355/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 355 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 355/2011
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 355 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 355/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαρκάτο.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Α. του Χ.. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αλέξανδρος Παπατσώρης και δήλωσε ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 19ην Ιουνίου 2010 σύμφωνα με την .../2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ..., την δίκη του οποίου συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1. … και 5…, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Παπατσώρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαρτίου 1997 αγωγή ως και την από 15 Φεβρουαρίου 2000 παρεπίμπουσα ιδία του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2328/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8655/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Ιουνίου 2008αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 26 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα και παραδεκτά με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, συνεχίζεται η διακοπείσα δίκη λόγω του επελθόντος στις ...2010 θανάτου του αναιρεσιβλήτου Δ. Α., από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ως μόνους πλησιέστερους κατά το χρόνο του θανάτου του συγγενείς του, …. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεσή επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο περιλαμβάνονται όπως προεκτέθηκε και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατ' ακολουθίαν οι λόγοι της αναίρεσης τέταρτος και πέμπτος από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών διότι δέχθηκε το Εφετείο την εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. και προέβη σε ερμηνεία του από 3-3-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ήτοι χωρίς να υπάρχει κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενό του και χωρίς καμία αιτιολογία της σχετικής του κρίσης, είναι απαράδεκτοι διότι όπως προεκτέθηκε η διαπίστωση της ύπαρξης κενού ή ασάφειας από το δικαστήριο, η οποία μπορεί να είναι και έμμεση, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο έκτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι η αποδιδόμενη έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα η ανυπαρξία αιτιολογιών ανάγεται σε ζήτημα (εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει ο ενάγων με το από 3-3-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό) που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκειμένης δίκης η οποία αντικείμενο έχει αποζημίωση από αδικοπραξία (παράνομη ιδιοποίηση του ποσού της αναφερόμενης στην απόφαση επιταγής).
Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Εξάλλου κατά τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως η αντενστάσεως. Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003). Ο παραπάνω λόγος όμως δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π 14/2004). Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υποθέσεως, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ίδιου κώδικα. Περαιτέρω κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη και δέχθηκε την αντένσταση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου περί διακοπής της προταθείσας ένστασης παραγραφής, από τον αρχικό εναγόμενο και ήδη αποβιώσαντα Α. Ρ. ως προς τον οποίο η δίκη συνεχίζεται από τον κληρονόμο του ήδη αναιρεσείοντα, για το λόγο ότι η αντένσταση αυτή δεν προβλήθηκε παραδεκτά στο Εφετείο, είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον περί απαραδέκτου της αντένστασης ισχυρισμό προβλήθηκαν ενώπιον του Εφετείου από τον αναιρεσείοντα. Τέλος από τη επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή κατά τη διαλαμβανόμενη σ' αυτή βάση της από την αδικοπραξία (παράνομη ιδιοποίηση του ποσού της σ' αυτή επιταγής) που διέπραξε και ο αρχικός εναγόμενος και ήδη αποβιώσας Α. Ρ., ως προς τον οποίο η δίκη συνεχίζεται από τον κληρονόμο του ήδη αναιρεσείοντα, επομένως το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης ούτε για απαράδεκτη μεταβολή της βάσης αυτής γι αυτό ο δεύτερος και τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Ιουνίου 2008 αίτηση του Ι. Ρ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8655/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των συνεχιζόντων τη δίκη ως προς τον αποβιώσαντα αναιρεσίβλητο, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ