". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας, όπως και η απόφαση αυτή, που δέχθηκε την ένδικη ανακοπή κατά τον πρώτο λόγο της και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ότι αφού ήταν εξοφλημένες οι συναλλαγματικές για τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, κακώς αυτή εκδόθηκε και είναι ακυρωτέα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 21.12.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, παραλείποντας, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, να αναγνώσει απ' αυτό την επικαλούμενη από τον ίδιο περικοπή, με την οποία εξ άλλου απλώς ορίσθηκε σε 70.000 ευρώ η πραγματική αξία του ακινήτου που πούλησε στην αναιρεσίβλητη και σε 55.000 ευρώ η αξία των εργασιών κατασκευής απ' αυτόν οικοδομής στο ακίνητο, χωρίς κατά τα λοιπά να αναγνωρισθεί αντίστοιχη οφειλή της αναιρεσίβλητης στο σύνολο τότε του ποσού των 125.000 ευρώ. Ειδικότερα ναι μεν δεν παρατίθεται αυτολεξεί η παραπάνω περικοπή στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, όμως περιέχεται η ταυτόσημη περικοπή ότι "για την εξασφάλιση της καταβολής του τιμήματος του οικοπέδου ο πωλητής-καθ' ου η ανακοπή δέχθηκε να λάβει τέσσερις συναλλαγματικές ποσού 17.500 ευρώ η καθεμία, τις οποίες η ανακόπτουσα θα εξοφλούσε ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών της οικοδομής". Δηλαδή σαφώς προκύπτει από την περικοπή αυτή, κατά τον ίδιο τρόπο που προκύπτει και από την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα περικοπή του αυτού εγγράφου, η αιτία έκδοσης απ' αυτόν και αποδοχής από την αναιρεσίβλητη των συναλλαγματικών, για τις οποίες εκδόθηκε ακολούθως η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Επικαλούμενος την αιτία αυτή ο αναιρεσείων διατυπώνει στη συνέχεια το επιχείρημα ότι αν πράγματι κατά την υπογραφή του υπ' αριθ. .../21.12.2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ερέτριας Μαρίας Μανή-Χαμάκου είχε καταβληθεί σ' αυτόν από την αναιρεσίβλητη το ποσό της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου που της πούλησε, δηλαδή 23.283,34 ευρώ, δεν υπήρχε λόγος να αναγραφεί ακολούθως στο από 21.12.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό τους ότι οφειλόταν ολόκληρο το ποσό του συμφωνηθέντος για την πώληση του ακινήτου τιμήματος, δηλαδή 70.000 ευρώ, και ούτε θα αποδεχόταν η αναιρεσίβλητη ισόποσες με το σύνολο του τιμήματος συναλλαγματικές προς εξασφάλισή του, δηλαδή και για το μέρος των 23.283,34 ευρώ, που φέρεται ότι προκατέβαλε σ' αυτόν. Όμως η αντίθετη με το επιχείρημα αυτό θέση της εφετειακής απόφασης δεν συνιστά παραμόρφωση του από 21.12.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, αλλά διαφορετική εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, που εκφεύγει, κατά τα προεκτεθέντα, από τον αναιρετικό έλεγχο, αφού εμμέσως με την παραπάνω επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος αποδίδεται τελικά στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα ως προς την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση απ' αυτή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει συνακόλουθα να απορριφθεί η αίτηση αυτή. Ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Aπορρίπτει την από 1.10.2010 αίτηση του Β. Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 133/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ